Ιστορία

Του Δακανάλη Μανόλη πρώην  Αγρονόμου

        Ο Εμμανουήλ Δακανάλης ή Παπαδομανόλης οπλαρχηγός, γεννήθηκε στα Ανώγεια-Μυλοποτάμου λίγα χρόνια πριν από το 1800, ήταν γιος του παπά Ζαχαρία και αδελφός του παπά Γιάννη Δακανάλη οπλαρχηγού. Στη διημερίδα ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΩΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ που έγινε  στα Ανώγεια στις 12-13 Αυγούστου 2015, ο Στέργιος Μανουράς δικηγόρος εισηγήθηκε το θέμα «Η Εκπαίδευση στα Ανώγεια από το 1800». Σύμφωνα με την εισήγησή του  στα Ανώγεια πριν το 1821 οι γνωρίζοντες γραφή και ανάγνωση ήταν κάτω από 6-7 άτομα, με τον πλέον μορφωμένο τον παπά Γιάννη Δακανάλη. Σχολείο δεν υπήρχε στα Ανώγεια, γράμματα μάθαιναν σε σχολεία   του Ρεθύμνου, Ηρακλείου, αλλά και από κάποιο παπά ή άλλο εγγράμματο. Συμπερασματικά γνώριζε γράμματα και ο Παπαδομανόλης μιας και ήταν μέλος εγγράμματης οικογένειας.

Ο Γεώργιος Αναγνώστου Σκουλάς ή Μπογκιώρνος στα απομνημονεύματα του σκιαγραφεί με το δικό του τρόπο την προσωπικότητα του ήρωα Παπαδομανόλη και χρησιμοποιώ τα δικά του λόγια: «Ο Παπαδομανώλης έχαιρεν της  γενικής υπολήψεως όλων εν γένει, υπακούοντες ανεξαιρέτως και πειθόμενοι αυτώ, ειδόντες εκ πείρας ότι αυτός μόνο ήτο ικανός να σκέπτεται να πράττη ό,τι  συνέφερεν εις την πατρίδα και εις όλους εν γένει κατασταθείς ούτω απολύτως κύριος πάντων χωρίς να εκλεγή ή να διορισθή υπό τινός, αλλά μόνο δια την φρόνησιν την ανδρείαν και την αμεροληψίαν αυτού…. Αλλά και αυτός ο Παπαδομανώλης καίτοι απλός και μετρημένος μαθήσεως δεν υπερηφανεύθη όμως δια την θέσιν του ταύτη…. Πάντοτε έλεγε εις τους στρατιώτας του, ότι άπαντες πρέπει να προσφέρωμεν εις την πατρίδα κατά χρέος και δια την σωτηρίαν ημών συγχρόνως….. Ασφαλίσας ούτως τας υποθέσεις του χωριού δια της επιτυχούς διοργανώσεως αυτού και έχων την πλήρη πεποίθησιν εις τον στρατόν αυτού αφιερώθη όλως διόλου εις επιδρομάς και εκστρατείας. Αι σημαίαι αυτού εφαίνοντο παντού, και πάντοτε ενέσπειρε τον τρόμον και την φρίκην εις τους Τούρκους. Άλλοτε εξημερώνετο έξωθεν των τειχών του Ηρακλείου κατακόπτων τους εξερχόμενους δια τας χρείας αυτών Τούρκους, και  άλλοτε ανεφαίνετο πλησίον του Αγίου Μύρωνος προσβάλων τους εχθρούς εις αυτάς τας σκηνάς των. Πολλάκις έθεσε πυρ εις τα πύλας αυτής της πόλεως όχι βεβαίως με την ιδέαν ότι ηδύνατο να κυριεύση την πόλιν με τόσο ολιγάριθμον στρατόν αλλά δια να εκφοβίζει και να περιορίζη τους εν αυτή πολιορκουμένους…».

       Ο Παπαδομανόλης ήταν βοσκός και η αποστροφή-δοχή του (το μέρος που έχει το ποίμνιο) ήταν στα νοτικά του οροπεδίου της Νίδα, όπου βρίσκεται και το μητάτο του σε καλή κατάσταση. Τα έγκαλα πρόβατα (γαλακτοφόρα) τα είχε στη Νίδα, ενώ τα στείρα στον Σκίνακα και τα πότιζε στου Βλάχου τα Πηγάδια. Ήταν αρραβωνιασμένος με την Ζαφείρα κόρη του Μανουρά Περπυρή, η οποία ήταν γνήσια Ανωγειανή ηρωίδα, γενναία και λεβεντόκορμη νέα. Μάλιστα μαζί με την  Αγάπη Νιώτη, τη Δραμουντάνα και την Αρετή Μπαντιδόνη είχαν φιλοτεχνήσει τη σημαία των Ανωγείων με μεγάλη μυστικότητα. Είχε διαγώνιο σταυρό με  κεντημένες τις λέξεις  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ-ΠΑΤΡΙΣ-ΠΙΣΤΙΣ.

      Μύηση  Ανωγειανών στη Φιλική Εταιρεία. Πλησίαζε το 1821 και η ιδέα του ξεσηκωμού  του γένους είχε πλέον  ωριμάσει  και οι Ανωγειανοί περίμεναν με ανυπομονησία την ποθητή αυτή μέρα.

6

Ας δούμε όμως πως έγινε η μύηση Ανωγειανών στη ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ.  Σύμφωνα με τα δακτυλογραφημένα απομνημονεύματα του γιατρού Γεωργίου Δακανάλη (1884-1963) στις σελίδες 6-7. (Η αφήγηση στο γιατρό έγινε από τον Εμμανουήλ Στ. Ξετρύπη φιλικό το 1902). Κάποια Κυριακή λίγο πριν την κήρυξη της επανάστασης του 1821  εμφανίστηκε στην πλατεία Αρμί πριν από το μεσημέρι ένας άγνωστος ξένος. Χαιρέτησε τους καθημένους Ανωγειανούς γύρω από την πλατεία, οι οποίοι τον καλωσόρισαν, τον κέρασαν καφέ και ρακί ως είθισται. Μετά από λίγο ζήτησε να τον πάνε στο σπίτι του Γιώργη  Μανουρά ή Περπυρή. Ο Μανουράς ήταν καλός πατριώτης, είχε περίπου 1000 πρόβατα και ήταν μεγαλοβοσκός. Οι Ανωγειανοί εκτέλεσαν την επιθυμία του ξένου και κάποιος τον οδήγησε στο σπίτι του Μανουρά, που βρίσκονταν στο Μετόχι των Ανωγείων.

Ο άγνωστος ζήτησε από τον Περπυρή να έχουν μεταξύ τους μια ιδιαίτερη συνομιλία.  Αποσύρθηκαν σε ένα δωμάτιο  του συστήθηκε, ότι ήταν από το χωριό Τύλισσος – Μαλεβυζίου, ονομάζεται Πέτρος Ζερβουδάκης και ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου. Έμαθε ότι είναι καλός πατριώτης και ότι δεν ήταν δυνατό, να μην τον πικραίνει η βάναυση σκλαβιά του Τούρκου κατακτητή σε όλη την Ελλάδα. Ύστερα του είπε με έμφαση: «Η Ελλάδα για να αναστηθεί και ν΄ αποκτήσει την ελευθερία της θέλει τη συμπαράσταση και την ανταπόκριση όλων των τέκνων της. Προπαντός εκείνων που έχουν υψηλό και Εθνικό φρόνημα σαν το δικό σου. Γι΄ αυτό ήρθα να σου πω, ότι υπάρχει έξω από την Ελλάδα μια Εθνική Οργάνωση που λέγεται ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και αποτελείται από εξέχουσες προσωπικότητες εντός και εκτός Ελλάδας. Η Φιλική Εταιρεία ζητά συνεργάτες και οπαδούς σε όλη την Ελλάδα, που να διαθέτουν υψηλό πατριωτικό παλμό και να καίονται από τη δίψα της Ανάστασης του Ελληνικού Έθνους. Τέτοιους ανθρώπους ήλθα ν΄ αναζητήσω στα Ανώγεια. Επειδή πίστευα, ότι στο πρόσωπο σου θα μπορούσα, να βρω τον άνθρωπο που μπορεί να βοηθήσει, ήρθα σε σένα. Το μυστικό θα το φυλάξεις πάση θυσία. Μπορείς όμως να καλέσεις στο σπίτι σου τώρα ολίγους Ανωγειανούς, από αυτούς που διακρίνονται μέχρι σήμερα δια τον πατριωτισμό τους, την αυταπάρνηση τους, να τους κοινωνήσουμε στην Φιλική Εταιρεία».

Ο Γιώργης Μανουράς ή Περπυρής συγκινήθηκε για την τιμή που του έκανε ο Ζερβουδάκης και φυσικά κολακεύτηκε, που έμαθε πρώτος στα Ανώγεια την ύπαρξη της Φιλικής Εταιρείας. Αμέσως κάλεσε στο σπίτι του, τους Βασίλη Σμπώκο ή Σμπωκοβασίλη, τον Σταύρο Ξετρύπη και τον Εμμανουήλ Δακανάλη ή Παπαδομανόλη. Τους παρουσίασε στον Ζερβουδάκη,  ο οποίος τους μίλησε στο ίδιο πνεύμα που μίλησε και στον Περπυρή. Συμφώνησαν όλοι και τους μύησε στη Φιλική Εταιρεία.

Ο Μανουράς παρέθεσε πλούσιο γεύμα στο φίλο Ζερβουδάκη και τους μυημένους Ανωγειανούς και ύψωσαν τα ποτήρια επανειλημμένως για την ευόδωση και επιτυχία του αγώνα.

Οι παραπάνω πλέον φιλικοί με μεγάλες προφυλάξεις μύησαν, τους Παπά Μιχάλη Σκουλά ή Ξέπαπα, το Βασίλη Ανωγνώστου Σκουλά και το Σταύρο Νιώτη.

Από την ημέρα αυτή άρχισε  από τους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία Ανωγειανούς η κατήχηση των φιλικών προσώπων τους για την ανάσταση του γένους.

Κουρά προβάτων Παπαδομανόλη: Η  κουρά των προβάτων αποτελεί από τα παλιά  μέχρι των ημερών μας ένα διαχρονικό φαινόμενο  και είναι μια μεγάλη γιορτή  των  βοσκών, στην οποία καλούνται και επίσημα πρόσωπα. Η Ανωγειανή παράδοση αναφέρει, ότι ο Παπαδομανόλης σε μια  κουρά των προβάτων του στη Νίδα εκτός των άλλων  κάλεσε και τον τούρκο Αγά, ο οποίος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση. Η συνοδεία του Αγά  αποτελούνταν από τον υπασπιστή του Καψάλη, αξιωματικούς και στρατιώτες. Μόλις αντίκρισε Ο Καψάλης την αρραβωνιαστικιά του Παπαδομανόλη του ήρθε κατά κούτελα κεραυνοβόλος έρωτας και τυφλώθηκε  από την ομορφιά της. Έκτοτε τα ερωτικά του βέλη έπεφταν συνεχώς πάνω στη Ζαφείρα και αποφάσισε να  την πάρει οπωσδήποτε, άλλωστε αυτό το συνήθιζαν οι τούρκοι την εποχή εκείνη.

Το μεσημέρι μετά την κουρά κάθισαν όλοι οι καλεσμένοι στο πλούσιο τραπέζι που αποτελούνταν από  μακαρόνια με ανθότυρο, οφτά  (αντικριστά) κρέατα, τυριά και καλό κρασί.  Όλοι όπως ήταν φυσικό έφαγαν, ήπιαν,  βγήκαν στο κέφι και άρχισε το γλέντι. Τότε ο ερωτοχτυπημένος  Καψάλης είπε την παρακάτω μαντινάδα στην αρραβωνιαστικιά του Παπαδομανόλη.

« Άφησε όρη και βουνά, ω άνθος του Μαΐου

Και έλα να γίνεις αρχόντισσα πλουσίου χαρεμίου» .

Ο Παπαδομανόλης αυθόρμητα του απάντησε με την παρακάτω μαντινάδα.

«Εφόσον είμαστε ζωντανοί και ε   ΝΙΔΑ ΚΛΠ 2010 042 φόσον γη πατούμε,

Δεν αφήνουμε να φύγει εύκολα το πράγμα που κρατούμε».

        Παπαδομανόλης και Καψάλης σηκώθηκαν  αμέσως όρθιοι έσυραν τα μαχαίρια με σκοπό να μονομαχήσουν, τους συγκράτησαν όμως οι Ανωγειανοί και οι Τούρκοι και δεν προχώρησαν σε ακρότητες. Αμφότεροι έδωσαν το λόγο τιμής, να μονομαχήσουν άλλη μέρα στη θέση «Φλαμούρα», λίγο πιο πάνω από την Ιερά Μονή Χαλέπας στο Μυλοπόταμο. Το γλέντι διαλύθηκε αμέσως  και ο  αγάς με την ακολουθία του έφυγε κακήν κακώς και ντροπιασμένος.

Ο Παπαδομανόλης πήγε στο ραντεβού την ορισθείσα ημέρα και ώρα, αλλά περίμενε άδικα, γιατί ο Καψάλης δεν πήγε ποτέ, αν και  όπως λένε, ήταν καλό παλικάρι.  Έγιναν μεταξύ τους άσπονδοι εχθροί και ο Παπαδομανόλης περίμενε  με αγωνία να βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία ν΄ αναμετρηθεί με τον Καψάλη, να ξεπλύνει την προσβολή που του έγινε. Όπως θα δούμε παρακάτω η ευκαιρία αυτή δεν του δόθηκε ποτέ. Το παραπάνω επεισόδιο διαδραματίστηκε λίγο πριν από την κήρυξη της επανάστασης του 1821. (Διηγήσεις: Μιχάλη Γεωργ. Δακανάλη, Νικολάου  Γεωργ. Δακανάλη, Χαραλάπη Εμμ. Σκουλά ή Χουμά και πολλών άλλων γερόντων  Ανωγειανών).

