Ιστορία

 

 

Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων ξεκίνησε την 13η Αυγούστου και ολοκληρώθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944. Για  τρεις εβδομάδες οι Γερμανοί, έκαιγαν, λεηλατούσαν και δολοφονούσαν αθώους πολίτες, τόσο εντός του χωριού, όσο και πάνω στα λημέρια του Ψηλορείτη όπου έστελναν συνεχώς αποσπάσματα προς αναζήτηση ανταρτών ή πολύτιμων αντικειμένων που ενδεχομένως προσπάθησαν να σώσουν οι Ανωγειανοί από το νοικοκυριό τους κατά τη διάρκεια του ξεριζωμού τους κρύβοντας τα στο βουνό. Ένα από τα θύματα εκείνων των τριών εβδομάδων είναι ο Μάνολας Μ.Σκουλάς, γιος του ξακουστού παλιού Ανωγειανού λυράρη Μιχαλιό Σκουλά. Τον Μάνολα δολοφόνησε γερμανικό απόσπασμα με το πτώμα του να μένει άταφο για σαράντα ολόκληρες ημέρες!

Όλα έγιναν μετά την 15η Αυγούστου, στην περιοχή “Απάτες” στον Ψηλορείτη. Στη ρίζα της βορινής πλαγιάς των Απατών και σε δυο τρύπες κοντά στο μητάτο Αρούς, κρύβονταν δυο ομάδες Ανωγειανών για να γλιτώσουν από τους Γερμανούς που είχαν κατακλύσει τα Ανώγεια και το Αόρι τους. Στη μια τρύπα κρύβονταν οι Γ.Ξυλούρης (Ψαράκης), Γ.Σταυρακάκης (Πανιάς) και ο Μάνολας Σκουλάς. Στην άλλη τρύπα βρίσκονταν οι Αλκ.Σκουλάς (Γρυλλιός), ο Ν.Ρούλιος και ο Μ.Τζαγκαράκης ( Γιωργαγκούλιος).Είχαν μαζί τους ένα πρόβατο σφαγμένο, το οποίο έψησαν και έφαγαν όλοι. Αλλά δεν είχαν καθόλου νερό μαζί τους!

Η δίψα τους οδήγησε στην απόφαση να δέσουν από τη μια μεριά την προβιά του προβάτου, την οποία έδωσαν στον Μάνολα για να πάει στην πηγή της Ζωμίνθου, να την γεμίσει νερό και να το φέρει να πιουν όλοι. Δυστυχώς όμως η μοίρα του Μάνολα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι, καθώς ενώ δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από το σημείο που βρισκόταν η τρύπα και κατευθυνόμενος προς την κορφή των Απατών, ακολουθώντας το μονοπάτι, έπεσε πάνω σε Γερμανικό απόσπασμα. Χωρίς καμία προειδοποίηση η προσταγή για να σηκώσει ψηλά τα χέρια, δέχτηκε ομοβροντία πυροβολισμών και έπεσε νεκρός με πολλές σφαίρες να έχουν βρει το σώμα του..

Οι υπόλοιποι πέντε σύντροφοι του άκουσαν τους πυροβολισμούς αλλά δεν μπορούσαν να γνωρίζουν την τραγική κατάληξη του Μάνολα τον οποίο περίμεναν μάταια πολλές ώρες.. Μόλις νύχτωσε για τα καλά, αποκαμωμένοι από τη δίψα, βγήκαν από τις τρύπες και κατευθύνθηκαν προς τον Μυλοπόταμο και έξω από τα όρια κλοιού των Ανωγείων και έτσι γλίτωσαν τις ζωές τους.

Τον Μάνολα Σκουλά αναζήτησαν οι δικοί του άνθρωποι, μετά το Ολοκαύτωμα και την αποχώρηση των Γερμανών στα μέσα Σεπτεμβρίου. Η οικογένεια του που είχε βρει καταφύγιο στο χωριό Άγιος Μύρωνας του Ηρακλείου, επέστρεψε και τον αναζήτησε.Η σορός του βρέθηκε σε πλήρη αποσύνθεση περίπου σαράντα μέρες μετά τη δολοφονία του. Οι συγγενείς του μάζεψαν τα υπολείμματα της σορού του, τα τύλιξαν σε μια κουβέρτα και τον έθαψαν ακριβώς δίπλα στο σημείο που τον βρήκαν νεκρό..

Η αδελφή του Ειρήνη Σκουλά, παρούσα στην ταφή του Μάνολα σαράντα μέρες μετά το θάνατο του, ξεκίνησε ένα γοερό μοιρολόι πάνω από το μνήμα του, από το οποίο αναφέρουμε ένα απόσπασμα:

 

“Όφου και σε σκοτώσανε παιδί μου, στ’ Αόρι ‘λω στσ’ Απάτες γιασεμί μου.

