Η Ανωγειανή γη αγκαλιάζει εδώ και μερικές μέρες την Ουρανία Ξυλούρη ή Ανάσταινα, μιας γυναίκας που τίμησε με τη στάση ζωής και τον αγώνα της τον τόπο μας και στις εννιά γεμάτες δεκαετίες της ζωής της. Κέρδισε τον σεβασμό και την εκτίμηση όλου του χωριού που σύσσωμο βρέθηκε στον Ιερό Ναό της Παναγίας στο Περαχώρι για να της απευθύνει το ύστατο χαίρε και να πει μερικά λόγια συμπαράστασης στους οικείους της. Η Ανωγή συγκέντρωσε όλους τους επικήδειους που εκφωνήθηκαν στην εκκλησία προς τιμή της αλλά και τις μαντινάδες που γράφτηκαν για αυτήν και σας τις παρουσιάζει σήμερα.
ΟΥΡΑΝΙΑ ΞΥΛΟΥΡΗ (ΑΝΑΣΤΑΙΝΑ) 1926-2016
Θεία Ουρανία,
Δύσκολη μέρα η σημερινή. Με τον μισεμό σου κλείνει ένας κύκλος, ο στενός οικογενειακός μας κύκλος. Φεύγεις τελευταία θεία, να πας να συναντήσεις το θείο τον Ανάστο , τους γονείς μου, τους θείους, τις θείες και τα ξαδέλφια μας που έφυγαν .
Και μείς τα παιδιά και τα εγγόνια σας, μένουμε εδώ για να αποδείξουμε, ότι μπορούμε να είμαστε άξιοι συνεχιστές όλων αυτών που μας μάθατε με τη διδαχή σας και κυρίως με το παράδειγμα σας. Με τη γενικότερη στάση στη ζωή σας.
Από μικρό παιδί, θυμάμαι να έρχομαι στο σπίτι σου, θεία Ουρανία, να το αισθάνομαι δικό μου και ήταν δικό μου. Μπαίνοντας ως νεαρό παιδί αλλά και μεγαλύτερος, αισθανόμουν το σεβασμό που απέπνεε το περιβάλλον. Σεβασμό στο θείο τον Ανάστο και στη θεία Ουρανία. Έβλεπα μια στάση ζωής που χαρακτηριζόταν από αξιοπρέπεια, ανθρωπιά, ήθος απαράμιλλο, σοβαρότητα αλλά και καθαρή ματιά απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους. Μαθήματα ζωής για μένα και όλους εμάς τους νεαρότερους .
Στις δυσκολίες τις οικογενειακές αλλά και στις προσωπικές, η προτροπή σου θεία ήταν «Δεν πειράζει παιδί μου». Και όταν η ζωή, κάνοντας τις δικές επιλογές, φέρεται άνισα και άδικα, η δική σου προτροπή αλλά και η στάση ήταν αξιοπρεπέστατη .
Μάθημα για όλους μας. Μου έμαθες και μας έμαθες, θεία, πώς να αντιμετωπίζουμε τη ζωή, τις καταστάσεις και τους ανθρώπους. Προσπαθώντας να τα ακολουθήσω όσα μου έμαθες αισθάνομαι ότι, με την απουσία σου, θεία μου λείπει το στήριγμα που θα μπορούσε να μου δώσει τη δύναμη που χρειάζομαι .
Θεία Ουρανία σ΄ ευχαριστώ. Σ΄ ευχαριστούμε. Καλοστραθιά θεία Ουρανία. Καλοστραθιά από την καρδιά μου .
Φεύγεις ήσυχη ότι έκαμες το χρέος σου απέναντι στη ζωή, απέναντι στα παιδιά σου, και σε όλους σε μας που παίρναμε δύναμη και μαθαίναμε από σένα .
Θα είναι, θεία, ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.
