Σε τόσο βάθος μήνες δυο, ανθρακωρύχοι τόσοι
ο Θιός να βάλει είπανε το χέρι να τσι σώσει
Το έβαλε ο άνθρωπος το χέρι και γλυτώσα
και του ανθρώπου οι καιροί την δύναμη ενοιώσα
Ήντα μπορεί ο άνθρωπος να κάνει άμα θέλει
χωρίς για κάθε άθλο του να απαιτεί οφέλη
Μας έχει δώσει ο Θεός πολλά, με τέθοιο τρόπο
που όπως κι ας το κάνουμε κάποια να πιάνου τόπο
Ένα περβόλι απέραντο θαυματουργή μια φύση
και το καταφρονέψαμε με σύνορα και μίση
Μαύροι λαοί, λευκοί λαοί, λαοί μικροί μεγάλοι
άλλοι να σκάφτουνε τη γη και να τη τρώνε άλλοι
Τα μίση γίνανε πολλά και τα εγώ μας κτήνη
κι ο θάνατος ευάλωτους στο δρόμο του μας βρίνει
Ρωτά η ζωή τον θάνατο ως πότε θα με παίρνεις
οσότου λέει τσι αυτός στον κόσμο θα με φέρνεις
Και γιάντα δε με παίρνεις γριά μόνο οντε σου καπνίσει
δε φταίω εγώ αλλά εσύ που μόλυνες τη φύση
Και που τσι πάς τόσες ψυχές και μια δεν είδα ακόμα
η ρίζα θέλει να γενεί βλαστός ποκάτω χώμα
ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΙΤΩΡΟΣ ΑΓΚΟΥΤΣΑΚΑΣ
Μία Ανωγειανή ψυχή με λεβεντιά γεμάτη
σήμερα στερηθήκαμε τον Κίμων του Μανιάτη
Όποιον και να ρωτήσουμε γι αυτόν τον εκλιπόντα
Θα΄ναι [πολύ καλά καλός] τα λόγια του τα πρώτα
Ας έ το χώμα ελαφρύ που θα τονε σκεπάσει
Γιατί ανάλαφρα κι αυτός ποπά το χε περάσει
Και πρέπει του η του χωριού μια σκάλα να χαλάσει
γιατί ένα τέκνων άξιο πράγματι έχει χάσει
Καλό ταξίδι Μανουρά Κίμωνα εύχομαι σου
κι αψίδα όλοι οι φίλοι σου στον άδη θα σου στέσου
Πώλος, Κουμούχης και Στραβός Μάγκας Πωλομανόλη
Μύρος, Ξυλούρης και Χουμάς έκεια θα είναι όλοι
Η μνήμη σου επίκαιρη πολύ καιρό θα μείνει
και υπομονή στην άξια γυναίκα του Ισμήνη
,
Σε ηλικία 82 ετών έφυγε σήμερα από τη ζωή ένας πραγματικός μερακλής, ένας καλός Ανωγειανός, ο Κίμων Μανουράς. Ο Κίμων ήταν γνωστός για το καφενείο που διατηρούσε χρόνια στο Καμαράκι στο Ηράκλειο. Ήταν από πιο στενούς φίλους του Νίκου Ξυλούρη ή Ψαρονίκου. Η κηδεία του θα γίνει αύριο στις 11 το πρωϊ στον Αϊ Γιάννη. Ας είναι ελαφρύ το ανωγειανό χώμα που θα τον σκεπάσει.