Και είσαι φως μου ήρωας ανθέ μου, που το χωριό φευγάτος καντιφέ μου.

 

Μπάλες, σιδερένιε μου παιδί μου, εκατό χιλιάδες πήρες γιασεμί μου.

Και ‘μεις σε περιμέναμε χαρά μου, αδερφέ μου, σαράντα μέρες χουβαρντά μου..”

 

 

 Στο μαρτυρικό μας χωριό, πριν από 74 χρόνια συντελέστηκε μια μεγάλη τραγωδία, η οποία σημάδεψε τις ζωές όλων εκείνων, που αγωνίστηκαν και αντιστάθηκαν στα Γερμανικά στρατεύματα της Κατοχής. Μια τραγωδία που σφράγισε τις ζωές των κατοίκων, οι οποίοι πάλεψαν να επιβιώσουν μέσα από τα χαλάσματα.

 -Ώρα 10: 30 π.μ.:   Επίσημη  Δοξολογία στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννη.

-Ώρα 11: 00 π.μ.: Επιμνημόσυνος δέηση στην πλατεία Αρμί, στο χώρο του Ηρώου.

Εκφώνηση του Πανηγυρικού της ημέρας από  τον κ. Γιώργο Ψαρουδάκη (Φιλόλογο – Ιστορικό, εγγονό του Περβολογιώργη), με τίτλο «Οι Αγώνες των Ανωγειανών για Ελευθερία και Ανθρωπιά». Απόσπασμα από το τραγούδι της Ειρήνης  Αναγνωστάκη με τίτλο «Ω! Παναγιά μου Ανωγειανή» από την Μαρίνα Δακανάλη .

-Κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο της πλατείας Αρμί.

-Ενός λεπτού σιγή.

-Ανάκρουση Εθνικού Ύμνου.

-Πέρας Τελετής.

Ώρα  21: 30 μ.μ.: Θέατρο «Νίκος Ξυλούρης», θα ακολουθήσει εκδήλωση αφιερωμένη στον Ψαραντώνη.

 

Στ’ Ανώγεια σε γειτονικά σπίτια, βρίσκονταν ανήμπορα στο κρεβάτι δυο ξαδέρφια. Ο Γιάννης και ο Κώστας Ξυλούρης. Χτυπήθηκαν από τη μοίρα σε νεαρή ηλικία. Είχαν σπάσει σε ατυχήματα την σπονδυλική τους στήλη. Ο Γιάννης στο βουνό και ο Κώστας όταν προσπαθούσε να φορτώσει ένα γάιδαρο. Πριν τον πόλεμο. Όταν οι Γερμανοί τον Αύγουστο του 1944 αποφάσισαν να διώξουν τα γυναικόπαιδα από τ’ Ανώγεια, δεν επέτρεψαν να μείνουν κοντά οι αδερφές τους για να τους φροντίζουν. Κι όχι μόνο αυτό. Σκότωσαν τα παλικάρια και κατόπιν ανατίναξαν τα σπίτια τους. Έτσι πέτρες, ξύλα και κορμιά έγιναν ένα. Οι Ξυλούρηδες, ο Γιάννης και ο Κώστας πέρασαν στην αιωνιότητα. Για να θυμίζει η θυσία τους τη νέα τάξη πραγμάτων και πως την εννοούσαν οι δυνάμεις του άξονα. Για να θυμίζει σήμερα η θυσία τους, την θέση που κατείχαν πανανθρώπινες αξίες όπως σεβασμός, αξιοπρέπεια, πολιτισμός, στη σκέψη των κατακτητών Γερμανών.

Αφήγηση Νίκη Ξυλούρη-Καλομοίρη (κουνιάδα του Γιάννη Ξυλούρη ενός από τους δυο Ξυλούρηδες της ιστορίας):