         Κήρυξη επανάστασης 1821. Η επανάσταση στην Κρήτη κατά του τούρκου κατακτητή για αποτίναξη του ζυγού  άρχισε  σύμφωνα με τον ιστορικό Ι. Μουρέλλο  στις 25-5-1821, κατά τον ιστορικό Β. Ψιλάκη στις 29-5 και τον Κρητοβουλίδη στις αρχές Ιουνίου 1821.

Στην Ιερά Μονή Παναγία Θυμιανή στους Κομητάδες Σφακιών στις 29 Μαΐου 1821 συγκεντρώθηκαν 1500 οπλαρχηγοί από όλη την Κρήτη για να πάρουν από κοινού αποφάσεις για την ταυτόχρονη κήρυξη της επανάστασης στην Κρήτη. Η Ανωγειανή παράδοση αναφέρει, ότι η αντιπροσωπεία των Ανωγείων είχε επικεφαλή τον Εμμανουήλ Δακανάλη ή Παπαδομανόλη. Ο ηγούμενος της μονής τέλεσε κατανυκτική λειτουργία, ύψωσαν την επαναστατική σημαία, ακολούθησε δοξολογία, ευλόγησε τα όπλα του αγώνα, κήρυξαν επίσημα την έναρξη της επανάστασης και όλοι μικροί μεγάλη έκλαιγαν από χαρά. Η Παναγία η Θυμιανή αποτελεί την  «Αγία Λαύρα» της Κρήτης.

ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ 008

Η Ανωγειανή αντιπροσωπεία επιστρέφοντας συναντήθηκε με Ανωγειανούς αντάρτες ανατολικά της κορφής «Χαμένι» και τους ανακοίνωσαν την  επίσημη κήρυξη της επανάστασης κατά των τούρκων. Οι επαναστάτες κάρφωσαν στο χώμα μια μακρόστενη επίπεδη πέτρα (πλάκα) ως τρόπαιο και αναφώνησαν: « Από τη θέση αυτή κηρύσσουμε την επανάσταση κατά των Τούρκων, το μέρος που πατάμε είναι ελεύθερο Ελληνικό». Έκτοτε η τοποθεσία πήρε το όνομα «ΕΛΛΗΝΙΚΟ» και οι βοσκοί σήμερα τη λένε «ΛΕΝΙΚΟ». Η πέτρα στέκεται ακόμα όρθια και ο Δήμος Ανωγείων έχει κάνει γύρω από αυτή ένα πέτρινο υπόβαθρο. Όπως με έχουν πληροφορήσει παλιότεροι Ανωγειανοί βοσκοί της περιοχής, υπήρχε πάνω στην πέτρα κάποια επιγραφή, με το να τρίβονται όμως τα πρόβατα πάνω της σιγά-σιγά αλλοιώθηκαν τα γράμματα.

Στα Ανώγεια όπως αναφέρει στα  απομνημονεύματα του σελ 28 ο γιατρός Γιώργης Δακανάλης, συγκεντρώθηκαν οι Ανωγειανοί στην ιστορική πλατεία Αρμί με τους οπλαρχηγούς Εμμανουήλ Δακανάλη ή Παπαδομανόλη, Βασίλη Σμπώκο και Σταύρο Ξετρύπη. Έγινε δοξολογία με κωδωνοκρουσίες και ζητωκραυγές του πλήθους, ύψωσαν την πρώτη Ανωγειανή σημαία και κήρυξαν επίσημα την επανάσταση κατά των τούρκων.

Ανωγειανοί πολεμιστές στα Σφακιά: Ο Σερίφ Πασάς μετά την έναρξη της επανάστασης στην Κρήτη επιτέθηκε κατά των Σφακιανών στο Ασκύφου με μεγάλη δύναμη. Οι Σφακιανοί ζήτησαν βοήθεια από τους Ανωγειανούς και ένα απόσπασμα από 100 περίπου πολεμιστές με οπλαρχηγούς τους Εμμ. Δακανάλη, Βασίλη Σμπώκο, Σταύρο Ξετρύπη και Σταύρο Νιώτη πήγαν για επικουρία των Σφακιανών στο Ασκύφου. Εκεί με τους Σφακιανούς σχημάτισαν κοινό μέτωπο εναντίο των τούρκων, ακολούθησε σφοδρή μάχη και τους νίκησαν κατά κράτος. Έτσι αναγκάστηκαν οι τούρκοι να υποχωρήσουν προς τα Χανιά και το Ηράκλειο.  Όταν οι τούρκοι του Ηρακλείου περνούσαν από τις βόρειες πλευρές του Ψηλορείτη με κατεύθυνση το Κρουσανιώτικο Λιβάδι, τους επιτέθηκε στη θέση «Ζώμινθος» ο οπλαρχηγός των Ανωγείων Ιωάννης Πλεύρης με την υπόλοιπη δύναμη του χωριού και τους προξένησε μεγάλες απώλειες.

Η μάχη της Κλημήνταινας (Σκλαβοκάμπου): Μεγάλες τουρκικές δυνάμεις με αρχηγό το γενίτσαρο Καψάλη αναχώρησαν από το Ηράκλειο με αντικειμενικό σκοπό να καταλάβουν τα Ανώγεια. Τα τουρκικά στίφη κινήθηκαν άτακτα, με φωνές και τυμπανοκρουσίες, ενώ ο Καψάλης έλεγε, ότι θα καταλάβει τα Ανώγεια και θα τα πυρπολήσει.

Οι Ανωγειανοί  οπλαρχηγοί και πολεμιστές περίπου 200 ύψωσαν την σημαία στην πλατεία «Αρμί», ακολούθησε δοξολογία, ευλόγησε ο παπάς τα όπλα και κινήθηκαν κατά των τούρκων επιδρομέων. Κατέλαβαν τα στενά της θέσης Κλημήνταινας ή Σαρακίαν μεταξύ του χωρίου Αστυράκι και της θέσης Σωρού (Ποροφάραγγο), διότι από εκεί έκριναν, ότι θα περνούσαν τα τούρκικα στρατεύματα. Το λυκαυγές της επομένης μέρας πληροφορήθηκαν οι Ανωγειανοί, ότι οι τούρκοι χωρίστηκαν στο χωριό Τύλισσο σε δυο τμήματα. Το ένα ακολούθησε το δρομολόγιο προς τη θέση Σωρό και το άλλο προς το χωριό Αστυράκι.

Στο μεταξύ οι Ανωγειανοί είχαν ενισχυθεί και με άλλους πολεμιστές  από τα γύρω χωριά. Προχώρησαν αμέσως σε αναδιάταξη των δυνάμεων τους και την αριστερή πτέρυγα  κατέλαβε ο Σταύρος Ξετρύπης με το 1/4  της δύναμης, τη δεξιά ο Βασ. Σμπώκος με το 1/4 της δύναμης και στη μέση ο Εμμ. Δακανάλης  ή Παπαδομανόλης με τη μισή δύναμη.

Μόλις φάνηκαν οι τουρκικές δυνάμεις σε άτακτη κίνηση ο Παπαδομανόλης όπως αναφέρει ο Μπογκιώρνος στα απομνημονεύματά του, είπε στους πολεμιστές του.  «Η νίκη είναι δική μας, να μην ρίψει κανείς, αν δε ρίξω πρώτος. Κτυπάτε τους  σημαιοφόρους και τους πρώτους των επιτιθεμένων, μη σας εκπλήσσουν οι θόρυβοι, οι αλαλαγμοί και οι μακρόθεν επιδείξεις». Μόλις οι τούρκοι έφθασαν σε θέση βολής ο Παπαδομανόλης σηκώθηκε και φώναξε «πυρ». Σφυροκοπήθηκαν από τα ελληνικά τμήματα τα τούρκικα στίφη, αιφνιδιάστηκαν από την ευστοχία των Ελλήνων, ακολούθησε ταραχή και αλαλαγμοί. Πάνω στην αναταραχή αυτή μπήκε στη μάχη ο Νικόλας Σκουλάς ή Παπαδονικόλας οπλαρχηγός με 40 ένοπλους και 20 ροπαλοφόρους. Επέπεσαν κατά των τούρκων σαν αετοί καταφέρνοντας θανατηφόρα κτυπήματα στα κεφάλια τους,  προξενώντας τους μεγάλη πανωλεθρία. Στο τέλος της μάχης παρατηρήθηκε, ότι τα 2/3  των φονευθέντων τούρκων, ήταν κτυπημένοι με ρόπαλα στα κεφάλια. Ο ροπαλοφόρος Γιώργης Καλλέργης σκότωσε ένα τούρκο, πήρε το όπλο του και σκότωσε έτερο τούρκο, μετά χρησιμοποίησε το όπλο σαν ρόπαλο, διότι του έπαιρνε αρκετή ώρα να το γεμίσει και ξεπάστρεψε συνολικά 12 τούρκους.

Η μάχη κράτησε μέχρι το βράδυ και οι τούρκοι έντρομοι άρχισαν να υποχωρούν άτακτα πετώντας όπλα τους. Παράλληλα τους φώναζαν οι Ανωγειανοί «Πετάξετε τα όπλα σας και φύγετε». Οι Ανωγειανοί μαχητές πήραν πολλά λάφυρα από το πεδίο της μάχης, όπως τυφέκια, πιστόλες, μαχαίρια και  πολλά εφόδια. Δυστυχώς ο Παπαδομανόλης δεν μπόρεσε να έλθει αντιμέτωπος με τον Καψάλη, που τόσο πολύ επιθυμούσε.

Στα απομνημονεύματά του ο γιατρός Γ. Δακανάλης σελ 29 ανεβάζει τους Ανωγειανούς και τους άλλους πολεμιστές γύρω στους 500, από τους οποίους οι 300 έφεραν τυφέκια, καριοφίλια, πιστόλια και οι άλλοι ρόπαλα.

Πολιορκία της Επισκοπής Μυλοποτάμου: Από το Ηράκλειο ξεκίνησαν ο Καψάλης, ο Μουλάς Κερίμογλου μαζί με τα αδέλφια του και 347 ορτάκηδες με προορισμό την Επισκοπή Μυλοποτάμου για να σώσουν τις περιουσίες τους. Όπως μας πληροφορεί στα απομνημονεύματα του ο Γ. Α. Σκουλάς ή Μποκιώρνος, ο  αγγελιοφόρος των Ανωγείων από το χωριό Δαμάστα ειδοποίησε τον Παπαδομανόλη την ώρα που μιλούσε στους πολεμιστές του, ότι ο τούρκικος στρατός κατευθύνεται προς το Μυλοπόταμο. Δεύτερος αγγελιοφόρος ειδοποίησε αργότερα, ότι οι τούρκοι πέρασαν του Χανταλή τη βρύση, σκότωσαν στο χωριό Χώνος δέκα γέρους και κατευθύνονται στον πύργο του Κερίμογλου στην Επισκοπή Μυλοποτάμου.

Ο Παπαδομανόλης έφυγε από τα Ανώγεια συντεταγμένα με τους πολεμιστές του με προορισμό την Επισκοπή. Περνώντας από τα χωριά Ζωνιανά, Κράνα, Λιβάδια κλπ. Παρελάμβανε νέους πολεμιστές και ενδυνάμωνε το σώμα του στρατού του. Νέος αγγελιοφόρος ειδοποίησε, ότι οι τούρκοι είχαν στρατοπεδεύσει έξω από τον πύργο του Κερίμογλου στο χωριό Επισκοπή. Η οικογένεια των Κιρίμιδων ήταν κρυπτοχριστιανοί, μα δεν τολμούσαν να το ανακοινώσουν. Σιγά-σιγά άρχισαν να συρρέουν οπλαρχηγοί και οπλοφόροι από τα γειτονικά χωριά, έτσι την επομένη μέρα η δύναμη των χριστιανών έφθανε τους δύο χιλιάδες. Με το πρώτο φως της ημέρας οι τούρκοι αιφνιδιάστηκαν, δεν πρόλαβαν όμως να πάρουν μέσα στον πύργο τροφές και νερό.

Η πολιορκία κράτησε πέντε μέρες, οι ημέτεροι τους πολιορκούσαν, χωρίς να βιάζονται να τους εκπορθήσουν, αφήνοντας τους να φθάσουν στο έσχατο σημείο αντοχής τους. Βλέποντας ο Καψάλης αρχηγός των τούρκων τον επερχόμενο κίνδυνο, άρχισε να σκέφτεται τη σωτηρία του, μιας και δεν ερχόταν η αναμενόμενη βοήθεια από το τούρκικο στρατόπεδο. Σε λίγο έφθασαν οι οπλαρχηγοί Μαυροθαλασσίτης και Χούρδος από το Ρέθυμνο. Οι τούρκοι νόμισαν, ότι  αυτοί που ήρθαν, ήταν τούρκοι και έκαναν επίθεση με σκοπό να θέσουν τους έλληνες στη μέση. Ο Κερίμογλου παρακολουθούσε τον αγώνα θλιμμένος, όταν του φώναξε ο Καψάλης λέγοντάς του: «Αγά. Εσύ που έχεις τόσους φίλους μεταξύ των πολιορκητών Ελλήνων, δεν μπορείς να κάνεις κανένα έντιμο συμβιβασμό, να υποχωρήσουμε;».