Ο πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Κρητών Γιώργης Αεράκης και υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με το Γιάννη Κουράκη στο Ηράκλειο, ανιψιός του Κίμωνα, περιγράφει τις στιγμές που έζησε δίπλα στο θείο του: « Μετά την ολοσχερή καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 44, οι κάτοικοι του χωριού θα σκορπίσουν σαν τα παιδιά του λαγού, στο πεδινό Ρέθεμνος και στη πόλη του Ηρακλείου, όπου για μήνες θα στοιβάζονται στο Καμαράκι, στο ανωγειανό σχολείο όπως λέγεται ακόμη και σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στο χωριό τους, παρά μόνο σαν επισκέπτες σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Θα είναι οι πρώτοι εσωτερικοί μετανάστες της μεταπολεμικής εποχής. Ο Κίμων Μανουράς, ένας από αυτούς θα ανοίξει τη δεκαετία του 50 ένα καφενείο στο Καμαράκι, το οποίο έμελλε να αποτελέσει το στέκι των καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής της εποχής. Τις άδειες ώρες τους, που δεν ήταν και λίγες (ας μην ξεχνούμε ότι μεροκάματο γιΥ αυτούς υπήρχε μόνο στην επαρχία, σε κανένα πανηγύρι ή γάμο) τις περνούσαν στο καφενείο συζητώντας.
Τα καλοκαίρια της δεκαετίας του 60, η μάνα μου με έπαιρνε και ερχόμαστε για λίγες μέρες στο Ηράκλειο για να δει τον πατέρα και τα αδέλφια της. Όντας ανιψιός του Κίμωνα, θα τον βοηθώ στο καφενείο και θα έχω την εξαιρετική τιμή να σερβίρω καφέ, τα ριζιμιά χαράκια της κρητικής μουσικής της εποχής: τον Μουντάκη και τον Σκορδαλό, που ήταν και αυτοί πελάτες του καφενείου, μαζί με τους νέους και άσημους την περίοδο εκείνη ανωγειανούς, Νίκο, Αντώνη και Γιάννη Ξυλούρη, Γιώργη Καλομοίρη, Βασίλη Σκουλά, Γιάννη Σταυρακάκη, Μανόλη Μανουρά, Στέλιο Αεράκη. Από το καφενείο επίσης θα περάσει ο Δερμιτζογιάννης, ο Σηφογιωργάκης, ο Μαρκογιαννάκης, ο Κλάδος, ο Μανιάς, ο Φακουκάκης, ο Κουμιώτης, κ.α.
Στις συζητήσεις τους οι καλλιτέχνες θα αναφέρονται με σεβασμό σε ονόματα άγνωστα για μένα. Θα ακούσω για το Φουσταλιέρη, το Λαγό, το Μπαξεβάνη, τον Καρεκλά, τον Καλογρίδη, τον Ροδινό, τον Χαρίλαο, το Ναύτη και άλλους τους οποίους δεν μπορώ να θυμηθώ. Ο καθένας είχε τις προτιμήσεις του και η αντιπαράθεση ήταν σκληρή. Οι ανωγειανοί αντεπιτίθoνταν συνήθως, προβάλοντας το Στραβό (Μανόλη Πασπαράκη), ο οποίος με πασαδόρους στην αρχή μεν τον Μυρομανόλη (Μανόλη Αεράκη) και στη συνέχεια τον Νεοκλή Σαλούστρο, ήταν τότε στο απόγειο της δόξας του και εμείς τα ανωγειανάκια είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε χωρίς μικρόφωνα και πρίζες να τραγουδάει σε γάμους και γλέντια και στα μεγάλα κέφια, όταν αναγνώριζε τον καλό χορευτή από το πάτημα (κανείς δεν έχει ισχυρότερη ακοή από έναν τυφλό), να βάζει τη λύρα πάνω από το κεφάλι και να παίζει ξέφρενα.
