«Αντί η κυβέρνηση να ρίξει το βάρος της διαπραγμάτευσης στην παράκαμψη ορισμένων παράλογων προαπαιτούμενων της τρέχουσας αξιολόγησης, να ολοκληρώσει το τρέχον πρόγραμμα και να «διώξει» μια και καλή την Τρόικα, όπως επιχείρησε η Κυβέρνηση της ΝΔ,  συνεχίζει να αυτοεγκλωβίζεται στις προεκλογικές της εξαγγελίες περί κατάργησης των μνημονίων, επιδίδεται σε καθαρά θεωρητικές ασκήσεις οικονομικών, σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο και θέτοντας σε κίνδυνο όσα με κόπο η χώρα είχε ως σήμερα κατακτήσει».

Στη διαδικασία επί των προγραμματικών δηλώσεων της Κυβέρνησης παρενέβη ο Βουλευτής Ρεθύμνου Νέας Δημοκρατίας Γιάννης Α. Κεφαλογιάννης. Αρχικά, ξεκίνησε την ομιλία του αναφέροντας πως η ρητορική που επιλέγει η Κυβέρνηση αφήνει ελάχιστα περιθώρια αναδίπλωσης ή διπλωματικών ελιγμών, τονίζοντας ότι «όσο καλόπιστος και να είναι κάποιος απέναντι στη νέα κυβέρνηση, πολύ δύσκολα μπορεί να διακρίνει μια συγκροτημένη πρόταση εξόδου με την οποία θα προσέλθει τις αμέσως επόμενες ημέρες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Έπειτα, ξεκαθάρισε ότι επιθυμεί να πετύχει η ελληνική κυβέρνηση, επισημαίνοντας πως κάθε γνήσιος πατριώτης επιδιώκει να πηγαίνει καλά η χώρα του, ανεξαρτήτως της κυβερνητικής σύνθεσης, κάτι που δεν ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ στο πρόσφατο παρελθόν. Παράλληλα, χαιρέτησε τη στροφή προς το ρεαλισμό του κ. Βαρουφάκη και προσπάθησε να αναδείξει τις αντιφάσεις μεταξύ προεκλογικών και μετεκλογικών θέσεων της κυβέρνησης, σημειώνοντας πως, ενώ δεν έχει αλλάξει τίποτα ως προς τη στρατηγική χρηματοδότησης της χώρας,  η οποία χρειάζεται περίπου 15 δις το επόμενο τρίμηνο, μόλις πριν δυο μήνες ο κ. Βίτσας δήλωνε ότι δεν θα αναγνώριζε ούτε την δίμηνη παράταση του προγράμματος, και ταυτόχρονα ζητούσαν την κατάργηση της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ την οποία τώρα υπεραμύνονται από κοινού με το 70% του μνημονίου!

Κλείνοντας την ομιλία του, τόνισε ότι: «ως χώρα είμαστε σε έναν «αγώνα δρόμου». Δεν έχουμε «πολυτέλεια χρόνου» αλλά δεν νομίζω και να τη χρειαζόμαστε.  Ξέρουμε νομίζω πολύ καλά τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε. Ας το κάνουμε λοιπόν. Όσο γρηγορότερα κινηθούμε, τόσο γρηγορότερα και μεγαλύτερα θα είναι τα οφέλη για τη χώρα. Και τα έχουμε ανάγκη τώρα, περισσότερο παρά ποτέ».

Αναλυτικά, το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Ρεθεμνιώτη Βουλευτή διαμορφώνεται ως εξής:

Είναι προφανές από την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων του κυρίου Πρωθυπουργού ότι η κυβέρνηση επιλέγει στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους μας μια σκληρή και αδιάλλακτη γραμμή, μια στρατηγική όπου απαγορεύει εκ των πρότερων κάθε έντιμο συμβιβασμό.

Είναι επίσης προφανές ότι η ρητορική που επιλέγει, προκειμένου να εκφράσει τις θέσεις της, αφήνει ελάχιστα περιθώρια αναδίπλωσης ή διπλωματικών ελιγμών.