“Μας πήρανε από παέ οι Γερμανοί, μας εμαζέψανε και μας επήγανε στο σχολείο στο Αρμί. Μας επήρανε από κια όλα τα γυναικόπαιδα και μας επήγανε στο Γενή Γκαβέ και μας εδιακλαδώσανε και εμοιραστήκαμε στα χωριά προς το Πέραμα. Εγώ τότε, όταν κατεβαίναμε στο Πέραμα εβρήκα ευκαιρία και έφυγα από τση Γερμανούς. Μου κλουθούσανε και δυο τρεις άλλες κοπελιές. Τονέ ξεφύγαμε, επιάσαμε τα βουνά κι εβγήκαμε εις το Χουμέρι. Από το Χουμέρι εβγήκαμε στον Άγιο Ιωάννη και μετά στα Ζωνιανά. Από τα Ζωνιανά ξετρυπήσαμε στη περιοχή του χωριού μας στη Σπαθαριά. Εγώ ήμουνε κοπελοπούλα. Στη Σπαθαριά εβρήκαμε κι άλλους χωριανούς μας, τον άντρα μου, το Διαμαντή και άλλους. Ο κουνιάδος μου ο Ιωάννης Ξυλούρης του Νικολάου ή Κίτρης τον αφήκανε οι κουνιάδες μου στο κρεβάτι. Αυτός πριν τον πόλεμο εβόσκευε στα βουνά. Έβλεπε τση κατσίκες. Εξάπλωσε σε ένα χαράκι και φαίνεται πως εγύρισε εκεί που κοιμούντανε και έτσι που γύρισε έκανε πέζα (δάμακα, δετάρι) και γκρεμίστηκε. Έσπασε τη μέση του. Γιατροί τότε ορθοπεδικοί και μέσα δεν εβρίσκουντανε. Και μια πραχτική η Μαριόρα του ‘πε:Θα κείτεσαι στο κρεβάτι ανάσκελα και ίσως να σε βοηθήσει ο Θεός να σταθείς στα πόδια σου. Αλλά αυτός εκοίτουντανε πολλά χρόνια..

 “Μέσα στους Γερμανούς ήταν και Γκεσταμπίτες…”

Όταν μας εμαζέψανε φύγανε κι οι αδερφήδες του. Οι Γερμανοί τση βγάλανε όξω κι εφήκαντονε στο κρεβάτι. Ο Γιάννης ακίνητος. Και στο διπλανό σπίτι ήτανε στο κρεβάτι και ο ξάδερφος του ο Κώστας Ξυλούρης του Γεωργίου ή Κίτρης. Κι ο ένας στο κρεβάτι κι ο άλλος. Την ίδια πάθηση είχε και ο Κώστας. Εφόρτωνε ξύλα στο γάιδαρο, πριν τον πόλεμο.Έτσα που φόρτωνε έβαλε το σκοινί στο σκαρβέλι. Πιάνει το φόρτωμα με τα δόντια του για να το σύρει. Σπα το σκαρβέλι και πέφτει με την πλάτη. Έσπασε κι αυτός την σπονδυλική του στήλη όπως και ο ξάδερφος του ο Γιάννης. Κι εκείτουντανε κι αυτός. Ήτανε και συνομήλικοι. Δεκαφτά-δεκαχτώ χρονών.Μας ελαλούσανε οι Γερμανοί και μας εβγάλανε όξω από το χωριό και εμείνανε τα παιδιά στο κρεβάτι στα σπίτια ντως. Αρχίξανε και καίγανε οι Γερμανοί το χωριό. Μέσα στους Γερμανούς ήτονε και γκεσταμπίτες και μπήκανε στο σπίτι του Γιάννη Ξυλούρη. Αυτός φαίνεται γνώρισε κανένα. Αυτό το συμπέρασμα έβγαλε ο άντρας μου. Και θα του ‘πένε ο Γιάννης του γκεσταμπίτη που μωρέ θα πας δε θα γυρίσει η εποχή; Ο άλλος σου λέει αυτός με γνώρισε εδά και πρέπει να τονέ ξεβγάλω. Και του παίζει δυο πυροβολισμούς στο στήθος και μετά ανατινάξανε το σπίτι και τονέ πλάκωσε.

“Τον ξέθαψαν για να τον θάψουν…”

Ο άντρας μου έβγαινε στο Βενέρι με τον Διαμαντή και με τον Μπαμπακιό. Τότε ήρθε ο Μπαμπακιός για να θάψει το κοπέλι του που το ‘χανε σκοτώσει οι Γερμανοί. Ήρθε κι ο άντρας μου ο Γιώργης ο Ξυλούρης για να ξεχώσει τον αδερφό του. Επήγε με τον Διαμαντή. Βγάνουνε τση πέτρες, τονέ βρίσκουνε και παίρνουνε μια κουβέρτα και τονέ βάνουνε να τόνε πάνε στο νεκροταφείο. Και τότε είδε τση σφαίρες πως τον είχανε σκοτωμένο. Εφύγανε μετά και οι Γερμανοί τση προλάβανε από το Κατσιπρομούρη και από το δέτη του Τσουρολιό και από τα Σπιθουριανά.. Τόσε βάνανε αλλά εμπήκανε στο ρυάκι και τόσε φύγανε.Τον Κώστα το Ξυλούρη δεν τον βγάλανε από το γκρεμισμένο σπίτι. Δεν επρολάβανε.Μετά που φύγανε οι Γερμανοί ήρθανε τα αδέρφια του κι ο Κιτρογιάννης και επολεμήσανε και τονε βγάλανε κι αυτόν. Οι Γερμανοί δεν τα σεβαστήκανε τα παιδιά. Στο κρεβάτι που κείτουντανε κι οι δυο κακό θέλα τόσε κάνουνε τω Γερμανώ; Εφοβηθήκανε δυο ανάπηρα παιδιά; Κι όμως τα σκοτώσανε και εγκρεμίσανε τα σπίτια ντως και τση πλακώσανε..Γιατί;