Στο καφενείο, κάτω από τη φωτογραφία του Βενιζέλου, ένα μεγάλο καρφί και στο καρφί κρεμασμένο ένα μαντολίνο, πάντα κουρδισμένο. Όταν η πελατεία του καφενείου αραίωνε και δεν έμεναν πια παρά οι καλλιτέχνες και οι φίλοι τους, ο Κίμων ακουμπούσε στο τραπέζι το μπουκάλι με τη ρακί και κάποιος ξεκρεμούσε το μαντολίνο. Αν η παρέα είχε καλά θεμέλια, το καφενείο έκλεινε και η παρέα έπαιρνε τους δρόμους τραγουδώντας. Στις καντάδες αυτές οι ηρακλειώτες θα ανοίξουν τα παράθυρα για να τους ακούσουν και οι πιο μερακλήδες θα βγουν στην πόρτα να κεράσουν τους τραγουδιστές που τραγουδούν τα πάθη απραγματοποίητων ή θνησιγενών ερώτων, της μοίρας τα άσκημα παιχνίδια και τον θάνατο, δηλ. τα μεγάλα θέματα της ζωής. Ο Νίκος Ξυλούρης στη λύρα και στο τραγούδι, ο Μάγκας (Ξυλούρης κι αυτός) στο μαντολίνο και μαζί τους οι: Κίμων, Πόλος (Χαιρέτης), Κουντοβαγγέλης (Κεφαλογιάννης), Μπατζαντώνης (Σμπώκος), νέοι που μόνο η φυσική τους παρουσία σε μάγευε. Οι ανωγειανοί λυράρηδες άλωσαν μουσικά την πόλη του Ηρακλείου χωρίς βία, ή σωστότερα το Ηράκλειο παραδόθηκε στη γοητεία της κρητικής μουσικής. Ο Νίκος Ξυλούρης ξεχώρισε κατά την ταπεινή γνώμη για τους εξής κυρίως λόγους: δύναμη στο δοξάρι, φωνή αρχαγγελική και ωραία φυσική παρουσία.
Στη οδό Χάνδακος, απέναντι από τα τυπογραφεία της εφημερίδας “Μεσόγειος” σε ένα αρκετά μεγάλο υπόγειο, θα βρει διέξοδο η δίψα των κατοίκων του Ηρακλείου για παραδοσιακή διασκέδαση. Ο Κίμων Μανουράς και ο Νταρολευτέρης (Λευτέρης Αεράκης) κουνιάδος και γαμπρός, θα ρισκάρουν ο μεν πρώτος τις οικονομίες του από το καφενείο ο δε δεύτερος τα έσοδα από την πώληση 100 προβάτων (όλη του η καταδιά 30 χρόνια βοσκός), και θα τολμήσουν να ανοίξουν τον “ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ”, το πρώτο οικογενειακό κέντρο κρητικής μουσικής στο Ηράκλειο. Ο καλλιτέχνης που θα κρατήσει το πρόγραμμα για την πρώτη σεζόν που ήταν το 1967 ήταν ο Νίκος Ξυλούρης με πασαδόρους τον αδελφό του τον Γιάννη, τον Γιάννη Σταυρακάκη και τον Στέλιο Αεράκη. Τύχη αγαθή μου επεφύλαξε να είμαι γιος του Νταρολευτέρη και ανιψιός του Κίμωνα. Με κοντά παντελόνια ανεβασμένος σε ένα αναποδογυρισμένο καφάσι μπύρας, κρατούσα τα οικονομικά της επιχείρησης και με τα μάτια διάπλατα ανοικτά, ρουφούσα παραστάσεις.
Αυτό που γινόταν κάθε βράδυ στον Ερωτόκριτο, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι έχοντες καταγωγή από τα χωριά της Κρήτης, θέλοντας να αναπαραγάγουν στην πόλη τους γνωστούς για αυτούς τρόπους διασκέδασης, θα προσέρχονται συν γυναιξί και τέκνοις για να ακούσουν κρητική μουσική. Στο ρεύμα αυτό θα συμπαρασυρθούν και οι ηρακλειώτες και η κρητική μουσική από ετοιμοθάνατη, θα αναρρώσει, θα βγάλει φτερά και θα γίνει με την πάροδο του χρόνου κύριος τρόπος διασκέδασης. Βέβαια καθώς η κρητική μουσική δεν έχει χορό όπου το αρσενικό μπορεί να ψιθυρίσει μυστικά, στο αυτί του αντικειμένου του πόθου του, (η σούστα δεν προσφέρεται και τόσο), οι καλλιτέχνες υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων τις μικρές ώρες να κάνουν ένα διάλειμμα ευρωπαϊκό. Και ήταν μαγικό να ακούς τον Ψαρονίκο να τραγουδάει παίζοντας λύρα, το παθητικό ταγκό “η γυναίκα που ένιωσα …”.