Κυριαρχεί στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης η πάγια λογική του «όλα ή τίποτα» που διέκρινε προεκλογικά τον πολιτικό λόγο των κομμάτων της σημερινής συγκυβέρνησης. Έναν πολιτικό λόγο που αντιμετωπίζει, δυστυχώς, κάθε άλλη προσέγγιση της σχέσης μας με τους εταίρους και δανειστές μας ως ένδειξη υποταγής και υποτέλειας.

Όσο καλόπιστος και να είναι κάποιος απέναντι στη νέα κυβέρνηση, πολύ δύσκολα μπορεί να διακρίνει μια συγκροτημένη πρόταση εξόδου, με την οποία θα προσέλθει τις αμέσως επόμενες ημέρες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι εξαρχής: τόσο προσωπικά όσο και ως παράταξη θέλουμε πραγματικά να πετύχει η ελληνική κυβέρνηση στη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με τους ευρωπαίους εταίρους μας. Κάθε γνήσιος πατριώτης επιδιώκει να πηγαίνει καλά η χώρα του, ανεξαρτήτως της κυβερνητικής σύνθεσης. Μακάρι την ίδια πολιτική γενναιοψυχία να είχατε δείξει και εσείς ως αντιπολίτευση στην προηγούμενη κυβέρνηση. Γιατί κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι η προηγούμενη κυβέρνηση τα έκανε όλα λάθος.

Θα σταθώ όμως σε δυο σημεία που αναδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου,  τη διαπραγματευτική αδυναμία της κυβέρνησης με την ελπίδα ότι θα προχωρήσει άμεσα στις αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις για το καλό της πατρίδας μας.

Υποτίθεται ότι το κεντρικό διαπραγματευτικό επιχείρημα της Κυβέρνησης είναι ότι «δεν ζητάμε χρήματα, ζητάμε χρόνο».

Έφτασε μάλιστα στο σημείο να καταγγείλει την απελθούσα κυβέρνηση ότι δεν παρέτεινε το τρέχον πρόγραμμα για ένα εξάμηνο, προτιμώντας μόνο την δίμηνη παράταση, με σκοπό να φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ σε δύσκολη θέση έναντι των Ευρωπαίων.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί εξάμηνη παράταση του μνημονίου, γιατί δεν τη ζητά από τους Ευρωπαίους;

Και αν ακόμη είχε γίνει η εξάμηνη παράταση από την προηγούμενη κυβέρνηση, τι θα έκανε σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ;

Θα στήριζε μήπως αυτή την επιλογή ή θα κατήγγειλε την απελθούσα κυβέρνηση για ενδοτισμό και για διαιώνιση των «μνημονιακών πολιτικών»;

Θα ολοκλήρωνε ή όχι την αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος;

Και το κυριότερο: τι θα άλλαζε στη στρατηγική του ως προς τη χρηματοδότηση της χώρας,  η οποία χρειάζεται περίπου 15 δις το επόμενο τρίμηνο;

Και μην ξεχνάτε ότι μόλις πριν δυο μήνες και ειδικότερα στις 12 Δεκεμβρίου, ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ κ. Βίτσας δήλωνε ότι δεν θα αναγνώριζε ούτε την δίμηνη παράταση του προγράμματος.

 

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

ο  χρόνος  που ζητά επισταμένως ο Υπουργός Οικονομικών δεν είναι τίποτε άλλο παρά χρήμα.

Η πρόταση για ένα «πρόγραμμα –γέφυρα» δεν είναι παρά ένα αίτημα χρηματοδότησης από τους εταίρους μας, έμμεσης αυτή τη φορά, μέσω μαζικής άντλησης κεφαλαίων από το τραπεζικό σύστημα: Από την επιστροφή των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και από την αύξηση στις εκδόσεις των εντόκων γραμματίων.

