Την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου το απόγευμα θα επισκεφθεί τα Ανώγεια η Αναπληρωτής Υπουργός Εργασίας, κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής αλληλεγγύης κα. Ράνια  Αντωνοπούλου.

Η επίσκεψη της Υπουργού γίνεται στο πλαίσιο της ενημέρωσης για τις δυνατότητες που δίνει ο νέος νόμος για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία και τα εργαλεία υποστήριξης και ενίσχυσης στην Ελλάδα.

Το πρόγραμμα της επίσκεψης της στο Δήμο Ανωγείων περιλαμβάνει συναντήσεις στο ΑΚΟΜΜ, επίσκεψη στο κέντρο πληροφόρησης του Φυσικού πάρκου Ψηλορείτη και στο Ψηφιακό Μουσείο Ανωγείων αίθουσα Γιάννη Σακελαράκη και Έφης Σαπουνά Σακελαράκη και έπειτα, ανοιχτή συνάντηση στο Δημαρχείο με τον Δήμαρχο κ. Καλλέργη Μανόλη, το Δημοτικό Συμβούλιο καθώς και ενδιαφερόμενους για την κοινωνική οικονομία.

Η επίσκεψη στα Ανώγεια γίνεται κατά την διάρκεια της τριήμερης περιοδείας της Υπουργού στην Κρήτη στο διάστημα 2-4 Φεβρουαρίου όπου μεταξύ άλλων θα βρεθεί στο Εμπορικό Επιμελητήριο Ρεθύμνου και στο Πολιτιστικό Κέντρο Ηρακλείου.

Κείμενο: Χάρις Γεωργίου, Φωτογραφία: Χρήστος Διαμάντης

Τον γνωρίσαμε από το ντοκιμαντέρ της Αγγελικής Αριστομενοπούλου, «Ταξιδιάρα Ψυχή». Tον είδαμε στη σκηνή μαζί με σπουδαίους μουσικούς, όπως είναι ο Ψαραντώνης, ο Ψαρογιώργης, ο Γιάννης Αγγελάκας, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο  Νίκος Σπυρόπουλος, ο Δημήτρης Αποστολάκης, αλλά και οι Last Drive, να παίζει λαούτο, να τραγουδά Κρητικά, αλλά να ερμηνεύει ακόμα και Bob Dylan. Έπειτα, συνέχισε να μας εκπλήσσει με μία συνεργασία με τους Social Waste. Ο Γιάγκος Χαιρέτης, είναι ένας μουσικός, στο μεταίχμιο της παλιάς και της νέας γενιάς, που προβληματίζεται, δημιουργεί μουσική και πιστεύει πως για να αλλάξει ο κόσμος, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε εμείς.

Πώς ξεκίνησε η ενασχόληση με τη μουσική;

Από τότε που με θυμάμαι. Από τριών, τεσσάρων με ένα πλαστικό μαντολινάκι και με βέργες – τις βίτσες, όπως τις λέμε. Έστηνα το σκηνικό, έπαιζα και έκανα το λυράρη.

Επιρροές;

Στο χωριό ήταν κυρίως αυτά που βλέπαμε γύρω μας, δηλαδή μία ζωντανή κατάσταση, παρέες, γάμοι, πανηγύρια, φυσικά ο Ξυλούρης. Όταν μεγάλωνα εγώ, ήταν μόλις είχε πεθάνει. Για μένα ήταν ένα σοκ ο θάνατος του. Κι όλη τη δεκαετία του ’80, του ’90, εκεί που τον είχαν ξεχάσει οι περισσότεροι, για μας ήταν ακόμα πολύ ζωντανός…. Για είκοσι χρόνια δεν είχα ακούσει Ξυλούρη στο ράδιο, μέχρι και το 2000.

Γενικά αυτά που με έχουν επηρεάσει είναι περισσότερο οι παρέες, τα ερεθίσματα από τους ανθρώπους του χωριού, η παράδοση που ήταν διαδεδομένη.