~ Νικολάτσος Ξυλούρης (πρώην Δήμαρχος Ανωγείων)
Μια μάνα εψυχομάχαινε,
παράγγελνε του γιου της:
-Με ξένο πόνο μη γελάς,
φίλο μην κοροϊδέψεις
κι ιδρώτα ξένο να μην πιεις…
Σήμερα ήρθαμε να αποχαιρετίσουμε την Ουρανία Ξυλούρη, την Ανάσταινα. Ήρθαμε να αποχαιρετίσουμε έναν σπουδαίο άνθρωπο. Να χαιρετίσουμε τη μάνα, την αδελφή, τη γιαγιά, τη γειτόνισσα, τη συγχωριανή, τη φίλη. Γιατί η Ουρανία τίμησε όλες τις παραπάνω ιδιότητες στο ακέραιο. Αγάπησε και αγαπήθηκε.
Η Ουρανία γεννήθηκε το 1926, πρώτο παιδί του Μανόλη Σκουλά του γνωστού σε όλους Φρουδά. Πήρε τις αρχές και τα εφόδια μιας σπουδαίας οικογένειας που διακρίθηκε στα γράμματα, στην πολιτική, στην ανθρωπιά. Η κατοχή την βρίσκει νέα κοπέλα να κάνει το χρέος προς την πατρίδα βοηθώντας με κάθε τρόπο τους αγωνιζόμενους χωριανούς. Για την προσφορά της τιμήθηκε με το μετάλλιο της Εθνικής Αντίστασης.
Ανάμεσα στους αντάρτες ο Ανάστος Ξυλούρης του Νικολάτσου. Παντρεύονται από αγάπη το 1946 και δένεται μαζί του για όλη της τη ζωή. Έζησε όπως έλεγε κι η ίδια μια «καλή συζυγική ζωή». Η ζωή με τον Ανάστο ήταν καλή, όχι όμως χωρίς δυσκολίες. Στήνουν το σπιτικό τους στα ερείπια που καπνίζουν ακόμη από το ολοκαύτωμα του χωριού.
Μεγάλος νοικοκύρης ο Ανάστος βρίσκει δίπλα του μια ακάματη αγωνίστρια της ζωής. Γρήγορα γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Γιαννάκος, ύστερα ο Νίκος, ο Χαραλάμπης, ο Σάββας. Όλοι στην αράδα, ο ένας μετά τον άλλο, το σπίτι γεμίζει γέλια αλλά και στόματα. Στερνοπούλι μετά από χρόνια η μοναχοθυγατέρα της, η Γεωργία. Στα γηρατειά της άνοιξε τις φτερούγες της για μια ακόμη κόρη: την Άννα.
Η Ουρανία είναι παντού. Αξημέρωτα στην κουζίνα, στο αμπέλι και στα περβόλια, στα ζώα, στον αργαλειό, στο πλέξιμο. Στήνει μαγαζί να πουλήσει υφαντά και δε λείπει κι από κει. Και βέβαια μάνα: Να μην λείψει στα παιδιά το μαγειρεμένο φαί, το σιδερωμένο ρούχο, η ευχή και η συμβουλή.
Και στην εκκλησία το στασίδι της πάντα γεμάτο. Βαθιά πιστή η Ουρανία έδεσε τη μακρά ζωή της με το Θεό. Τον ευχαριστεί για όσα της έδωσε, τον παρακαλεί για όσα περιμένει, τον πιστεύει.
Και μέσα σε όλα να κάνει και το μοναδικό της χόμπι όπως συνήθιζε να λέει: τη φιλοξενία! Στο σπίτι της πάντα μουσαφίρηδες. Στο τραπέζι της έφαγαν ιερείς, πολιτικοί, βοσκοί, βουλευτές, πραματευτάδες, ζητιάνοι. Η πόρτα πάντα ανοιχτή. Κάθε πεινασμένος έβρισκε ένα πιάτο φαί, κάθε κουρασμένος καθαρά σεντόνια. Κι αυτή υπηρέτρια των αφεντάδων αλλά και των δούλων. Όχι από ανάγκη ή υστεροβουλία, αλλά γιατί έτσι το ήθελε.
Και πάντα δίπλα στον Ανάστο, που από νωρίς τον ταλαιπώρησαν αρρώστιες. Σύζυγος, νοσοκόμα, μαγείρισσα, να βρίσκει εκείνος αυτό που χρειάζεται, πριν το ζητήσει. Ως τον θάνατό του το 1990. Η Ανάσταινα όμως δεν είναι μόνη: η φαμίλια μεγάλωσε, παντρειές, εγγόνια, δισέγγονα. Οι αρρώστιες και τα χρόνια την βάρυναν, τα μάτια της θόλωσαν, αλλά το μυαλό της πάντα καθαρό, η ψυχή της πάμπλουτη από αξιοπρέπεια.