Αντί να ρίξει το βάρος της διαπραγμάτευσης στην παράκαμψη ορισμένων παράλογων προαπαιτούμενων της τρέχουσας αξιολόγησης, να ολοκληρώσει το τρέχον πρόγραμμα και να «διώξει» μια και καλή την Τρόικα, όπως επιχείρησε η Κυβέρνηση της ΝΔ,  η Κυβέρνηση συνεχίζει να αυτοεγκλωβίζεται στις προεκλογικές της εξαγγελίες περί κατάργησης των μνημονίων, επιδίδεται σε καθαρά θεωρητικές ασκήσεις οικονομικών, σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο και θέτοντας σε κίνδυνο όσα με κόπο η χώρα είχε ως σήμερα κατακτήσει. Αυτό όμως που ζούμε δεν είναι ούτε άσκηση ούτε θεωρία παιγνίων.

Με χαρά ακούσαμε τον Υπουργό Οικονομικών σήμερα να κάνει μια στροφή προς τον ρεαλισμό. Μία κυβίστηση σε σχέση με τις χθεσινές δηλώσεις του Πρωθυπουργού. Ίσως επειδή οι προγραμματικές δηλώσεις του κ. Τσίπρα είχαν ως ακροατήριο το εσωτερικό της χώρας και ίσως το εσωτερικό αυτής της αίθουσας, ενώ εκείνες του κ. Βαρουφάκη το εξωτερικό και εκείνους με τους οποίους μεθαύριο θα καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ανέφερε ο κ. Βαρουφάκης ότι η Κυβέρνηση δεν θα “σκίσει το μνημόνιο”, όπως δεσμεύθηκε προεκλογικά, αλλά θα συμπεριλάβει το 70% αυτού στην νέα συμφωνία-γέφυρα. Θα συνεργαστεί μάλιστα με τον επικεφαλής του ΟΟΣΑ κ. Γκουρία για την “κατάρτιση προγράμματος μεταρρυθμίσεων και την πιστή εφαρμογή του”, όταν όλοι θυμόμαστε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε προεκλογικά για κατάργηση της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ.

 

Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,

η Κυβέρνηση επιχειρεί σε πολύ λίγες ημέρες να ανταποκριθεί σε μια στοιχειώδη υποχρέωση της: να δημιουργήσει και να παρουσιάσει στους Έλληνες πολίτες και τους εταίρους μας ένα συγκροτημένο σχέδιο εξόδου από την κρίση και ανάταξης της Πατρίδας μας. Κάτι το οποίο δεν κατάφερε να συντάξει ούτε στα δυόμιση χρόνια που ήταν Αξιωματική Αντιπολίτευση, ούτε και προεκλογικά.

Δύσκολα μπορεί να χαρακτηρίσει κάνεις πρόγραμμα την επιλεκτική συρραφή προεκλογικών εξαγγελιών. Κυρίως γιατί δεν υπάρχει καμία απάντηση ως προς τη χρηματοδότηση τους. Ο Πρωθυπουργός χθες έκανε μια όμορφη έκθεση ιδεών, η οποία αν και περιείχε πολύ κρατισμό, θεωρητικά ικανοποίησε την πλειοψηφία των πολιτών. Με τον εξής όμως αστερίσκο: δεν έγινε καμία αναφορά πώς θα υλοποιηθεί αυτό το πρόγραμμα. Με τι χρήματα και σε ποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα;

Γι αυτό και οφείλει η Κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός προσωπικά, τις επόμενες κιόλας ημέρες, να παρουσιάσει πειστικά επιχειρήματα για το πώς σκοπεύει να υλοποιήσει τις προεκλογικές εξαγγελίες στο πλαίσιο ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, με ταυτόχρονη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων. Για τον λόγο αυτό δεν πρόκειται να παρέχω ψήφο εμπιστοσύνης στην συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-Ανεξαρτήτων Ελλήνων.

Σε ότι μας αφορά συνολικά ως χώρα, είμαστε σε έναν «αγώνα δρόμου». Δεν έχουμε «πολυτέλεια χρόνου» αλλά δεν νομίζω και να τη χρειαζόμαστε.  Ξέρουμε νομίζω πολύ καλά, τι ακριβώς πρέπει να κάνουμε. Ας το κάνουμε λοιπόν. Όσο γρηγορότερα κινηθούμε, τόσο γρηγορότερα και μεγαλύτερα θα είναι τα οφέλη για τη χώρα. Και τα έχουμε ανάγκη τώρα, περισσότερο παρά ποτέ».

 

 

Μοιραστείτε το

-

-->