Όταν οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα των Ανωγείων στο σχολείο στη θέση Αρμί, με σκοπό να τα οδηγήσουν έξω και μακριά από το χωριό τους, όπως και έγινε οδηγώντας τα στο Πέραμα, πολύ λίγο τους ενδιέφερε η κατάσταση της υγείας των. Η βιασύνη τους να κάψουν και να λεηλατήσουν το χωριό ήταν μεγαλύτερη από το να δώσουν σημασία στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ένας αριθμός Ανωγειανών, γερόντων και γυναικών.Μεταξύ τους και η Αλεξάνδρα Φασουλά. Έγκυος, περιμένοντας να γεννήσει το πρώτο παιδί της από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα. Οδηγήθηκε και αυτή στο Αρμί και υποβλήθηκε στο μαρτύριο της εξαντλητικής πορείας  που ακολούθησαν οι Ανωγειανές μέχρι να φτάσουν στο Πέραμα.

Η ίδια διηγείται:”..το 1942 αρραβωνιαστήκαμε με τον Κωστή, το 1943 στεφανωθήκαμε και το 1944 μας εδιώξανε οι Γερμανοί από το χωριό. Το ‘χάμε σύστημα. Αν ήθελα γαυγίζουνε οι σκύλοι εξέραμε ότι ερχόντουσαν οι Γερμανοί. Το φωνάζανε μετά στο χωριό.

-Γερμανοί έρχουνται! Γερμανοί έρχουνται!

Εκείνο το πρωινό ακούστηκε ότι ήρθανε οι Γερμανοί στο χωριό και είπανε να συγκεντρωθούμε όλες οι γυναίκες στο Δημοτικό σχολείο. Εγώ δεν επήγα αμέσως. Το ‘πα τση γειτόνισσας επειδή ήμουνε ετοιμόγεννη να γεννήσω. Κι άλλες φωρές που μας είχανε φωνάξει οι Γερμανοί δεν επήγαινα. Μου λέει η γειτόνισσα κάτσε και μη ‘ρθεις. Αλλά τελευταία ήρθανε τρεις Γερμανοί και μου λένε παρτί! Είπα ντως ότι δεν μπορώ, τώρα θα γεννήσω μα αυτοί με πήρανε. Μας συγκεντρώνουνε όλα τα γυναικόπαιδα στο σχολείο και τε μας εβάνουνε μπροστά το μεσημέρι. Και πηγαίναμε και πηγαίναμε με τα πόδια, που να πρωτοπάς. Κάθε δέκα γυναίκες ήτονε και ένας Γερμανός εμένα με είχανε τρεις στη μέση. Στο “Βαθύ Στενό” μας εφήκανε να πιούμε νερό. Εγώ ήμουνε με την μάνα και την πεθερά μου. Είδα ένα και φόριε τρία γαλόνια. Λέω ότι αυτός είναι αξιωματικός και αποφασίζω να πάω να του μιλήσω. Μου σύρνουνε τση φωνές η μάνα μου και η πεθερά μου, θα σε σκοτώσουνε μόνο μη πας μου λέγανε. Εγώ ήμουνε αποφασισμένη, δεν εμπορούσα να πηγαίνω άλλο με τα πόδια και λέω ντως ότι θα πάω κι ας με σκοτώσουνε. Επήγα και ο Γερμανός μου λέει τι θέλεις εσύ;Του λέω να με αφήσετε εδώ, δεν το βλέπεις ότι θα γεννήσω; Αυτός ήξερε λίγο τα Ελληνικά. Αυτός μου λέει όχι εδώ. Να κοιτάζεις να μ’αφήνεις πίσω σου. Θα σ’αφήσω στο Γενί Γκαβέ, στο Πέραμα, όχι εδώ.

