Ιστορία

Πλήθος κόσμου βρέθηκε σήμερα στην πλατεία Αρμί, για να τιμήσει την επέτειο της 25ης Μαρτίου και να παρακολουθήσει την παρέλαση των μαθητών. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και αυτό συνέβαλλε στο  να γεμίσει η πλατεία.

Στην εκκλησία του Αϊ Γιάννη  τελέστηκε η επίσημη δοξολογία, στη συνέχεια, στο άγαλμα του «Ανωγειανού Αγωνιστή» έγινε κατάθεση στεφάνων και αμέσως μετά  ακολούθησε μαθητική η παρέλαση.

Τα Ανώγεια τίμησαν με σεβασμό και εκτίμηση τους ήρωες που θυσίασαν τα πάντα για να ελευθερώσουν την πατρίδα μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς.

Χρόνια πολλά σε όλη την Ελλάδα!

Τα Ανώγεια θα γιορτάσουν την ιστορική επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821  με τον Δήμο να ανακοινώνει το πρόγραμμα της παρέλασης και των εκδηλώσεων στην πλατεία Αρμί. Το πρόγραμμα του εορτασμού έχει ως εξής:

-Γενικός σημαιοστολισμός  από της 8ης πρωινής ώρας της 22ης Μαρτίου μέχρι και της δύσης του ηλίου της 25ης Μαρτίου 2013.

-Φωταγώγηση όλων των Δημόσιων και Δημοτικών Καταστημάτων,καθώς και των Καταστημάτων των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Υποκαταστημάτων των Τραπεζών,κατά τις βραδινές ώρες της 24ης και 25ης Μαρτίου 2013.

 

Τρίτη  25 Μαρτίου 2014

 

-11 π.μ Τέλεση επίσημης δοξολογίας στον Κεντρικό,Ιερό Ενοριακό Ναό του Αγίου Ιωάννη.

Κατάθεση στεφάνων εκ μέρους των:

Δήμου Ανωγείων

Αστυνομικό τμήμα Ανωγείων

Εθνικής Αντίστασης

Λυκείου Ανωγείων

Γυμνασίου Ανωγείων

Δημοτικού Σχολείου Ανωγείων

-Ενός λεπτού σιγή

-Εθνικός Ύμνος

 

Θα ακολουθήσει παρέλαση μαθητιώσας νεολαίας.

Στις παραπάνω εορταστικές εκδηλώσεις καλούνται να παραβρεθούν όλοι οι Δημότες.

Ρεπορτάζ  Γιώργης Μπαγκέρης

Πλήθος κόσμου όλων των ηλικιών βρέθηκε την Πέμπτη το απόγευμα στην ενορία του Αγίου Γεωργίου όπου ο π. Ανδρέας Κεφαλογιάννης τέλεσε τρισάγιο στην μνήμη του Γιάννη Δραμουντάνη ή Στεφανογιάννη, του αρχηγού της Αντίστασης που εκτελέστηκε μετά από μπλόκο των Ναζί στα Ανώγεια στις 13 Φεβρουαρίου 1944.

Εβδομήντα χρόνια μετά οι Ανωγειανοί τιμούν τους ανθρώπους που θυσίασαν το μεγαλύτερο αγαθό ,την ζωή τους για να είμαστε σήμερα ελεύθεροι.

Το παρών στον ιερό ναό έδωσαν μεταξύ άλλων ο Δήμαρχος Ανωγείων κ. Σωκράτης Κεφαλογιάννης μαζί με πολλά μέλη του Δημοτικού συμβουλίου, ο πρόεδρος του Πολιτιστικού συλλόγου κ.Νίκος Βρέντζος και αρκετά μέλη της οικογένειας Δραμουντάνη.

Παρών ήταν και ο γιος του Στεφανογιάννη Ζαχαρίας και ο εγγονός του και πρώην υποψήφιος Δήμαρχος Ανωγείων Γιάννης Ζ. Δραμουντάνης με την σύζυγο του, εμφανώς συγκινημένοι για την τιμή που γίνεται στον άνθρωπο τους.

Στον λόγο που έβγαλε ο π. Ανδρέας μίλησε για τον κίνδυνο που διατρέχει η πατρίδα μας με την εξάπλωση του Φασισμού, τονίζοντας πως πρέπει να είναι πάντα επίκαιρα τα μηνύματα που μας αφήνει ο Στεφανογιάννης λέγοντας χαρακτηριστικά:

”Να πολεμήσουμε με τα δικά του όπλα ο καθένας. Να αντισταθούμε και να ξεσηκωθούμε για να διεκδικήσουμε αυτά που μας ανήκουν. Να αντισταθούμε όπως μας έμαθαν άντρες σαν τον Στεφανογιάννη”.

 

 Συγκίνησε με το τραγούδι

του ο Αχιλλέας Δραμουντάνης

 

Καμάρι των Ανωγειανών στολίδι στο Μειντάνι,

Του Ψηλορείτη γέννημα αητέ Στεφανογιάννη.

 

Αυτή τη  μαντινάδα μαζί με το τραγούδι του χωριού είπε μετά το τρισάγιο με την λύρα του και τη συνοδεία του ο Ανωγειανός καλλιτέχνης Αχιλλέας Δραμουντάνης σε μια συγκινητική εκτέλεση που έκανε μέσα στον χώρο της εκκλησίας.

Η ατμόσφαιρα υπήρξε μοναδική  φέρνοντας σε όλους μας περηφάνια αλλά και χρέος που είμαστε Ανωγειανοί.

 

Πρώτα χαλάσαν το σχολειό
και κάψαν τα θρανία
και τα παιδιά μας φύγανε
εις τα οικοτροφεία

Πρώτα σκοτώσαν το Σκουλά
κι ετέ τον αρχηγό μας
κι ύστερα βάλαν τη φωτιά
και κάψαν το χωριό μας

Ω, Παναγιά μου Ανωγειανή
που `σουν αυτή την ώρα
όταν εβάλαν τη φωτιά
στα ξακουσμένα Ανώγεια

 

Ήρθαν τς Αιγύπτου τα πουλιά για να παραθερίσουν,

στα Ανώγεια δεν εβρήκανε τοίχους φωλιές να χτίσουν.

 


Μα το νερό της λησμονιάς
θα πιούμε με το γάλα
να τα ξελησμονήσουμε
τα πάθη τα μεγάλα

 

Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΑΝΔΡΕΑ

ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΕΦΑΝΟΓΙΑΝΝΗ

«Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

Βρισκόμαστε σήμερα εδώ στην εκκλησία του Αϊ Γιώργη για να τιμήσουμε τον άνθρωπο σύμβολο κατά του Φασισμού, τον άνθρωπο σύμβολο κατά του Ναζισμού, τον άνθρωπο που θυσιάστηκε για τη λευτεριά, τη Δημοκρατία, την εθνική ανεξαρτησία και πάνω από όλα για την αξιοπρέπεια.

 

Τιμούμε το Γιάννη Δραμουντάνη ή Στεφανογιάννη, τιμούμε τον αρχηγό, τιμούμε τον αγωνιστή, τον Ψηλορείτη της αντίστασης.

 

Την εποχή της ισοπέδωσης, της φτώχειας, της εξαθλίωσης και της ΝΕΑΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΠΟΥ ΈΧΕΙ ΑΠΛΩΘΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, ΤΗΝ εποχή που το φίδι του Φασισμού έχει και πάλι σηκώσει κεφάλι τα μηνύματα της θυσίας του Στεφανογιάννη είναι όχι μόνο επίκαιρα, αλλά αποτελούν το ΦΑΡΟ για τους αγώνες που θα πρέπει να δώσει η δική μας γενιά.

 

Πέντε χρόνια τώρα ο ελληνικός λαός υποφέρει, αγωνιά, πεθαίνει στο όνομα της δημοσιονομικής προσαρμογής, στο όνομα των πλεονασμάτων, στο όνομα της πληρωμής των χρεών. Όμως, όλα αυτά δεν φέρνουν την ευτυχία, φέρνουν τη δυστυχία, τον πόνο, την ανεργία και στο τέλος την άνοδο του Φασισμού.

 

Ηρθε η ώρα ο ελληνικός λαός να κάνει πράξη την ξαστεριά, να βγει στο ξέφωτο και να δει τον ήλιο, να σηκωθεί λίγο ψηλότερα. Όμως, αυτό δεν μπορεί να γίνει με αποσπασματικές κινήσεις, αλλά με αγώνα ενωτικό και  συγκροτημένο.

 

Ξεκάθαρα είναι τα μηνύματα που στέλνουν οι αγώνες και η θυσία του Στεφανογιάννη. Μας λένε αυτά τα μηνύματα: «Τι περιμένετε; Ξεσηκωθείτε, αξιοποιήστε τα δικά σας όπλα, μην αφήνετε να εξαπλώνεται ο Φασισμός. Οργανωθείτε, αντισταθείτε και η νίκη θα έρθει. Καμία νίκη δεν έρθετε χωρίς θυσίες, καμία νίκη δεν έρχεται χωρίς αγώνα, χωρίς πείσμα».

