
Ο Χάρης Πλουσής έχει...περπατήσει στις μεγαλύτερες πασαρέλες του κόσμου και έχει συνεργαστεί και με τον Αρμάνι
Στο Λονδίνο ταξίδεψε πριν από λίγες ημέρες ο Χάρης Πλουσής.
Το γνωστό μοντέλο, (εγγονός του Πλουσολάμπη) που κλείνει μεγάλες δουλειές στις ευρωπαϊκές πασαρέλες, πήγε στην πρωτεύουσα της Αγγλίας όχι για να κλείσει κάποια καινούργια δουλειά αυτή τη φορά, αλλά για να βρεθεί στο πλάι της αγαπημένης του Εριέττας Κούρκουλου, η οποία τους τελευταίους μήνες σπουδάζει εκεί.
Σύμφωνα με δημοσίευμα γνωστού περιοδικού η Εριέττα έδωσε στον Χάρη ένα δαχτυλίδι συλλεκτικό αλλά και ο Χάρης έκανε δώρο στην αγαπημένη του. Οι δυο τους πέρασαν ένα εκπληκτικό τριήμερο μαζί στο Λονδίνο.
Η Κρήτη δεν υπήρξε ποτέ ανεξάρτητο κράτος αλλά μια (ημι)αυτόνομη και πλήρως ελεγχόμενη περιοχή από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Η σημαία της «Κρητικής Πολιτείας» βασίζονταν σε μια παραλλαγή της ελληνικής σημαίας του 1822. Τα τρία γαλάζια τεταρτημόρια, συμβόλιζαν την ελληνική πλειονότητα της Κρήτης. Το πρώτο από τα τεταρτημόρια χρώματος ερυθρού, αποδίδεται στην μουσουλμανική-τουρκική μειονότητα και απεικόνιζε το λευκό αστέρι σε κόκκινο φόντο της τουρκικής σημαίας. Ταυτόχρονα όμως συμβόλιζε και δήλωνε την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου στο νησί και όχι απλά και μόνο την μουσουλμανική-τουρκική μειονότητα ή δήθεν «το κρητικό αίμα που χύθηκε στους αγώνες», όπως, -είτε σκοπίμως είτε από άγνοια- υποστηρίζουν με πάθος μερικοί.Η σημαία της Κρητικής Πολιτείας αναρτούνταν (υποχρεωτικά) μόνο στα «κυβερνητικά» κτίρια και τις «δημόσιες» υπηρεσίες ενώ οι γνήσιοι Κρήτες,είχαν στα σπίτια τους την σημαία της Ένωσης.
Κατά συνέπεια η σημαία δεν συμβόλιζε την ανεξάρτητη Κρήτη (όπως δυστυχώς λανθασμένα πιστεύουν πολλοί και την αναρτούν με «υπερηφάνεια»),αλλά την υποταγή στην Οθωμανική Πύλη καθώς το νησί εξακολουθούσε να αποτελεί εδαφικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, η συγκεκριμένη σημαία, ουδέποτε αποτέλεσε αγωνιστικό λάβαρο ή επαναστατικό σύμβολο που καθιερώθηκε από τους Κρήτες, αλλά ήταν μια επινόηση των Μεγάλων Δυνάμεων και τουΣουλτάνου , ο οποίος απαίτησε να μπει
το αστέρι στη σημαία.
Η σημαία λοιπόν της Κρητικής Πολιτείας, πέραν από την όποια ιστορική σημασία με την παρουσία της στην νεότερη ιστορία, δεν αποτελεί ένα σύμβολο το οποίο θα πρέπει να δημιουργεί «ρίγη» συγκίνησης και συναισθήματα «υπερηφάνιας», σε κανέναν Έλληνα και πολύ περισσότερο σε κανέναν Κρητικό.Δεν πρέπει δε να λησμονούμε πως ο μετέπειτα «Εθνάρχης» της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος αγωνίστηκε με νύχια και με δόντια για την Ένωση.
Είμαι απόλυτα πεπεισμένη πως αυτο που χρειάζεται είναι απλά και μόνο ενημέρωση και συνειδητοποίηση της ιστορικής αλήθειας και πραγματικότητας :η Κρήτη αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής επικράτειας και κατ’ επέκταση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και εκπροσωπείται από το επίσημο σύμβολο του ελληνικού κράτους που είναι η ελληνική σημαία.Η Κρήτη αγωνίστηκε για την ελευθερία της κι όχι για ανεξαρτησία. Ο στόχος ήταν ένας και μοναδικός: «Ένωσις ή Θάνατος».
