“Δεν διάλεξαν να απλώσουνε στον κάμπο,
δεν θέλησαν να ανταμώσουνε τη θάλασσα,
η κάτω γη ανώφελη κι αδιάφορη τους μένει.
Την Άνω είδαν και τη ρέχτηκαν, την Άνω είδαν και φωλέψανε στα πλάγια του πανάρχαιου βουνού,
να αιωρείται ο αετός στο ανέφαλο του κόσμου,
να κρέμουνται τα σήμαντρα από τα λευκά καμπαναριά καθώς σημαίνουν το τέλος του καλοκαιριού.

Πανάρχαια κι η γλώσσα, πισωκλεισμένη στα στόματα με τα δασωμένα χείλια,
πανάρχαια και καθαρή η ανάσα που βγαίνει από στήθη με τις πληγές του χρόνου καλυμμένα.

Μαύρα τα ρούχα,
μα η καρδιά λαμπερή, ωσάν το φως της μέρας που αναγεννιέται από το πέτρινο προσκέφαλό της.

Πέτρας ανθρώποι,
μα η καρδιά απαλή και λευκή, ωσάν το χιόνι το απάτητο στις μυτερές βουνοκορφές.

Ανθρώποι απλοί,
μα κι άρχοντες, στης λεφτεριάς τα χνάρια  βαριοπατώντας
κι από πάνω μόνο ο Θεός χιλιάδες τώρα χρόνια.
Σ\\\’Αυτόν που απίθωσαν τα θάρρη τους
και γύρισαν και γύρισαν και γύρισαν,
να ξανανθίσουν τα κυκλάμινα στα όρη
κι η γη η καμένη να καρπίσει.”

(Το έγραψα μετά από μια επίσκεψη μου στ’ Ανώγεια. Το στέλνω ανώνυμο, επιθυμώ να παραμείνω ανώνυμος, μα με αγάπη για αυτόν το μοναδικό τόπο. )

Μοιραστείτε το

-

-->