Στην εφηβεία, που έρχονταν οι κασέτες από την Αθήνα με τους φοιτητές, αρχίσαμε να έχουμε και άλλα ακούσματα, μέσα σε αυτά και το ροκ. Πάυλο, Τρύπες, Άσιμο…  Led Zeppelin, Doors, Deep Purple, Black Sabbath. Διαβάστε την συνέχεια... »

Φωτογραφίες:Μανόλης Σαμόλης

Την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου επέλεξε ο δήμος Ανωγείων για να κόψει την Πρωτοχρονιάτικη πίτα του στην αίθουσα των δημοτικών συμβουλίων. Το κλίμα ήταν ιδιαίτερα χαρούμενο και θερμό κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης στην οποία έδωσαν το παρών ο Δήμαρχος Ανωγείων, όλα τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου τόσο της συμπολίτευσης όσο και της αντιπολίτευσης, καθώς και όλοι οι εργαζόμενοι του δήμου. Σε μια μικρή ομιλία του ο Μανόλης Καλλέργης ανέφερε τις ευχές του για υγεία και δημιουργία σε όλους τους παρευρισκόμενους. Ιδιαίτερη δε μνεία έκανε ο δήμαρχος Ανωγείων σε όσους εργάστηκαν δυναμικά κατά την διάρκεια των έντονων καιρικών φαινομένων που έπληξαν το χωριό κατά τους δυο προηγούμενους μήνες και με τον αγώνα τους αυτόν απάλυναν στο μέτρο του δυνατού τους δημότες και τους επισκέπτες του τόπου από τις δυσκολίες και τα προβλήματα του χιονιά.

Τυχερός της εκδήλωσης και αυτός που κέρδισε το φλουρί για το 2017, ήταν ο πρώην δήμαρχος Ανωγείων κ.Σωκράτης Κεφαλογιάννης που πήρε ταυτόχρονα και ένα συμβολικό δώρο από τον δήμο Ανωγείων. Ευχόμαστε σε όλους καλή και δημιουργική χρονιά!

 

Δεκαεννιά χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον αδόκητο και πρόωρο θάνατο της Γιαννούλας Ρουλιου του Χαρίτο που είχε σκορπίσει τη θλίψη στην οικογένεια και στο χωριό της. Ήταν το 1998 όταν η Γιαννούλα, ένας νέος και χαμογελαστός άνθρωπος για όλους εμάς που την γνωρίσαμε περνούσε στην αιωνιότητα και αγκαλιαζόταν από το χώμα της Ανωγειανής γης. Οι δυο αγαπημένες αδερφές της, η Ιφιγένεια και η Μαριάννα, που ποτέ δεν ξεχνούν και πάντα την τιμούν, προσέφεραν το ποσό των 100 ευρώ στην μνήμη της Γιαννούλας, που θα χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του Εργαστηρίου Γνώσης της ενορίας του Αγίου Γεωργίου και των δραστηριοτήτων με τα φροντιστήρια Αγγλικών για μαθητές, ενήλικους και πρόσφυγες. Τις ευχαριστούμε θερμά. Ας είναι αιωνία η μνήμη της αδερφής τους.

Ένα πολύ όμορφο αφιέρωμα στην εκπομπή “Κρήτη Σήμερα” και την τηλεοπτική συχνότητα του ΚΡΗΤΗ TV, έγινε για την Αγγέλα Σκουλά, την κοπέλα που διαφημίζει τα Ανώγεια στο διαδίκτυο με τα βίντεο και τις φωτογραφίες της. Οι δημοσιογράφοι της εκπομπής, Μάνος Δασκαλάκης και Νικολλέτα Σφακιανάκη, ξετυλίγουν το κουβάρι της ζωής της και ιδιαίτερα μετά το 2009, όπου έγινε η εκτόξευση της μέσω διαδικτύου με το κανάλι της στο youtube, ενώ μέχρι και ο παραδοσιακός της γάμος στο χωριό με τον σύζυγο της Γιάννη Καλομοίρη έγινε ντοκιμαντέρ.Στην εκπομπή μιλάει ο αγαπημένος της καλλιτέχνης Βασίλης Σκουλάς, ο οποίος μάλιστα της έχει εμπιστευθεί να διατηρεί η ίδια το αρχείο του, ενώ η Αγγέλα διατηρεί ατελείωτες ώρες μουσικού αρχείου από τους περισσότερους Ανωγειανούς καλλιτέχνες, είτε σε επίσημες εκδηλώσεις, γάμους και πανηγύρια, είτε σε παρέες στα Ανώγεια.