Δώδεκα Αλβανοί έκαναν έξοδο από τον πύργο και εισήλθαν στο ναό  στην πλατεία επειδή νόμισαν, ότι θα είχαν άσυλο. Τους πολιόρκησαν οι Ανωγειανοί αδελφοί Σκουλάδες, ο Θεόδωρος Χούρδος, ο Νικ. Ζερβός και ο Αλέξιος Μαυροθαλασσίτης, οι οποίοι τους πρότειναν να παραδοθούν, αλλά αρνήθηκαν. Ένας  αλβανός γνώρισε τη φωνή του Ζερβού, που ήταν παλιοί φίλοι. Ο Ζερβός του επέτρεψε και βγήκε από την εκκλησία, αλλά ένας άλλος αλβανός πυροβόλησε τον Ζερβό από πίσω, πλην όμως αστόχησε. Ο Ζερβός πρόλαβε και τον έκοψε στα δυο με την μαχαίρα του. Τότε έδωσαν οι μαχητές φωτιά στο ναό και τους κατέκαψαν.

Οι Ανωγειανοί φώναζαν στους τούρκους που ήταν μέσα στον πύργο και τους έλεγαν: «Εμάθετε το μακελειό που σας κάναμε στον Σκλαβόκαμπο. Διακόσια μεζάρια  (μνήματα-λάκκους) εκάμαμε, να θάψωμε το Λαδάογλου σας. Το ίδιο θα κάμωμε κι επαέ. Πέρασε ο καιρός που σφάζατε τους μπουρμπάδες, εδά θα δείτε ίντα θα πάθετε;».

Ο Κρίμης ζήτησε από τη μεριά των τούρκων, να παραδώσουν τα όπλα, να τους αφήσουν να φύγουν ανενόχλητοι. Αρνήθηκαν όμως οι Μυλοποταμίτες έλληνες, επειδή ήθελαν το ξεκαθάρισμα της περιοχής. Τελικά δέχτηκαν  και άρχισε η παράδοση των όπλων, στο μεταξύ μετάνιωσαν οι τούρκοι που ήταν μέσα στον πύργο και έστρεψαν τα όπλα κατά των  ελλήνων μαχητών. Τότε οι χριστιανοί έκαναν γενική επίθεση, έβαλαν φωτιά στον πύργο και τους φόνευσαν. Σκοτώθηκε ο μεγάλος Κιρίμης ονομαζόμενος Μουλάς. Τα τρία αδέλφια του τα έσωσε ο Παλμέτης από το Καμαράκι οπλαρχηγός Μαλεβυζίου, που γνώριζε ότι ήταν κρυπτοχριστιανοί. Διεσώθησαν 10 τούρκοι οι οποίοι πήραν τα βουνά και πήγαν στο μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο).

Βλέποντας ο  Παπαδομανόλης  τον Καψάλη απέναντι να φεύγει με ένα αλβανό στρατιώτη μέσα από τη φωτιά, με τον οποίο ως γνωστό είχε προσωπικές διαφορές, όρμισε εναντίο του, πλην όμως χρονοτρίβησε μέσα στους έλληνες επαναστάτες, έχασε την ευκαιρία που ζητούσε και επέστρεψε πίσω περίλυπος.

Τον αλβανό ακόλουθο του Καψάλη κυνήγησε ο Ανωγειανός Σταυρακάκης Αντώνης, τον πρόφθασε σε ένα κατηγορικό χωράφι, πιάστηκαν στα χέρια και πάλευαν αρκετή ώρα. Την ώρα αυτή περνούσαν από εκεί  δυο άγνωστοι  ημέτεροι επαναστάτες, δράττοντας της ευκαιρίας τους πήραν τα όπλα  και έκοψαν  κομμάτια την ζώνη του αλβανού για να πάρουν  τα χρυσά νομίσματα (κεμέρι), που συνήθως είχαν στη ζώνη. Στο τέλος έπεσαν στο έδαφος εναγκαλισμένοι σφιχτά και κυλιόμενοι έφθασαν στην άκρη του κατηφορικού αγρού. Εκεί  ο Σταυρακάκης με μια πέτρα του έσπασε το κεφάλι και επέστρεψε πίσω άοπλος. Αυτά συμβαίνουν πολλές φορές σε τέτοιες περιστάσεις ( Γ. Α. Σκουλάς ή Μπογκιώρνος).

Οι Ανωγειανοί και οι λοιποί Μυλοποταμίτες μαχητές πήραν ως λάφυρα 347 όπλα και άλλα εφόδια.

Πυρπόληση των Ανωγείων 7 Ιουλίου 1822: Ο Σερίφ Πασάς εξοργισμένος ύστερα από τις ήττες που υπέστη ο τούρκικος στρατός στη μάχη του Σκλαβόκαμπου, στην άλωση του πύργου του Κερίμογλου στην Επισκοπή Μυλοποτάμου και από πολλές άλλες αποτυχίες του στρατού του σε διάφορα μέρη, αποφάσισε να καταστρέψει τα  Ανώγεια, τα οποία αποτελούσαν ψηλή  αετοφωλιά και ορμητήριο των Μυλοποταμιτών και Μαλεβυζωτών. Άλλοτε με επιθέσεις που έκαναν οι ωκύποδες και υψιδίαιτοι Ανωγειανοί και άλλοτε με ενέδρες που έστηναν  έξω από το Κάστρο (Ηράκλειο) και επέφεραν μεγάλες απώλειες στις δυνάμεις του.

Στις  5 Ιουλίου 1822 έβαλε σε ενέργεια το σχέδιο του, όρισε αρχηγό της εκστρατείας τον Καψάλη και με μεγάλες δυνάμεις εκστράτευσε κατά των Ανωγείων. Ο Γ. Α. Σκουλάς ή Μπογκιώρνος ανεβάζει τη δύναμη των τούρκων σε περίπου  πέντε χιλιάδες.  Ο  Καψάλης με τη μισή δύναμη ανέβηκε από την κορφή Κουδούνι να επιτεθεί κατά των Ανωγείων, έχοντας ως οδηγό ένα τούρκο  ονόματι Αμαργιαλή που ήξερε τα μέρη. Ενώ η υπόλοιπη δύναμη προέλασε από το Κρουσανιώτικο Λιβάδι προς τα Ανώγεια. Οι σκοποί των Ανωγείων φώναξαν: «Τούρκοι στο Κρουσανιώτικο Λιβάδι».

Οι οπλαρχηγοί Βασίλης Σμπώκος, Σταύρος Ξετρύπης, Εμμανουήλ Δακανάλης ή Παπαδομανόλης, Νίκος Σκουλάς ή Παπαδονικόλας με 400 περίπου Ανωγειανούς επαναστάτες, αντιπαρατάχθηκαν  στη θέση «Απήδακα» έναντι 2000 τούρκικου τακτικού στρατού κατ΄ άλλους πολύ περισσότερους. Η μάχη που ακολούθησε ήταν πάρα πολύ σκληρή, κατά την οποία και οι δυο στρατοί έδειξαν ανδρεία και αντοχή. Η υπεροχή των τούρκων  ήταν εμφανέστατη αν και δεν είχαν ενισχυθεί ακόμα από τα νότια με τις δυνάμεις του Καψάλη. Στο τέλος οι Ανωγειανοί έκαναν υποχώρηση  και ανασυντάχθηκαν  στη θέση «Πάνω Αμπέλια», όπου πήραν νέες αμυντικές θέσεις. Ο τούρκικος στρατός κατάλαβε τις κορφές Σάκωμα-Στεφάνα-Καλά Πλάγια και φαίνονταν ως αμέτρητα κινούμενα μυρμήγκια.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Γ. Α. Σκουλά ή Μπογκιώρνο τις μέρες αυτές φιλοξενούνταν στα Ανώγεια το  σώμα του Θεόδωρου Χούρδα και  τα σώματα των Σφακιανών Μιαούλη Πρωτεσαδάκη, Μπουζομάρου και Ανδρακού. Οι Ανωγειανοί τους θεωρούσαν ως αδελφούς και έτρεφαν σ΄ αυτούς μεγάλες ελπίδες, γιατί ήταν διακεκριμένοι πολεμιστές. Με την εμφάνιση όμως των τούρκων προ των πυλών των Ανωγείων αναχώρησαν και άφησαν μόνους τους Ανωγειανούς.  Για τη φυγή των Σφακιανών κυκλοφόρησαν διάφορες εκδοχές, ότι κινήθηκαν από πάθος κατά των Ανωγειανών ή ότι δείλιασαν μπροστά στον πολυπληθή τούρκικο στρατό. Δεν μπορούμε να τους αποδώσουμε τέτοιες υποθέσεις ή προθέσεις, γιατί ήταν αφιλοκερδής, άδολοι πολεμιστές και πήγαιναν πάντα μπροστά στις μάχες. Τελικά ειπώθηκε, ότι σκοπός τους ήταν, να χάσουν οι Ανωγειανοί τα σπίτια τους και τα πολυπληθή ποίμνια τους και ελεύθεροι πλέον να τεθούν απέναντι του εχθρού.

Στα Πάνω Αμπέλια έγινε νέα πεισματώδης μάχη και οι Ανωγειανοί κράτησαν τις θέσεις τους πάση θυσία, μαχόμενοι υπέρ βωμών, εστιών, τέκνων και γονέων, γιατί δεν είχαν φύγει ακόμα από το χωριό. Ενώ η μάχη ήταν στο αποκορύφωμα, από το πρωί ο Παπαδομανώλης αναζητούσε τον Καψάλη και ομολόγησε την απορία του  στους Ξετρύπη και Σμπωκοβασίλη. «Είναι δυνατόν είπε να λήψη ο Καψάλης από την εκστρατεία ταύτη».  Και εμείς το τεχνολογούμε του απάντησε ο Ξετρύπης και είχαμε σκοπό να σου το πούμε. Είπαν να στείλουν ένα απόσπασμα προς τον Ψηλορείτη, αλλά δυνάμεις δεν είχαν, ήταν τρεις και ο  κούκος. Η Ζαφείρα επέμενε να σταλεί, γιατί στο χωριό υπήρχαν γυναικόπαιδα και ασθενείς. Ας πάει λοιπόν ο Παπαδονικόλας(Νικόλαος Σκουλάς) είπε ο Παπαδομανόλης. Δεν είχε απομακρυνθεί από το πεδίο της μάχης και τρεχάτοι βοσκοί φώναζαν, ότι τούρκοι κατέρχονται  από το Κουδούνι με προορισμό τα Ανώγεια, έτσι ματαιώθηκε η αποστολή.

Με το λυκόφως περίπου 2000 γυναικόπαιδα άφησαν τα Ανώγεια και διέφυγαν προς τα χωριά Ζωνιανά, Κράνα, Λιβάδια, Κάλυβο κλπ.

Μια αντιπροσωπεία γυναικών με παιδιά την ώρα που εγκατέλειπαν το χωριό, επεσκέφθησαν τον υπεραιωνόβιο παπά Νίκο Σκουλά και τον παρακάλεσαν να τον πάρουν μαζί τους σε φορείο. Αυτός τους απάντησε σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Μπογκιώρνου ως εξής:  «Η ζωή μου έλεγε είναι βραχεία ο δε θάνατος είναι τόσον πλησίον ώστε να με κρατεί από την χείρα. Δύναμαι ν΄ αφήσω την εστίαν αυτήν εις την οποίαν απέθαναν οι πρόγονοί μου και εντός της οποίας εβίωσα και να υπάγω εις άλλο μέρος; Και τι να ζητώ πέντε ή δέκα ημερών ζωή και μετά ταύτα ν΄ αποθάνω  πλησίον μιας πέτρας ή υπό την σκιάν ενός δένδρου. Υπάγεται τέκνα μου εις την ευχήν μου και είθε ο ύψιστος να σας διαφυλάσση και να σας επαναφέρη εις τα εστίας σας να πληθυνθείτε ως η άμμος της θαλάσσης και τα άστρα του ουρανού. Μην έχετε την ιδέαν ότι θα γογγύσω διότι με αφήνετε. Επιθυμώ ν΄ αποθάνω εδώ όπου απέθανεν ο πατήρ και πάππος μου. Επιμένοντες δε ν΄ απαγάγωσιν, αυτός δια της βίας τους εξόρκισεν, αλλά βλέποντας ότι τούτο απέβαινεν μάταιον κατέφυγον εις έτερα. Εγώ τέκνα μου είπεν εχρημάτισα προεστός του χωργιού και προύχων της επαρχίας επί 80 έτη. Ο οίκος αυτός καθώς το γνωρίζετε εστάθη ανέκαθεν καταφύγιο όλου του κόσμου. Ενταύθα εφιλοξενήθησαν πασάδες, αγάδες και στρατηγό και στρατιώτες και ενταύθα βρήκε ο οδοιπόρος ανάπαυσιν και ο πτωχός περίθαλψιν. Έχετε ποτέ την ιδέαν ότι θα κακοποιήσωσιν έναν γέροντα αόμματον ως εμέ: Εγώ δεν το πιστεύω ποτέ. Κατά την ιδέαν μου δε περισσότερος κίνδυνος είναι να με μετακομίσετε ή αν μείνω ενταύθα, διότι η παραμικρά κίνησις, ή κακοπάθησις ή  ατμοσφαιρική επήρεια δύναται να διαλύσωσιν το σαρκίον τούτο το οποίον δεν είναι άλλο ειμή μία σαθρά καλαμωτή. Υπάγεται λοιπόν εις την ευχήν μου και ζητήσετε να σώσετε τα τέκνα σας». Τα λόγια του παπά Νικόλα ήταν εξόχως συγκινητικά, πατριωτικά και ηρωικά. Έτσι οι γυναίκες και τα παιδιά τον ασπάσθηκαν και έφυγαν προς την έξοδο του χωριού, όπου συναντήθηκαν με τα υπόλοιπα γυναικόπαιδα.

Οι τούρκοι στις  7 Ιουλίου 1822 εισήλθαν στα Ανώγεια, τα οποία ήταν έρημα από τα γυναικόπαιδα. Βρήκαν όμως τον υπεραιωνόβιο παπά Νίκο Σκουλά, του έκοψαν το κεφάλι και το προσέφεραν θριαμβευτικά  ως δώρο στον Σερίφ Πασά κατά το τουρκικό έθιμο. Επίσης εκτέλεσαν περίπου 10 απόμαχους και ανήμπορους Ανωγειανούς που δεν μπορούσαν να φύγουν.