Η πεθερά μου λέει να πάμε μέχρι τον Αήμονα που ‘χάμε μια συντέκνισσα και να του πω να με αφήσει εκεί. Λέω του Γερμανού να με αφήσει στον Αήμονα. Αυτός ο Γερμανός ήτονε καλός, λίγο ηλικιωμένος και εδέχτηκε. Από την άλλη μεριά όμως ήτονε ένας κοντός, αδύνατος, ένας ψακωμένος Γερμανός και με ξάνοιγε άγρια. Εγώ νόμιζα ότι θα κάνω το παιδί εκείνη τη στιγμή γιατί ήμουνε και πρωτόγεννη και δεν ήξερα. Σ’όλο το δρόμο έλεγα Παναγία μου και βοήθησε με! και ο ψακωμένος Γερμανός μου φώναζε, παρτί, πόλεμος, άντε! και κάθε φορά μου παίζε μια στον ώμο με το όπλο. Εγώ του ‘λέγα πήγαινε μπροστά, είναι ανάγκη να πηγαίνομε μαζί; Αλλά αυτός δεν εκαταλάβαινε ήντα του ‘λέγα. Ο άλλος Γερμανός ο ηλικιωμένος μου ‘λέγε συνέχεια τι κρίμα εσύ! Μόλις περπατούσαμε λίγο εγώ κάθε είκοσι μέτρα να σταθώ γιατί δεν εμπόρουνα. Να ‘ρθεί πάλι ο κοντός να μου κάνει τα ίδια, να με σπρώχνει και να μου φωνάζει παρτί! Φύγε από μπροστά μου του ‘λέγα συνέχεια αλλά αυτός το ίδιο βιολί εβάστουνε συνέχεια. Τίποτα αυτός εκεί. Με χίλια βάσανα εκατάφερα και φτάξαμε στον Αήμονα. Όταν επροβάλαμε στο χωριό τον έχασα τον ηλικιωμένο Γερμανό και λέω ήντα θα γενώ τώρα. Εκοίταζα γύρου γύρου και μ’είδε από απόσταση και έρχεται. Μου λέει σταμάτα. Ο άλλος με χτύπουνε να προχωρώ. Ο Γερμανός που ήρθε κοντά βγάνει δυο σοκολάτες και μου λέει να τση φάω που είναι για τον πόνο και να μ’αφήσει όπου θέλω. Εγώ τση σοκολάτες τσι δώκα του κουνιάδου μου του Ζαχαρία που το σύρναμε μαζί μας κοπέλι δέκα χρονών ήτονε τότε. Όταν εφτάξαμε στον Αήμονα μας εφήκανε όλο τον κόσμο να πιούμε νερό. Αύγουστος μήνας, μεσημέρι. Άμα πέρασε λίγη ώρα ξανοίγω να ιδώ τον αξιωματικό και δεν τον έβλεπα πάλι. Ώφου και ήντα θα γενώ έλεγα. Μια στιγμή πάλι τον είδα να έρχεται από μακριά.

 

Ο κοντός ήτονε συνέχεια δίπλα μου. Μου λεει παρτί. Πήγαινε του λέω δεν βλέπεις ότι δεν μπορώ να πορπατώ; Μου κουμπίζει το όπλο απάνω μου και μου λέει πάλι παρτί! Εγώ έκλαιγα και να τον άλλο και μου λέει γιατί κλαις; Του λέει η μάνα μου δε βλέπεις παιδί μου να τη σκοτώσει θέλει. Γυρίζει ο αξιωματικός και του λέει σακραμέντο! Και τόνε διώχνει. Του λέω σε παρακαλώ άσε με εδώ στο χωριό. Εμπήκαμε σε ένα στενό και μας άφησε. Εξαιτίας μου μείνανε πολλές γυναίκες. Γιατί του λέει η πεθερά μου ότι θέλουμε βοήθεια από γυναίκες, θέλουμε μαμή και έτσι εμείναμε η πεθερά μου, η μάνα μου, μια θεία μου και δυο τρεις άλλες συγγενείς. Οι Γερμανοί ήρθανε δυο τρεις φορές και μας λέγανε παρτί αλλά ο αξιωματικός τση διώχνε. Όντεν εφύγαμε από τα Ανώγεια είχα πάρει ένα τυρί για τη γέννα μου και το σήκωνε η πεθερά μου. Έρχεται και μου λέει να του πάω το τυρί του Γερμανού μα βγαίνει του. Κόβγω το μισό τυρί και του το πάω και μου λέει όχι, δική σου μαντζαρία εμείς έχομε. Όταν εξεκουραστήκανε λίγο οι γυναίκες και εφέυγανε από τον Αήμονα  με τση Γερμανούς πάλι πορεία ήρθε και με χαιρέτηξε. Η μάνα μου τόνε ρώτηξε αν χαλάσουνε το χωριό κι αυτός μας είπε μπαμ, μπαμ όλο κάτω. Τότε έβγαλε μια φωτογραφία από το τσεπάκι του και μου δείχνει τη γυναίκα του. Μου λέει ότι και η γυναίκα του ήτονε όπως κι εγώ έγκυος. Γι’αυτό με λυπήθηκε και μένα. Σου λέει αλάμπηλήρη ήντα να πάθει κι η δική του εκεί που είναι. Και ήθελε ο Θεός και εφύγανε και μας αφήκανε κειδά πέρα.