Η Αγγέλα Σκουλά, τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται τόσο με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ανωγείων, όσο  και με την “ΑΝΩΓΗ” σε μια προσπάθεια της ακόμη να ακουστεί το όνομα του χωριού μας όσο μακρύτερα γίνεται. Η ίδια πριν χρόνια εγκατέλειψε το Ηράκλειο όπου μεγάλωσε και ήρθε να μείνει μόνιμα εδώ,”στα Ανώγεια που δεν θα άλλαζε για τίποτα στον κόσμο όπως αναφέρει”. Πιο συγκινητική στιγμή στη διάρκεια του αφιερώματος, η προβολή ενός βίντεο της Αγγέλας από το ΚΗ.ΦΗ. Ανωγείων και η συνομιλία της εκεί με τις ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού, για το πως περνάνε τις ώρες τους.

 

Της ευχόμαστε να έχει υγεία και να συνεχίσει για πολλά χρόνια ακόμα να μας ταξιδεύει με τις φωτογραφίες και τα βίντεο της στο μαγικό κόσμο της παράδοσης, αλλά και της καθημερινότητας των Ανωγείων.

Μια σπουδαία προσφορά έκαναν προς το Δημοτικό σχολείο Ανωγείων τα εγγόνια της Ζαφειρένιας Ξυλούρη της θρυλικής “Μπαμπακιούδενας” που έφυγε από τη ζωή ακριβώς τρία χρόνια πριν, στις 30 Ιανουαρίου 2014. Συγκεκριμένα τα εγγόνια της θέλοντας να τιμήσουν τη μνήμη της, κατέθεσαν χρήματα ώστε κάθε παιδί του δημοτικού να εφοδιαστεί με ένα πακέτο χαρτιού Α4 για φωτοτυπικό. Το ευχαριστήριο που εξέδωσε το δημοτικό σχολείο αναφέρει τα εξής:

 

“Για την αγορά ενός πακέτου χαρτιού Α4.Φωτοτυπικού, για κάθε μαθητή του Δημοτικού σχολείου, συνολικής αξίας τετρακοσίων (400) ευρώ, κατέθεσαν στο ταμείο της Σχολικής Επιτροπής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δήμου Ανωγείων, τα εγγόνια της Ζαφειρένιας Ξυλούρη (Μπαμπακιούδενας), ως δωρεά στη μνήμη της. Η Σχολική Επιτροπή, οι δάσκαλοι και οι μαθητές του Δημοτικού σχολείου ευχαριστούν θερμά για  την ανωτέρω δωρεά.”

 

-Επίσης, η Ανωγή επιθυμεί να ευχαριστήσει θερμά τον εγγονό της Μπαμπακιούδενας Μπάμπη Ξυλούρη, για την προσφορά 50 ευρώ στην ηλεκτρονική μας έκδοση.

Ποια ήταν η Ζαφειρένια Ξυλούρη:

Σταθμό  στην ιστορία της Αντίστασης των Ανωγείων  αποτελούν  οι  μορφές των  Ανωγειανών  γυναικών.  Η  ιστορία  ακόμη  δεν  έχει  σκύψει  να  καταγράψει    τη  μεγάλη  προσφορά  της  γυναίκας  των  Ανωγείων  τα  χρόνια  1941-1944.

Μια  σημαντική  Ανωγειανή  μορφή  ήταν  η  Ζαφειρένια  Ξυλούρη  ή  Μπαμπακιούδενα. Στο πρόσωπό  της  συνδέονται η  γυναίκα  του  αντάρτη,  η  μάνα  που  μεγάλωνε  τα παιδιά  της με  υπερηφάνεια  και  καρτερία,  η  Ανωγειανή  που  τροφοδοτούσε  το  αντάρτικο,  η  γυναίκα  που  είδε  το χωριό  της  να  εξαφανίζεται  και  να  δημιουργείται  πάλι  από  την  αρχή,  η  χαροκαμένη  μητέρα  που  είχε  την  «τιμή»  να  ξεψυχήσει  το  παιδί  της  ο  Στεφανής  στα  χέρια της  από  το βόλι  ενός  βάρβαρου  εχθρού.  Βάρβαρος  γιατί  δε  σεβάστηκε  ούτε τα  μικρά  παιδιά,  ικανοποιώντας  τη δίψα  του για  αίμα  και πόνο  πατώντας  πάνω  στις  αθώες  παιδικές  ψυχές. Σήμερα 30  Ιανουαρίου  2014  πέρασε  στην  αιωνιότητα. Αφιερώνουμε  την  παρακάτω  αφήγηση της  ίδιας  στο Γιώργο  Καλογεράκη  την Άνοιξη  του  2004.