Οι τούρκοι λαφυραγωγούσαν και έμειναν 6-7 μέρες λεηλατώντας τα σπίτια μεταφέροντας σε άλλα μέρη υφαντά, εργόχειρα, έπιπλα, τρόφιμα και ότι άλλο πολύτιμο έβρισκαν. Παράλληλα καλούσαν τους Ανωγειανούς να υποταχθούν, αλλά κανείς δεν παρουσιάστηκε.

Την νύκτα οι Ανωγειανοί πολεμιστές εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, ενώθηκαν με τις οικογένειές τους, τις οποίες μετέφεραν στην επαρχία Αμαρίου, όπου προστατεύτηκαν από τους κατοίκους της περιοχής.

Τις επόμενες μέρες συγκεντρώθηκε μεγάλη δύναμη επαναστατών από Ανωγειανούς και Αμαριώτες στη θέση «Ρούσα Λίμνη» των Ανωγείων με αρχηγούς τους Τσουδερό, Ρουστικιανό, Φραγκιό και Καρυώτη. Έκαναν πολεμικό συμβούλιο και δέχτηκαν το σχέδιο  του οπλαρχηγού Εμμανουήλ Δακανάλη ή Παπαδομανόλη για ανακατάληψη των Ανωγείων. Το σχέδιο προέβλεπε να διαιρεθεί ο στρατός σε τρία σώματα, το σώμα των Ανωγειανών να επιτεθεί από τα νότια να διώξει τους τούρκους από το χωριό. Το δεύτερο σώμα με αρχηγό τον Τσουδερό να επιτεθεί από τα πλάγια και το τρίτο με αρχηγό τον Ρουστικιανό Θεόδωρο να εμφανιστεί μπροστά από τους τούρκους σε ενέδρα, να τους πετσοκόψουν.

Ένας τούρκος που είχε σωθεί  κατά την πολιορκία της Επισκοπής, δήλωσε ότι γίνηκε χριστιανός με το όνομα Βασίλειος. Έκτοτε ακολουθούσε τους Ανωγειανούς πολεμιστές και τον θεωρούσαν σύμμαχο. Άκουσε το παραπάνω σχέδιο, είδε τον επερχόμενο κίνδυνο πάνω από τα κεφάλια των τούρκων και τότε ως φαίνεται ξύπνησε μέσα του  το Ισλάμ, το οποίο ουδέποτε είχε αποκηρύξει. Διέλαθε με μεγάλη προσοχή τη νύχτα από τα Ανωγειανά τμήματα, πήγε στους τούρκους στο χωριό και τους ενημέρωσε σχετικά. Οι τούρκοι αμέσως έβαλαν φωτιά στα σπίτια του χωριού και έφυγαν. Επιτάχυναν τα τρία σώματα την επίθεση, αλλά δεν πρόφθασαν τους τούρκους, εκτός από μια μικρή οπισθοφυλακή την οποία εξόντωσαν. Οι μαχητές έβλεπαν πλέον ολόκληρο  το χωριό να έχει παραδοθεί στις φλόγες, χωρίς να μπορούν να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Το πρώτο  αντιστασιακό ολοκαύτωμα των Ανωγείων έγινε πραγματικότητα. Ο Τούρκος προδότης συνελήφθη αργότερα από Ανωγειανούς και τιμωρήθηκε με την εσχάτη των ποινών.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Γεωργίου Αναγνώστου Σκουλά ή Μπογκιώρνου, ο οπλαρχηγός Εμμαν. Δακανάλης ή Παπαδομανόλης ανακοίνωσε στους πολεμιστές τα παρακάτω: «Αδελφοί και στρατιώται η πυρπόλησις των Ανωγείων και η αποτυχία του σχεδίου κατελύπησεν υμάς άπαντας όσον και ημάς τους απωλέσαντας τα υπάρχοντά μας. Τούτο το αισθάνομαι και εκ της προθυμίας μεθ΄ ης προσήλθατε και εκ της αθυμίας ήτις κατέλαβεν υμάς δια την αποτυχίαν. Το σχέδιο ήτο άριστον και εάν πραγματοποιείτο η επιτυχία ήθελεν είναι πλήρης οι δε εχθροί ήθελον μάθωσι να μη υπερπηδώσιν τα εσκαμμένα. Επειδή όμως έγινεν ό,τι έγινεν μ΄ όλα  ταύτα δεν πρέπει ν΄ ανθυμούμεν ούτε ν΄ αφήσωμεν τους Τούρκους  αποθρασυνομένους, διότι τότε τους δίδομεν θάρρος εις παρομοίας άλλας επιχειρήσεις. Κρίνω να μην διαλύσωμεν την στρατιάν, αλλά να προσβάλωμεν τους εχθρούς εις το στρατόπεδόν των και ν΄ ακολουθήσωμεν  αυτούς αν δεν αντιπαραταχθούν μέχρι των πυλών του Ηρακλείου. Και αν μεν δε δυνηθώμεν να τιμωρήσωμεν αυτούς, τουλάχιστον να τους δείξωμεν, ότι αγρυπνούμεν και φροντίζομεν περί της ασφαλείας ημών. Πρώτος ο Τσουδερός παραδέχτηκε τη γνώμη του Παπαδομανόλη και μετ΄ αυτόν  άπαντες οι άλλοι αρχηγοί».

Στη σύσκεψη των οπλαρχηγών που ακολούθησε, αποφασίστηκε να κτυπήσουν το στρατόπεδο των τούρκων στον Άγιο Μύρωνα.

Δυτικά των Ανωγείων στη θέση «Κάτω Κούκο» σε μια σπηλιά κατά την εξερεύνηση της περιοχής οι τούρκοι βρήκαν, κρυμμένη  τη σύζυγο του Αναγνώστη Σκουλά λεχώνα με νεογέννητο αγόρι, την οποία φύλαγε  η αδελφή της Ειρήνη Δακανάλη. Οι τούρκοι  έσφαξαν τη λεχώνα, αφού απομάκρυναν από αυτή το νεογέννητο αγόρι (τον μετέπειτα Γεώργιο Αναγνώστου Σκουλά ή Μπογκιώρνο). Την Ειρήνη την πήραν μαζί τους στο Ηράκλειο, την οποία ένας τουρκοκρήτας την έκλεισε στο χαρέμι του και απέκτησε μαζί της τέσσερις τουρκοκρητικούς γιούς.

Την Ειρήνη  ανεγνώρισε το 1869 μετά από 47 χρόνια γριά πλέον ο πρώτος της ξάδελφος  παπά Γιάννης ή Γιώργης Δακανάλης, ο οποίος είχε πάει για ψώνια στο Ηράκλειο για την οκταμελή οικογένεια του. Περνώντας από τη Χανιώπορτα  γνώρισε το μονόφθαλμο ημίονο του στο ποτιστήρι των μεταγωγικών του τούρκικου στρατού. Του υπόδειξε ο φίλος του Γενή Μανώλης τούρκος υποδηματοποιός, να πάει στον πασά να ζητήσει τον ημίονο του. Πήρε τα στοιχεία του ο πασάς και του έδωσε ένα λοχία (τσαούση) με σημείωμα, να δώσει στον παπά Δακανάλη τον ημίονο του.

Ο τσαούσης ήταν γιός της Ειρήνης, ένας πολύ ψηλός άνδρας, εύσωμος, ξανθός   με αυλακωμένο πρόσωπο από την ευλογιά. Όταν διάβασε το όνομα του παπά, θυμήθηκε την καταγωγή  από τη μάνα του και τον οδήγησε στο σπίτι τους, παρά τη διαμαρτυρία του παπά να τον ακολουθήσει. Εκεί έλαβε χώρα εξομολόγηση και η επί τόσα πολλά χρόνια έγκλειστη  του χαραμιού γνώρισε τον πρώτο της ξάδελφο, στον οποίο διηγήθηκε τη ζωή της. Ο σύζυγος της όπως του είπε, της είχε φερθεί με μεγάλη ευγένεια και αφοσίωση. Δεν είχε άλλη γυναίκα και την άφησε να ασκεί μέσα στο σπίτι τα θρησκευτικά της καθήκοντα. Είχε μετατρέψει μια γωνία του σπιτιού σε εικονοστάσι και άναβε καντήλι, ενώ κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα πήγαινε στην εκκλησία για να μεταλαμβάνει των αχράντων μυστηρίων. Από τη μεριά του ο παπάς την ενημέρωσε για την κατάσταση της οικογένειας των Δακανάληδων και για τα νέα του χωριού. Στο τέλος αντάλλαξαν ασπασμούς μεταξύ τους και χώρισαν. Ο παπάς πήρε τον ημίονό του από τα  τούρκικα μεταγωγικά και μαζί με τα άλλα υποζύγια, αναχώρησε για το χωριό.

Ο τσαούσης (λοχίας) μετά την αναγνώριση πήγε στα Ανώγεια και φιλοξενήθηκε στο σπίτι του παπά. Δεν άργησαν όμως να το πληροφορηθούν οι τούρκοι και εκτόπισαν την οικογένεια του τούρκου σε άγνωστο μέρος.

Η σπηλιά που ήταν κρυμμένη η Ειρήνη με την αδελφή της και το νεογέννητο αγόρι ονομάστηκε «Τσ΄ Αναγνώσταινας ο σπήλιος» και έτσι συνεχίζει να λέγεται μέχρι των ημερών μας.-

Παγίδα του Κρουσώνα: Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν στις Γωνιές Μελεβυζίου και από εκεί έφθασαν στο Κρουσανιώτικο Λιβάδι με αρχηγούς τους Π. Ζερβουδάκη από την Τύλισσο, Στρατή Δεληγιαννάκη με τους Ρεθεμιώτες, Τσουδερό με τους Αμαριώτες και Αγιοβασιλειώτες, τον Πωλογιωργάκη με τους Σφακιανούς και τους εθελοντές του Ζεβονικόλα, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους τούρκους.

Εκεί εγκρίθηκε σχέδιο, να σταλεί ένα απόσπασμα από 80 Ανωγειανούς και μερικούς Κρουσανιώτες για να μη δώσουν υπόνοιες, ότι εμφανίστηκαν ξένοι επαναστάτες στην περιοχή, με σκοπό να προκαλέσουν τους τούρκους και να πάρουν όσα ζώα συναντήσουν στο πέρασμά τους. Εκτελεστής του σχεδίου ορίστηκε ο Εμμανουήλ Δακανάλης ή Παπαδομανόλης. Παράλληλα οι υπόλοιποι αρχηγοί  θα λάμβαναν θέσεις μάχης γύρω από τον Κρουσώνα, για να περικυκλώσουν τους τούρκους, που θα κυνηγούσαν τους Ανωγειανούς και Κρουσανιώτες,  που άρπαξαν τα ζώα.

Ο Σερίφ Πασάς που ήταν στα υψώματα του Αγίου Μύρωνα έστειλε 370 επίλεκτους τουρκαλβανούς με αρχηγό τον Καψάλη και οδηγό τον συνεργάτη τους Μακρυμπογιατζή από το Μαλεβύζι. Με τη ρητή εντολή να φέρουν πίσω τους κλέφτες των ζώων ζωντανούς ή τα κεφάλια τους. Οι αρβανίτες κυνήγησαν από κοντά τους Ανωγειανούς, που οδηγούσαν τα ζώα προς τον Κρουσώνα με βρισιές και φοβέρες. Οι Ανωγειανοί προσποιούνταν  τους τρομαγμένους και δεν τους κτυπούσαν. Μόλις μπήκαν οι τουρκαλβανοί στον Κρουσώνα, οι επαναστάτες έκλεισαν το μέρος από τα νότια-ανατολικά στο κοντινό χωριό Κιθαρίδα και βρέθηκαν κυκλωμένοι. Τότε κατάλαβαν ότι έπεσαν σε παγίδα, προσπάθησαν να σπάσουν τον κλειώ, αλλά δεν τα κατάφεραν αν και πολέμησαν λυσσαλέα μέχρι το βράδυ. Τραυματίστηκε ο Ανωγειανός Αναγνώστης Σκουλάς οπλαρχηγός (πατέρας του συγγραφέα της μάχης Γ.Β. Σκουλάς ή Μπογιώρνος) από ένα τούρκο που είχε ανεβεί  πάνω σε ένα δέντρο, πρόλαβε όμως τον αντιπυροβόλησε ο Σκουλάς και τον σκότωσε. Στο πεδίο της μάχης έπεσαν περίπου 30 τρουρκαλβανοί.

Μόλις πλάκωσε η νύχτα  οι τουρκαλβανοί  για να προστατευθούν, πήραν ένα μικρό παιδί όμηρο του Κριτσωτάκη ή Τζουνιά  σε αυτό συγκλίνουν οι περισσότερες μαρτυρίες (κατά μια άλλη εκδοχή πήραν το παιδί του Κρουσανιώτη οπλαρχηγού Κοκολοζάχαρη) και μπήκαν μέσα στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στον Κρουσώνα. Άφησαν το παιδί να φωνάζει επίτηδες, για να το ακούσουν οι έλληνες και να μην τους πειράξουν. Οι επαναστάτες έζωσαν την εκκλησία και όποιος  προσπαθούσε να ξεμυτίσει  τον σκότωναν.