 

Η Ευρώπη και οι λεγόμενοι εταίροι μας  θα πρέπει να δείξουν την πραγματική τους αλληλεγγύη αν θέλουν να μην βρεθούν μπροστά σε ένα τέρας που οι ίδιοι εκτρέφουν και μιλάμε για το τέρας του ΝΑΖΙΣΜΟΥ.

 

Να πάψουν με τα δήθεν σωτήρια προγράμματα τους να ανασταίνουν τα ΝΤΑΧΑΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΑΟΥΣΒΙΤΣ. Να πάψουν να οδηγούν τους λαούς στην κόλαση.

 

Στις ερχόμενες ευρωεκλογές – και μακάρι να διαψευστώ- η Ευρώπη θα βρεθεί μπροστά σε αποτελέσματα έκπληξη, με τα ποσοστά που θα καταγράψουν οι ευρωσκεπιστικές και οι δυνάμεις των νέο-ΦΑΣΙΣΤΏΝ.

 

Όμως,  έχουμε ακόμα το περιθώριο να το προλάβουμε, πριν φτάσουμε μπροστά σε ένα νέο 1930 με την εμφάνιση νέων σωτήρων τύπου Χίτλερ, που αργά ή γρήγορα θα αιματοκυλίσουν ξανά την Ευρώπη.

 

Ο Στεφανογιάννης που σήμερα τιμάμε, δείχνει το δρόμο και φωνάζει από κει ψηλά ΟΧΙ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ, ΟΧΙ στους ΦΑΣΙΣΤΕΣ, ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ας μου επιτραπεί όμως σε αυτό το σημείο να θυμίσουμε, κυρίως στους νέους ποιος ήταν αυτός ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΔΡΑΣ, με τη βοήθεια του ερευνητή Γιώργη Καλογεράκη

 

 

Ο  Ιωάννης  Δραμουντάνης-Στεφανογιάννης  γεννήθηκε  ΣΤΑ Ανώγεια  Μυλοποτάμου  Ρεθύμνου  το  1897.  Οι  γονείς  του  Στέφανος  και  Ανεζίνα  Δραμουντάνη,  (το  γένος  Σμπώκου).

Σε  ηλικία  είκοσι  ετών  (1917)   παίρνει  μέρος  στον  Α’  Παγκόσμιο  Πόλεμο  με  τα  Ελληνικά  στρατεύματα  που  πολεμούσαν  στο  πλευρό  της  Αντάντ.  Η  θητεία του  στο  στράτευμα  συνεχίζεται  παίρνοντας  μέρος  στη  Μικρασιατική  εκστρατεία  1919-1922  και  βιώνει  τη  Μικρασιατική  καταστροφή.  Σε  ηλικία  33  ετών,  το 1930,  παντρεύεται  την  Χαρίκλεια  Σταυρακάκη  και  αποκτά  μαζί  της  έξι  παιδιά.

Κτηνοτρόφος  στο  επάγγελμα  ο  Ιωάννης  Δραμουντάνης  απολάμβανε  μεγάλο κύρος  όχι  μόνο  από  τους  κατοίκους  του  χωριού  ή  της  περιοχής  Μυλοποτάμου  αλλά  και  της  ευρύτερης  περιοχής  του  Ψηλορείτη  όπως  τα  χωριά  Κρουσώνας,  Βορίζα,  Καμάρες,  Γέργερη  κ.ά.

Η  συμβολή  στη  μεγαλειώδη  Αντίσταση  του  Κρητικού  λαού  τα  χρόνια  1941-1944,  του  Αρχηγού  Ανωγείων  και  Άνω  Μυλοποτάμου  Γιάννη  Δραμουντάνη-Στεφανογιάννη,  θα  μπορούσε  συνοπτικά  να  περιγραφεί  ως  εξής :

1ο)  Λίγο  πριν  τη  μεγαλειώδη  μάχη  της  Κρήτης  μαζί  με  άλλους  συγχωριανούς  του  έκαναν  απροσπέλαστο,  (για  ρίψη  αλεξιπτωτιστών  και  προσγείωση  αεροπλάνων)  το  Οροπέδιο  της  Νίδας,  τοποθετώντας  επί  μέρες  ογκόλιθους  στην  επιφάνειά  του.

2ο)  Αφού  δεν  έγινε  κατορθωτή  η  ρίψη  Γερμανών  αλεξιπτωτιστών  στη  Νίδα,  επικεφαλής  ομάδος  ενόπλων  Ανωγειανών  πήρε  μέρος  στη  Μάχη  της  Κρήτης  από  την  πρώτη  ως  την  τελευταία  ημέρα  στην  περιοχή  Λατζιμά  Ρεθύμνου.

3ο)  Ο  Γιάννης  Δραμουντάνης-Στεφανογιάννης  βοήθησε  και  πέτυχε  την  πρώτη  επαφή  του  πλοιάρχου  Πουλ  με  τον  Αντώνη  Γρηγοράκη-Σατανά  τον  Αύγουστο  του  1941.

4ο)  Μετά  τη  μάχη  της  Κρήτης  ο  Γιάννης  Δραμουντάνης  Στεφανογιάννης  ήταν  ένας  από  τους  32  συνολικά  Κρήτες  που  επικύρηξαν  οι  Γερμανικές  Αρχές  Κατοχής  και  καθ’όλη  τη  διάρκεια  της  τετράχρονης  σκλαβιάς  παρέμεινε  επικυρηγμένος  και  από  τους  πλέον  καταζητούμενους  Κρητικούς.

5ο)  Πήρε  μέρος  σε  όλες  τις  συσκέψεις  των  Αρχηγών  των  ενόπλων  Ανταρτικών  ομάδων  της  Κρήτης  (Καπετάνιων  Μπαντουβά,  Πετρακογιώργη,  Σατανά)  και  προετοίμασαν  από  κοινού  μαζί  με  τον  επικεφαλής  της  Αγγλικής  αποστολής  Τομ  Ταμπάμπιν  τα  πρώτα  σαμποτάζ  που  διενεργήθηκαν  σε  ολόκληρη  την  κατεχόμενη  Ευρώπη  τον  Ιούνιο  του  1942  (σαμποτάζ  Καστελλίου  Πεδιάδος  και  Ηρακλείου,  7  και  13  Ιουνίου  1942).

6ο)  Διατήρησε  άσβεστη  τη  σπίθα  και  τη  δίψα  της  λευτεριάς  σε  μια  μεγάλη  εδαφική  περιφέρεια  της  κεντρικής  Κρήτης  (Άνω και  Κάτω  Μυλοπόταμος – Δυτικό  Μαλεβύζι)

7ο)  Το  δυσκολότερο  έτος  της  Κατοχής,  το  1942,  όταν  οι  αντάρτες  που  λημέριαζαν  στα  βουνά  μετρούνταν  στα  δάχτυλα  των  χεριών,  έδωσε  καταφύγιο  στις  συμμαχικές  αποστολές   οι  οποίες  με  τους  σταθμούς  ασυρμάτου  που  έφεραν  στον  τόπο  μας  διατήρησαν  επαφή  με  το  Στρατηγείο  της  Μέσης  Ανατολής  (τον  ελεύθερο  τότε  κόσμο).  Τα  Ανωγειανά  μητάτα,  Κορακόπετρα,  Μίθια,  Πετροδολάκια  ήταν  τα  ασφαλή  καταφύγια  των  σταθμών  ασυρμάτου  και  των  Άγγλων  Αξιωματικών  Συνδέσμων  Τομ  Ταμπάμπιν,  Ραλφ  Στόκμπριτζ,  Πάτρικ  Λη  Φέρμορ  κ.ά.

8ο)  Παρέμεινε  αδούλωτος  ο  Ψηλορείτης,  το  μοναδικό  ίσως  ελεύθερο  τμήμα  του  νησιού  μας,  βρίσκοντας  εκεί  καταφύγιο  οι  καταδιωκόμενοι  από  τους  Γερμανούς  Κρήτες  αλλά  και  οι  Άγγλοι  στρατιώτες  οι  οποίοι  δεν  κατάφεραν  να  ακολουθήσουν  τους  συντρόφους  τους  μετά  τη  μάχη  της  Κρήτης.  Το  σπίτι  του  Στεφανογιάννη  στα  Ανώγεια  ήταν  το  ασφαλές  κρησφύγετο  δεκάδων  Κρητών  πατριωτών  που  έπεφταν  στη  δυσμένεια  των  κατακτητών  και  από  το  σπίτι  του  Στεφανογιάννη ξεκινούσαν  το  μεγάλο   ταξίδι  για  τα  νότια  παράλια  και  τη  μεταφορά  τους  στην  Αίγυπτο.