Αφήγηση  Ζαφειρένιας  Ξυλούρη -Σκουλά  του  Εμμανουήλ  ή  Μπαμπακιούδαινας : …το  πρωί  όταν  ξημέρωσε  η  μέρα  ήρθανε  και  είπανε  να  πάνε  απάνω  όλα  τα  γυναικόπεδα.  Το  διατάξανε  οι  Γερμανοί.  Ο  άντρας  μου  ήτανε  αντάρτης  στο  βουνό.  Άντρες  στο  χωριό  δεν  υπήρχανε.  Όλοι  ήτανε  αντάρτες.  Οι  Γερμανοί  εβρήκανε  πολλά  γυναικόπεδα  στο  χωριό.  Αν  ήθελα  δε  βρούνε  τόσα  πολλά  γυναικόπεδα  οι  Γερμανοί  στο  χωριό  ήθελα  μας  εσκοτώσουνε.  Άμα  επήγαμε  στο  σχολείο  μας  είπανε  να  πάμε  να  πάρομε  από  το  σπίτι  μας  κάτι  ότι  ήθελα  μπορούμε  να  σηκώνομε.  Πως  ήθελα  μας  εφύγουνε  δεν  το  ξέραμε  βέβαια.  Ήρθαμε  μεις,  ήρθενε  και  το  παιδί  μου,  αυτό  μου  κλούθανε  αυτό  ήτονε  εννιά  χρονών.  Το  λέγαμε  Στεφανή.  Τότε  εγώ  είχα  τρία  παιδιά.  Το  άλλο  βράδυ είχαμε  φύγει  πάλι  από  τα  σπίτια  μας  και  είχαμε  πάει  απέναντι  και  εξομείναμε  έξω.  Επεριμέναμε  να  έρθουνε  οι  Γερμανοί.  Τα  παιδιά  ενομίζανε  ότι  ήθελα  να  πάμε  πάλι  έξω  από  το  χωριό  να  ξομείνομε.  Εγώ  ήμουνε  μέσα  στο  σπίτι  και  έγκυος  οχτώ  μηνών.  Γύρευγα  να  πάρω  ρούχα  για  την  γέννα  μου.  Μπαίνει  ο  Στεφανής  και  μου  λέει :

-Μάνα,  ήντα  να  πάρω ;

Είχαμε  δυο  γειτονάκια,  το  Μιχάλη  και  το  αδερφάκι  του  το  Γιώργη  το  Μπροκάκη.  Του  φωνιάζανε  του  Στεφανή.  Το  παιδί  εγώ  δεν  τ’άκουσα  που φώναζε  του  δικού  μου.  Είπα  του  Στεφανή  μου :

-Πάρε  παιδί  μου  το  πάπλωμα  και  πήγαινε.

Δεν  εκατάλαβα  πως  τα  παιδιά  δεν  ήθελα  γιαγύρουνε  στο  σχολειό  μόνο  να πάρουνε  απάνω  προς  το  βουνό.  Το  παιδί  επήρε  το  πάπλωμα  και  εγώ  στο  σπίτι  μέσα  εγύρευγα  τα  ρούχα  που  μου  χρειάζουνται.  Τα  βάνω  σ’ένα  τσουβάλι.  Γρικώ  τον  πυροβολισμό  κι  ήμουνε  μες  στο  σπίτι.  Το  παιδί  μου  ήτονε  στο  γύρο  του  δρόμου,  στην  καμάρα,  εκεί  που  είναι  ο Άγιος Νεκτάριος.  Εγώ  δεν  άκουσα  πως  τους  φώναξε  ο  Γερμανός.

