Την προηγούμενη Τρίτη 8 Ιουλίου στην διάρκεια των εκδηλώσεων ”Οι μουσικές της Κρήτης-Πρώτη Παγκρήτια συνάντηση”, ο ιατρός Μανόλης Παπυράκης σε μια όμορφη και συγκινητική ομιλία του αναφέρθηκε στους δυο τυφλούς λυράρηδες της Κρήτης που έγραψαν ιστορία στο παρελθόν. Τον Μανώλη Πασπαράκη από τα Ανώγεια και τον Γιάννη Μαθιουδάκη από το Άνω Μέρος. Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν  και τα τέσσερα παιδιά του θρυλικού ”Στραβού” λυράρη των Ανωγείων.

Ολόκληρη η ομιλία του κ.Παπυράκη στην αίθουσα Ανδρόγεω έχει ως εξής:

«Κυρίες και Κύριοι,

Επέλεξα να αναφερθώ σήμερα σε δύο ξεχωριστούς μουσικούς της Κρήτης, που πιστεύω πως αποτελούν φαινόμενα στη μουσική μας παράδοση.

Δύο ανθρώπους που είχαν την ατυχία να χάσουν από τη νηπιακή  ηλικία ό,τι πολυτιμότερο υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο.  Την αντίληψη του περιβάλλοντος που ζεις.  Την αίσθηση της εικόνας.  Τη λάμψη του φωτός.

Οι άνθρωποι αυτοί έμειναν τυφλοί σχεδόν στο ξεκίνημα της ζωής.  Ο ένας γεννημένος τέλος του 19ου αιώνα.  Ο άλλος αρχές του 20ού αιώνα.  Εποχές δύσκολες, αφού η Κρήτη αγωνιζότανε ακόμη για να βρει τον δρόμο της.

 

Να βρει επιτέλους τη λευτεριά μετά από αιώνες σκλαβιάς.

Σ΄ αυτές τις δύσκολες εποχές για την Κρήτη ήρθαν στη ζωή, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, ο Μανώλης Πασπαράκης, ο στραβός λυράρης των Ανωγείων Μυλοποτάμου και ο Γιάννης Μαθιουδάκης, ο στραβός λυράρης του ΄Ανω Μέρους Αμαρίου.

Σ΄ αυτές τις δύσκολες εποχές και με την τεράστια αναπηρία της τύφλωσης, αυτοί οι άνθρωποι προσπάθησαν, πάλεψαν και τα κατάφεραν.

Και κατάφεραν, κυρίες και κύριοι, όχι μόνο να μη γίνουν βάρος στην κοινωνία     που     έζησαν,       αλλά μπόρεσαν να σταθούν με αξιοπρέπεια.  Με πλήρη οικονομική και κοινωνική ανεξαρτησία  και να δημιουργήσουν οικογένειες πρότυ-πα.  Το περισσότερο δε απ΄ όλα, κατάφεραν  να ξεχωρίσουν και να προσφέρουν σημαντικά στη μουσική παράδοση αυτού του τόπου.

Εδώ αγαπητές φίλες και φίλοι, πρέπει να σημειώσουμε ότι για να μπορέσουν δύο παιδιά, που από τη νηπιακή τους ηλικία είχαν τη μεγάλη ατυχία να μείνουν τυφλά, να εξελιχθούν σε δύο ξεχωριστούς ανθρώπους, σε δύο σημαντικούς Κρητικούς καλλιτέχνες, έπρεπε να υπάρχουν ορισμένες προϋποθέ-σεις.

Προϋποθέσεις που θα βοηθούσαν αυτά τα παιδιά να ξεπεράσουν τα δυσάρεστα συναισθήματα έντασης, άγχους και απογοήτευσης που οδηγούν άτομα με σοβαρή αναπηρία και ιδιαίτερα τύφλωση, σε εγκατάλειψη του εαυτού τους και απομόνωση.

Πιστεύω λοιπόν πως εκτός από το έμφυτο μεράκι, το χάρισμα και τη μεγάλη δύναμη της ψυχής, που πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι είχαν αυτά τα παιδιά,  δύο ήταν οι σημαντικοί παράγοντες που βοή-θησαν να ξεπεράσουν τα προ-βλήματα της μεγάλης αναπηρίας, να ενταχθούν ισότιμα στην κοι-νωνία και να καταφέρουν να ξεχωρίσουν.