9ο)  Ο  Γιάννης  Δραμουντάνης-Στεφανογιάννης  ανέπτυξε  άριστη  συνεργασία με  τον  επικεφαλής  της  κατασκοπίας  των  νομών  Ηρακλείου-Λασιθίου  Γιώργο  Δουνδουλάκη  και  στο  σπίτι  του  στα  Ανώγεια  έγινε  η  αλλαγή  της  Αρχηγίας  από  το  Γιώργο  Δουνδουλάκη  στο  Μιχάλη  Ακουμιανάκη  την  Άνοιξη  του  1943.

10o)  Ο  Γιάννης  Δραμουντάνης-Στεφανογιάννης  τέλος  σφράγισε  με  το  αίμα του    τον  αγώνα  που  έδωσε  για  τα  πανανθρώπινα  ιδανικά  της  Ελευθερίας  της  Δικαιοσύνης  και  της  Ειρήνης,  πέφτοντας  νεκρός  χτυπημένος  πισώπλατα  από  τα  φονικά  βόλια  των  κατακτητών  στις  13  Φεβρουαρίου 1944.

…………………………………………

Τη  νύχτα  της  12ης  Φεβρουαρίου  με  απόρρητη  διαταγή  του  Μίλερ  τα  Ανώγεια κυκλώνονται  από  τους  Γερμανούς.  Ο  κλοιός  αυτή  τη  φορά  είναι  ασφυκτικός.  Οι  κατακτητές  ξέρουν  ότι  ο  Αρχηγός  είναι  στο  χωριό.  Το  χιόνι  έχει  σκεπάσει  τον  Ψηλορείτη  κι  έχουν  πολλές  πιθανότητες  να  τον  συλλάβουν.

Ο  Στεφανογιάννης  προσπαθεί  να  διαφύγει  από  τον  κλοιό.  Μέσα  στη  βούργια    έχει  ένα  πιστόλι  που  του  έχει  χαρίσει  ο  φίλος  του  από  το  Ροδάκινο  Κατσιάς,  μια  χειροβομβίδα  και  τέσσερα  έγγραφα.  Μπαίνει  σ’ένα  μικρό  σπηλιαράκι  στην  τοποθεσία    «Κούκος»  και  κρύβει  τα  έγγραφα  που  κρατά.  Οι  Γερμανοί  τον  πιάνουν.  Ανοίγουν  τη  βούργια  και  βλέπουν  το  πιστόλι  και  τη  χειροβομβίδα.  Και  μόνο  αυτά  αρκούν   για  να  τον  εκτελέσουν.  Η  οπλοφορία  τα  χρόνια  της κατοχής  τιμωρούνταν  με  την  ποινή  του  θανάτου.

………………………………………………

Με  τα  χέρια  δεμένα  πίσω  προχωρεί.  Το  βήμα  του  είναι  σταθερό.  Προχωρεί  αγέρωχος  με  το  μέτωπο  ψηλά.  Δεν  τα  κατάφερε  να  ξεφύγει  από  τους  διώκτες  του.  Χωρίς  να  γνωρίζουν  ποιος  είναι,  τον  οδηγούν,  εκεί  που  έχουν  συγκεντρώσει  τους  άλλους  χωριανούς  του.

Ξέρει.

Στρέφει  το  βλέμμα  του  γύρω.  Τα  σοκάκια  του  χωριού  δεν  θα  τα  ξαναδεί.  Το  Περαχώρι,  την  Καβαλαριά,  το  Αρμί,  το  Μετόχι.

Ξέρει.

Και  προχωρεί  αγέρωχος  με  το  κεφάλι  ψηλά.  Ο  αγώνας  θέλει  θυσίες.

Το  ημερολόγιο  δείχνει  τη  13η  Φεβρουαρίου  1944.

Ξέρει.

Το  προηγούμενο  βράδυ  που  λυσσομανούσε  η  χιονοθύελλα  στη  Νίδα  αποφάσισε  να  κατεβεί  στα  Ανώγεια.  Μοναχά  για  ένα  βράδυ.  Εκείνο  το  βράδυ  διάλεξαν  οι  Γερμανοί  να  κυκλώσουν  το  χωριό.

…εφτάξαν  νύχτα  στο  χωριό, οι  σκύλοι  δε  γαβγίσαν

και  κλείσαν  τα  περάσματα  κι  όλα  τα  μονοπάτια.

Εβρήκε  τ’άστρο  τση  αυγής  τσι  τράγους  μες- τ’αμπέλια

να  καρτερούνε  να’βρουνε  τση  άρχους  στο  χωριό  ντως

να  δούνε  αίμα  να  σκορπά  το  χιόνι  να  ραντίζει

να  δούνε  τσι  Ανωγειανούς  να’ναι  ζωσμένοι  φόβο…

Τα  βήματά  του  γίνονται  πιο  σταθερά.  Φτάνει  στο  σχολειό.  Μόλις  τον  αντικρίζουν  τα  γυναικόπαιδα  ξεσπούν  σε  ουρλιαχτά  απόγνωσης.  Δε  περνά  κάμποση  ώρα  και  οι  Γερμανοί  μαθαίνουν  την  ταυτότητά  του.

Γιάννης  Δραμουντάνης  ή  Στεφανογιάννης.

Η  απόφαση  παίρνεται  αμέσως.

-Θα  εκτελεστείς!!! του  ανακοινώνει  ο  επικεφαλής.

Ο  Στεφανογιάννης  τον  κοιτάζει  κατάματα.

Η  ματιά  του  κατακεραυνώνει  τον  Γερμανό.  Ο  Γερμανός  τρομάζει  και  κάνει  δυο  βήματα  πίσω.

Ξέρει.

Σε  λίγο όλα  θα  τελειώσουν.

Ξέρει.

Ζητά  μια  τελευταία  χάρη  από  τον  αξιωματικό  Γερμανό.  Θέλει  και  απαιτεί  να  μην  εκτελεστεί  μπροστά  στους  χωριανούς  του.  Ο  Γερμανός  αξιωματικός  δέχεται.  Διατάζει  να  τον  οδηγήσουν  πιο  κάτω.

Προχωρεί.  Γυρίζει  και  ρίχνει  μια  τελευταία  ματιά.  Ο  γιος  του  Ζαχάρης  τον  πλησιάζει.  Με  ένα  νεύμα  αυστηρό  τον  διώχνει.  Δεν  θέλει  οι  κατακτητές  να  κάνουν  κακό  στην  οικογένειά  του  και  προσπαθεί  μ’αυτόν  τον  τρόπο  να  τον  προφυλάξει.

Προχωρεί.

Προχωρεί  στον  δρόμο  του  Χ Ρ Ε Ο Υ Σ.

Και  ξέρει.

Κοιτάζει  πίσω  του. Οι  δήμιοι  τον  ακολουθούν.

Ξέρει.

Αυτή  την  τελευταία  στιγμή  κάτι  τον  βασανίζει. Δεν  θέλει  να  τους  κάνει  την  χάρη  να  στηθεί  απέναντί  τους.  Κοιτάζει  την  πλαγιά  που  απλώνεται  κάτω.  Ξέρει.

Και  δεν  διστάζει.  Σπρώχνοντας  το σώμα  του  μπροστά  κάνει  τρία  γοργά  βήματα.

Μ  ό  ν  ο      τ  ρ  ί  α       β  ή  μ  α  τ  α !!!

Κι  εκεί  στον  αέρα,  πριν  προλάβουν  να  πατήσουν  τα  πόδια  του  στη  γη,  δέχεται  τους  απανωτούς  πυροβολισμούς.  Οι  σφαίρες  διαπερνούν  το  σώμα  του.

Είναι  τα  τρία  τελευταία  βήματα  του  Αρχηγού  προς  την  Ελευθερία.  Το  τελευταίο  βήμα  είναι  και

τ ο  μ ε τ έ ω ρ ο  β ή μ α  τ η ς  λ ε υ τ ε ρ ι ά ς  κ α ι  τ ο υ  θ α ν ά τ ο υ.

Πέφτει.

Το  κεφάλι  του  ακουμπά  στη  γη.

Το  σώμα  του  κείτεται  άψυχο.

Ένα  ρυάκι  κόκκινο  αρχίζει  να  σχηματίζεται  στο  χιόνι.

Στις  πλαγιές  του  Ψηλορείτη  μερικά  πουλιά  πετούν  τρομαγμένα  από  το  σάλαγο των  πυροβολισμών.