Το  γειτονάκι  μας  επήρε  τον  Στεφανή  και  πηγαίνανε  προς  τα  πάνω  να  βγούνε  έξω  από  το  χωριό.  Εγώ  έβαλα  το  τσουβάλι  τα  ρούχα  στον  ώμο,  το  σηκώνω  και  εβγήκα  και  προχώρησα  προς  την  μεριά  της  καμάρας.  Εκεί  που  πήγαινα  μου  λέει  του  Μίχαλου  η  μάνα,  η  Ελένη  Σκουλά :

-Έ  καημένη,  εσκοτώσα  το.

Εγώ  εξαφνιάστηκα,  δεν  εκατάλαβα  και  επήγαινα.  Πάω  και  το  βρίσκω  πεσμένο  στο  δρόμο.  Ήτανε  πηγεμένες  μερικές  γυναίκες,  πολλά  παιδιά  εστέκανε  από  πάνω  του.  Ο  Γερμανός  είδε  τα  παιδιά  ότι  δεν  επηγαίνανε  προς  το  σχολειό,  τους  εφώναξε  αλλά  αυτά  δεν  εδώκανε  σημασία  και  επυροβόλισε.  Η  σφαίρα  εβρήκε  το  δικό  μου  παιδί,  τον  Στεφανή  μου.

Επήγα  και  το  βάνω  στα  γόνατά  μου.  Η  σφαίρα  το  βρήκε  στο  λαιμό.  Ο  Στεφανής  μου  άνοιξε  το  στόμα  του  και  ετελείωσε.  Έρχεται  ο  Γερμανός  με  το  όπλο.  Μου  λέει  να  φύγω.  Εγώ  δεν  έφευγα  και  τον  έξύβριζα.  Αυτός  το  καταλάβαινε  πως  τον  έβριζα.  Μου  λέει  ο  Γερμανός  ότι  κι  εγώ  καπούτ.  Εγώ  δεν  έφευγα  μόνο  έκλαιγα.  Επήρα  το  πρόσωπο  του  Στεφανή  μου  και  το  καθάριζα  από  τα  χώματα  και  εμοιρολογούμουνε.  Του’πλυνα  το  πρόσωπο  με  τα  δάκρυά  μου.  Ύστερα  δεν  μ’αφήκανε  οι  γυναίκες  μόνο  με  πήρανε  και  φύγαμε.  Το  παιδί  μου  έμεινε  εκεί  πεσμένο.  Έμεινε  ξοπίσω  η  πεθερά  μου  και  δυο  τρεις  άλλες  γυναίκες.  Εμείς  οι  υπόλοιπες  επήγαμε  στο  Αρμί  στο  σχολειό.  Οι  Γερμανοί  δεν  εφήνανε  να  πάρουνε  το  παιδί  από  κια.  Η  πεθερά  μου  η  Μαγδαληνή  Ξυλούρη  εβρήκε  μια  τση  ανιψιά  Κατερίνη  Γιαννιούδαινα  την  λέγανε  και  πήγανε  στους  Γερμανούς  και  τους  λένε  να  πάρουνε  το  παιδί.  Ελέγανε  των  Γερμανών  να  πάρουνε  το  παιδί  να  το  πάνε  στην  εκκλησία.  Οι  Γερμανοί  δεν  αφήνανε  μόνο  τση  στείλανε  στο φυλάκιο  και  τον  έδωκε  χαρτί  ο  υπεύθυνος  και  έτσι  το  πήρανε.  Το  πήγανε  μες  στην  εκκλησία.  Και  έκαμενε  έξε  μερόνυχτα  μες  στην  εκκλησία  άθαφτο.  Άμα  το  πήρανε  το παιδί  και  το  πήγανε  στην  εκκλησιά  η  πεθερά μου  ήρθε  κι  αυτή  στο  σχολειό.  Μας  επήγανε  οι  Γερμανοί  στο  Γενή  Γκαβέ.  Εκεί  εξωμείναμε.  Το  πρωί  μας  εβάνουνε  στον  αμαξωτό,  μας  επροπατούσανε  και  επήγαμε  στο  Πέραμα.  Όλα  τα  γυναικόπαιδα  του  χωριού.  Εκεί  μας  εφήκανε  σ’ένα  λιόφυτο.  Ήτανε  σπερνό  τση  Παναγίας.  Μας  εφέρανε  οι  ανθρώποι  ελιές  ψωμί,  πατάτες  ότι  είχανε.  Μετά  μας  επήρανε  οι  Μυλοποταμίτες  στα  σπίτια  ντως.  Κάθε  οικογένεια  έπαιρνε  και  μια  από  τις  δικές  μας,  μας  το  κάνανε  πολύ  καλά.  Εγώ  δεν  επήγα  στο  Πέραμα.  Ήρθε  ένας  και  τονε  λέγανε  Σαρή  και  γνώριζε  τον  αδερφό  μου  τον  παπά –  Γιάννη.