Το βράδυ ήρθε ο άντρας μου με τον Σταυρακοβασίλη να με ιδούνε. Είχανε ρωτήξει και εξέρανε που είμαστε. Μόλις ενύχτωσε και ήρθανε εφωνάξανε κάποιοι, Γερμανοί! Και φεύγουνε και δεν τσ’ είδαμε καθόλου. Εμείς επήγαμε και μείναμε στο σχολείο του Αήμονα και επερίμενα να γεννήσω. Μετά δυο μέρες ήρθε στον Αήμονα ο γούμενος ο Δακανάλης τση μονής Χαλέπας. Του ‘πάνε οι Αημονιώτες ότι είναι μια γυναίκα Ανωγειανή να γεννήσει και με κάλεσε και πήγα στο μοναστήρι που έμενε ένας συγγενής του γιατρός, Δακανάλης κι αυτός. Και πήγαμε με τη μάνα μου. Στο μοναστήρι ήτονε πολλοί ανθρώποι και μας επήγανε σε ένα αχεριώνα. Και σε δυο μέρες αρχινά η γέννα. Ούτε κρεβάτι ούτε πράμα. Χάμε στο χώμα εγέννησα. Και έκανα ένα αγόρι. Αλλά δεν ήτονε τυχερό και επέθανε. Εκατέβηκε λουροδεμένο και επέθανε.Εκατέβηκε λουροδεμένο και εχάθηκε. Όλα τα φταίνε οι Γερμανοί. Από την ταλαιπωρία του δρόμου και την προπατηξά εχάθηκε το κοπέλι. Αν ήμουνε στο σπίτι μου δεν ήθελα χαθεί. Από το μοναστήρι κάθε μέρα γροικούσαμε μπουμ μπουμ και εφαίνουντανε οι καπνοί που ανατινάζανε οι Γερμανοί το χωριό. Εγώ εγέννησα τέσσερις μέρες μετά που εφύγαμε από το χωριό, 17 Αυγούστου του 1944 και ήμουνε τότες 22 χρονών. Το ίδιο βράδυ τση γέννας ήρθε ο πεθερός μου και του λέω:

-Εχαλάσανε οι Γερμανοί το σπίτι μας;

-Σήμερο που έχασες το γιο σου εχαλάσανε και οι Γερμανοί το σπίτι, μου ‘πε.

Εγώ όταν ήρθα στο χωριό το σπίτι το γνώρισα από μια μουριά που είχε απ’ έξω. Στη Γερμανία επήγα και έκαμα ένα χρόνο. Ήταν η κόρη μου εκεί και ήθελα να κάνει εγχείρηση χολή και είχε δυο μικρά παιδιά. Και μου λέει να έρθεις μαμά να με βοηθήσεις. Εκεί που έμενε στη γειτονιά ήσανε όλοι Γερμανοί. Πολλές φορές εκατέβαινα να πάρω γράμματα από το γραμματοκιβώτιο και ένας γέρος Γερμανός κουτσός έβγαινε μπροστά μου και μου έλεγε:

-Καπούτ οι κρέτα! Στην Κρήτη ετραυματίστηκε και εκουτσάθηκε μας έλεγε.

Κι εγώ του ‘λέγα:

-Μα ήντα γυρεύγετε εσείς κι ήρθατε στην Κρήτη;

 

Στα πλαίσια της 100χρονης πορείας, ζωής και δράσης του ΚΚΕ πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση στα Ανώγεια της Κρήτης. Με την ανταπόκριση πλήθους κόσμου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση της ΤΕ Ρεθύμνου του ΚΚΕ και της ΚΟΒ Ανωγείων για την 74η επέτειο της ηρωικής μάχης που έδωσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ Ανωγείων ενάντια στους Γερμανούς φασίστες κατακτητές. Δεκάδες κόσμου παραβρέθηκε στο «Σφακάκι» στα Ανώγεια, την ακριβή τοποθεσία όπου δόθηκε η ιστορική μάχη του εφεδρικού ΕΛΑΣ Ανωγείων ενάντια στους Γερμανούς. Η ομάδα των Γερμανών είχε αιχμαλωτίσει 98 γυναικόπαιδα, τα οποία τελικά ελευθέρωσε δίχως κανένα θύμα, ενώ οι Γερμανοί αιχμαλωτίστηκαν όλοι. Το ιστορικό αφηγήθηκε ο μοναδικός και ο νεότερος σε ηλικία αιχμάλωτος, μόλις 13 χρόνων τότε, και επιζώντας σήμερα Χαχλιούτης Γιάννης.