Ο  Αρχηγός  κείτεται νεκρός

ΑΣ  ΕΊΝΑΙ  ΑΙΩΝΙΑ  ΤΟΥ  Η  ΜΝΗΜΗ»

Τ’ Ανώγεια και η ενορία του Αί Γιώργη με πρωτοβουλία του παπα- Ανδρέα τιμούν την Πέμπτη στις 5 το απόγευμα την μνήμη του αρχηγού της Εθνικής Αντίστασης Γιάννη Δραμουντάνη ή Στεφανογιάννη, με αφορμή την συμπλήρωση 70 χρόνων από την ημέρα που εκτελέστηκε από τα γερμανοφασιστικά στρατεύματα Κατοχής, στον αγώνα για την λευτεριά και την εθνική ανεξαρτησία.
Για τον Αρχηγό και την προσφορά του στην αντίσταση κατά του Φασισμού και τα μηνύματα που στέλνει η θυσία του, σήμερα που ζούμε μια άλλη Κατοχή, θα μιλήσει ο παπα-Ανδρέας.
Στο τέλος της εκδήλωσης εντός της εκκλησίας του Αί Γιώργη ο λυράρης Αχιλλέας Δραμουντάνης θα τραγουδήσει το τραγούδι του «Στεφανογιάννη»

 

Ένα  τραγούδι  για  το  Στεφανογιάννη

Ακούσετε  να  σας  ειπώ  τραγούδι  να  το  λέτε

κι όσοι  κι  αν  το  ακούσετε  να  κάθεστε  να  κλαίτε.

Ακούσετε  να  σας  ειπώ  για  το  Στεφανογιάννη

όλοι  ας  τον  πενθήσομε  γιατί’ταν  παλικάρι.

Στεφανογιάννη  του  βουνού  άτρομο  παλικάρι

προδότες  εκτελέσανε  τα  όμορφά  σου  κάλλη.

Με  προδοσιά  σε  πιάσανε  οι  Γερμανοί  στ’ Ανώγεια

και  σ’αφαιρέσαν  τη  ζωή  δίχως  μιλιά  και  λόγια.

Και  στη  σπηλιά  σε  πιάσανε  κι  αφού  σε  αφοπλίσαν

τα  χέρια  στα  οπίσθια  σου  δέσαν  και  σ’αφήσαν.

Και  κει  που  τον  πηγαίνανε  σαν  άντρα  παλικάρι

γλιστρά  ένα  δέτη  και  περνά  σα  νάτονε  λιοντάρι.

Μιας  θείας  του  εφώναξε  για  να  της  παραγγείλει.

«-Θεία  να  πεις  στους  χωριανούς  πως  χάνετ’  η  ζωή  μου

για  την  τιμή  των  Ανωγειώ  έχασα  το  κορμί  μου.

Κλάψετε  φίλοι  κλάψετε  και  σεις  εχθροί  χαρείτε

και  σεις  μάνα  και  κύρη  μου,  στα  μαύρα  να  ντυθείτε».

 

Νίκος Ξυλούρης, Ζαχαρίας Φασουλάς, μια ζωή μαζί

Η ηλεκτρονική ΑΝΩΓΗ αναδημοσιεύει τη συνέντευξη – ντοκουμέντο για το Νίκο Ξυλούρη που είχε παραχωρήσει στην έντυπη ΑΝΩΓΗ ο Ζαχαρίας Φασουλάς ο πιο στενός συνεργάτης του.  Μιλάει για όλα όσα έζησε με τον Αρχάγγελο της Κρήτης, από την ημέρα που ο Ψαρονίκος ξεκίνησε τη μεγαλειώδη πορεία του, μέχρι την ημέρα που έφυγε από τη ζωή.

Συνέντευξη στον Γιώργο Καλογεράκη (Δάσκαλο – Ερευνητή).

Ο Ζαχαρίας Φασουλάς, ο πιο στενός συνεργάτης του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη, ο άνθρωπος που πορεύτηκαν μαζί από την πρώτη στιγμή που ο Ψαρονίκος έπιασε τη λύρα στα χέρια του, μέχρι την ημέρα που έφυγε από τη ζωή, σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις του και περιγράφει όλα όσα έζησε με τον μεγάλο Ανωγειανό δημιουργό. Ο σταθερός «πασαδόρος» του Ξυλούρη, μιλάει για το ξεκίνημα του Νίκου Ξυλούρη στο χώρο της κρητικής μουσικής, για τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’50 και ΄60, τότε που, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, «υπήρχε φτώχεια και το περισσότερο που θέλαμε ήταν να βρίσκομε πράμα να τρώμε. Λεφτά βγάζαμε ελάχιστα».

Εξηγεί πως έγιναν τα πρώτα βήματα του Νίκου στην Αθήνα, τονίζοντας ότι αυτός που τους βοήθησε ήταν ο Παύλος Βαρδινογιάννης που τους έφερε σε πρώτη επαφή, με τον ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρείας Μίνω Μάτσα, ενώ ταυτόχρονα διηγείται την οδυνηρή εμπειρία που είχαν, όταν πήγαν να δουλέψουν για το μεροκάματο στο εργοστάσιο του Φίξ, κουβαλώντας πάγους. Σύμφωνα με το Ζαχαρία Φασουλά ο άνθρωπος που «γνώρισε» τον Ξυλούρη με τον Μαρκόπουλο, μέσω της… «Ανυφαντούς» ήταν ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος. «Ο Μαρκόπουλος έχει πάει στην Κύπρο κι έχει ακούσει την «Ανυφαντού» ένα τραγούδι σε μικρό δίσκο που είχαμε βγάλει τότε με το Ξυλούρη.

Το δισκάκι το’ χε πάρει ο Μακάριος. Του’ χει πει ο Μακάριος ποιος είναι αυτός ο τραγουδιστής που τραγουδεί αυτό το τραγούδι; Και του βάνει το δίσκο και το ακούει ο Μαρκόπουλος. Μαθαίνει ο Μαρκόπουλος που παίζομε και σηκώνεται κι έρχεται στο Ηράκλειο στην Όαση και μας βρίσκει». Ο Ζαχαρίας Φασουλάς μιλάει ακόμα για τις μεγάλες στιγμές του Ξυλούρη στο Πολυτεχνείο τις ημέρες της αντίστασης κατά της Χούντας, για τη θεατρική επιτυχία το «Μεγάλο μας Τσίρκο», για τα ταξίδια στην Αμερική και βέβαια για όλη την θριαμβευτική πορεία του Ανωγειανού Αρχάγγελου μέχρι την ώρα που τον χτύπησε η επάρατος νόσος.


Λύρα, φτώχεια και φιλότιμο…


Ζαχαρία, με τον Νίκο το Ξυλούρη δεν χωρίσατε ποτέ μουσικά. Πάντα ήσουνα δίπλα του, το λαούτο του Νίκου ήσουν εσύ. Στα πανηγύρια στην αρχή, στην Αθήνα, στους δίσκους που βγάλατε, στις συναυλίες, στο εξωτερικό, παντού μαζί. Θυμάσαι πως ξεκινήσατε;

-Στα Ανώγεια γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα, τι μεγάλωσα δηλαδή, δεκαπέντε χρονών έφυγα. Στη μουσική ξεκινήσαμε μαζί, εγώ, ο Νίκος ο Ξυλούρης και ο Καλομοίρης ο Γιώργης. Εξεκινήσαμε μαζί και παίζαμε κι οι τρεις λύρα. Εν τω μεταξύ λέμε κι οι τρεις θα παίζομε λύρα; Λέμε να πάρει ένας λαούτο να κάνομε συγκρότημα. Και μου ’πεσε ο κλήρος να πάρω εγώ το λαούτο. Ο Καλομοίρης ήταν πιο μεγάλος κι είχε ένα γαμπρό και του είχε δείξει και έπαιζε πιο καλή λύρα από μας. Δε μπορούσε να πάρει το λαούτο αυτός. Το αποτέλεσμα ήταν να μου πέσει ο κλήρος και πήρα ένα λαούτο και κάναμε ζευγάρι με το Νίκο. Στο μεταξύ μπήκαμε στο Ηράκλειο μόλις τελειώσαμε το Δημοτικό. Εμείς γεννηθήκαμε το 1936, το χωριό κάηκε το ΄44 εμείς θα μπήκαμε στο Ηράκλειο το ΄46-47. Είμαστε από φτωχές οικογένειες. Στο σχολειό δεν είμαστε και καλοί μαθητές, στη γυμναστική και στην ωδική είμαστε οι καλύτεροι, στα άλλα μαθήματα δεν είμαστε και τόσο καλοί. Εξεκινήσαμε μετά που εμείναμε στο Ηράκλειο να πάμε να πιάσουμε γλέντια. Και παίρνομε τα όργανα και με τα πόδια πιάναμε τα χωριά από τη μεριά του Μαλεβιζίου. Δεκαπέντε χωριά ήσανε εκεί. Καμάρι, Πυργού Σάρχος, Καλού, Ρουκάνι, Καρκαδιώτισσα, Πλακιώτισσα, Αρκάδι. Στο Αρκάδι είχε ένα μπάρμπα ο Νίκος και ήτανε νοικοκύρης. Επηγαίναμε και μέναμε εκεί, κι από κει γυρίζαμε όλα τ’ άλλα χωριά. Τον μπάρμπα του τον λέγανε Γιάννη Σκουλά ή Πιτοπούλιο. Πρώτος μπάρμπας του ήτανε. Στο σπίτι του Πιτοπούλιου καθόμαστε είκοσι μέρες, ένα μήνα, το καλοκαίρι. Επιάναμε γλέντια κι ύστερα γυρίζαμε στο χωριό. Την εποχή αυτή υπήρχε φτώχεια και το περισσότερο που θέλαμε ήτανε να βρίσκομε πράμα να τρώμε. Λεφτά βγάζαμε ελάχιστα. Δεν υπήρχανε λεφτά τότε. Ο κόσμος δεν είχε λεφτά αλλά από φαγητό περνούσαμε καλά και εγλεντίζαμε κιόλας. Εμάς το γλέντι ήτανε στο αίμα μας.