Στη σύσκεψη που έκαναν οι οπλαρχηγοί τέθηκε το ζήτημα εάν έπρεπε να πυρπολήσουν το ναό ή να περιμένουν ώσπου να παραδοθούν οι έγκλειστοι. Τελικά αποφάσισαν να ανάψουν μεγάλη φωτιά μπροστά στην πόρτα του ναού. Ο εικοσαετής Ανωγειανός Κώστας Σκουλάς, γεμάτος ανδρεία, χάρη και δύναμη, ανέβηκε στη στέγη του ναού, τον ακολούθησε ο ομοχώριός του Κώστας Καλλέργης, θερμός, ανδρείος, άγριος και τον φώναζαν Τουρκόκωστα. Απευθύνθηκε στους επαναστάτες λέγοντας τα εξής: «Εγώ έχω δυο ονόματα το χριστιανικό και το τούρκικο. Υποτίθεται ότι απαγορεύεται στο χριστιανικό, να θέσει χείρα στο ναό. Εγώ προς το παρόν αναλαμβάνω το τούρκικο όνομα». Με βαριές άνοιξαν τρύπες στη στέγη του ναού, έριξαν μέσα λαδωμένα πανιά και άλλες εμπρηστικές ύλες (απομνημονεύματα Κρητοβουλίδου σελ 146) και έδωσαν φωτιά. Ο ναός έγινε παρανάλωμα του πυρός. Ο Κριτσωτάκης φώναζε  για το παιδί του, που χάνονταν μαζί με τους τούρκους. Οι καπετάνιοι τον παρηγορούσαν και στο τέλος είπε: «Σαν είναι γραφτό να πεθάνει για την πατρίδα τόσο μικρό παιδί, ας πεθάνει, μα να μην γλιτώσει ρουθούνι τούρκος».

Μέσα στο ναό οι καπνοί και οι φλόγες πνίγουν και καίνε τους πολιορκημένους, οι οποίοι άνοιξαν τις πόρτες και βγήκαν έξω. Αρκετοί έπεσαν στη φωτιά που άναβε στην πόρτα του ναού και τους άλλους σκότωσαν οι επαναστάτες. Ένας τουρκαλβανός πήδηξε τη φωτιά, την πέρασε και πυροβολεί  άστοχα από πίσω τον Στρατή Δεληγιαννάκη, προσπαθεί να δευτερώσει, αλλά ο Δεληγιαννάκης τον κάρφωσε πέρα για πέρα με ένα τεράστιο μαχαίρι και τον εκτέλεσε.  Όλοι έπεσαν νεκροί εκτός από ένα τουρκαλβανό και τον οδηγό Μακρυμπογιατζή, που έκαναν τους πεθαμένους μέσα στα πτώματα. Μέσα στους νεκρούς ήταν  και το παιδί του Κριτσωτάκη. Στο πεδίο της μάχης έπεσαν ηρωικά 25 χριστιανοί.

Οι δυο ζωντανοί έφυγαν και ειδοποίησαν τον Σερίφ Πασά  για την καταστροφή που έπαθαν. Σκότωσαν αμέσως τον οδηγό Μακρυμπογιατζή, γιατί  οδήγησε τους τουρκαλβανούς στην παγίδα και για εκδίκηση των ελλήνων.

Στη μάχη αυτή πήρε μέρος ο Μιχάλης Μαυρογιαννάκης ή Μελίτακας από τα Ζωνιανά, ο οποίος γνώριζε την τουρκική γλώσσα, γιατί είχε διατελέσει υπηρέτης στη Σμύρνη. Ακολούθησε τους τούρκους προφασιζόμενος τον τουρκοκρήτα και  τους παρορμούσε να βαδίζουν προς τον Κρουσώνα, έτσι συνετέλεσε στην καταστροφή τους. Αργότερα αναδείχθηκε σε γενναίο και ορμητικό οπλαρχηγό.

Ο Αντιστράτηγος λογοτέχνης Δοκανάρης Ναπολέων στην εργασία του σχετικά με την ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ, την οποία έχει δημοσιεύσει στην ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ στα τεύχη 256, 257 Αθήνα 1980, αναφέρεται στον στρατηγό Ευστράτιο Πίσσα, που κατάγονταν από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Ήλθε εθελοντής στην Κρήτη και σε ένα χειρόγραφό του καλύπτει τα γεγονότα της χρονικής περιόδου από τον Ιούλιο του 1822 ίσαμε το Δεκέμβριο του 1823.

Ο συγγραφέας αναφέρεται διεξοδικά στην άφιξη του Μανώλη Τομπάζη στην Κρήτη και δίνει αρκετές λεπτομέρειες για την πορεία των επιχειρήσεων.   Συνεχίζοντας τις αφηγήσεις του αναφέρει, ότι μετά από 10 ημερών πολύμοχθο πορεία, κατά την οποίαν είχαν εξασθενήσει οι σωματικές του δυνάμεις, έφθασε στο χωριό Κρουσώνας, όπου βρήκε το Ελληνικό στρατόπεδο. Το Τούρκικο στρατόπεδο  ήταν  απέναντι στον Άγιο Μύρωνα.

Γύρω από τον Άγιο Μύρωνα υπήρχαν τα αλώνια του Μπεντρή Εφέντη  και αποφάσισαν να πάνε τη νύκτα, να κάψουν  τα σπαρτά και να πάρουν συγχρόνως όσα ζώα μπορούσαν. Κατά την υποχώρηση τους είχαν σκοπό να προσελκύσουν τους Οθωμανούς στο χωριό Κιθαρίδα, όπου είχε κρυφθεί δύναμη 300 ανδρών. Το σχέδιο πέτυχε απόλυτα χωρίς κανένα κώλυμα και οι  Οθωμανοί έπεσαν στην ενέδρα και δεν υπήρχε γι΄ αυτούς μέσο σωτηρίας.

Στο σημείο αυτό παραθέτω ακριβή αντιγραφή της αφηγήσεως του συγγραφέα: «Εν τη περιπτώσει ταύτη μοι εγένετο καταφανής η των Ανωγειανών ωκυποδία, και απεδείχθησαν αληθείς οι λόγοι των, ότι θα μας είναι χρήσιμοι εις το στρατόπεδον, καίτοι άοπλοι εν καιρώ καταδιώξεως του εχθρού». Ο συγγραφέας συνεχίζει την αφήγησή του και αναφέρει, ότι κατεδίωκε ο ίδιος ένα Οθωμανό αξιωματικό. Την ώρα που ήταν έτοιμος να τον συλλάβει, άκουσε πίσω του ένα Ανωγειανό να φωνάζει: «Στάσου Αγά που φάγες τα σύγληνά μας». Και τότε με οργή  κτύπησε με την μαγκούρα του το κεφάλι του Αγά και τον άφησε νεκρό. Του πήρε τα όπλα και εξοπλίστηκε. Στη μάχη αυτή εξοπλίστηκαν περίπου 300 Ανωγειανοί, οι οποίοι έκαναν δικό τους σώμα από 500 άνδρες.

Οι έλληνες άρχισαν αμέσως τη λαφυραγωγία και αποκόμισαν  ασημένια τουφέκια, μαχαίρια, χρυσά νομίσματα, ρούχα, άλογα, βόδια, πρόβατα και ότι άλλο αξιόλογο υπήρχε. Μάλιστα άρχισαν να φιλονικούν πάνω στη μοιρασιά.

Οι Ανωγειανοί Σκουλάς και Καλλέργης που άνοιξαν τις τρύπες στη στέγη του ναού, πέθαναν μετά από δυο μέρες προφανώς από τις αναθυμιάσεις. Άλλοι πάλι  απέδωσαν τους θανάτους στην πράξη που έκαναν.

Οι έλληνες έκαναν επίθεση και κατέστρεψαν το τούρκικο στρατόπεδο στον Άγιο Μύρωνα, το οποίο το βρήκαν άδειο, γιατί ο Σερίφ Πασάς είχε αναχωρήσει για το Ηράκλειο με τον υπόλοιπο στρατό και κλείστηκε στα τείχη του Κάστρου.

Στη μάχη αυτή διακρίθηκαν σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του γιατρού Γ. Δακανάλη, Ο Σμπωκοβασίλης που κρατούσε τη θέση πάνω από το χωριό  Κρουσώνας και παρά το ότι, του επιτέθηκε μεγάλος αριθμός τουρκαλβανών τους έτρεψε σε φυγή. Προς τιμή του ονομάστηκε η θέση αυτή «Στου Σμπώκο τον Πόρο». Ο Σμπωκοβασίλης εκτός από τη σοβαρότητα, τη γενναιότητα, συγκέντρωνε όλα τα προσόντα του αρχηγού, παρακινδύνευε πάντοτε στις μάχες και ως βράχος ακίνητος στέκονταν προ του εχθρού. Ο Ξετρύπης διακρίνονταν για την ταχύτητα, τις σωματικές του δυνάμεις και την αποφασιστικότητά του. Ο Εμμαν. Δακανάλης ή Παπαδομανόλης πρώτος μεταξύ όλων διακρίνονταν δια την ωκυποδία του, το  μειλίχιο του χαρακτήρα του και την επιβολή του στους νέους. Οι τρεις παραπάνω έγιναν γνωστοί και πέραν των ορίων της επαρχίας.

Επίσης πολέμησαν γενναία και αναδείχτηκαν αμείλικτα παλικάρια σε όλες τις μάχες που δόθηκαν, ο Φρυσάλης, ο Τουπής, ο Νικόλαος Κεφαλογιάννης, ο Εμμανουήλ Σπυθούρης, ο Γεώργιος Ξυλούρης ή Σουβλής, ο Γεώργιος Σταμάτης, ο Μπαντιδόνης και ο αδελφός του Νιώτη, που αν και χωλός πήγαινε στις μάχες έφιππος. Σκοτώθηκε στη μάχη που δόθηκε στο Βασιλικό πάνω από τη Φόδελε.

ΠΡΩΤΟΜΑΓΕΙΑ ΑΝΩΓ.2009 015

Αμέσως μετά την επιστροφή των επαναστατών και των οικογενειών τους στα Ανώγεια, άρχισε όπως-όπως η ανοικοδόμηση του χωριού.  Πρώτο μέλημα τους ήταν η σύσταση δημογεροντίας από ενάρετους και φρόνιμους Ανωγειανούς, στους οποίους ανέθεσαν την επιμελητεία περίθαλψης των ορφανών παιδιών, τραυματιών και  ασθενών.  ( πηγές Ι. Μουρέλος σελ 648, Β. Ψιλάκης σε. 484).

Μάχη του Σκλαβόκαμπου: Ο Χασάν πασάς έκανε εκστρατεία από τα Χανιά  προς Ηράκλειο με αντικειμενικό σκοπό να καταστείλει τους εξεγερθέντες Χριστιανούς. Στις 30 Αυγούστου 1822 στρατοπέδευσε στην Ιερά Μονή της Χαλέπας στο Μυλοπόταμο, εκεί δεν βρήκε κανένα άτομο, γιατί όλοι είχαν φύγει είτε προς τους μαχητές, είτε απομακρύνθηκαν λόγω του επερχόμενου κινδύνου. Οι Μυλοποταμίτες με αρχηγούς τους Χούρδο και Ανδρακό  κτύπησαν αιφνιδιαστικά τους τούρκους μέσα στα τσαντίρια τους. Στην αρχή αιφνιδιάστηκαν, αλλά γρήγορα κατόρθωσε ο Χασάν να ενεργοποιήσει την άμυνά του.

Από τη θέση «Φλαμούρα» πάνω από τη μονή το τούρκικο πυροβολικό έβαζε κατά των επαναστατών, αλλά η ζημιά που τους έκανε ήταν μηδαμινή. Φεύγοντας ο Χασάν άφησε στη Χαλέπα 23 άταφους νεκρούς τούρκους. Ο πολυάριθμος στρατός του Χασάν προχωρεί προς τη θέση Σκλαβόκαμπο. Οι αρχηγοί Σμπώκος Σκουλάς,  Εμμαν. Δακανάλης ή Παπαδομανόλης, Νιώτης και Ξετρίπης έτρεξαν από τους πρώτους και έχουν πιάσει τα στενά του Σκλαβόκαμπου. Σε λίγο καταφθάνουν οι Μελιδόνης, Παλμέτης, Σγουρός, Καλλέργης και ο Πέτρος Ζερβουδάκης με τους Μαλεβυζιώτες. Ο Χασάν πασάς πέφτει στη μέση τους και τον κτυπούν από παντού, το ιππικό του μέσα στις κακοτοπιές δεν μπορεί να προσφέρει. Η θέση του ώρα με την ώρα γίνεται δύσκολη και αμύνεται μέχρι να έλθει με ενισχύσεις ο Σερίφ πασάς, οι οποίες ποτέ δεν έφθασαν. Οι επαναστάτες προσπαθούν να κλείσουν το πέρασμα. Όλη τη μέρα στις 31 Αυγούστου 1822 βάσταξε η μάχη και οι τούρκοι έχασαν 60 μαχητές και πολλά άλογα του ιππικού.

Τη νύχτα ειδοποίησε αγγελιοφόρος τον Χασάν, ότι οι χριστιανοί περιμένουν ενισχύσεις από τους Σήφακα, Τσουδερό και Χάλη. Ο Χασάν εκτίμησε την κατάσταση, θεώρησε  να απαγκιστρωθεί πριν βρεθεί κυκλωμένος την επόμενη μέρα. Η αποχώρηση έγινε με μεγάλη μυστικότητα για να μην πάρουν χαμπάρι οι έλληνες. Οι σκοποί όμως του στενού ειδοποίησαν ότι φεύγουν οι τούρκοι. Λόγω του σκότους  διέλαθαν  χωρίς να απαντούν στα πυρά των ελλήνων.