Ιωάννα Μπισκιτζή – Λέκτωρας Κλασσικής Φιλολογίας
Το απόγευμα της Κυριακής 06 Φεβρουαρίου 2011 πραγματοποιήθηκε η Γενική Συνέλευση της Λέσχης Φίλων Π.Α.Ο.Κ. Ρεθύμνου στην οποία έγινε ο ετήσιος απολογισμός για τη χρονιά που πέρασε. Έγινε αναφορά, από το Δ.Σ. της Λέσχης, σε οικονομικά θέματα, στις δράσεις που έγιναν το 2010, στην ενίσχυση της Τράπεζας Αίματος, στα κρούσματα βίας και σε διάφορα άλλα θέματα που απασχολούν τα Μέλη της. Έγινε συζήτηση σε πολύ καλό κλίμα και προτάθηκε η προσπάθεια για σύναψη συνεργασίας με την ομάδα του Αετού Ανωγείων. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η κοπή βασιλοπίτας, παρουσία και οικογενειών των Μελών, όπου ένας τυχερός κέρδισε επίσημη φανέλα του Pablo Contreras
Μια εξαιρετική μαντινάδα αφιέρωσε στον αείμνηστο Νίκο Ξυλούρη, που σήμερα συμπληρώνονται 31 χρόνια από το θάνατο του, ο Κώστας Ξυλούρης ή Καντρόκωστας που ήταν καλεσμένος στην εκπομπή της ΝΕΤ «Συμβαίνει Τώρα»
Ένας αητός περήφανος στα χαμηλά δεν πέφτει
Θέλει να βλέπει από ψηλά τον κόσμο αυτό το ψεύτη
Του Γιώργη Αεράκη*
(Σκοπός του κειμένου που ακολουθεί δεν είναι ο απολογισμός της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του Νίκου Ξυλούρη (το έχουν κάνει άλλοι με επιτυχία), αλλά να δώσω την προσωπική μου μαρτυρία για τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα στο Ηράκλειο και να ανασυνθέσω, όσο αυτό είναι εφικτό σε ένα άρθρο, το κλίμα μιας εποχής)
Τη δεκαετία του 60 οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Κρήτης μην αντέχοντας άλλο τη φτώχεια που είχε καταντήσει ενδημική, άρχισαν να εγκαταλείπουν υπό το κράτος του πανικού τα χωριά τους και συσσωρεύονται στο Ηράκλειο, στην Αθήνα και ορισμένοι από αυτούς να μεταναστεύουν για ξένους τόπους όπως η Γερμανία το Βέλγιο ο Καναδάς και η Αμερική. Όσοι από αυτούς επέλεξαν να κάνουν καταδιά στο Ηράκλειο θα διαπιστώσουν με μεγάλη έκπληξη ότι οι ντόπιοι, οι γηγενείς δηλ. κάτοικοι του Ηρακλείου – το οποίο ήταν τότε μια μικρή επαρχιακή πόλη – διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά τραγούδια, βαλς, γιάγκα, τσα-τσα κ.λπ. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα εκπλήσσομαι που το γεγονός αυτό, δεν έχει αποτελέσει θέμα κοινωνιολογικής μελέτης από το πανεπιστήμιο της Κρήτης. Μα τι λέω τώρα! Σημαντικότερα ζητήματα που αποτελούν ιδιαίτερο γνώρισμα της Κρήτης όπως η οπλοκατοχή, η βεντέτα και η ζωοκλοπή, μένουν στα αζήτητα των διδακτορικών διατριβών και θα ασχοληθούμε τώρα με το πώς διασκέδαζαν οι Ηρακλειώτες;
Μετά την ολοσχερή καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 44, οι κάτοικοι του χωριού θα σκορπίσουν σαν τα παιδιά του λαγού, στα χωριά του Μυλοποτάμου, στο πεδινό Ρέθεμνος και στη πόλη του Ηρακλείου, όπου για μήνες θα στοιβάζονται στο Καμαράκι, στο ανωγειανό σχολειό όπως λέγεται ακόμη και σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στο χωριό τους, παρά μόνο σαν επισκέπτες σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Θα είναι οι πρώτοι εσωτερικοί μετανάστες της μεταπολεμικής εποχής. Ο Κίμος Μανουράς, ένας από αυτούς θα ανοίξει τη δεκαετία του 50 ένα καφενείο στο Καμαράκι, το οποίο έμελλε να αποτελέσει το στέκι των καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής της εποχής. Τις άδειες ώρες τους, που δεν ήταν και λίγες (ας μην ξεχνούμε ότι μεροκάματο γι αυτούς υπήρχε μόνο στην επαρχία, σε κανένα πανηγύρι ή γάμο) τις περνούσαν στο καφενείο συζητώντας και – γιατί να το κρύψομε άλλωστε – παίζοντας χαρτιά!