Ουρανία, τώρα τα ξαναλέτε με τον Ανάστο σου. Έχετε πολλά να πείτε, δεκαετίες τώρα χώρια. Αφού τα πείτε θα ξαναπιάσεις δουλειά. Θα μαγειρεύεις των αγγέλων, θα υφαίνεις κομμάτια ουρανού και θα τον στολίζεις με άστρα. Και μετά θα αναπαύεσαι. Εσύ που ποτέ όσο ζούσες δεν έκατσες στα παγκάκια της Μπαραντάνας να ξεκουραστείς. Τώρα θα κάθεσαι σε ένα ξάγναντο του Παραδείσου και θα σεργανίζεις το βλέμμα σου στο χωριό, στο Ηράκλειο, στα Χανιά, στην Αθήνα, παντού όπου βρίσκονται αυτοί που σε θυμούνται και σε αγαπάνε. Και είναι πολλοί αυτοί.
Καλό παράδεισο Ουρανία!
~ Μανόλης Χατζηπαναγιώτου (Ο γαμπρός της σύζυγος της κόρης της Γεωργίας)
(Αρχικά, ο δικηγόρος Χανίων, Νίκος Γιακουμάκης μεταφέρει τα συλλυπητήρια του Προέδρου και μελών του δικηγορικού συλλόγου Χανίων και συνεχίζει…)
…έχοντας από αρκετών ετών αναπτύξει ισχυρές σχέσεις βαθειάς φιλίας κι αλληλοεκτίμησης με την θυγατέρα της Γεωργία, έχω να πω ότι πάντα θα θυμάμαι με μεγάλη ευχαρίστηση τις παραστατικές της διηγήσεις για την μάνα της Ουρανία, η οποία μέχρι πρόσφατα -παρότι κλινήρης- διατηρούσε ζωντανό το χαρακτηριστικό αυθόρμητο πνεύμα, τον τρόπο σκέψης και τον λόγο του τόπου της.
Η εσωτερική δύναμη και το «μέσα φως» που εξέπεμπαν και εκπέμπουν οι άνθρωποι, όπως η εκλιπούσα Ανάσταινα, ήταν, είναι και θα είναι κάτι μοναδικό, γι’ αυτούς που μπορούν να τα εκτιμήσουν. Η λιτότητα και περιεκτικότητα της συνολικής της παρουσίας, στην δύσκολη, και με αρκετές -υλικές κι ανθρώπινες- στερήσεις, ζωή της, μας παιδαγωγεί και υπενθυμίζει ότι με συνεχή προσπάθεια κι επιμονή, σοβαρότητα κι υπευθυνότητα, αγωνία και αγώνα, και προπαντός με ψυχική και πνευματική υγεία, ο καθένας μας μπορεί να ανταπεξέλθει σε κάθε δυσκολία που θα του συμβεί.
Ο βίος της, με χαρές, όμως και με λύπες, με δημιουργία αλλά και με απώλεια, με απαστράπτον νοικοκυριό, με εργασία σκληρή, με πολυπληθείς χαροκοπιές στο ανοικτό και φιλόξενο κονάκι της, δηλ. μια ζωή γεμάτη έργο και προσφορά, ακούραστη υπηρέτης των αναγκών των παιδιών της, αλλά και με την ευθύνη των αποφάσεων της «κεφαλής» του σπιτιού, μετά την πρόωρη απώλεια του συζύγου της Ανάστο Ξυλούρη. Νομίζω ότι η ανταμοιβή της ήταν αντίστοιχη του αμίλητου κόπου της, καθώς αξιώθηκε να δει και να χαρεί παιδιά κι εγγόνια και να ολοκληρώσει ένα κύκλο ζωής γεμάτο συγκινήσεις.