Την επόμενη χρονιά θα ανοίξουν τα “Ζαμάνια” και ο Ξυλούρης θα συνεχίσει στο μαγαζί αυτό. Ο Ερωτόκριτος θα συνεχίσει με μεγάλη επιτυχία με το Βασίλη Σκουλά που μόλις είχε απολυθεί από το στρατό. Σχεδόν ταυτόχρονα θα ανοίξει και η “Αρετούσα” και έτσι στο τέλος της δεκαετίας του 60 το Ηράκλειο θα βρεθεί με σχεδόν δέκα μαγαζιά με παραδοσιακή μουσική που όλα δούλευαν καλά. Από τον Ερωτόκριτο θα περάσουν επίσης για δεκαήμερα οι Σκορδαλός, Μουντάκης, Σηφογιωργάκης καθώς και ο Γιωργαντός (Καλομοίρης) που θα κάνει ολόκληρη σεζόν. Το 1971 θα είναι η σειρά του Γαργανουράκη, νέος ανερχόμενος καλλιτέχνης, ο οποίος θα είναι και ο τελευταίος που θα κρατήσει πρόγραμμα στον Ερωτόκριτο. Το μαγαζί δεν διέθετε έξοδο κινδύνου και οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες θα το κλείσουν νομίζω το 1973. Το 1969 ο Ξυλούρης θα φύγει μόνιμα για την Αθήνα. Θα συνεργαστεί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στην αρχή και στη συνέχεια και με άλλους συνθέτες. Ο Ψαρονίκος δεν ανήκει πια στην Κρήτη, αλλά στην Ελλάδα.
Υπάρχει ένα μαγαζί στο Ηράκλειο που κατά την περίοδο των Χριστουγέννων που βρέθηκα στην Κρήτη μου έφερε στο μνήμη τον Ερωτόκριτο του 67 και παρακαλώ να μην θεωρηθεί διαφήμιση. Στο “Εμπολο” όπου εκπληκτικοί δεξιοτέχνες των παραδοσιακών μας οργάνων συνοδεύουν τη φωνή του αηδονιού, μα και γνήσιου μερακλή Βασίλη Σταυρακάκη, πραγματοποιούνται κάθε βράδυ μουσικές διαδρομές που αρχίζουν από τις απρόσιτες μαδάρες των κρητικών βουνών, θα περάσουν από τους κάμπους, θα μπουν στα στενά της πόλης, για να σβήσουν στ ακρογιάλια. Οι θαμώνες στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι νέοι. Το πρόγραμμα που βασίζεται σε μουσικά κομμάτια τα οποία έγραψαν όλοι σχεδόν που αναφέρονται στο κείμενο αυτό και σε στίχους των καλύτερων στιχουργών που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Κρήτη δηλ. του Μήτσου Σταυρακάκη και του Γιώργη Καράτζη μας αποδεικνύει ότι η κρητική μουσική ζει. Πιστοποιητικό θανάτου της θα δώσουν, αν δώσουν ποτέ, όχι οι ιατροδικαστές, αλλά οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών της Κρήτης, αν οι γάμοι, οι αρραβωνιάσεις και οι βαφτίσεις αρχίσουν να γίνονται με μπουζούκια, με τα οποία σημειωτέον δεν έχω κανένα πρόβλημα, αλλά είναι για άλλες ώρες.