Ο πρώτος: Το σωστό οικογενειακό περιβάλλον, που με το περίσσευμα αγάπης, δημιούργησε στα παιδιά αυτά αισθήματα σιγουριάς, ισοτιμίας και αυτοπεποίθησης.  Στοιχεία απαραίτητα για να σταθούν στα πόδια τους.

Ο δεύτερος παράγων, εξ  ίσου σημαντικός, το περιβάλλον του χωριού. Και τα Ανώγεια και το ΄Ανω Μέρος είναι δύο χωριά με σημαντική κρητική παράδοση και ξεχωριστή αγάπη για την κρητική  μουσική.  Δύο ξεχωριστά μερακλοχωριά της Κρήτης.

Η ζεστασιά λοιπόν της οικογένειας και το ξεχωριστό παραδοσιακό περιβάλλον, θέριεψαν την έμφυτη δύναμη της ψυχής και βοήθησαν τον   Μανώλη   Πασπαράκη  και  τον

Γιάννη Μαθιουδάκη, να ξεπεράσουν το τεράστιο πρόβλημα της τύφλωσης και να εξελιχθούν σε δύο σημαντικούς καλλιτέχνες της κρητικής λύρας.

Ο Μανώλης Πασπαράκης γεν-νήθηκε το 1911.  Οικογένεια πολυ-μελής.  8 αδέλφια. 7 αγόρια, 1 θυγατέρα.  Ο Μανώλης είχε την ατυχία να προσβληθεί από μία λοιμώδη νόσο, την οστρακιά, που δυστυχώς τον οδήγησε σε ηλικία 2 ετών στην τύφλωση.  Ο πατέρας του, Γιάννης Πασπαράκης ή Λυραρογιάννης, ήταν τσαγκάρης στο επάγγελμα. ΄Ανθρωπος της παρέας.  Ξεχωριστός μερακλής.

Αγκάλιασε από την αρχή, με ξεχωριστή ζεστασιά, τον μικρό Μανώλη  και   ήταν  συνεχώς  δίπλα

 

του.  Και για να του δώσει χαρά, μα ίσως και για να αξιοποιηθεί το διαφαινόμενο ταλέντο, του έφτιαξε μία λύρα όταν ήταν 10 χρονών.

΄Ενας καλός χωριανός, μα και ξεχωριστός λυράρης στην εποχή του, ο Αντώνης Σκουλάς ή Καραμουζαντώνης, ήταν αυτός που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα.

Η εξέλιξη γρήγορη και θεαματική. Στα 15 έπαιζε ήδη σε εκδηλώσεις (γάμους, βαφτίσεις, παρέες).

Συνοδοί στη λύρα του Στραβού ήταν δύο ξεχωριστοί μαντολινάρηδες.

Ο Μανώλης Αεράκης ή Μυρομανώλης μέχρι το 1955 και ο Νεοκλής Σαλούστρος από το 1955 και μετά.

 

Ο Μανώλης Πασπαράκης υπήρξε ο βασικός διαμορφωτής του χρώματος στις Ανωγειανές κοντυλιές. Τα χυματικά όπως αναφέρονται στα Ανώγεια και στο δυτικό Μαλεβύζι.

Τα χυματικά, κατά κύριο λόγο, μα και ο ξεχωριστός, μελωδικός, χαρακτηριστικός τρόπος που έπαιξε τα συρτά με τις γρήγορες εναλλαγές στο ρυθμό και τα απόλυτα διακριτά πατήματα, είναι αυτά που δίνουν την εικόνα του

μεγάλου στραβού λυράρη των Ανωγείων.

Δυστυχώς, λόγω της εποχής που έζησε, μα και λόγω της αναπηρίας του δεν έχουμε πολλές καταγραφές του  έργου  του.  Προσωπικά,   ξέρω

 

δύο δίσκους που κυκλοφόρησαν. Ο ένας, αν θυμάμαι καλά, τέλος της δεκαετίας του ΄70 με αρχές της δεκαετίας του ΄80 από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και ο άλλος, τον Ιούλιο του 2007 με την συνεργασία  ΕΡΤ,  Υακίνθεια  και της δισκογραφικής εταιρείας «ΣΕΙΣΤΡΟΝ».