Στη συνέχεια φύγαμε από αυτήν την περιοχή για το ραντεβού μας στη πλατεία Αρμί όπου θα συνεχιζόταν το πρόγραμμα της εκδήλωσης. Το πρόγραμμα άνοιξε ο γραμματέας της ΚΟ Ανωγείων Αντώνης Ρούλιος καλωσορίζοντας τους Ανωγειανούς που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα τιμής και μνήμης των αγωνιστών συγχωριανών τους.
Διαβάστηκε σύντομο ιστορικό της επετείου και ακούστηκαν τα ονόματα των 11 ΕΛΑΣιτών ηρώων της μάχης στο Σφακάκι. Από μέλη της ΚΝΕ διαβάστηκε το ποίημα του μεγάλου Τούρκου ποιητή ΑζίζΝεσίν «Σώπα μη μιλάς».Το λόγο πήρε MανούσοςΜανουσογιάννης, μέλος του ΤΓ του ΚΚΕ και Δημοτικός Σύμβουλος Ρεθύμνου ο οποίος αναφέρθηκε στην 100χρονη ζωή και δράση του ηρωικού ΚΚΕ.
Αναφέρθηκε στις σημαντικότερες στιγμές της δράσης του, αναδεικνύοντας την ορθότητα της πολιτικής του από την σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των φυσικών της  συμμάχων.  Τόνισε ότι «Αδιάψευστος μάρτυράς μας είναι η 100χρονη Ιστορία μας. Η Ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Που βεβαιώνουν και αποδείχνουν ότι κινητήρια δύναμη της προόδου, της Ιστορίας, είναι η ταξική πάλη

Και καμία δύναμη δεν μπορεί ούτε να ματαιώσει ούτε να αντιστρέψει αυτήν την πορεία.

Και το καινούργιο, το νέο, το σύγχρονο, είναι ο σοσιαλισμός που θα νικήσει το παλιό και γερασμένο σύστημα της εκμετάλλευσης, της φτώχειας και των πολέμων, τον καπιταλισμό.
Σε αυτόν τον όμορφο δρόμο του αγώνα, σας καλούμε να συσπειρωθείτε με το ΚΚΕ
Δυναμώστε το ΚΚΕ παντού. Στους συλλόγους, στα σωματεία και στις βουλευτικές εκλογές, όποτε κι αν γίνουν. Στις ευρωεκλογές, στις τοπικές εκλογές. Απέναντι σε μια χούφτα παράσιτα εκμεταλλευτές καπιταλίστες, είναι οι εργάτες, οι αγρότες, οι άνεργοι. Είναι οι επαγγελματίες , οι γυναίκες και τα νέα παιδιά της λαϊκής οικογένειας.

Σας καλούμε να αξιοποιήσετε σωστά τη μέχρι τώρα πείρα. Μην παίξετε άλλο στο παιχνίδι του διπολισμού – δικομματισμού που βολεύει το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ.

Ενισχύστε τη δύναμή σας.

Ενισχύστε το ΚΚΕ

– που μπορεί να ηγηθεί της μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας, που θα αγκαλιάσει τη λαϊκή πλειοψηφία, όλα τα λαϊκά στρωματά.

– Που θα εμποδίσει αντιλαϊκά μέτρα, θα διεκδικεί μέτρα ανακούφισης. Και το πιο σημαντικό, θα στοχεύει τον πραγματικό αντίπαλο, το κεφάλαιο και την εξουσία του.
Η ζωντανή εκδήλωση ολοκληρώθηκε με το μουσικό κρητικό συγκρότημα των καλλιτεχνών αδερφών Μενέλαου και Γιώργου Νταγιαντά και της παρέας τους.

Χαιρετίζουμε όλους, που συνέβαλαν για την επιτυχία, αυτής της ιστορικής εκδήλωσης

Του Γιώργου Καλογεράκη

Δημοσιευμένο και στην εφημερίδα του Ηρακλείου “ΠΑΤΡΙΣ”

Στις 8 Αυγούστου 1944, άνδρες του συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής με επικεφαλής τον Στάνλεϋ Μος και αντάρτες της Ανεξάρτητης Ομάδος Ανωγείων υπό τις διαταγές του Νικολάου Σταυρακάκη ή Αεροπόρου, διενήργησαν το σαμποτάζ της Δαμάστας.