 

Στο Ηράκλειο πότε έρχεστε για μόνιμη εγκατάσταση;

-Μου λέει μια ημέρα ο Νίκος δεν πάμε να μείνουμε στο Ηράκλειο; Στο Ηράκλειο; Ναι στο Ηράκλειο! Πάμε! Το 1947-1948. Και κατεβαίνομε εδώ στο Ηράκλειο και βρίχνομε ένα δωματιάκι, το νοικιάζομε και καθόμαστε οι δυο μας. Στην αρχή πιάσαμε δωμάτιο στη Θέρισσο κι ύστερα στο Καμαράκι. Στο Καμαράκι είχε ένα καφενείο ένας Μανουράς κι εσυχνάζαμε εκεί πέρα. Κι ερχόντανε από κει και μας εγυρεύγανε για τα πανηγύρια. Να μας πούνε στο τάδε χωριό έχομε την τάδε γιορτή. Να πούμε πόσο θα μας δώσεις, να μας πει διακόσες δραχμές. Διακόσες, τρακόσες, πεντακόσες δραχμές, εκεί ήτανε όλο το παζάρι. Πηγαίναμε και κάναμε το γλέντι.

 

Ποια ήτανε τότε η σχέση του κόσμου με την κρητική μουσική;

-Στο Ηράκλειο δε τα γνωρίζανε τα Κρητικά, δεν εθέλανε τα κρητικά, ήτανε τα ευρωπαϊκά τότε που τα ’θελε ο κόσμος. Στο Καμαράκι ήτανε ένα ξενοδοχείο και το’χε ένας Σκουλάς, το καφενείο δίπλα το’κανε ο Μανουράς και μας έβαζε και παίζαμε στη τζαμαρία Κρητικά και μαζευότανε ο κόσμος και μας έβλεπε και λέγανε τι ’ναι αυτοί; Σε τέτοιο σημείο δεν εγνωρίζανε τα κρητικά. Να ’ρθούνε να μας πάρουνε να πάμε σε κανένα πάρτι. Στο πάρτι τι να παίξομε; Είχαμε μάθει με το Νίκο και παίζαμε τα Ευρωπαϊκά. Ήτανε τέτοια η εποχή. Αρχίσαμε σιγά σιγά και πιάναμε το Μεραμπέλλο, τη Πεδιάδα, τση Αποστόλους, το Καστέλλι τση Πεδιάδας. Στο Καστέλλι μόλις μπαίνομε στο χωριό που κάνει μια πλατεία ήτανε αριστερά ένα καφενείο. Εκεί παίζαμε. Τση Αποστόλους θυμάμαι ένα γλέντι καλό, εβγάλαμε και λεφτά. Στο γλέντι δε παίζαμε πέντε κρητικά όλη νύχτα και ύστερα όλο ευρωπαϊκά. Χόρευε ο κόσμος και λέγανε ντάμα λυράρη ! Και έπαιρνε τη ντάμα του ο καβαλιέρος και ερχότανε και έβαζε στα όργανα ένα πενηνταράκι, ένα φράγκο, ένα δίφραγκο. Το πρωί σηκωνόμαστε, μαζεύαμε τα ψιλά, όλο ψιλά ήσανε, και τα βάζαμε σε μια πετσέτα. Και όλη η είσπραξη δε μας έφτανε στα εισιτήρια να πάμε πάλι στο Ηράκλειο. Έτσι ήτονε η αρχή μας.

 

Από την εποχή αυτή, θα έχετε κρατήσει οπωσδήποτε στη μνήμη σας ωραία περιστατικά, που θα σας τύχαιναν στα γλέντια. Ο κόσμος τότε ήταν αγνός. Οι σχέσεις των ανθρώπων ζεστές. Θυμάστε κάποιο περιστατικό;

-Μας καλεί ένας Καράτζης στο Χαράκι, δεκάξι δεκαεφτά χρονών είμαστε, συγγενής μας και του Νίκου και μένα. Παντρευότανε ένας Καράτζης Κώστας ή Καλός. Και σηκωνόμαστε και πάμε στο γάμο. Αλλά έπρεπε να πάμε από τη Πέμπτη για να παίξομε την Παρασκευή στα κουλούρια. Την Παρασκευή κάνανε κουλούρια, το Σαββάτο μαζευότανε από τα χωριά οι συγγενείς και την Κυριακή ήτανε ο γάμος, Έτσι ήτανε η σειρά τότε. Δεν υπήρχανε λεωφορεία μόνο φορτηγά. Το μισό φορτηγό είχε πάγκους και στο υπόλοιπο βάνανε πράματα. Πάμε από τη Καινούρια Πόρτα και παίρνομε ένα φορτηγό και κατεβαίνομε στο Παρθένι, στον Αη Γιώργη τον Απανωσήφη. Εβάλαμε τα όργανα στην πλάτη με τα πόδια και ξετρυπούμε στο Χαράκι. Την ώρα που εβράδιαζε είχαμε φτάσει. Μπήκαμε σ’ένα καφενεδάκι κι είχε βάλει το λουξ ο καφετζής ο Πατραμάνης να τ’ανάψει. Καλώς τση λυράρηδες! Κέρασέ τση! Μαζεύουνται καμιά κοσαριά άτομα. Νεαροί. Λένε μας να βγάλετε να παίξετε να σας ακούσομε. Ήντα να κάνομε. Πήγαμε γι’αυτή τη δουλειά. Βγάνομε τα όργανα κι αρχίζομε να παίζομε. Μαζεύουνται κι άλλοι, φέρε και φέρε λέγανε του καφετζή, πίνουνε και ξαναπίνουνε, μεθούνε, ξημερωνόμαστε. Άμα ξημέρωσε λέει κάποιος, αφήτε τση να πα θέσουνε να κοιμηθούνε, γιατί θα σηκωθούνε σε λίγο να παίξουνε στση κουλουρίστες. Στις γυναίκες που ’θελα κάνουνε τα κουλούρια του γάμου. Μας πάει ο γαμπρός στο σπίτι του σ’ ένα οντά. Μας είχανε στρώσει να κοιμηθούμε. Την ώρα που κάτσαμε να ξεντυθούμε εγλάκα ένας άλλος και λέει να μη κοιμηθούνε οι λυράρηδες γιατί ετελειώσανε τα κουλούρια. Οι γυναίκες εκάνανε όλη τη νύχτα τα κουλούρια και την ώρα που ξημέρωσε ήσανε έτοιμα. Γυρίζομε πίσω και συνεχίζει το γλέντι Παρασκευή όλη μέρα. Στο μεταξύ ήρθανε κι άλλοι, μερικοί πηγαίνανε κι εθέτανε και ξαναγυρίζανε, εμείς με το Ξυλούρη επαίζαμε όλη μέρα. Παίζαμε την Παρασκευή όλη νύχτα το Σαββάτο που ξημέρωσε ήθελα να κοιμηθούμε που ’θελα ’ρθούνε από τα χωριά οι καλεσμένοι; Όλο το Μονοφάτσι είχε έρθει στο γάμο. Ο γαμπρός καλός, είχε καλέσει πολύ κόσμο. Παίζομε τη Κυριακή στο γάμο.

Τση δέκα η ώρα το βράδυ έχουνε τρυπήσει δυο νύχια του Νίκου από τση χορδές τση λύρας, από το κούρντισμα. Αν ακούσεις τση δίσκους που’χομε βγάλει με το Νίκο είναι τρεις τόνους από το διαπασών και πάνω. Εμένα έχουνε τρυπήσει τα χέρια μου και τρέχουνε αίμα. Κι είναι ένας Καράτζης, Πατρώνη τονε λέγανε κι έχει μεθύσει κι έχει κόψει ολονών τση φούσκες από τση κυλόττες και τονε έχει σκίσει τα ποκάμισα και μας ε βάνει ρακί και μας ε τρίβει στο κεφάλι και μας ε λέει λιποτάκτες, νεκροθάφτες του Αγίου Κωνσταντίνου. Εμείς είχαμε πεθάνει από την κούραση και την αϋπνία. Ξημερώνει η Δευτέρα. Δευτέρα ήθελε να θέσομε; Τη Δευτέρα λέει ήπρεπε να γυρίσομε το χωριό τση συγγενείς όλους. Παίζομε Δευτέρα όλη μέρα από το ένα σπίτι στ’ άλλο. Σ’ όλο το χωριό. Τα ξημερώματα την Τρίτη λέει ένας αφήτε τση να πάνε να θέσουνε για θα πεθάνουνε. Εμείς επαίζαμε από τη Πέμπτη το βράδυ μέχρι τα ξημερώματα τση Τρίτης χωρίς διακοπή. Και μας παίρνει πάλι ο γαμπρός και μας πάει στο ίδιο μέρος στον οντά. Μόλις φεύγει ο γαμπρός λέω του Νίκο πάμε να φύγομε γιατί επαδέ θα πεθάνομε. Κι έχει μια πόρτα από την οπίσω μεριά και χωράφια. Ανοίγομε τη πόρτα και φεύγομε και φτάνομε στο Τεφέλι.