Την επομένη μέρα βρήκαν οι έλληνες άδειο το στρατόπεδο και άρχισε η λαφυραγωγία από την οποία αποκόμισαν όπλα, άλογα, εφόδια και πολλά άλλα χρήσιμα πράγματα. (Ι. Μουρέλλος  σελ 671, Βασ. Ψιλάκης  497)

Ο Γιώργης Δακανάλης γιατρός αναφέρει, ότι στη μάχη αυτή έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο παπά Γιάννης Δακανάλης οπλαρχηγός αδελφός του Παπαδομανόλη και αρκετοί άλλοι πολεμιστές.  Ο παπά Γιάννης είχε πάντα ένα  μεγάλο σταυρό μέσα στη βούργια του. Σε μια από τις πολλές μάχες που έδωσε, ένα τούρκικο  βόλι τον  βρήκε στην πλάτη, τυχαία κτύπησε πάνω στο σταυρό και τον σημάδεψε, αλλά ο παπάς σώθηκε. Έκτοτε ο σταυρός αυτός παραδίδεται από παπά σε παπά των Δακανάληδων με τελευταίο τον παπά Γιώργη στο Χαράκι Μονοφατσίου που πέθανε το 1984. Ο σταυρός βρίσκεται στα χέρια της οικογένειας  του και περιμένει το νέο παπά των Δακανάληδων να τον παραλάβει.

Οι τούρκοι έπιασαν αιχμάλωτο το Δημήτριο Κεφαλογιάννη ετών 14 τον οποίο πούλησαν στον αγά των μύλων του Αλμυρού και την νέα Ελένη Καλλέργη έστειλαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στον Αυστριακό Πρόξενο. Ο γιός της Ελένης ονομάζονταν Λέων Χουντεχόφσκυ και του αμφισβήτησαν την ευγενή καταγωγή αργότερα στην Αυστρία, επειδή η μητέρα του είχε εξανδραποδιστεί. Το 1911 επί Κρητικής Πολιτείας πήγε στα Ανώγεια ο ιστορικός Στέφανος Ξανθουδίδης και έκανε σχετικές έρευνες για την καταγωγή της Ελένης και διαπίστωσε ότι προέρχονταν από την αριστοκρατική οικογένεια των Καλλέργηδων. Επίσης βρήκε το οικόσημο των Καλλεργών στο υπέρθυρο της Αγίας Μαρίνας στην Ιερά Μονή της Χαλέπας. Γνωστοποίησε τα αποτελέσματα των ερευνών του στη Βιέννη  και διατήρησε την ευγένεια του ο Λέων Χουντεχόφκυ.

Επειδή πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πουλήθηκαν ως σκλάβοι η περιοχή πήρε την ονομασία Σκλαβόκαμπος. Η μάχη αυτή δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα για τους Χριστιανούς.

Ηρωικός θάνατος του Εμμανουήλ Δακανάλη ή Παπαδομανόλη:

Ο Γιατρός Γεώργιος Δακανάλης στα απομνημονεύματα του αναφέρει, ότι ο ηρωικός θάνατος του Παπαδομανόλη συνέβη το 1823 στη  Γιόφυρο έξω από το Ηράκλειο σε μια μάχη με τους τούρκους. Ο Γιώργης Σμπώκος δάσκαλος και πρώην δήμαρχος Ανωγείων συμπληρώνει στο βιβλίου του ΑΝΩΓΕΙΑ 1992 σελ. 121-123,  ότι μετά από διερεύνηση του θέματος διαπίστωσε, ότι έγινε μεγάλη μάχη στου Γάζι υπό την ηγεσία του Μιχάλη Κουρμούλη στην οποία συμμετείχαν αρκετοί έλληνες μεταξύ των οποίων και οι Ανωγειανοί, με τους Νιώτη, Σκουλά, Σμπώκο, Ξετρύπη και άλλους.

Στους  τούρκους επιτέθηκε αιφνιδιαστικά πρώτος ο  Καπετάν Κουρμούλης με το ιππικό του και τους πεζούς. Οι τούρκοι  τα έχασαν  και υποχώρησαν άτακτα προς το Ηράκλειο. Την υποχώρηση ακολούθησε πανικός, όταν τους πήραν κυνήγι οι περίφημοι για την γρηγοράδα των ποδιών τους Ανωγειανοί, οι οποίοι συναγωνίζονταν την ταχύτητα του ιππικού. Στη  Γιόφυρο  οι έλληνες συνάντησαν μεγάλη δύναμη τούρκικου στρατού και ιππικού και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗΣ 1989 του Γ. Πατεράκη σελ.168). Εκεί στη Γιόφυρο την άνοιξη του 1823 (Μεγάλη Παρασκευή) έπεσε από τούρκικο βόλι ο ήρωας Παπαδομανόλης, του οποίου η  ωκυποδία και η γενναιότητα τον έφεραν πρώτο μεταξύ των πρώτων στην καταδίωξη των τούρκων.

7

Η Ζαφείρα μνηστή του Εμμανουήλ Δακανάλη ή Παπαδομανόλη μετά τον ηρωικό θάνατο του αρραβωνιαστικού της εξακολούθησε, να ακολουθεί τους επαναστάτες στα βουνά και σε κάποια  συμπλοκή με τους τούρκους έπεσε ηρωικά μαχόμενη.

Οι Δακανάληδες που καταγόμαστε από τον οπλαρχηγό παπά Γιάννη Δακανάλη, αποκαλούμαστε μέχρι σήμερα  «Παπαδιανοί».

Το τραγούδι του Παπαδομανόλη είναι αγνώστου ριμαδόρου και το μετέφεραν σε μας τους νεότερους οι ιερείς  Γιώργης Ν. Ανδρεαδάκης ετών 83 (1965), Μιχάλης Γ. Μανουράς ετών 77 (1965), Στυλιανός Δακανάλης ετών 84 (1980), Μανόλης Χαρ. Δακανάλης ετών 72 (2015) και διάφοροι άλλοι. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές χωρίς να αλλάζει η ουσία. Ο γράφων θυμάται ότι το τραγούδι αυτό, το τραγουδούσαν οι παλιοί  Ανωγειανοί, όταν γλεντούσαν στο χωριό, μεταξύ των οποίων ο Ζαχαρίας Καλλέργης ή Μπενάς, ο Γιώργης Μανουράς ή Κουρκούτης και διάφοροι άλλοι.

 

ΠΑΠΑΔΟΜΑΝΟΛΗΣ

Πρωί-πρωί με την δροσιά π΄ ανοίγει το λουλούδι

για φρουκαστείτε να σας πω τέσσερα  πέντε λόγια.

Τραγούδι να το μάθετε, τραγούδι να το λέτε

και για τσι παπαδιάς  τσι γιους να κάθεστε να κλαίτε.

Ο ένας ήτονε παπάς με ράσα και με γένια

μα ζώστηκενε τ΄ άρματα μπιστόλια και μαχαίρια.

Και γίνηκε οπλαρχηγός και γύριζε αντάρτης

κι οι τούρκοι τον σκοτώσανε το βράδυ μιας Τετάρτης.

Στη μάχη στο σκλαβόκαμπο εις τσι Γωνιές πιο κάτω

μα σκότωσε πριν σκοτωθεί είκοσι πάνω κάτω.

Κι΄ ο άλλος ήτονε βοσκός και γύριζε στα όρη

και είχεν αρραβωνιαστεί μια πλουμισμένη κόρη.

Στο πάνω αόρι έβοσκε κι αν θές τσ΄ αποστροφές του

στον Σκίνακα ανατολικά αρμέγουν τσ΄ έγγαλες του.

Κι΄όλοι τον εκατέχανε σαν Παπαδομανώλη

μικροί μεγάλοι στο χωριό τον εθαυμάζαν όλοι.

Μα Δακανάλης ήτονε γραμμένος στα βιβλία

και την ζωή του έταξε για την ελευθερία.

Γι αυτό είχενε με την Τουρκιά μίσος κακιά κι αμάχη

κι ορκίστηκε να πολεμά μαζί τους όπου λάχει.

Και γίνηκε οπλαρχηγός πάνω στον Ψηλορείτη

και πολεμά την λευτεριά να φέρει εις την Κρήτη.

Μα τσι μοίρας το γραφτό ήτονε μιαν ημέρα

στον άλλο κόσμο να βρεθεί απ΄ των τουρκιών τη χέρα.

Μια ταχινή σηκώνεται πλύνετε και καθίζει

και με πετσέτα πλουμιστεί το πρόσωπο σκουπίζει.

Και ύστερα σηκώνεται και τ΄ άρματα του ζώνει

και η μάνα του τονέ θωρεί και τονε καμαρώνει.

Φέρε μου μάνα μια ρακή φέρε μου και καρύδια

και με τσι τούρκους σήμερα θα νέχουμε παιχνίδια.

Γιε μου βλέπε τη νιότη σου, βλέπε την τη ζωή σου

γιατί έχω δα τα θάρρη μου μόνο σ΄ ενομή σου.

Βλέπω την μάνα, βλέπω την τη ζωή μου

μα αν δεν βγάλω και αντρειά, δεν το χωρεί η ψυχή μου.

Το όνειρο που δα σήμερο δεν είναι καλό για σένα

λαγό δα και προπάθιενε εις το προσκέφαλό σου.

Μισεύγει και τη χαιρετά και τσι φιλεί το χέρι

και τάζει τσι τρεις κεφαλές στο γυρισμό να φέρει.

Εις του Κρουσώνα την κορφή τα σπάσαν τα καρύδια

ποκάτω στα ριζώματα τ΄ άρχισαν τα παιχνίδια.

Μ΄ αυτός καλά την κάτεχε την τέχνη του πολέμου

ετσ΄ όμορφο πολεμιστή δεν είδα γω ποτέ μου.

Σαν αετό επέτανε κι επάθιεν εις τα φρούδια

κι απ΄ των τουρκών τσι κεφαλές έβγαζε φλιντζακούδια.

Οι τούρκοι φοβηθήκανε και φεύγουν να σωθούνε

στο Κάστρο εγλακούσανε, μέσα να πα να μπούνε.

Στη Γιόφυρο τους κόντεψε και τους περικυκλώνει

και τους κτυπά και το σπαθί πάλι ξαναματώνει.

Μέσα σ΄ αυτή τη ταραχή τση μάχης τα παιχνίδια

στη Γιόφυρο πωπερωθιό  τόνε σκοτώνουν ίδια.

Εκειά σκοτώνουν τον αετό τ΄ όμορφο παλληκάρι

θεέ μου και πως τον άφησες τον χάροντα να πάρει.

Κρίμα τον κείνος ο βοσκός, κρίμα του να μπιτίσει

που αναζήταν τα σφαχτά χωρίς να τα μετρήσει.

Την ώρα που ξεψύχανε μα πριν να βγει η ψυχή του

παράγγειλε ίντα θελε να κάμουν οι δικοί του.

Κι αφήνει μια παραγγελιά να πουν του πεθερού του

τα κόκαλά του να θαφτούν μαζί με τα  αδελφού του.

Τα ζα του να ποτίζουνε στου Βλάχο τα πηγάδια

εκειά που εποτίζανε κι άλλα πολλά κουράδια.

Στη πιο βαθύτερη γιαλιά να παν τα πρόβατα του

και στου Σκινάκου τη κορφή τα στειρομάροπα του.

Το μπαϊράκι πήρανε και πάνω στο κονάκι

κι η κοπελιά του έφτασε σε ώρας μιας λιγάκι.

Και σύρνει η μαύρη μια φωνή και το χωριό εμαζώχτη

που ναι Μανώλη μου ντελή η ακριβή σου νιότη.

Και ξανασέρνει μια φωνή κι  έπεσε λιγωμένη

κι όλοι την εθαρρούσανε πως ήταν ποθαμένη.

Κείνη την ώρα  πρόλαβε κι μάνα πικραμένη

όπου δεν έχει πράμα μπλιό στον κόσμο ν΄ ανημένει.

Κι εβάστανε μεταξωτά σάβανα και σεντόνια

και τονε ντύνει κι ύστερα τούλεγε μοιρολόγια.

Και μες τα μοιρολόγια της λέει η χαροκαμένη

αφήστε τον με τ΄ άρματα στον Άδη να πηγαίνει.

Προσκέφαλο να βάλετε τ΄ άρματα μεσ΄ το μνήμα

για να μην είναι μοναχός μα συντροφιά με κείνα.

Σήμερο με ξεγέλασες γιε μου χωρίς να θέλεις

κι εξέχασες τις κεφαλές που τάξες να μου φέρεις.

Σώπα κυρά μου παπαδιά μα σκότωσε τριάντα

τριάντα τούρκους διαλεχτούς και τσι σύρε στην πάντα.

Έτσα λογής του σταυραετού το τέλος του εγίνει

από το χάρο  που ποτέ χαρά δεν μας αφήνει.

Ερμηνευτικά: Αποστροφή-Δοχή = το μέρος που βόσκει το ποίμνιο. Έγκαλα= γαλακτοφόρα.

Σκίνας= βουνό. Κάστρο = Ηράκλειο. Φρούδι= Το πάνω σημείο του βουνού που φαίνεται όλη η πλαγιά. Κοντεύω= αλλάζω πορεία.  Σφαχτό= πρόβατο μέχρι δυο ετών. Στειρομάροπα = αρνιά που προορίζονται για πρόβατα. Μπιτίσει = τελειώσει. Ορτάκης= σύντροφος. Γιαλιά= χειμαδιό κοντά στη θάλασσα.

 

Μοίρες  23 Σεπτεμβρίου 2015

ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΙΧ. ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ

 

Πηγές:

1) Απομνημονεύματα Γεωργίου Αναγνώστου Σκουλά ή Μποκιώρνου 1889. Δημοσιευμένα σε συνέχειες στην εφημερίδα Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ από τον  δικηγόρο Μιχάλη Σκουλά ή Καπετανομιχάλη.

2)  Απομημονεύματα (δακτυλογραφημένα)  Γεωργίου Δακανάλη γιατρού (Ι884-1963).

3)  Από τη ΒΕΝΕΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ 1997 Μανόλης Δακανάλης  σελ 33-61.

4) Ιστορικαί αναδρομαί Τα Ανώγεια Μυλοποτάμου εις την επανάστασιν του 1821 του δικηγόρου     Μιχάλη Σκουλά ή Καπετανομιχάλη. Δημοσίευση στη ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ σε συνέχειες.