Την αγαπητή Ανάσταινα γνώρισα για πρώτη φορά από κοντά, σε μια επίσκεψή μου στο σπίτι της, το έτος 2002, παραμονή του γάμου του Μπάμπη του Παπά-Κώστα, και «γεύτηκα» -πλην του φαγητού που μας προσέφερε- και την απλότητα του χαρακτήρα της. Για δεύτερη φορά την συνάντησα στις εκλογές του 2007, ως εκλογέα του τμήματος που ήμουν δικαστικός αντιπρόσωπος εδώ στο χωριό σας, μόλις δε μπήκε στο εκλογικό τμήμα, μού ’δωσε γνώρα, καθώς την είχε ήδη ενημερώσει η Γεωργία ότι ήμουν προσωπικός της φίλος, άρα και φίλος της οικογένειας : «….παιδί μου, αν θες πράμα φαγητό, τι μπορώ να σου φέρω να φας, ότι θες, μού’ δωκε παραγγελιά η Γιωργία….», όπως θυμάμαι ακόμα τα λόγια της. Η τρίτη και «καλύτερη» φορά όμως, ήταν αυτή που συναντηθήκαμε, κάποια έτη αργότερα, καταμεσίς των Χανίων, στην οδό Μυλωνογιάννη, όπου η κ. Ουρανία περίμενε έξω από εμπορικό κατάστημα την Γεωργία να τελειώσει τα ψώνια της. Εγώ ανύποπτος, βάδιζα την οδό προς το γραφείο μου, και ξαφνικά αντικρύζω, μη βλέποντας πλησίον της κανέναν συνοδό, την πάντα μαυροφορεμένη Ανάσταινα, να περιμένει στο πεζοδρόμιο με τα χέρια στη μέση, αντιλαμβανόμενος βέβαια ότι μάλλον συνοδεύεται κι αναμένει ή τη Γιωργία ή το γαμπρό της το Μανώλη. Γύρω και δίπλα της, να περνοδιαβαίνουν άνθρωποι βιαστικοί, η κίνηση και η φασαρία της πόλης να «ρέει», κι αυτή να φαίνεται ότι δεν αισθάνεται και τόσο βολικά, ως ήταν φυσικό για μια «παλιά» Ανωγειανή, σε μια θορυβώδη πόλη. Βλέποντάς την «στη μέση του πουθενά», σταματώ και τηνέ ξανοίγω με απορία και επιμονή, περιμένοντας να δω την αντίδρασή της. Μη ενθυμούμενη ποιος είμαι, με ξανοίγει κι αυτή με απορία στα μάθια, και για κάποια δευτερόλεπτα φαινόταν σα να περίμενε ο ένας την αντίδραση του άλλου. Θέλοντας καλοπροαίρετα να την αιφνιδιάσω, της λέω: «είσαι η Ουρανία; του Ανάστο;». Τότε ήταν που ξαφνιάστηκε και τρουλαύτιασε πραγματικά, έγειρε προς τα πίσω να με «ζυγιάσει», με κοίταξε ακόμα πιο έντονα από πάνω ως κάτω, και με μεγάλη απορία και λίγο φόβο, μου είπε : «Μα……., ποιος είσαι παιδί μου;», αναρωτώμενη μέσα της, άθρωπος είναι αυτός, κανονικός, ή πράμα άλλο; Ή, τάξε μου, ποιος μπορεί να ξέρει εμένα, την Ανάσταινα, στην πόλη τω Χανιώ ; ούτε καν στο Ηράκλειο. Που, στο απλοϊκό μυαλό και τα μάτια της καημένης Ουρανίας, η πόλη των Χανίων ήταν και φάνταζε σαν ένας τελείως ξένος, μακριά από την εστία και το περιβάλλον της, άγνωστος χώρος και τόπος.
Νομίζω ότι ακόμα και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές του αποχωρισμού και του τελευταίου χαιρετισμού ή έστω λίγο μετά από απ’ αυτές, είναι όμορφο, χρήσιμο, παρηγορητικό και θεραπευτικό, να ενθυμούμεθα με καλοσύνη και νόστο τις αυθόρμητες αντιδράσεις των πηγαίων ανθρώπων, όπως η αγαπητή εκλιπούσα Ουρανία. Είναι πιστεύω κάτι που θα ήθελαν και οι ίδιοι που μας αφήνουν. Να τους θυμόμαστε με χαρά και με το αγνό γέλιο της αγάπης.