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, ο αντάρτης της Α.Ο.Α. Μανόλης Σπιθούρης – Νταμπακομανόλης τραυματίστηκε στην κοιλιακή χώρα με εμπρηστικό βλήμα πυροβόλου όπλου.

Αφού επιδέθηκε πρόχειρα το σοβαρό του τραύμα, αφέθηκε στη σκιά ενός πρίνου για  να πεθάνει. Κανείς δεν πίστευε ότι θα επιζήσει. Και ο Λοχαγός Μος πίστεψε ότι ο  θάνατος για τον Νταμπακομανόλη ήταν ζήτημα ωρών.

Όταν επέστρεψαν μετά την επιχείρηση οι  αντάρτες, με μοναδικό σκοπό να πάρουν  το σώμα του και να το μεταφέρουν στα Ανώγεια,  δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ο  Νταμπακομανόλης ήταν ακόμη ζωντανός. Τον μετέφεραν στη σπηλιά «Αχυρόσπηλιος» (κοντά στο χωριό Αηδονοχώρι), όπου πέρασε τη νύχτα.

Την επόμενη ημέρα, 9 Αυγούστου 1944, μεταφέρθηκε στα Ανώγεια στο σπίτι του  πατέρα του, Βασίλη Σπιθούρη. Εκεί έμεινε τρεις ημέρες, όταν ήρθε το μαντάτο πως οι Γερμανοί βαδίζουν προς το χωριό. Ο Γεώργιος Δραμουντάνης ή Στεφανογιώργης, στις 12 Αυγούστου 1944, λίγο πριν βραδιάσει, δίνει εντολή να μεταφερθεί ο  τραυματίας στο λημέρι των ανταρτών στον Ψηλορείτη.

Η Ειρήνη Χαιρέτη περιγράφει την αναχώρηση των ανταρτών από τα Ανώγεια, το δειλινό της 12ης Αυγούστου προς τον Ψηλορείτη και τη μεταφορά του τραυματία  Νταμπακομανόλη:

«…μετά  το  σαμποτάζ  στη  Δαμάστα  είχανε  τον  τραυματία  Νταμπακoμανόλη  στα  Σπιθουριανά  στο  σπίτι  του.  Εμείς  είμαστε  στο  χωριό.  Εκάνανε  το  σύνθημα  ότι  έρχουνται  οι  Γερμανοί.  Είχανε  ένα  σύνθημα  αυτοί  που  βλέπανε  τότε  και  όντε  σφυρίζανε  σου  λέει  έρχονται  Γερμανοί.  Σφυρίζανε  για  να  το  γροικούνε  οι  άλλοι.  Μια  στιγμή  βλέπομε  ένα  τσούρμο  κι  ερχόντανε  από  τα  Σπιθουριανά  κι  έχουνε στο  φορείο  το  Νταμπακομανόλη.  Ο  Δραμουντάνης  ο  Γιώργης  λέει:

-Ιφιάνασα,  Ειρήνη  ακολουθήσετέ  μας.

Η  Ιφιάνασα  είναι  η  πιο  μεγάλη  μου  αδερφή.  Όπως  είμαστε  ακολουθήσαμε.  Η  Ιφιάνασα  εγύρισε  και  πήρε  μια  πετσέτα,  αυτές  τσι  Ανωγειανές  τσ’υφαντές,  άσπρη  και  τη  βαστούσε.  Κι  όταν  περάσαμε  τη  Ζώμινθο  απάνω  ψηλά  λένε:

-Δε  βαστά  κανείς  τίποτα  πετσέτα,  μαντήλι,  να  το βάλομε  στο  πρόσωπο  γιατί  κρυώνει  ο  τραυματίας;

Και  δίνει  η  Ιφιάνασα  την  πετσέτα  που  κρατούσε  και  την  βάνουνε  στον  τραυματία.  Εφτάξαμε  στη  Μίθια  και  στο  λημέρι  εκεί  που  ήτανε  τ’ ανταρτικό. Μαζί  με  τον  τραυματία  Νταμπακομανόλη…»1

Οι Γερμανοί εισήλθαν στα Ανώγεια το πρωί της 13ης Αυγούστου 1944. Αμέσως ξεκίνησαν την λεηλασία, πυρπόληση και καταστροφή του χωριού.

Διαβάστε την συνέχεια... »

-->