Στα τέλη της δεκαετίας του 60, η μάνα μου με έπαιρνε και ερχόμαστε για λίγες μέρες στο Ηράκλειο για να δει τον πατέρα και τα αδέλφια της. Όντας ανιψιός του Κίμο, θα τον βοηθώ στο καφενείο και θα έχω την εξαιρετική τιμή να σερβίρω καφέ, τα ριζιμιά χαράκια της κρητικής μουσικής της εποχής: τον Μουντάκη και τον Σκορδαλό, που ήταν και αυτοί πελάτες του καφενείου, μαζί με τους νέους και παγκοσμίως άγνωστους την περίοδο εκείνη ανωγειανούς καλλιτέχνες, Νίκο, Αντώνη και Γιάννη Ξυλούρη (Ψαράκηδες), Γιώργη Καλομοίρη (Γιωργαντό), Βασίλη Σκουλά (Καλαθά), Γιάννη Σταυρακάκη, Μανόλη Μανουρά, Στέλιο Αεράκη (Ακάκιο), Νίκο Σταυρακάκη, Νικηφόρο Αεράκη. Από το καφενείο επίσης θα περάσει ο Δερμιτζογιάννης, ο Σηφογιωργάκης, ο Μαρκογιαννάκης, ο Κλάδος, ο Μανιάς, ο Φακουκάκης, ο Κουμιώτης, κ.α.
Στις συζητήσεις τους οι καλλιτέχνες θα αναφέρονται με σεβασμό σε ονόματα άγνωστα για μένα. Θα ακούσω για το Φουσταλιέρη, το Λαγό, το Μπαξεβάνη, τον Καρεκλά, τον Καλογρίδη, τον Ροδινό, τον Χαρίλαο, το Ναύτη, για τον Τσέγκα στην Κίσσαμο και την μπουκόλυρα που λέγεται ότι έπαιζε και άλλους τους οποίους δεν μπορώ να θυμηθώ. Ο καθένας είχε τις προτιμήσεις του και η αντιπαράθεση ήταν σκληρή. Οι ανωγειανοί αντεπιτίθoνταν συνήθως, προβάλλοντας το Στραβό (Μανόλη Πασπαράκη), ο οποίος με πασαδόρους στην αρχή μεν τον Μυρομανόλη (Μανόλη Αεράκη) και στη συνέχεια τον Νεοκλή Σαλούστρο, ήταν τότε στο απόγειο της δόξας του. Στους γάμους πάντα δίπλα του όρθιος ένας από τους γιούς του – συνήθως ο Γιώργης – να του κρατάει το τσιγάρο και να του δίνει πότε-πότε μια ρουφιά. Εμείς τα ανωγειανάκια είχαμε την τύχη να τον δούμε χωρίς μικρόφωνα και πρίζες να τραγουδάει σε γάμους και γλέντια και στα μεγάλα κέφια, όταν μια μαντινάδα τον έκανε να ανατριχιάσει ή όταν αναγνώριζε τον καλό χορευτή από το πάτημα (κανείς δεν έχει ισχυρότερη ακοή από έναν τυφλό), να λύνει τα φρένα, να βάζει τη λύρα πάνω από το κεφάλι και να παίζει ξέφρενα σαν αλλοπαρμένος. “Γεια σου Μανόλη!” κραύγαζε εκστασιασμένη η παρέα, παροτρύνοντάς τον για ακόμη περισσότερες όρτσες. Πιστέψτε με είναι η πιο ρόκ σκηνή που έχω δει ποτέ μου! (και έχω δει τους Rolling stones ζωντανά στο Ρότερνταμ!). Στο καφενείο, κάτω από τη φωτογραφία του Βενιζέλου, μια μεγάλη πρόκα και στη πρόκα κρεμασμένο με σπάγκο ένα μαντολίνο, πάντα κουρδισμένο. Όταν η πελατεία του καφενείου αραίωνε και δεν έμεναν πια παρά οι καλλιτέχνες και οι φίλοι τους, ο Κίμος ακουμπούσε στο τραπέζι το μπουκάλι με τη ρακί και κάποιος ξεκρεμούσε το μαντολίνο. Αν η παρέα είχε καλά θεμέλια, πράγμα που συνέβαινε συχνά, το καφενείο έκλεινε και η παρέα έπαιρνε τους δρόμους τραγουδώντας. Στις καντάδες αυτές οι Ηρακλειώτες θα ανοίξουν τα παράθυρα για να τους ακούσουν και οι πιο μερακλήδες θα βγουν στην πόρτα να τρατάρουν τους τραγουδιστές που τραγουδούν τα πάθη απραγματοποίητων ή θνησιγενών ερώτων, της μοίρας τα άσκημα παιχνίδια και τον θάνατο, τα μεγάλα δηλαδή θέματα της ζωής και όχι ψεφιές. Ο Νίκος Ξυλούρης στη λύρα, ο Μάγκας (Ξυλούρης κι αυτός) στο μαντολίνο και μαζί τους οι: Κίμος, Πόλος (Χαιρέτης), Κουντοβαγγέλης (Κεφαλογιάννης), Μπατζαντώνης (Σμπώκος), νέοι που μόνο η φυσική τους παρουσία σε μάγευε. Οι Ανωγειανοί λυράρηδες άλωσαν μουσικά την πόλη του Ηρακλείου χωρίς βία, ή σωστότερα το Ηράκλειο παραδόθηκε στη γοητεία της κρητικής μουσικής. Ο Νίκος Ξυλούρης ξεχώρισε κατά την ταπεινή μου γνώμη για τους εξής κυρίως λόγους: δύναμη στο δοξάρι, φωνή αρχαγγελική και ωραία φυσική παρουσία.