Ο Μανώλης Πασπαράκης υπήρξε ο συνεχιστής μιας γενιάς ξεχωριστών Ανωγειανών λυράρηδων, που είχαν

γεννηθεί τέλος του 19ου αιώνα, όπως ο Αντώνης Σκουλάς ή Καραμουζαντώνης. Ο Μιχάλης Σκουλάς ή Μιχαλιός και ο Γιώργης Μανουράς ή Κουρκουτάκης, και προετοίμασε ουσιαστικά το έδαφος αποτελώντας  τον  προπομπό   για

 

τον ερχομό της μεγάλης γενιάς των  Ανωγειανών  καλλιτεχνών  του 2ουμισού του 20ου αιώνα. (Ξυλούρηδες, Μανουράς, Σκουλάς, Αεράκης, Καλομοίρης).

Δεν ήταν μόνο ο ξεχωριστός λυράρης. ΄Ηταν ο ξεχωριστός μερακλής. Ο άφταστος παρεϊστής και σημαντικός λαϊκός ποιητής. Μαντινάδες γεμάτες συναίσθημα, που συχνά όμως κρύβανε τον πόνο. Το βαθύ παράπονο.

 

Κόσμο γροικώ. Κόσμο πατώ

και κόσμο δε γνωρίζω

ώ τη παντέρμη τη ζωή

και πως τη νταγιαντίζω

 

Ως και το χώμα που πατώ

απ΄  τα βαθειά φωνάζει

ποιος είν΄ ο νιος που με πατεί

και βαριαναστενάζει.

Ποιο δέντρο εμαράθηκε

κι έβγαλε πάλι φύλλα

ποιος πληγωμένος έγιανε

να΄ χω και γω ελπίδα

 

Ο πατέρας του έχουμε πει πως ήταν ο άνθρωπος που στάθηκε δίπλα του μια ζωή. Που τον βοήθησε να ξεπερνά    το    πρόβλημά    του    με

ελπίδα, κουράγιο και αισιοδοξία.

Όταν πέθανε, ο Στραβός έπαιξε τη

λύρα πάνω στο μνήμα του πατέρα του και είπε:

 

Φεύγεις ψυχή μου τση ψυχής

γλυκιά παρηγοριά μου

που με τα μάθια σου τα δυό

φέγγαν και τα δικά μου.

 

Το 1951 παντρεύτηκε με την Ελένη Σαμόλη. Μια πανέμορφη κοπελιά 18 χρόνων. Δημιούργησαν μία πρότυπη, ευτυχισμένη οικογένεια με τέσσερα παιδιά.   Δυο αγόρια και

δυο κορίτσια. Κατάφερε με τη λύρα του να ζήσει την οικογένειά του. Να

μεγαλώσει τα παιδιά του χωρίς να τους λείψει τίποτα.

Πέθανε το 1987 σε ηλικία 76 ετών. Η μνήμη του μεγάλου στραβού λυράρη των Ανωγείων παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανή στ΄ Ανώγεια, στην      ευρύτερη      περιοχή     του

 

Μυλοποτάμου, του Δυτικού Μαλεβυζίου,  μα και σ΄ ολόκληρη την Κρήτη, στους ανθρώπους που αγαπούν και σέβονται τις παραδόσεις αυτού του τόπου.

Και τώρα ερχόμαστε στον άλλο σημαντικό στραβό λυράρη της Κρήτης. Τον Γιάννη Μαθιουδάκη από το ΄Ανω Μέρος. Από την επαρχία Αμαρίου Ρεθύμνης.

Ο Γιάννης Μαθιουδάκης γεννήθηκε το 1892. Γονείς του ήταν ο Μανώλης Μαθιουδάκης και η Εργινούσα Φραγκουδάκη. Άνθρωποι του χωριού. Απλοί. Αγωνιστές της ζωής. Απόκτησαν τρία παιδιά. Τον Γιάννη, τον Θοδωρή και τη Μαρία. Ο Γιάννης δυστυχώς είχε την ατυχία

να χάσει το φως του σε πολύ μικρή ηλικία.   Περίπου  δύο (2)   ετών.   Οι

 

αναφορές λένε πως έβγαλε κάτι σπυριά στα μάτια, που τον οδήγησαν σε ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί. Στην τύφλωση. Τώρα τι ήταν αυτά τα σπυριά, δεν ξέρει κανείς. Ξέρετε μιλάμε για εποχές που η ιατρική περίθαλψη, ιδίως στην ύπαιθρο, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η Κρήτη ήταν ακόμη τουρκοκρα-τούμενη και σε ένα συνεχές επανα-στατικό κλίμα.