Μας  επήρε  και  μας  επήγε  σ’ένα  δικό  του  σπίτι  στο  Μελιδόνι.  Του  άντρα  μου  δεν  του  λέγανε  την  αλήθεια  πως  εσκοτώσανε  οι  Γερμανοί  το  Στεφανή  μας.  Μόνο  του  λέγανε  άλλα.  Μια  μέρα  του  λέει  η  Λακιώταινα :

-Έ  καημένε  Μανόλη,  παίζουσί  σε.  Το  κοπέλι  σου  σκοτώσανε  οι  Γερμανοί.

Ο  άντρας  μου  εγύρευγε  τότε  να  με  βρει.  Δεν  εκάτεχε  ούτε  εγώ που  ήμουνε  ούτε  τα  παιδιά.  Το  κοπέλι  ήταν  ακόμη  μες  στην  εκκλησία  της  Παναγίας  εδώ  στα  Ανώγεια  στο  Περαχώρι.  Το  χωριό  έρημο.  Μόνο  τρεις  γυναίκες  ηλικιωμένες  ερχόντανε  κάθε  μέρα  και  επαίρνανε  τρόφιμα  από  τα  δικά  ντως  σπίτια.  Η  Κρυστάλλη  η  Σταυρακάκη,  η  θειά  μου  η  Μαριόρα  και  η  Πατάραινα.  Και  εκεί  που  είναι  τώρα  το  κατηχητικό  ήτανε  νεκροταφείο  παλιό.  Ήρθενε  ο  άντρας  μου  στο  Μελιδόνι  και  με  βρήκε.  Έμαθε  που  ήμουνε.  Εγώ  έκλαιγα.  Εκεί  μου’πε  ότι  θα’ρθει  στα  Ανώγεια  να  θάψει  το  κοπέλι.  Οι  Γερμανοί  κάθε  πρωί  ήρχουντανε  στο  χωριό  εγκρεμίζανε  και  εκαίγανε  τα  σπίτια  και  κάθε  βράδυ  επηγαίνανε  στα  Σίσαρχα.  Ο  άντρας  μου  ήρθε  και  ήτανε  εδώ  στην  γειτονιά  μια  κοπελιά  Χρυσαυγή  την  λένε  και  επήγανε  μες  στην  εκκλησία  να  πάρουνε  το παιδί.  Το  λάδι  του  ήτονε  χυμένο  μες  στην  εκκλησία.  Και  το  παιδί  ήτονε  μαύρο  κατάμαυρο.  Καλλιά  που  δεν  το’δα  μου’λεγε  μετά  η  Χρυσαυγή.  Ο  άντρας  μου  είπε  στην  Χρυσαυγή  να  τονε  βοηθήσει  να  το  πάνε  στο  νεκροταφείο.  Εβοήθησέ  ντονε  η  Χρυσαυγή  Ξυλούρη.  Ήρθε  επαδέ  στο  σπίτι  μου  να  βρει  ένα  ρούχο  να  του  βάλει  και  δεν  έβρισκε.  Όλα  τα’χανε  παρμένα.  Σκέψου  δα  που  είχα  όλη  την  προίκα  μου  εδώ.  Δεν  εβρήκε  ρούχο  μόνο ένα  παλιό  γαμπά.  Το  πήγανε  στο  νεκροταφείο.  Και  μόλις  εφτάξανε  έπιασε  ο  άντρας  μου  να  βγάλει  μια  πλάκα  και  να  το  θάψει.  Εκεί  ήτανε  και  οι  τρεις  γυναίκες  η  Κρυστάλλη,  η  Μαριόρα  και  η  Πατάραινα.  Και  μόλις  έπιασε  να  σηκώσει  την  πλάκα  να  βάλει  το  παιδί  ο  άντρας  μου  φωνιάζει  μια  γυναίκα  απέναντι :

-Γερμανοί  μόνο  φύγετε !