5)  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ  Τόμος 3Ος  Βασ. Ψιλάκη σελ. 447, 484,.

6)  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ Ιωάν. Μουρέλλου τόμος 1ος. Σελ.592, 648,

7)  Απομνημονεύματα Κρητοβουλίδου.

8)  ΑΝΩΓΕΙΑ 1992 Γιώργη Σμπώκου σελ 121-123,

9)  ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗΣ 1989, του Γιώργου Πατεράκη σελ 168.

10) ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ Της ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ 1980 Ναπολέων Δοκανάρης.

11) Φωτογραφίες Μανόλης Μιχ. Δακανάλης.

”Κόκκινα Φέσα Φαίνονται στου Καγιαμπή το κάμπο,

γιουρούσι κάνουν οι οχτροί κι είναι δυο τρεις χιλιάδες.

Ένας Σεΐχης πρόβαλλε και τον εμηνυτεύη,

γυρίστε πίσω κι ο Ψαρής κάθεται στη Βγοράδα.

Γυρεύει δόντια των οχτρών να κάμει κομπολόγια.

Θέλει και από το αίμα τους να βάψει τα μαλλιά ντου…”

Αριστερά ο Ψαραντώνης και δεξιά ο Ψαρογιάννης λίγο μετά τα αποκαλυπτήρια της μαρμάρινης πλάκας

Αριστερά ο Ψαραντώνης και δεξιά ο Ψαρογιάννης λίγο μετά τα αποκαλυπτήρια της μαρμάρινης πλάκας

Η μαρμάρινη πλάκα στα Πετραδολάκια για τον αγωνιστή Γεώργιο Νικ. Ξυλούρη ή ''Σουβλή''

Η μαρμάρινη πλάκα στα Πετραδολάκια για τον αγωνιστή Γεώργιο Νικ. Ξυλούρη ή ”Σουβλή”

Σε μια σεμνή και φορτισμένη συγκινησιακά τελετή πραγματοποιήθηκαν σήμερα Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου τα αποκαλυπτήρια μιας μαρμάρινης πλάκας στην τοποθεσία Πετραδολάκια πάνω από το μέρος ”Τουρκόλακκι”, αφιερωμένη στον μεγάλο Ανωγειανό αγωνιστή την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Γεωργίου Νικ. Ξυλούρη ή Σουβλή.

Πρόκειται για ένα μεγάλο Ανωγειανό αγωνιστή και επαναστάτη που έζησε από το 1820 μέχρι και το 1900 και συμμετείχε σε όλους τους ξεσηκωμούς των Κρητών ενάντια στους Τούρκους κατακτητές, ενώ του είχε αποδοθεί το ψευδώνυμο ”Σουβλής” και ”Τουρκοφάγος” καθώς στις μάχες που συμμετείχε σκότωσε πολλούς Τούρκους έχοντας γίνει ο φόβος και ο τρόμος τους στην ευρύτερη περιοχή!

Ο ”Σουβλής” ήταν  προπάππους του μεγάλου μας καλλιτέχνη  Ψαραντώνη  ο οποίος με δάκρυα μαζί με τον αδελφό του Γιάννη (Ψαρογιάννη),  έβγαλαν την Ελληνική σημαία και αποκάλυψαν σήμερα την μαρμάρινη πλάκα η οποία θα βρίσκεται για πάντα πλέον στον ιερό Ψηλορείτη, απέναντι ακριβώς από τη μάντρα του Κουμπούρη.

Το παρών έδωσε σύσσωμη η οικογένεια Ξυλούρη ,αρκετοί Ανωγειανοί και μέλη του Δημοτικού συμβουλίου που αψήφησαν τις άσχημες καιρικές συνθήκες για να τιμήσουν ένα άξιο πρόγονο μας. Η έντονη βροχόπτωση μάλιστα ανέβαλλε δυστυχώς και ένα τραγούδι που θα έλεγε ο Ψαραντώνης με τη λύρα του μαζί με το λαούτο του αδερφού του Ψαρογιάννη στην μνήμη του προπάππου τους! Τραγούδια πάντως ειπώθηκαν αργότερα στον Άγιο Φανούριο όπου η οικογένεια παρέθεσε πλούσιο τραπέζι με παραδοσιακά φαγητά στην μνήμη του Γεωργίου Ξυλούρη.

Η Ανωγή βρέθηκε εκεί και κατέγραψε τα αποκαλυπτήρια που μετά την επιμνημόσυνη δέηση που τελέστηκε, ξεκίνησαν με μια μικρή αναφορά από τον φιλόλογο κ. Γιώργο Χριστοδουλάκη από το Καμαράκι, ο οποίος μάλιστα είναι απόγονος του μεγάλου οπλαρχηγού Ιωάννη Παλμέτη που πολέμησε μαζί με τους Ανωγειανούς.

Μέλη της οικογένειας Ξυλούρη φωτογραφίζονται μετά τα αποκαλυπτήρια

Μέλη της οικογένειας Ξυλούρη φωτογραφίζονται μετά τα αποκαλυπτήρια

Ο εκπαιδευτικός κ. Γιώργος Χριστοδουλάκης κατά τη διάρκεια της ομιλίας του

Ο εκπαιδευτικός κ. Γιώργος Χριστοδουλάκης κατά τη διάρκεια της ομιλίας του

Στην αναφορά του ο κ. Χριστοδουλάκης είπε μεταξύ άλλων  τα εξής:

” Βρεθήκαμε όλοι εδώ σήμερα σε αυτόν τον τραχύ τόπο για να α ποτίσουμε ένα ελάχιστο φόρο τιμής σε ένα άξιο τέκνο των Ανωγείων, σε ένα γενναίο πολεμιστή της Ελευθερίας, ο οποίος έδρασε περίπου 150 χρόνια πριν κατά την διάρκεια των Κρητικών Επαναστάσεων.

Εκείνη την εποχή δρούσαν οι ομάδες των Χαίνηδων όπως λεγόντουσαν και επέφεραν μεγάλες καταστροφές στους Τούρκους.Εδώ στα Ανώγεια υπήρχαν αρκετές τέτοιες ονομαστές ομάδες όπως του Νιώτη, του Ξετρύπη, του Σκουλά και του Σουβλή.

Ο Γεώργιος Ξυλούρης έλαβε μέρος σε αρκετές μάχες όπως στο Γωνιανό ποροφάραγγο,στον Σκλαβόκαμπο,στην Ζώμινθο στην θέση Απίδακας, στον Κρουσώνα . Ακόμα και η τοποθεσία εδώ κάτω από την μαρμάρινη πλάκα που λέγεται Τουρκολάκκι ακόμα και σήμερα προς τιμήν του φανερώνει το μέγεθος της πανωλεθρίας που είχε προκαλέσει στους Τούρκους.

Αυτή είναι μια τιμή που αξίζει να του κάνουμε και επίσης, αν χρειαστεί γιατί οι καιροί είναι πάντα δύσκολοι και απειλητικοί να τους μιμηθούμε, αυτούς και τις θυσίες τους. Αιωνία του η μνήμη..” ολοκλήρωσε.

 

Μετά τα αποκαλυπτήρια ζητήσαμε από τον  Ψαραντώνη μια μικρή δήλωση για την τιμή στον προπάππου του και την έντονη συγκίνηση του, καθώς ήταν σε όλη τη διάρκεια της τελετής δακρυσμένος. Ανέφερε χαρακτηριστικά:

 

”Πραγματικά δεν έχω λόγια σήμερα, μόνο δάκρυα και είμαι πολύ συγκινημένος για αυτή τη σημερινή τιμή. Αυτοί οι ανθρώποι επολέμησαν τόσα χρόνια πριν για να είμαστε εμείς σήμερα Ελεύθεροι.

Όλη την ιστορία του Σουβλή την κατέχω μου την έλεγε και ο πατέρας μου και άλλοι. Να είναι καλά όλοι που είναι εδώ” ολοκλήρωσε ο μεγάλος Κρητικός λυράρης.

Μετά τα αποκαλυπτήρια ο Ψαραντώνης και ο Ψαρογιάννης παίζουν και τραγουδούν στο τραπέζι της οικογένειας Ξυλούρη στον Άγιο Φανούριο

Μετά τα αποκαλυπτήρια ο Ψαραντώνης και ο Ψαρογιάννης παίζουν και τραγουδούν στο τραπέζι της οικογένειας Ξυλούρη στον Άγιο Φανούριο

 

Η Ανωγή τέλος ζήτησε μια δήλωση και από τον πρώην Δήμαρχο Ανωγείων κ.Νίκο Ξυλούρη ο οποίος τόνισε:

” Με την σημερινή ενέργεια της οικογένειας των Ψαράκηδων και όλων εμάς τιμούμε ανθρώπους που δώσανε και τη ζωή τους σε πολύ δύσκολες εποχές με Τουρκικό ζυγό . Δεν σκέφτηκαν ποτέ πως να γλιτώσουν αλλά μπήκαν μπροστά, ρίσκαραν τη ζωή τους για την Ελευθερία αποτελώντας ένα παράδειγμα για όλους μας.

Εμείς σήμερα πρέπει να κρατάμε στην ατομική  οικογενειακή και συλλογική  μας μνήμη τις πράξεις των ανθρώπων που σε δύσκολους καιρούς χρειάστηκε να πολεμήσουν και να θυσιαστούν.Αυτό πρέπει να κρατάμε ως παράδειγμα, αν ποτέ χρειαστεί και δυστυχώς τώρα χρειάζεται συχνά και καθημερινά να δίνουμε τον καλύτερο μας εαυτό ώστε να είμαστε αντάξιοι απόγονοι αυτών των ανθρώπων.

Δεν ξέρω αν σήμερα υπάρχουν στην εποχή μας άνθρωποι σαν τον ”Σουβλή” αλλά ξέρω ότι πρέπει να υπάρξουν. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη σημερινή κατάσταση με αίσθημα εθνικής ευθύνης πρώτα από όλα και όχι μόνο ατομικής.Κάτι που μας το δείχνουν άνθρωποι σαν τον Σουβλή και πάρα πολλών άλλων, σε ακόμα πιο δύσκολες εποχές που δεν υπήρχε καν Ελευθερία. Τέτοιοι άνθρωποι μας έφεραν ως Ανώγεια να έχουμε σήμερα μια κορυφαία θέση στην Ιστορία της Αντίστασης διαχρονικά σε όλη την Ελλάδα.” κατέληξε ο κ. Ξυλούρης.

Την ερχόμενη Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου, στα Ξύπετρα Μαλεβιζίου στις 12μ.μ θα γίνει επιμνημόσυνος δέηση στο μνημείο των δυο ηρώων Εμμανουήλ Κουνάλη και Ανδρέα Νάθενα που σκοτώθηκαν στην μάχη στα Ξύπετρα στις 14 Σεπτεμβρίου 1944.

Οι εκδηλώσεις μνήμης και τιμής γίνονται κάθε χρόνο στο μνημείο που έχει ανεγερθεί για να θυμίζει σε όλους μας δυο ήρωες που πολέμησαν τον Φασισμό και έδωσαν την ζωή τους για την ελευθερία.

PA140115

 

Τι έγινε στη μάχη στα Ξύπετρα

Βρισκόμαστε στην αρχή του φθινοπώρου του 1944. Τα δείγματα κατάρρευσης του Γ’ Ράιχ, αρχίζουν πλέον να γίνονται περισσότερο από ορατά. Οι Γερμανοί στην περιοχή του Ηρακλείου συμπτύσσονται μεθοδικά, οργανώνοντας την έξοδό τους προς τη Σούδα και τα Χανιά. Ικανές δυνάμεις τους όμως, υπό μορφήν οπισθοφυλακής, παραμένουν ακόμη στην Αγία Βαρβάρα και στις Δαφνές, ενώ ένα τάγμα τους έχει στρατοπεδεύσει στην Τύλισο.

Είναι στεναχωρημένοι, φοβισμένοι και ως εκ τούτου πολύ επικίνδυνοι. Με την παραμικρή κίνηση σκοτώνουν, χωρίς λόγο και αιτία.

Ο Γωνιανός Συνταγματάρχης Ανδρέας Εμμ. Νάθενας, που μόλις έχει έλθει από τη Μέση Ανατολή με την επίσημη εντολή της εξόριστης Ελληνικής Κυβέρνησης και του Συμμαχικού Στρατηγείου του Καϊρου ν’ αναλάβει τη στρατιωτική διοίκηση, βρίσκεται ήδη μέσα στην πόλη του Ηρακλείου, έχοντας αποκαταστήσει επαφή με τα Αντάρτικα Σώματα. Προσβλέποντας όλοι οι Καπεταναίοι στην επόμενη μέρα, αλληλοϋποβλέπονται μεταξύ τους, είναι καχύποπτοι και προσπαθούν πώς να έχουν αυτοί το πάνω χέρι την επαύριο της απελευθέρωσης.

Στην περιοχή του Ηρακλείου βρίσκεται επίσης μια ομάδα Άγγλων Αξιωματικών – Συνδέσμων, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Τομ και τον Ταγματάρχη Ρένδελ [Αλέξη].

Οι Εγγλέζοι εκτίμησαν λαθεμένα ότι οι Γερμανοί υποχωρούσαν με μεγάλη σπουδή και για το λόγο αυτό ζήτησαν από τα Αντάρτικα Σώματα να πλησιάσουν στην πόλη, χωρίς να ενημερώσουν τον Έλληνα Στρατιωτικό Διοικητή που είχε δώσει ήδη διαφορετικές διαταγές. Ο Συνταγματάρχης Νάθενας μετά από έντονο διαπληκτισμό με τους Εγγλέζους, ακυρώνει το σχέδιό τους για την είσοδο κρυφά 50 οπλοφόρων στο Ηράκλειο, που θα δραστηριοποιούνταν στην περίπτωση που οι Γερμανοί προσπαθούσαν ν’ ανατινάξουν το λιμάνι ή άλλες ζωτικής σημασίας εγκαταστάσεις. Κρίθηκε σαν επιπόλαιο, αμελέτητο και ριψοκίνδυνο, χωρίς ίχνος δυνατότητας επιτυχίας. Αν μάλιστα εφαρμοζόταν στην πράξη, πέρα από το γεγονός ότι θα θυσιάζονταν μάταια οι άνδρες, η πόλη θα γνώριζε την ολοκληρωτική καταστροφή. Δεν μπόρεσε όμως να προλάβει τη μετακίνηση των ένοπλων αντάρτικων ομάδων στις παρυφές της πόλης, που ήδη είχε συντελεσθεί.