Τελειώνοντας θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση σε σχέση με τη διαφορετικότητα της κρητικής μουσικής. Στην Κρήτη με την πάροδο των ετών διαμορφώθηκαν διάφορες μουσικές σχολές. Λόγω κυρίως της απομόνωσης, κάθε χωριό ή έστω κάθε γεωγραφική περιοχή είχε το δικό της χαρακτηριστικό γνώρισμα. ακουγες έναν καλλιτέχνη να παίζει και πριν τον δεις καταλάβαινες ότι ήταν Χανιώτης, Στειακός, Ρεθεμνιώτης κτλ. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει πια και είναι κρίμα. Οι ανωγειανοί καλλιτέχνες με το να διακριθούν, αποτέλεσαν πρότυπα και δυστυχώς άθελά τους βοήθησαν στο να χαθούν ιδιαίτερα παιξίματα από τους καλλιτέχνες άλλων περιοχών που προσπαθούν να τους μιμηθούν. Δεν χρειάζεται μίμηση, όρεξη για δημιουργία χρειάζεται. Οι καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής έχουν πολλά να μας δώσουν ακόμα, αρκεί να ανατρέξουν στις δικές τους αναφορές και μνήμες. Γι αυτό προσπάθειες όπως αυτή του Σγουρού με τον δίσκο “Τα σα εκ των σων”, όπου ο καλλιτέχνης επιμένει στα ακούσματα της ιδιαίτερής του πατρίδας, του οροπεδίου του Λασιθίου πρέπει να βρουν μιμητές. Κανείς σκοπός, κανένα κανάκι, κανένα γύρισμα δεν πρέπει να χαθεί. Αυτός είναι ο μουσικός μας πλούτος και πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί.
Γράφει η Ιωάννα Μπισκιτζή Λέκτορας Κλασικής Φιλολογίας
Mπορεί άραγε να υπάρχει μεγάλη ποίηση που να είναι προσιτή, κατανοητή και αρεστή στον πολύ κόσμο;
Για τους Κρητικούς το ερώτημα τούτο δεν υπάρχει γιατί μέσα στην κρητική παράδοση υπάρχει μια μεγάλη ποίηση, η ποίηση του Ερωτόκριτου, ολοζώντανη, που απευθύνεται σε πολύ πιο πλατιές μάζες απ’ όσες θα φιλοδοξούσε να κατακτήσει ο οποιοσδήποτε σύγχρονος ποιητής.
Μοναδική προϋπόθεση για να είναι ένα έργο κατανοητό από τις πλατιές λαϊκές μάζες, είναι να έχει γραφεί σε γλώσσα που να την καταλαβαίνει ο πολύς κόσμος. Η λαϊκότητα λοιπόν ενός λογοτεχνικού έργου εξαρτάται από τη γλώσσα.
Ο Σεφέρης λέει για τη γλώσσα του ”Ερωτόκριτου” ότι είναι η «τελειότερη οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεότερος ελληνισμός». Όμως για τους Κρητικούς η γλώσσα του «Ερωτόκριτου» έχει ένα πρόσθετο χάρισμα γιατί είναι η μητρική τους γλώσσα ,η γλώσσα την οποία πρωτοακούν και πρωτομιλουν.
Η γλώσσα του Ερωτόκριτου έχει ελάχι στες μόνο διαφορές από τη γλώσσα που μιλιέται σήμερα στην Κρήτη. Διαβάζοντας τους στίχους του έχει κανείς την αίσθηση της τελειότητας, της μουσικής αρμονίας ,του πανανθρώπινου έρωτα. Νιώθεις πως τέτοιοι στίχοι δεν θα μπορούσαν να γραφτούν αλλιώς, η κάθε λέξη είναι αναντικατάστατη, καλά σοφιλιασμένη με τις προηγούμενες και τις επόμενές της και ο Ερωτόκριτος είναι το απόλυτα ελληνικό δημοτικό ποίημα.