Ο Γιάννης Μαθιουδάκης λοιπόν, τυφλός από δύο χρονών. Ευτυχώς

και εδώ, όπως και στ΄ Ανώγεια,  το    οικογενειακό    περιβάλλον    τού

μικρού τυφλού παιδιού ήταν ό,τι καλύτερο  θα  μπορούσε.  Με

απέραντο περίσσευμα ανθρωπιάς, ενδιαφέροντος και αγάπης. Συνεχής

 

και ανεξάντλητη η βοήθεια και η συμπαράσταση των γονιών. Ο πατέρας φαίνεται αντιλήφθηκε νωρίς το έμφυτο μεράκι, το ταλέντο του παιδιού και του πήρε μία λύρα στην ηλικία των 10 χρονών.

Τότε άρχισε ο μικρός Γιάννης, για πρώτη φορά, να την ψάχνει. Να την μαθαίνει και να προσπαθεί να μπει

σιγά σιγά στα μυστικά του παιξίματος.

Δυο άνθρωποι λέγεται ότι τον βοήθησαν σε αυτή την προσπάθεια. Ο παλιός χωριανός του λυράρης ο Μπαγουρονικολής και ο Καπαρός από το Χορδάκι. Ένα μικρό χωριό δίπλα στο Άνω Μέρος.

΄Ετσι ξεκίνησε εκείνη τη δύσκολη εποχή να βρει το δρόμο του. Και τα κατάφερε. Και κατάφερε, με

 

σημαντικό εφόδιο την απέραντη δύναμη της ψυχής του, να ξεχωρίσει.    Να   ξεχωρίσει   και   να

αναδειχθεί ο πιο σημαντικός λυράρης στην περιοχή του την εποχή εκείνη.

Ο τρόπος που έπαιζε σούστα, μαλεβυζιώτη και πεντοζάλη ήταν μοναδικός. Θεωρείται από τους λυράρηδες που έδωσαν το ύφος και το ξεχωριστό χρώμα που χαρακτηρίζουν μέχρι σήμερα τα αμαριώτικα πεντοζάλια.

Ξεχωριστός τραγουδιστής. Αυθεντικός μερακλής. ΄Εδινε τόνο και ρυθμό στην παρέα με τις

μαντινάδες του. Άλλες βαθιά συναισθηματικές, με  παράπονο και πόνο, κι άλλες φορές γεμάτες αγάπη, έρωτα και χαρά.

΄Ελα παντέρμη μου όρεξη να ξανατραγουδήσω

τσι πίκρες και τα βάσανα να τα ξελησμονήσω.

Το άχι το λένε μια φορά μα γω το δευτερώνω

γιατί  ΄χω μέσα στην καρδιά ένα περίσσο πόνο.

Αγία Πελαγία μου κι αγία Πελαγιά μου

να πα να βρω στο σπίτι μας την αγαπητικιά μου.

Ρόδα και τριαντάφυλλα ν΄ ανθίσουνε κοντά μου

όταν εσένα δε θωρώ, δε χαίρετ΄ η καρδιά μου.

Δυστυχώς, λόγω της εποχής που έζησε αλλά και λόγω της αναπηρίας του,   που   τον   εμπόδιζε  να

 

μετακινηθεί εύκολα, δεν κατάφερε να αφήσει δισκογραφική δουλειά.

Όμως τα ακούσματά του διατηρούνται από γενιά σε γενιά μέχρι σήμερα.

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η μία όψη του Γιάννη Μαθιουδάκη είναι αυτή του ξεχωριστού λυράρη. Του ανθρώπου που με τη λύρα του

γλέντησε, διασκέδασε και έδωσε χαρά και κέφι στον κόσμο. Που άφησε ζωντανό το στίγμα του μέχρι σήμερα.

Η άλλη του όψη, εξίσου εντυπωσιακή, είναι αυτή του οικογενειάρχη και επιχειρηματία.

Ο Γιάννης Μαθιουδάκης παντρεύ-τηκε το 1918 με τη Γαρυφαλιά

 

Σοφιαδάκη και απόχτησε πέντε παιδιά. Τον Μανώλη, τη Μαρία, την

Περσεφόνη, τον Κοσμά και τον Μιχάλη. Υπόδειγμα οικογενειάρχη. Μεγάλωσε τα παιδιά του χωρίς να τους λείψει τίποτα και τα βοήθησε να βρούνε σωστά το δρόμο της ζωής.