Μόλις  το’πε  από  πάνω  από  το  δρόμο  σ’ένα  πρινάρι  ήτονε  οι  Γερμανοί  προβαρμένοι.  Αφήνει  ο  άντρας  μου  το  παιδί  άταφο  και  φεύγει.  Και  παίρνει  κάτω.  Στου  Σμπρουλογιώργη  τα  σπίτια  εμέρδεψαν  τα  πόδια  του  κι  εγανάχτησε  να  τα  ξεμπερδέψει.

Και  όντεν  επέρνανε  την  εκκλησία  τση  Παναγίας  του  βάνανε  με  το πολυβόλο  οι  Γερμανοί  και  επήρε  τση  σφαίρες  ο  ρούκουνας  τση  εκκλησιάς.  Ο  ρούκουνας  τση  Παναγίας  εσκότωσε  τση  σφαίρες.    Και  το  παιδί  το  θάψανε  οι  τρεις  γυναίκες  και  η  Χρυσαυγή.  Στο  παλιό  νεκροταφείο.

Ήρθε  μετά  ένας  Παπαδογιάννης  που  γνώριζε  ένα  μου  αδερφό  το  Λευτέρη  και  έρχεται  και  μας  παίρνει  και  πάμε  στην  Αγυιά.  Εκάναμε  εκιά  δυο  τρεις  ημέρες.  Μετά  ήρθε  η  κουνιάδα  μου  η  παπα – Γιάνναινα  και  με  πήρε  και  πήγαμε    στον  Άη –Γιάννη.  Από  τον  Άη – Γιάννη  επήγα  στην  Αξό.  Εκεί  εγέννησα  και  έκαμα  ένα  κοριτσάκι.  Και  επέθανε  κι  αυτό  στο  χρόνο  απάνω.  Όντεν  ήμουνε  στην  Αγυιά,  τα  Ανώγεια  εφαίνουντανε  από  κει  και  εθώριες  μαύρους  καπνούς  και  εβγαίνανε  από  το χωριό  μας.

Οι  Γερμανοί  εκαίγανε  πρώτα  τα  σπίτια  και  μετά  τα  ρίχνανε.

Μια  μέρα  από  την  Αξό  εθέλανε  να  ρθούνε  στο  χωριό  η  πεθερά  μου  και  η  μάνα  μου  μήπως  βρούνε  τίποτα  από  τα  σπίτια  μας.  Εγώ  τονα  ακλούθουνα  και  εμπήκαμε  ποταμό  ποταμό  να  ρθουμε  στ’Ανώγεια.  Εφτάξαμε.  Εγώ  δεν  ήρθα  στο  σπίτι.  Αυτές  ήρθανε  μα  εγώ  επήγα  στο  νεκροταφείο.  Απάνω  στον  τάφο  του  παιδιού  μου  έκλαιγα.  Κι  εκιά  που  έκλαιγα  και  ήμουνε  μοναχή  στο  νεκροταφείο  θωρώ  έναν  άνθρωπο  ψηλό  με  τα  θερινά  ρούχα  και  έρχεται  και  μ’αγκαλιάζει  Στρέφομαι  και  βλέπω  τον  αδερφό  μου  τον  παπά – Γιάννη.  Ξυρισμένο.  Δεν  τονε  γνώρισα  στην  αρχή  γιατί  δεν  τον  είχα  θωρώντας  ξυρισμένο.  Από  δω  έφυγε  παπάς  και  μετά  έγινε  στην  Μέση Ανατολή  αλεξιπτωτιστής.

Σαν  εγίνηκα  εννιά  μερών  λουχούνα  ήρθενε  ο πατέρας  μου  και  μας  επήρε  και  επήγαμε  στο  Κεραμούτσι.  Από  κει  ήτανε τση  μάνας  μου  ο  πατέρας.  Και  κάμαμε  στο  Κεραμούτσι  ένα  χρόνο.  Στο  χρόνο  απάνω  ο άντρας  μου  επολέμησε  κι έκανε  ένα  μικρό  σπιτάκι  εδώ στ’Ανώγεια  και  εγυρίσαμε  πίσω…

-->