(Η ομιλία της Μαρίας Χρονιάρη, την Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010, στο Floral)
Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», κατά την άποψή μου, είναι ένα άκρως ρεαλιστικό μυθ -ιστόρημα τόσο σφιχτά δεμένης πλοκής, που από την πρώτη στιγμή, νιώθεις να έλκεσαι από έναν μαγνήτη και να παραδίνεσαι σ΄ αυτόν χωρίς καμία αντίσταση.
Είναι ένα τόσο εγκεφαλικό δημιούργημα που σχεδόν αυτόματα σου καταργεί την οποιαδήποτε επιθυμία αμφισβήτησης του περιεχομένου του. Άλλωστε ο Σταύρος Σταυρόπουλος, γνωρίζει πολύ καλά πώς να κάνει τις λέξεις να γράφονται, συμπυκνώνοντας την συνείδησή τους, κατά τη γνωστή ρήση του Γιώργου Χειμωνά.
Μιλά έναν κρυπτικό λόγο, που ακόμα κι οι απλές λέξεις που χρησιμοποιεί, μοιάζει να κοιτούν απ΄ την κλειδαρότρυπα. Η ζωή της γραφής του, είναι ταυτόσημη με την ζωή της ζωής του. Ίσως γι΄ αυτό ο ίδιος στο κεφάλαιο 41 επισημαίνει : «Δεν γράφω πια. Γράφομαι.»
Η χαρακτηριστικά πεζότροπη ποιητικότητα της γραφής του ή και το ανάποδο, η πύκνωση του πεζού λόγου του σε τέτοιο βαθμό που να αγγίζει το ποίημα, και κυρίως ο τρόπος με τον οποίον τα δυο αυτά ιδιώματα, της πεζογραφίας και της ποίησης, ανακατεύονται ιδιοσυγκρασιακά μεταξύ τους, δημιουργεί ένα τρίτο, σταθερό και συμπαγές, κάτι ανάμεσα, τόσο μεστό και τόσο αβέβαια σίγουρο για τον εαυτό του, που επωφελείται από τις δυνατότητες του ενός, απαλλασσόμενο συγχρόνως από τις αδυναμίες του άλλου. Αυτό είναι φυσικά αντιληπτό και στην στήλη του στην «Ελευθεροτυπία», Νύχτα είναι, θα περάσει, όπου όλα τα είδη συγχωνεύονται, διατηρώντας όμως εν θερμώ την μοναδικότητα της μορφής τους.
Κι είναι καλύτερα έτσι, γιατί εκτός του ότι επιτρέπεται στο κείμενο να αυτονομηθεί και να αναπνεύσει, μας δίνεται με εντελώς ανοιχτό ορίζοντα η ευκαιρία να το αντιμετωπίσουμε καθαρά ως γοητεία της λογοτεχνίας των ιδεών.
Στο μυθιστόρημά του, ξεκινά συστήνοντάς μας τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του. Τέσσερις χαρακτήρες: «Εγώ», «Εσύ», «Αυτό», και το «Άλλο».
Σιγά σιγά, το «αυτό» και το «άλλο» αρχίζουν να αποκτούν μεγαλύτερη υπόσταση, και τούτο γιατί μεταξύ του «εγώ» και του «εσύ» υπήρξε το «άλλο» και γεννήθηκε το «αυτό». Εκείνο όμως που λειτούργησε ως κινητήριος δύναμη για τη δημιουργία του «αυτό» στο τέλος απομονώνεται από τον συγγραφέα με καταλυτικό τρόπο. Απομακρύνεται δε τόσο, ώστε να τον προβληματίζει ως προς το αν ποτέ υπήρξε και πότε. Αυτό που αναμετράται σε τούτο το βιβλίο, είναι κυρίως η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο «εγώ» και το «αυτό» με την επιβλητική όμως μεσολάβηση ενός «εσύ», που αντί να ενώνει, χωρίζει.