Περνά ένα φορτηγό και μπαίνομε μέσα κι ερχόμαστε στο Ηράκλειο. Φτάνομε στο Καμαράκι κι είναι ένα ξενοδοχείο που το’χε ένας Μελιδονιώτης, ακόμη υπάρχει. Του λέμε δώσε μας ένα κρεβάτι να κοιμηθούμε. Λεφτά στο γάμο στο Χαράκι μας είχαμε βάλει που δεν τα’χαμε δει ποτέ μας όσο καιρό παίζαμε μέχρι τότε. Μας λέει πάρτε τούτο το κλειδί και το δωμάτιο είναι στον πρώτο όροφο να πα θέσετε. Πάμε και κοιμούμαστε. Τρίτη όλη μέρα. Τετάρτη όλη μέρα. Την Πέμπτη το απόγευμα μας έκοψε η πείνα και σηκωνόμαστε. Εμείς νομίζομε ότι είναι η ίδια μέρα που έχομε θέσει. Ακριβώς απέναντι ήτανε ένα μαγειρείο και κατεβαίνομε και πάμε και τρώμε. Και μετά λέμε πού να πάμε ; Να πάμε να θέσομε πάλι. Γυρίζομε πάλι στο ξενοδοχείο και κοιμούμαστε. Την άλλη μέρα σηκωνόμαστε κι είχαμε χορτάσει ύπνο. Λέμε στο ξενοδόχο ήντα χρωστούμε. Λέει εβδομήντα πέντε φράγκα έκαστος. Εβδομήντα πέντε φράγκα; Μα που είμαστε στο Χίλτον; Ξέρετε μας λέει πόσες μέρες κοιμάστε; Τρεις μέρες κοιμάστε! μα τρελός του λέμε είσαι; Μας λέει πηγαίνετε κάτω να ρωτήξετε ήντα μέρα είναι και μετά να ρθείτε. Πάμε και ρωτούμε και μας λένε πως ήτανε Παρασκευή.

 

Τότε είναι που γίνεστε πλέον γνωστοί στον κόσμο, αρχίζετε και αποκτάτε όνομα;

-Αρχίσαμε τα γλέντια στο Μονοφάτσι και παντού. Ακουστήκαμε τ’ Ανωγειανάκια, τ’ Ανωγειανάκια ελέγανε, είχαμε φήμη δυνατή. Πάμε στσ ’Αρχάνες, Απόκριες ήτανε. Τότε οι Απόκριες γινότανε οι περισσότερες στσ’Αρχάνες. Έφευγε όλο το Ηράκλειο κάθε βράδυ και πήγαινε στσ’Αρχάνες. Μια φορά επήγαμε και παίζαμε δώδεκα μέρες. Θυμάμαι που είχανε φέρει μπουζούκια σε μια αποθήκη δίπλα μας και δεν έπαινε μπάζα καθόλου.


Ο Μακάριος… γνωρίζει τον Ξυλούρη στον Μαρκόπουλο!

Στην Αθήνα πότε πηγαίνετε;
-Λέει ο Νίκος να σηκωθούμε να πάμε στην Αθήνα. Τι να πα κάνομε στην Αθήνα; Να πάμε να γράψομε δίσκο. Να πάμε. Σηκωνόμαστε και πάμε στην Αθήνα. Πάμε στου Παύλου του Βαρδινογιάννη, βουλευτής ήτανε, μας ήξερε. Ξωμέναμε στο σπίτι του. Μας γνωρίζει ένα Μάτσα που’χε μια εταιρεία, την Οντεόν. Λέει ο Μάτσας να πάτε να περάσετε από ακρόαση και αν σας εγκρίνουνε θα βγάλετε το δίσκο. Αυτοί δεν τα θέλανε τα Κρητικά. Αναβολή τσ’αναβολής λέμε ήντα θα γίνομε επαδέ, πώς θα ζήσομε; Μας λένε δεν έχει τώρα η εταιρεία για να βγάλετε δίσκο μόνο θα ξαναρθείτε άλλη φορά. Στο μεταξύ δεν είχαμε ήντα γενούμε και πάμε και πιάνομε δουλειά στου Φιξ. Εργάτες στση μπύρες. Και τόνε βάνουνε το Νίκο στο πάγο και μένα εκεί που κατεβαίνανε τα τελάρα με τση μπύρες. Κατεβαίνει η πρώτη παγοκολώνα του παίζει και τονε πετά πέρα. Σηκωνόμαστε και φεύγομε και κατεβαίνομε πάλι στη Κρήτη.

 

Η επιστροφή σας στην Κρήτη μετά την πρώτη ατυχία που συναντήσατε στην Αθήνα πώς είναι;

-Πάμε στα Πρωτόρια για ένα πανηγύρι. Εμείς τώρα οργανοπαίχτες. Τσ’οργανοπαίχτες τότες δε θέλανε να τση βλέπουνε. Στο μεταξύ το Ηράκλειο το’χαμε κάνει χωριό. Ήτονε ένας Κεφαλογιάννης Βαγγέλης, ένας Μανουράς, εμείς οι δυο, ένας Χαιρέτης κι ένας Τζαμπουράκης. Κάθε βράδυ καντάδα στο Ηράκλειο. Στση γειτονιές. Κάθε βράδυ αυτή η δουλειά. Να περνούμε από τα σοκάκια να ανοίγουνε τα παραθύρια να μας πετούνε βιόλες. Ένα κακό στο Ηράκλειο και δεν μας ενοχλούσε η αστυνομία. Να μας κλουθά η αστυνομία από απόσταση και να μας ακούνε κι αυτοί. Το Ηράκλειο το’χαμε κάνει χωριό. Αν περνούσε μια βραδιά, δυο να μη πάμε, μας παίρνανε τηλέφωνο στο καφενείο και μας ρωτούσανε γιατί δεν περάσετε, τι συμβαίνει; Πάμε στο Βενεράτο που ήτανε το χωριό τση γυναίκας του και παίζομε δώδεκα μέρες σε ένα πανηγύρι, Απόκριες ήτανε. Εκεί γνωρίζει ο Νίκος τη γυναίκα του την Ουρανία. Αυτή ήτανε μαθήτρια, επήγαινε στο Ηράκλειο στο σχολειό. Είχαμε γίνει γνωστοί και μας καλούσανε συνέχεια στα γλέντια. Μετά ο Ξυλούρης έκλεψε τη γυναίκα του και τη παντρεύτηκε.

 

Νομίζω ότι εκείνη την εποχή δεν είναι που γνωρίζεστε με το Γιάννη Μαρκόπουλο;

-Επαίζαμε στο Ηράκλειο το χειμώνα στο κέντρο Ερωτόκριτος. Το καλοκαίρι επαίζαμε στην Όαση. Είχε κάνει εκεί ένας Κακουδόκωστας μια πίστα. Επαίζαμε εμείς όλη νύχτα, ερχότανε ο κόσμος και διασκέδαζε κι έπινε πιοτά. Ο Μαρκόπουλος έχει πάει στην Κύπρο κι έχει ακούσει την «ανυφαντού» ένα τραγούδι σε μικρό δίσκο που είχαμε βγάλει τότε με το Ξυλούρη. Το δισκάκι το ’χε πάρει ο Μακάριος. Του ’χει πει ο Μακάριος ποιος είναι αυτός ο τραγουδιστής που τραγουδεί αυτό το τραγούδι; Και του βάνει το δίσκο και το ακούει ο Μαρκόπουλος. Μαθαίνει ο Μαρκόπουλος που παίζομε και σηκώνεται κι έρχεται στο Ηράκλειο στην Όαση και μας βρίχνει.

Μόλις σκολούμε έρχεται και λέει του Ξυλούρη:

-Να σε πάρω να σου κάνω ένα δίσκο;
-Ήντα δίσκο να μου κάνεις;
-Να σου δώσω τραγούδια να τα τραγουδήσεις.
-Δε ξέρω τέτοια τραγούδια. του λέει ο Ξυλούρης.

