
Σαράντα μέρες συμπληρώθηκαν από τον θάνατο του Γεωργίου Νύκταρη ή Μπατζακογιώργη από τα Λιβάδια και ο Γιώργης Κιαγιάς ή Σταματογιώργης τον αποχαιρετάει με τις κάτωθι μαντινάδες:
Τα λόγια φαίνονται φτωχά κι οι λέξεις δεν αρκούνε,
για να σου πουν τα χείλη μου πως σ’ αποχαιρετούνε,,
–
Αυτό δεν είναι υπερβολή κι ούτε μεγάλα λόγια,
αντί για καλορίζικα να λένε μοιρολόγια..
–
Οι συγγενείς κι οι φίλοι σου ήρθαν στο σπίτι όλοι,
να πουν τα καλορίζικα του γιου σου του Μανώλη..
–
Την ώρα που καμάρωνες για τη χαρά του γιου σου,
κάποιος χτυπά επίμονα την πόρτα του σπιτιού σου..
–
Το ένα εγγόνι στην ποδιά τ’ άλλο στην αγκαλιά σου,
κρατείς σφιχτά κι απότομα πιάνεται η εμιλιά σου..
–
Σαν τον περήφανο αετό που θέλει να πετάξει,
σηκώνεσαι, μα δεν μπορείς η ώρα έχει φτάσει..
–
Το χτύπημα στην πόρτα σου δεν είν’ του συγγενή σου,
μον’ είναι ο Χάρος που ‘ρθένε να πάρει την ψυχή σου..
–
Περήφανα του φώναξες δεν σε φοβούμαι Χάρε,
αφού μου πήρες την χαρά και την ψυχή μου πάρε..
–
Μάνα δεν τον εγέννησε τον κερατά το Χάρο,
τη μαυρισμένη του ψυχή να πάω να του πάρω..
–
Καλό ταξίδι μερακλή για τσι καινούριους τόπους,
και δώσε χαιρετίσματα στσοι εδικούς ανθρώπους..