Η επιχειρηματική του δραστη-ριότητα για την εποχή εκείνη ήταν σημαντική. Εάν δε, λάβει κανείς

υπόψη του την έλλειψη της όρασης αγγίζει τα όρια του απίστευτου.

Σε κεντρικό σημείο του ΄Ανω Μέρους είχε μαγαζί, το οποίο έκανε καφενείο και μπακάλικο. Αλλά, μπακάλικο που είχε τα πάντα. ΄Οτι

χρειαζόταν ένα νοικοκυριό του χωριού.

Οι δεξιότητες που ανέπτυξε σαν επιχειρηματίας ήταν, όπως αναφέρουν αυτοί που τον γνώρισαν, απίστευτες. ΄Αριστος καφετζής. Εξυπηρέτηση πελατών υποδειγματική  Συνεχείς  εμπορικές

συναλλαγές. Μεταφορά προϊόντων όπως  λάδι,  κρασί  με  ασκιά και  με

φόρτωμα στα μουλάρια. Να πηγαίνει συχνά στο Ρέθυμνο για

πωλήσεις και αγορές προϊόντων. Να ξέρει να φυλάγεται από πονηρούς πελάτες.   Δεν μπορούσε

να τον γελάσει κανείς στο ζύγι ή στο μέτρημα χρημάτων.

Συμπερασματικά, αν θέλαμε να περιγράψομε τον Γιάννη Μαθιουδάκη,  τον  στραβό  λυράρη

του ΄Ανω Μέρους, πρέπει να πούμε

 

πως ήταν ένας άνθρωπος με πλήρη

αυτονομία, που στάθηκε με σιγουριά όρθιος στα πόδια του.

΄Ενας άνθρωπος με σκέψη και γνώση για αυτοπροστασία. Ιδιαίτερα έξυπνος. Ξεχωριστά ετοιμόλογος.

Εδώ τελειώνοντας, θέλω να σας πω ένα   ανέκδοτο   που   κυκλοφορεί ακόμη στην περιοχή του Αμαρίου

και δείχνει την εξυπνάδα, την αυτοπροστασία και την ετοιμολογία του.

Μια μέρα, την ώρα που ξημέρωνε, είχε πάρει μια ντενέκα για να πάει

σε ορισμένα σπίτια να πάρει λάδι από       χωριανούς       που         του

χρωστούσαν. Νύχτα ακόμη και κρατούσε στη μια χέρα τη ντενέκα

και στην άλλη ένα φανάρι. ΄Ενας χωριανός τον συνάντησε στο δρόμο και τον ρώτησε: Μωρέ Γιάννη ήθελα και να κάτεχα, αφού δε φέγγεις, ήντα το θες το φανάρι?

Κι αυτός με τη σιγουριά της γνώσης για αυτό που έκανε και ετοιμόλογος ως ήταν, απαντά αμέσως: Για να σας φέγγω μωρέ. Να θωρείτε για να μη με κουτουλήσετε.

Ο Γιάννης Μαθιουδάκης έφυγε το 1972. ΄Αφησε όμως ζωντανό το στίγμα   του   στην    κοινωνία    που

έζησε και έμεινε σαν ένας ξεχωριστός άνθρωπος με απέραντη δύναμη της ψυχής.

Ο μεγάλος στραβός λυράρης του ΄Ανω Μέρους.

“Κυρίες και Κύριοι

Ο χρόνος δυστυχώς μας υποχρεώνει να είμαστε ιδιαίτερα σύντομοι και πολύ περιληπτικοί.

΄Ετσι τελειώνει εδώ η αναφορά μου γι΄ αυτούς τους δύο ξεχωριστούς ανθρώπους.

Δύο ανθρώπους που παρά την τρομερή    ατυχία    που    είχαν    να

χάσουν το φως τους σχεδόν από το ξεκίνημα της ζωής, κατάφεραν με τη δύναμη της ψυχής, να ξεπεράσουν τους φυσικούς κανόνες. Και κατάφεραν να δώσουν με σοβαρότητα και σε υψηλό επίπεδο,

το στίγμα τους στη μουσική παράδοση του τόπου μας.

 

Η Κρήτη δεν θα ξεχάσει ποτέ τους δύο μεγάλους στραβούς λυράρηδές της. Τον Μανώλη Πασπαράκη από τ΄ Ανώγεια Μυλοποτάμου και τον Γιάννη Μαθιουδάκη από το Ανω Μέρος Αμαρίου.»

 

 

Μοιραστείτε το

-

-->