Ο τίτλος του βιβλίου προσδιορίζει σχεδόν αυτόματα την πεποίθηση του συγγραφέα πως ο έρωτας υπάρχει και είναι ίσως η άλλη όψη ενός παγωμένου συναισθήματος, μιας κι απ’ την αρχή αναγνωρίζει, πως στο τέλος θα εξοντωθούμε απ΄ αυτό.
Σχεδόν όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί τι γίνεται, ποια παράξενη χημική αντίδραση συμβαίνει και στη θέαση ενός «εσύ», «εγώ» αυτόματα νιώθω το «άλλο» και μη μπορώντας να το προσδιορίσω ακριβώς το ονομάζω έρωτα.
Κατά την γνώμη μου, ο έρωτας αποτελεί απλώς την απάντηση στην αντιστροφή ενός ρήματος. Στην ερώτηση λοιπόν: «Τι είναι έρωτας;» , θα έπρεπε να απαντάμε: «Ρωτάς, ε;»
Ξεκινώντας το αποσπασματικό μυθιστόρημα του Σταύρου Σταυρόπουλου, γίνεται σαφέστατη από την αρχή η αγωνία του στην θέαση του τέλους. Το παρομοιάζει με την λήξη της σχολικής χρονιάς και το κάψιμο των σελίδων στα μαθητικά τετράδια, που τις θάβει στο προαύλιο, μη δίνοντας σε κανέναν τη δυνατότητα να πληροφορηθεί το τέλος μιας «αδημοσίευτης σχέσης».
Καταθέτοντας τις απόψεις του για τον έρωτα, εν είδει αφοπλιστικών σπαραγμάτων – τον αληθινό, όπως σπεύδει να υπογραμμίσει – δημιουργεί την αίσθηση μιας εποχής.
Ένα «καλοκαίρι χωρίς ντροπή» το οποίο όμως, καθώς φεύγει, δίνει τη σκυτάλη στον χειμώνα του «εσύ», όσο κι αν ο ίδιος θέλει να διατηρήσει το ηλιόλουστο τοπίο.
Έτσι, σιγά-σιγά μπροστά στα μάτια του, αρχίζει να εκτυλίσσεται – ας μου επιτραπεί η λέξη – η τραγωδία του τέλους, όπου το έτερο πρόσωπο αποδομείται τόσο φανερά και απομυθοποιείται τόσο, ώστε φτάνει να μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ εκείνο που ήταν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κεφάλαιο 21, όπου ο τρόπος της κατάρρευσης «είναι μεταδοτικός», στο κεφάλαιο 25, όπου προσπαθεί να σώσει κάτι από την αποδόμηση, λέγοντας πως: «οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν καταργώντας ο ένας τον άλλον», ώσπου τελικά αναγκάζεται να αποδεχτεί την απομυθοποίηση στο κεφάλαιο 38 με την φράση-διαπίστωση: «δεν έμοιαζες καθόλου πια με σένα».
Έχοντας ως αφετηρία αυτή την διακρίβωση, προσπαθεί να προχωρήσει, συναντώντας αρκετές δυσκολίες: Με τη σκέψη ενός καρφιού ως σημείου μιας μόνιμης εγκατάστασης, εκτίοντας ποινές, με την ανάγκη του να παλέψει για να συγκρατήσει τα κομμάτια που κάποτε αποτελούσαν το «εσύ», με την επιθυμία να μπορούσε με ταχυδακτυλουργικό τρόπο να φτάσει στον τελικό προορισμό του: Να κάνει το «εσύ» να έρθει.
Από τη στιγμή όμως που εμφανίζεται το «αυτό» – ίσως το κυρίαρχο πρόσωπο του βιβλίου -, τα σύννεφα αρχίζουν να μετατρέπονται σ’ ένα ουράνιο τόξο με γεύση, να αναδύουν μια μυρωδιά, μια νέα ελπίδα ζωής, που όμως « χάθηκε κάποτε στη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης». Να γεννούν ξανά έναν έρωτα διαφορετικής υπόστασης και σημασίας. Με τη θέληση της δημιουργίας ενός κόσμου φωτεινού, γεμάτου ήλιους, χωρίς την εύκολη διέξοδο μιας σκοτεινής, παραχωρημένης νίκης.