Τότε ανοίγει ο Θανάσης Σταυρακάκης ένα μαγαζί στην Αθήνα, «Κονάκι» το λέγανε. Μας καλεί να πάμε να παίξομε στο «Κονάκι». Το μαγαζί ήτανε υπόγειο και είχε σαράντα σκαλοπάτια να κατεβείς. Στα Πατήσια. Ο Μαρκόπουλος ήρθε στο μαγαζί και μας ξαναβρήκε. Και πάμε να γράψομε το «Χρονικό». Γράφομε το «Χρονικό» στο στούντιο στην Οντεόν και μετά λέει ο Μαρκόπουλος πρέπει να το κάνομε δοκιμαστικό να δούμε αν πιάνει στο κόσμο. Να πάμε το καλοκαίρι όταν κλείσουνε τα μαγαζιά στη Πλάκα σε μια μπουάτ να το τραγουδήσομε στο κόσμο. Το κάναμε πραγματικά στην Πλάκα και γινότανε χαμός. Κόσμο να δούνε τα μάτια σου. Τη Μπουάτ τη λέγανε «Αρχόντισσα». Το μαγαζί κάθε βράδυ εγέμιζε. Μετά καθιερώθηκε ο Ξυλούρης λαϊκός τραγουδιστής. Ο Νίκος ήτανε στην Κολούμπια. Και λέει η εταιρεία στο Μαρκόπουλο θα σου δώσω το τραγουδιστή να τραγουδήσει στην Οντεόν το «Χρονικό» αλλά θα μου κάνεις ένα δίσκο, τα «Ριζίτικα» στη Κολούμπια. Τέτοια ήτανε η συμφωνία. Και έκανε μετά ο Μαρκόπουλος με το Ξυλούρη τα «Ριζίτικα» στη Κολούμπια. Τότε εκάναμε και τη κουμπαριά με το Βασιλέα στα Ανώγεια. Ο Λαμπρόπουλος που’χε τη Κολούμπια έγινε κουμπάρος στο χωριό και πάντρεψε το Ξυλούρη με τη κόρη του Βασιλέα Σταυρακάκη.

 

«Μήλον της Έριδος» για τις δισκογραφικές εταιρείες

 

Πώς ήταν η συνεργασία σας με τις φωνογραφικές εταιρείες τότε;
Γυρίζομε στην Αθήνα μετά τη κουμπαριά και έρχεται ένας Μακράκης που ήτανε στην Οντεόν και λέει του Νίκου να σπάσεις το συμβόλαιό σου να’ρθεις στην Οντεόν. Λέει ο Νίκος γιατί να το σπάσω; Εμένα δεν έχει λήξει ακόμη. Τι συμβόλαιο τώρα; Ενάμιση χιλιάρικο του δίνανε στο δίσκο. Του λέει ότι άμα θες εσύ, εμείς θα το σπάσομε. Θα βάλομε δικηγόρους. Λέει ο Νίκος όχι, εμείς είμαστε κουμπάροι με το Λαμπρόπουλο. Ο Λαμπρόπουλος είχε την εταιρεία. Ο Νίκος ήτανε τίμιος άνθρωπος, φιλότιμος. Είχε κάνει και τη κουμπαριά με το Λαμπρόπουλο, δεν ήθελε. Του λέει θα σου δώσουμε εφτακόσες πενήντα χιλιάδες ή δυο διαμερίσματα. Να σου σπάσομε το συμβόλαιο να’ρθεις στην Οντεόν. Δεν μπορώ έλεγε ο Νίκος. Στο μεταξύ τον επήρα εγώ από πίσω και του λέω δεν έχεις σπίτι να μείνεις, σου δίνουνε δυο διαμερίσματα ή εφτακόσες πενήντα χιλιάδες και κάθεσαι και το σκέφτεσαι; Δε το σπω δε θέλω να γελάσω το κουμπάρο μου, αυτό έλεγε ο Ξυλούρης. Και πάω στα Πατήσια μια βραδιά και βρίσκω μέσα το Λαμπρόπουλο και καθότανε στο κρεβάτι απάνω σταυροπόδι και το Γιάννη τον αδερφό του. Τση χαιρέτισα γιατί τση γνώριζα από το γάμο. Βλέπω και βαστούνε ένα μάτσο χαρτιά. Λέω τι’ναι τα χαρτιά; Λένε να κάνομε συμβόλαιο του Νίκου. Τι συμβόλαιο να του κάνετε, αφού δεν έχει λήξει το συμβόλαιό του; Λένε εμείς θέμε να του ανανεώσομε το συμβόλαιο. Είχανε μάθει ότι του’δινε εφτακόσες πενήντα χιλιάδες η Οντεόν. Τι του δίνετε; ρωτώ. Λοιπόν είπανε αυτοί αυτός πρέπει να φύγει, είναι φιλιπσικός δεν μπορούμε να συζητήσομε. Είμαι δηλαδή της εταιρείας Φίλιπς. Φεύγω και του λέω μην υπογράψεις. Εσείς τι του δίνετε; Εμείς θα του δώσομε εκατόν πενήντα χιλιάδες και εκατόν πενήντα χιλιάδες δάνειο και θα του κάνομε συμβόλαιο για πέντε χρόνια και θα του δώσομε χίλια πεντακόσα φράγκα στο δίσκο. Σηκώνομαι και φεύγω και του λέω μην υπογράψεις. Ο Νίκος υπόγραψε. Ύστερα κανονίστηκε και πήγε κι ο Μαρκόπουλος στη Κολούμπια. Αρχίσαμε μετά, κάναμε την Ιθαγένεια, κάναμε κι άλλους δίσκους με το Μαρκόπουλο. Μια στιγμή του λέει ο Μαρκόπουλος, ε ότι ήτανε να δώσεις το’δωσες. Να πας τώρα να παίζεις λύρα στα πανεγύρια. Εγώ θα παίζω λύρα στα πενεγύρια; Ποιος σε ξέρει; του λέει. Εγώ σ’έκαμα Μαρκόπουλο. Να μη τα πολυλογώ τσακωθήκαμε. Έρχεται ο Ξαρχάκος και μας παίρνει.

 

Με τον Ξαρχάκο δεν κάνατε το Μεγάλο μας Τσίρκο;

-Είναι ο Ξαρχάκος και είναι ο Μπουρνέλης και κάνουνε «Το Μεγάλο Τσίρκο». Εκεί έγινε το μεγάλο στραπάτσο. Μέσα στη δικτατορία γινότανε χαμός. Κάθε βράδυ δυο παραστάσεις. Για να μπεις μέσα έπρεπε να κόψεις εισιτήριο ένα μήνα πιο μπροστά. Στην οδό Ιπποκράτους. Και να’ναι τριάντα ηθοποιοί. Η Καρέζη, ο Καζάκος, ο Κολοβός, ο Τερλέγκας, δεν θυμούμαι, κι ήτανε όλο το έργο τραγούδι. Κάθε βράδυ είχαμε τ’αμάξι απ’ έξω και του βάνανε απάνω οι χωροφυλάκοι δέκα κλήσεις. Δεν μας πειράζανε όμως. Τον καλέσανε το Νίκο ένα δυο φορές στην ασφάλεια, δεν μπορούσανε να του κάνουνε τίποτα. Φοβούντανε. Το «Τσίρκο» χάλαγε κόσμο. Θυμάμαι που επαίρναμε εμείς οι μουσικοί τετρακόσες δραχμές μεροκάματο τη βραδιά. Το μεγαλύτερο μεροκάματο το ’παιρνε ο Νίκος ενάμιση χιλιάρικο τη βραδιά. Οι ηθοποιοί ήτανε με μηνιάτικο. Αφεντικά ήτανε η Καρέζη με τον Καζάκο. Μετά που τελείωνε και η δεύτερη παράσταση φεύγαμε με το Νίκο και πηγαίναμε στη Πλάκα στην Αρχόντισσα. Έλεγε δέκα – δεκαπέντε τραγούδια κι έπαιρνε δεκαπέντε χιλιάδες τη βραδιά. Ύστερα επαίξαμε στο «Θεμέλιο» στην Πλάκα, επαίξαμε στο Θέατρο Παπά στη Σίνα, ξαναγυρίσαμε στο Θεμέλιο. Στην Αθήνα δε μέναμε πλέον μαζί. Είχαμε παντρευτεί κι έμενε αυτός στο Γαλάτσι κι εγώ στο Νέο Κόσμο.

Πάντα είμαστε μαζί. Αυτός τραγούδι εγώ λαούτο αλλά ήτανε και η ορχήστρα. Στο τέλος του προγράμματος έπαιζε ο Νίκος λύρα και γινότανε χαμός. Κατεβαίναμε και στην Κρήτη και κάναμε συναυλίες. Μια φορά σε μια συναυλία, στου Εργοτέλη το Γήπεδο, εγκρέμισε ο κόσμος τση πόρτες. Συναυλίες εκάναμε πολλές. Με το Ξαρχάκο, με το Λεοντή, γράψαμε τότε και το «Καπνισμένο Τσουκάλι», τα «Αντιπολεμικά» με το Κόκοτο, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» με το Μαρκόπουλο, γράψαμε πολλούς δίσκους. Εκάναμε είκοσι χρόνια μαζί. Εκάναμε και μια καλοκαιριά με την Κωχ, τον Ανδρεάδη και ο Νίκος στην Πλάκα σ’ένα οικόπεδο. Σε μια μάντρα ρημαγμένη, την καθαρίσανε και παίζαμε μέσα. Εκεί ήτανε που έγινε το σώσε. Μέσα στη δικτατορία κι αυτό. Το’χε ένας Ζαχαρόπουλος και το μαγαζί είχε μια είσοδο. Και είχε ένα τσακουμά σοκάκι, ένα στενό εκατό μέτρα. Ο κόσμος περίμενε ν’αδειάσει όλο το μαγαζί, να φύγουνε όλοι για να μπούνε αυτοί που περιμένανε. Αυτό γινότανε κάθε βράδυ. Θυμάμαι που μας έδινε διπλά μεροκάματα ο Ζαχαρόπουλος.