Καλό ταξίδι αγαπητή Ανάσταινα, η θύμησή σου γλυκειά στα παιδιά κι εγγόνια σου, αλλά και σε όλους τους χωριανούς που αγάπησες και σε αγάπησαν, η συνολική παρουσία και ο αγώνας σου για την επιβίωση, τίμησε την οικογένειά σου, τον άντρα σου, το χωριό σου, τις ρίζες σου. Οι συνάδελφοι δικηγόροι των Χανίων, που έχω την τιμή εδώ να εκπροσωπώ, -σήμερα που είσαι “αρχοντοστολισμένη”, γνήσια παλιά Ανωγειανή (όπως «παραστατικά» κι όμορφα έγραψε ο Καράτζης), και σε λίγο θα περνάς για τελευταία φορά τα στενά του χωριού σου, στην τελευταία σου βόλτα, και θα σκορπάς την ύστατη ώρα τον «σεβντά σου» για την οικογένειά σου, το χωριό σου και τους ανθρώπους του, την μητρική σου αγάπη που θα «μπει» για μια ακόμη φορά στσ’ αγκάλες των χωριανών σου, αλλά και θα “αιωρείται” για αρκετό ακόμη καιρό στον αέρα του χωριού σου- σου αφιερώνουν και «τραγουδούν» χαμηλόφωνα στη μνήμη σου, την παρακάτω μαντινάδα, ως παρακαταθήκη της ανάμνησής σου για τα παιδιά κι εγγόνια σου, για το συγγενικό σου περιβάλλον, αλλά για τον καθένα που χάνει τους γονείς του και τους θυμάται πάντα με στοργή : «Ποτέ σου να μη λησμονείς τσ’ αθρώπους που σ’ ορίζα(ν), δεν έχει αξία το δεντρό, άμα δεν έχει ρίζα». Καλό δρόμο να’ χεις, ρίζα του Περαχωριού και της Μπαραντάνας, Ουρανία Σκουλά, χήρα του Ανάστο Ξυλούρη, «Ανάσταινα».
~ Νίκος Γιακουμάκης (Πρόεδρος του Πολιτιστικού συλλόγου “Ρόδον”)
Υποκλίνομαι στην ομορφιά και στο μεγαλείο της ψυχής σου. Έβγαλες τα όρια και μας δίδαξες πως να είμαστε απεριόριστοι. Απεριόριστοι στην αγάπη, στην φιλοξενία, στο ήθος, στην αξιοπρέπεια, στην αρχοντιά σου, στην λεβεντιά σου, στην διορατικότητα της σκέψης σου, στον μοναδικό τρόπο που είχες να αφοπλίζεις ακόμα και τον πιο σπουδαίο σου καλεσμένο…. Μα εσύ ήσουν απλή και ταυτόχρονα τόσο σπουδαία αγαπημένη μου γιαγιά Ουρανία … Μεγάλο το φορτίο αξιών που μας αφήνεις τόσο απλόχερα… Εύχομαι να αξιωθούμε να το σηκώσουμε…. Εσύ τα κατάφερες… Ελεύθερος άνθρωπος.
~Ο εγγονός σου, Δημήτρης Ξυλούρης του Νικολάου.
Σου έλεγα “Μάνα, μη φεύγεις, να σε χαρώ κι εγώ” κι εσύ μου απαντούσες “όχι παιδί μου, δεν θα φύγω, μη φοβάσαι !” Τα λόγια σου με ηρεμούσαν, όμως έφυγες…
Ζήσαμε μαζί, νύχτα -μέρα για τρία χρόνια, αλλά νιώθω σα να σε ήξερα από πάντα. Μου έμαθες πολλά, μου έδωσες αγάπη, στοργή, ζεστασιά. Εσύ ένιωθες ασφαλής που ήμουν κοντά σου. αλλά εγώ νιώθω ότι κοντά σου μεγάλωσα. Κοντά σου ένιωσα ότι βρήκα τη ζεστασιά της Μάνας…
Απ’ όταν σε συνάντησα και μπήκες στη ζωή μου,
ένιωσα ότι ήτανε και ο θεός μαζί μου!
καλό ταξίδι, θα σε θυμάμαι πάντα…
~Άννα Νταούτη.
ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ
Έφυγε Αυτή μα μέσα μου ένα κοπέλι κλαίει,
για δεν υπάρχει πια κιανείς παιδί μου! να του λέει
~(ο γιος σου Γιαννάκος )
Γυναίκα παλαιάς κοπής, στων Ανωγειώ τσοι τόπους,
από το σπίτι του Φρουδά πήρες ωραίους τρόπους.
Ανάστο, τη γυναίκα σου, να τηνε βρεις στον Άδη,
γιατί σα’ σταν η στη ζωή ζεύγος χωρίς ψεγάδι.
~(Αριστείδης Χαιρέτης, Γιαλάφτης)
Απλή, σεμνή και ταπεινή, με μια ψυχή μεγάλη,
σαν την Ανάσταινα, γροικάς, δεν ξαναβγαίνει άλλη.
Βρείτε μου έναν άνθρωπο σε όλο τον πλανήτη,
που επέρασε να μη σταθεί στσ’ Ανάσταινας το σπίτι.
Στσοι χίλιες θα’ ναι δυο γή μια, γυναίκα να’ χει χάζι,
Ανάσταινα, στην αρχοντιά που είχες να σου μοιάζει.
~(Βέρα Σουλτάτου Ξυλούρη)
Η Λεβεδιά η Αρχοδιά και η Ταπεινοσύνη,
στο βλέμμα σου Ανάσταινα αθάνατη θα μείνει.
~(Λευτέρης Μπέρκης)
Η Ουρανία έφυγε κι έφυγε ευτυχισμένη,
που ήταν με τα κοπέλια της περιτριγυρισμένη.
Φεύγω παιδιά μου, είπε τους, αφήνω σας και ξά σας,
και την ευχή μου δίδω σας σε σας και στα παιδιά σας.
Γυναίκα αξιόλογη είχε πολλά βιώσει,
χωρίς ποτέ παράπονα τση μοίρας τση να δώσει.
Πολέμους και κατατρεγμούς είχε και λαβωμένους,
γονιούς, παππούδες κι αδερφούς κι άντρα αντρειωμένους.
Ήτανε για τη γειτονιά που λένε «Μπαραντάνα»
καλά καλή γειτόνισσα, ευλογημένη μάνα.
Παλιά γυναίκα Ανωγειανή, λιγότερη μια ακόμα,
σήμερα που σκεπάζει τη, να’ ναι ελαφρύ το χώμα.
Πάει να βρει τον άντρα της και (η) το μερακλή της,
τριάντα χρόνους που ’λειπε κοντά που τη ζωή της.
(Η) το λιβάδι εγέμισε τα σύννεφα σκορπούνε
Παλιά γυναίκα Ανωγειανή που ‘φυγε λειτουργούνε
Χτυπά η καμπάνα νεκρικά, γιάντα χτυπάς καμπάνα ;
Χτυπώ για μια λεβέντισσα που έχει φύγει μάνα.
Και πως την ονομάζουνε τη μάνα τούτη πούρι;
Ουρανία ή ανάσταινα τη λέγανε Ξυλούρη.
Με συννεφιά και με βροχή σήμερα σε κηδέμε
Με σκυθρωπά τα πρόσωπα καλοστραθιά σου λέμε
Σκουλά Θανάση εγγονή Φρουδά Μανόλη κόρη,
από την Μπαραντάνα σου κι από το Περαχώρι
Στη Παναγία ψάλλεσαι ν’ αγιάσει η ψυχή σου
Για την παλικαρίσια σου και τη αγνή ζωή σου
Με σόκαιρους σου βρίσκεσαι στη στράτα για τον Άδη
Με τον Βασιλη το Σπαχή, Όλγα Μανούσου ομάδι
Πήρες τω Νικολάτσιδω (η) το κλειδί μαζί σου
Αφού η τελευταία τους αποστροφή τους ήσου
Αρίστευσες σε όλα σου Μάνα αμπλά θυγατέρα
Και τω παιδιώ σου από νωρίς έκανες τον πατέρα
Οι γιοι σου οι δυο οι μικρότεροι ήσανε συντριμμένοι
Χάσαν την παρουσία σου (η) την Ευλογημένη
Καλό ταξίδι Ανάσταινα, Ξυλούρη Ουρανία
Σύσσωμη όλη του χωριού σου λέει η κοινωνία
~Σταύρος Βιτώρος