Ο συγγραφέας – αφηγητής επινοεί μια γλώσσα μυστική με το «αυτό», γλώσσα ουσιαστικής κι έντονα ψυχικής επικοινωνίας. Όμως ξανά σε τούτο το σημείο παρεμβαίνει το «εσύ», που μ’ ένα καθοριστικό τρόπο, οδηγεί τον ήρωα πίσω στη μοναξιά της έλλειψης. Αυτό είναι πλήρως ευδιάκριτο στο κεφάλαιο 83 που συμπυκνώνεται σε τρεις μόνο προτάσεις : «Χάθηκα μέσα σ΄ ένα σινεμά. Έβγαλα δυο εισιτήρια αλλά ήμουν μόνος.»
Έτσι, τοποθετεί τον έρωτα στους ακρωτηριασμούς της νύχτας, αναγκάζει τον εαυτό του να δεχτεί πολλά, στον τόπο της εκτέλεσης δένει εκείνος τα μάτια του δήμιου, ορίζει το πένθος ως συνώνυμο της απουσίας, θυμάται να βγάζει τις νύχτες τον Αύγουστο απ΄την πρίζα, φτιάχνει ποιήματα και καταπίνει τον κόσμο σε μικρές μπουκιές. Για να τον προσφέρει ως τροφή ελπίδας αλλαγής, στο στόμα ενός μικρού παιδιού.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος βλέπει το ΕγώΕσύΕμείς – παρ’ όλο που χωρούν το ένα μέσα στο άλλο, σαν βαγόνια του ίδιου σιδηροδρομικού συρμού – με την ίδια ευκολία να εξορίζονται το ένα από το άλλο και καταλήγει: «Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας».
Είναι μια εμβληματική φράση αυτή, από τις πολλές που υπάρχουν στο βιβλίο, που αποκαλύπτει το μέγεθος της επινοημένης αλήθειας του έρωτα.
Όταν μια σκάλα οδηγεί προς τα κάτω, νιώθεις μια εσωτερική υποχρέωση να αντιστρέψεις την πορεία της. Κυριαρχεί η αγωνία να αποκατασταθεί η τάξη μέσα σου. Σαν να πρέπει όλα να ακολουθήσουν συγκεκριμένη πορεία για να μπορέσουν να υπάρξουν.
Ο Σταυρόπουλος βρίσκει αυτή την πορεία, με ένα μοναδικά αθέατο τρόπο. Με μια ιδιότυπη και μινιμαλιστική μαγεία. Έχει ένα προσωπικό στίγμα που σε αιχμαλωτίζει. Γιατί ξέρει. Και γιατί «τον έχουν διαπράξει», όπως ο ίδιος ομολογεί σε τρομακτικό τόνο στο κεφάλαιο 45. Ένα κεφάλαιο – τρεις λέξεις – που από μόνο του μπορεί να χαρακτηρίσει όλα τα προηγούμενα κι επόμενα του βιβλίου.
Η Πρόεδρος και τα μέλη Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Ανωγείων αισθάνονται την υποχρέωση να ευχαριστήσουν θερμά τον κo Δακανάλη Μανόλη του Νικολάου για την προσφορά του ποσού των 50,00 € που κατατέθηκε στην εταιρεία στη μνήμη του Σταμάτη Εμμανουήλ με σκοπό την ενίσχυση της λειτουργίας των κοινωνικών προγραμμάτων που αφορούν τη στήριξη των ηλικιωμένων ατόμων στο Δήμο Ανωγείων.
Η πρόεδρος του Δ.Σ. Εύη Β. Βρέντζου.