 

Του Γιώργη Μπαγκέρη

Τριάντα τέσσερα  χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την 8η Φεβρουαρίου του 1980 που ο Νίκος Ξυλούρης πέρασε στην αιωνιότητα. Η φωνή του Αρχάγγελου της Κρήτης σίγησε, με τα τραγούδια του όμως και την στάση ζωής του, να μένουν για πάντα και να γίνονται σύμβολα ολόκληρων γενιών.

Ο δικός μας ”Ψαρονίκος” αποτελεί έναν φάρο των Ανωγείων που έκανε το χωριό μας γνωστό ανά τον πλανήτη με την φωνή και την δύναμη της αλύγιστης ψυχής του.

”Έφυγε” μόλις στα 44 χρόνια του μια κρύα Παρασκευή σαν σήμερα στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο του Πειραιά χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Ο ίδιος μερικά χρόνια πριν το είχε τραγουδήσει:

”Μια μέρα μια Παρασκευή θα πέσω να πεθάνω,

Και μια Λαμπρή θα αναστηθώ από το χώμα απάνω…”.

Παραπονιόταν συχνά στους ανθρώπους που συνεργαζόταν, συνθέτες και στιχουργούς λέγοντας τους πάντα χαμογελαστός: ”Όλο με το Χάρο με κάνετε να τα βάζω και να τονε προκαλώ”.

Και αλήθεια. Τον προκάλεσε το Χάρο ο Νίκος. Και τον κέρδισε. Έμεινε αθάνατος στις καρδιές όλων των Ελλήνων και όλων εκείνων που τραγούδησαν τα τραγούδια του, γοητεύτηκαν από την μορφή του, εμπνεύστηκαν από τους αγώνες του.

Γεννήθηκε το 1936  στις 7 Ιουλίου, στα Ανώγεια και έζησε σαν μικρό παιδί τα χρόνια του πολέμου και το ολοκαύτωμα του χωριού. Γυρίζοντας στο χωριό ο πατέρας του ο Γιώργης,ο Ψαράκης όπως τον ήξεραν οι Ανωγειανοί, άνοιξε  το καφενείο του στο Περαχώρι και εκεί μέσα μάζεψε τις πίκρες, τις στερήσεις και τους αγώνες των χωριανών που πάλευαν να σταθούν στα πόδια τους και να ζήσουν τις οικογένειες τους. Ο Νίκος από μικρός δείχνει την κλίση του στην λύρα και κάνει το όνειρο του πραγματικότητα παρά τις αντιδράσεις τότε του πατέρα του. Ο δάσκαλος του μάλιστα Μενέλαος Δραμουντάνης ήταν αυτός που έπεισε και τον πατέρα του να του πάρει μια λύρα στα 12 χρόνια του. Κοπέλι έπαιρνε  2 ξύλα και έκανε πως έπαιζε λύρα. Το ποτάμι πλέον δεν κυλούσε πίσω. Ο Ψαρονίκος άρχισε να παίζει σε γάμους και πανηγύρια. Το πρώτο του κομμάτι ήταν και το πλέον αντιπροσωπευτικό του:

”Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές η μοίρα όταν τσι δέρνει,

γιατί πιστεύουν με καιρό πως κάθε πόνος γιένει…”.

Το 1953 φεύγει από τα Ανώγεια και δουλεύει στο Ηράκλειο στο κέντρο ”Κάστρο”. Το 1958 παντρεύεται την Ουρανία Μελαμπιανάκη που είχε γνωρίσει μερικά χρόνια πριν σε ένα πανηγύρι στο Βενεράτο και την έκλεψε καθώς οι δικοί της δεν τον ήθελαν.Παντρεύτηκαν στις 22 Μαίου και απέκτησαν δυο παιδιά τον Γιώργη και την Ρηνιώ. Το 1958 βγαίνει και ο πρώτος του δίσκος με τίτλο ”Μια μαυροφόρα περνά”.

Δύο χρόνια αργότερα, ηχογραφεί με μεγάλη επιτυχία τον δίσκο «Ανυφαντού» και, όταν ο κόσμος αρχίζει να τον υποστηρίζει περισσότερο, μετακομίζει στην Αθήνα, όπου αρχίζει τις εμφανίσεις στο κέντρο «Κονάκι».Στην Αθήνα θα γνωρίσει και τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό, ο οποίος αποφασίζει να τον συστήσει στον Γιάννη Μαρκόπουλο. Μαζί ξεκινούν μια λαμπρή συνεργασία με τον δίσκο «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα»

Στα χρόνια της Χούντας ο Νίκος περνάει στην ιστορία με τη συμμετοχή του το 1973 στην παράσταση ”Το μεγάλο μας τσίρκο” με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Λίγους μήνες αργότερα τις ημέρες του Νοέμβρη του 1973 ο Ψαρονίκος θα βρεθεί μέσα στο Πολυτεχνείο και θα τραγουδήσει μαζί με τους φοιτητές κατά της δικτατορίας:

”Πότε θα κάνει ξαστεριά πότε θα φλεβαρίσει..Να πάρω το τουφέκι μου..”.

Βαθύτατα δημοκράτης μέχρι το τέλος της ζωής του ο Νίκος δεν έμπαινε σε καλούπια, δεν ήθελε τον ζυγό και πάλευε με το δικό του μοναδικό τρόπο για τις ελευθερίες του ανθρώπου. Με την φωνή του σημάδεψε τα χρόνια της χούντας και την αντίσταση προς αυτήν αλλά και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον «Αργαλειό», το «Φιλεντέμ», τον «Πραματευτή», αλλά και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω», η φωνή του ακούγεται και πάλι έντονα. Τώρα λέει και πάλι «τραγούδια ζωής»Αυτή όμως του επιφυλλάσει μια δυσάρεστη έκπληξη.

Το 1979 είναι μια δύσκολη χρονιά για τον Νίκο Ξυλούρη. Αν και η καριέρα του βρίσκεται στο απόγειό της, ο ίδιος υποφέρει από έντονους πόνους στο κεφάλι και στο θώρακα. Ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και εισάγεται για εξετάσεις στο Memorial Hospital, όπου διαπιστώνεται ότι πάσχει από καρκίνο. Έπειτα από πολλαπλές εγχειρήσεις επιστρέφει στο σπίτι ενός φίλου του στο Πόρτο Ράφτη και προσπαθεί να νικήσει την επάρατο νόσο.

”Φεύγει” για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου 1980 και κηδεύεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών  βυθίζοντας στο πένθος τα Ανώγεια,την Κρήτη και την Ελλάδα γενικότερα.

”Έβαλε ο Θεός σημάδι,π αλικάρι στα Σφακιά
κι ο πατέρας του στον Άδη,άκουσε μια τουφεκιά…

Της γενιάς μου βασιλιά,μην κατέβεις τα σκαλιά.
Πιές αθάνατο νερόνα νικήσεις τον καιρό..”.

 

Στα Ανώγεια τον τίμησαν δίνοντας το όνομα του στο θέατρο του χωριού το οποίο τα τελευταία τρία χρόνια κοσμεί και το άγαλμα του Ψαρονίκο. Εκεί με το μικρόφωνο στο χέρι υποδέχεται τους ανθρώπους που επισκέπτονται τον τόπο μας.Ανθρώπους που έμαθαν για την ιστορία και τον πολιτισμό των Ανωγείων και μέσα από τον μεγάλο Ψαρονίκο. Σήμερα θα ακούγονται τα αξέχαστα τραγούδια του μέσα από τα μεγάφωνα του Δήμου ως ελάχιστο φόρο τιμής σε ένα άνθρωπο που τίμησε αυτό τον τόπο με τη ζωή και τη δράση του.

”Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί
Όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα, λαέ μου ..
Πάνω στα κύματα
νύχτες ολόκληρες.
σε ονειρεύτηκα…

Ήταν τα σπίτια μου άσπρα γαρίφαλα και τα κορίτσια σεμνά.
Είχαν αρμύρα στα χείλη στα μάτια τους καίγανε την οικουμένη
και τα παιδιά μου

με μια φυσαρμόνικα
τα ξελογιάζανε…

Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο, όνειρο καθημερνό.
Κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια.
Τώρα τ’ αγόρια μου
παίζουν το θάνατο
στα χαρακώματα.”.

 

-->