Οι ντόπιοι γερμανοντυμένοι και μη προδότες, δοσίλογοι και γκεσταπίτες, που όπως περιγράφει χαρακτηριστικά ο Σκουτελογιώργης [εκ των υπαρχηγών του Πετρακογιώργη] κρασοπίνανε σ’ ένα καπηλειό στο Καμαράκι, επιδίδονταν στο πλιάτσικο, στους σκοτωμούς που δεν πρόλαβαν και στη συλλογή πληροφοριών για τη γερμανική αντικατασκοπία. Μάθανε λοιπόν και για τις κινήσεις των αντάρτικων σωμάτων. Πάνοπλοι Γερμανοί με βαρύ οπλισμό, τανκς, κανόνια, όλμους και πολυβόλα, αναπτύσσονται στη Σταυρακιανή Καμάρα και στα Γιοφυράκια και εξαναγκάζουν κάτω από καταιγιστικά πυρά, τους αντάρτες να υποχωρήσουν εσπευσμένα από το Μετόχι Λιναρδάκη, προς τα ριζόβουνα του μοναστηριού Γοργολαϊνη.

Η ενοποιημένη ομάδα των Ανωγείων υπό το Χριστομιχάλη Ξυλούρη και των Γωνιών – Κορφών, υπό τον Ανδρέα Γ. Νάθενα [Συγγρό], υποχωρεί στη θέση «Ξύπετρα» Καβροχωρίου, όπου εντοπίζει και καταστρέφει ένα έρπον τηλεφωνικό καλώδιο των Γερμανών, αποκόπτοντας την επικοινωνία του Γερμανικού Τάγματος της Τυλίσου με το Ηράκλειο. Ο Χριστομιχάλης δίδει εντολή να στρατοπεδεύσουν στο σημείο εκείνο, όπου αφού εγκαθιστούν σκοπιές, ξεκουράζονται, ξυρίζονται και στήνουν καζάνι για να μαγειρέψουν.

Ο αρχηγός της Γωνιανής ομάδας Θωμάς Γ. Νάθενας διαβλέπει τον κίνδυνο και ζητά από το σύντεκνό του Χριστομιχάλη [είχε βαφτισμένο τον ανηψιό του Στελιανό, γιο του αδερφού του Λουκά], ν’ απομακρυνθούν από το επικίνδυνο σημείο και ν’ ακροβολιστούν στα αντερείσματα του Ψηλορείτη, όπως εξάλλου ήταν και η διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητή. Δυστυχώς, δεν εισακούσθηκε. Τελικά ο Θωμάς με το μεγαλύτερο μέρος της Γωνιανής ομάδας απομακρύνθηκε. Στα Ξύπετρα παρέμειναν μεταξύ των άλλων, ο αδερφός του Ανδρέας Νάθενας [Συγγρός] και ο ανιψιός του Χαρίλαος Νάθενας. Το ημερολόγιο έδειχνε 14 Σεπτεμβρίου 1944, την ημέρα του Τιμίου Σταυρού.

Οι σκοποί που εγκατέστησε ο Χριστομιχάλης για να προστατεύουν την ομάδα, πεινασμένοι καθώς ήταν, εγκατέλειψαν τις θέσεις των. Μη διαβλέποντες ορατό κίνδυνο, εισέρχονται σε παρακείμενο αμπέλι, ψάχνοντας να βρουν καμπανούς και υπολείμματα σταφυλιών. Δεν πρόσεξαν λοιπόν τη Διμοιρία των 14 Γερμανών που πλησίαζαν προσεκτικά από τη μεριά της Τυλίσου, ακολουθώντας το τηλεφωνικό καλώδιο. Οι αντάρτες αιφνιδιάζονται. Πολλοί φεύγουν σε χαμηλότερες ασφαλείς θέσεις. Το πολυβόλο των Γερμανών σπέρνει το θάνατο. Σκοτώνεται ο Ανωγειανός Εμμανουήλ Ι. Κουνάλης ή Μάστορας, μαχόμενος όρθιος, χωρίς καμιά προφύλαξη. Σκοτώνεται επίσης ο αρχηγός της ομάδας Γωνιών – Κορφών, Ανδρέας Γ. Νάθενας, ο επονομαζόμενος «Συγγρός». Το φονικό βόλι τον χτύπησε στο κούτελο, καθώς πολεμούσε καλυμμένος σ’ ένα δάμακα.

Διαβλέποντας τον τρομερό κίνδυνο αποδεκάτισης ολόκληρης της ομάδας από το φονικότατο πολυβόλο, ο ίδιος ο Χριστομιχάλης Ξυλούρης και ο ανηψιός του Συγγρού, ο Χαρίλαος Νάθενας, διενεργούν αστραπιαία πλαγιοκόπηση από δύο πλευρές και σκοτώνουν το Γερμανό πολυβολητή. Από κει και πέρα οι αντάρτες αντεπιτέθηκαν σφοδρά και με περισσή ανδρεία, χωρίς άλλη απώλεια, εξολόθρευσαν στη κυριολεξία το γερμανικό απόσπασμα. Από τους 14 Γερμανούς, σκοτώθηκαν επιτόπου οι 13. Μόνο ένας κατάφερε να διαφύγει προς την Τύλισο, επειδή είχε παραμείνει πιο πίσω. Όλα τα πέι μπουκ και ότι άλλο έγγραφο στοιχείο βρέθηκε πάνω στους σκοτωμένους Γερμανούς, παρέδωσε ο Χριστομιχάλης στον Άγγλο σύνδεσμο Τομ, για περαιτέρω αξιοποίηση.

Με την ευκαιρία που μας δίδει η σημερινή αναφορά μνήμης, ας μου επιτρέψετε να προσθέσω λίγα ακόμη προσωπικά στοιχεία για τους ήρωες νεκρούς μας και τις οικογένειές τους.

Ο Ανωγειανός Εμμανουήλ Ι. Κουνάλης ή Μάστορας, ήταν φιλοπρόοδος και ανήσυχο πνεύμα. Είχε καταφέρει να εγκαταστήσει έναν μηχανικό κυλινδρόμυλο στ’ Ανώγεια, ν’ αλέθει το λίγο κριθάρι που υπήρχε στην περιοχή και να σώσει από το λιμό τους κατοίκους. Λέγεται μάλιστα ότι τα μηχανήματα τα μεταφέρανε οι χωριανοί του στα χέρια από τη θέση «Κυλιστός» όπου τελείωνε ο αμαξιτός δρόμος, ως τα Ανώγεια. Η γυναίκα του Δήμητρα καταγόταν από την Αίγινα και με μια ραπτομηχανή της χέρας, έραβε, επιδιόρθωνε και μπάλωνε αφιλοκερ- δώς, τα φτωχικά ενδύματα των Ανωγειανών της εποχής. Στη μάχη στα Ξύπετρα, πολέμησε επίσης ο αδερφός του Κων/νος. Απέκτησαν έναν γιο. Ο εγγονός του είναι λαμπρός επιστήμονας και διαπρέπει σήμερα ως Πρύτανης σε Πανεπιστήμιο της Γαλλίας.

Η οικογένεια των Κουνάληδων, θρήνησε άλλους 4 ηρωικούς νεκρούς, την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής:

Τα αδέρφια Βασίλη και Μιχάλη Κουνάλη του Εμμανουήλ, που πιάστηκαν μαζί με άλλους Ανωγειανούς στο οροπέδιο της Νίδας, σε μια «τυλιξά» των Γερμανών και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη τους.

Σκοτώθηκαν επίσης ο Αριστομένης Κουνάλης, γιος του προαναφερόμενου Βασίλη, μαζί με τον Ευάγγελο Κουνάλη του Θεοδώρου, που συνελήφθησαν από γκεσταπίτες στο Λαράνι να φέρουν πάνω τους από ένα γερμανικό πιστόλι ο καθένας. Εκτελέσθηκαν επί τόπου.

Ο Γωνιανός Ανδρέας Γ. Νάθενας ή Συγγρός, πήρε το συγκεκριμένο ψευδώνυμο από το γεγονός ότι ήταν πολύ φιλότιμος, φίλευε, φιλοξενούσε και ευεργετούσε όποιους και όποτε μπορούσε, όπως ο μεγάλος εθνικός μας ευεργέτης Συγγρός. Παντρεύτηκε στις Κορφές όπου και κατοίκησε, τη Μαρία Αλατζά και απέκτησαν 4 παιδιά [2 γιούς και 2 θυγατέρες]. Μεγαλοφαμελίτης.

Όταν πέφτανε οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές, το Μάη του 1941, ο Συγγρός πήγε στον Κρουσώνα, χειροδίκησε κατά του φρουρού χωροφύλακα και μαζί με άλλους Κρουσανιώτες και Κορφιανούς, έσπασαν την αποθήκη όπου φυλάσσονταν 500 τουφέκια για τις ανάγκες του στρατού και πήραν οπλισμό με τον οποίο πολέμησαν επί πολλές ημέρες στη Μάχη της Κρήτης. Επειδή ο Διοικητής του Σταθμού Κρουσώνα [Μαράκης, από τα νοτικά του Ρεθύμνου] δεν κατέδωσε στους Γερμανούς και στους γκεσταπίτες τους πρωταίτιους της αρπαγής του οπλισμού, μαρτύρησε σε λίγες μέρες στη φυλακή της Αγυιάς όπου μεταφέρθηκε. Υπήρξε από τους πρώτους πατριώτες Μάρτυρες της Κρήτης.

Το επεισόδιο αυτό και οι αγώνες των Ναθένηδων κατά του κατακτητή, άνοιξαν μεγάλη βεντέτα με τους Γερμανούς και τους δοσίλογους γκεσταπίτες. Στις 2 – 3 Σεπτεμβρίου 1942, σκοτώσανε το Στελιανό, γιο του Λουκά Νάθενα, ανηψιό του Συγγρού και βαφτισιμιό του Χριστομιχάλη Ξυλούρη, σε ηλικία μόλις 23 χρόνων, πάνω από το χωριό Πυργού. Ακολούθως, σκοτώσανε στην πλατεία των Κορφών στις 13-12-1943, τον Νικόλαο Νάθενα, γιο επίσης του Λουκά, σε ηλικία 32 χρόνων. Ο ίδιος ο Λουκάς φυγοδικούσε στην περιοχή της «Συκιάς», στο Γωνιανό Αόρι. Εκεί αρρώστησε από άνθρακα. Δεν μπορούσε όμως να πάει στο νοσοκομείο στο Ηράκλειο, γιατί είχε προγραφεί από τους Γερμανούς και τους γκεσταπίτες. Στα τελευταία του, κατάφερε να καταφύγει στην Κλινική του Γιαμαλάκη, όπου κάτω από τη συνεχή παρακολούθηση των γκεσταπιτών, άφησε την τελευταία του πνοή. Για να κορέσουν την άσβηστη δίψα τους για αίμα, οι γκεσταπίτες σκότωσαν ένα βοσκό του Συγγρού στην περιοχή των Κορφών, ονόματι Νύχταρης, από χωριό του Μυλοπόταμου.

Ένας άλλος μεγάλος νεκρός του αγώνα, από την ηρωική οικογένεια των Ναθένηδων, ήταν και ο Γιάννης, ο επονομαζόμενος Γιαγκός, αδερφός του Λουκά, του Συγγρού και του Θωμά Νάθενα. Πολέμησε με απαράμιλλο θάρρος κατά την πτώση των Γερμανών αλεξιπτωτιστών και τραυματίστηκε βαριά στη ρογδιανή διασταύρωση, κοντά στο σημερινό κέντρο Κουρήτες. Μια ριπή πολυβόλου του αχρήστευσε και τα δυο του πόδια. Έκτοτε κυκλοφορούσε με πατερίτσες. Σκοτώθηκε από τους Γερμανούς σε ηλικία 37 – 38 χρονών, το καλοκαίρι του 1943, ενώ προσπαθούσε να κατέβει από την εξωτερική πετρόσκαλα του σπιτιού του στις Γωνιές. Ο Γερμανός φονιάς του, τον πυροβόλησε από τη θέση «Αλωνάκι», στον αμαξιτό δρόμο κάτω από το χωριό και από απόσταση πάνω από 300 μέτρα.

Στα τέλη του 1943, ο Συγγρός βοηθούμενος από την Εθνική Αντίσταση και τους συνδέσμους των συμμάχων, κρίθηκε σκόπιμο να φυγαδευτεί στη Μέση Ανατολή, γιατί ο κλοιός των Γερμανών και των γκεσταπιτών γύρω του, ολοένα και έσφιγγε περισσότερο. Η οικογένειά του δεν γνώριζε το παραμικρό. Τον θεωρούσαν χαμένο. Επέστρεψε στην Κρήτη μαζί με τον πρωτοξάδερφό του Συνταγματάρχη Ανδρέα Ε. Νάθενα, εντεταλμένο Στρατιωτικό Διοικητή Ηρακλείου, τη βραδιά που οι Γερμανοί καίγανε τ’ Ανώγεια. Ήλθε, για να πέσει ηρωικά στη μάχη στα Ξύπετρα …

Η μαρτυρία του Ντουλγκέρη για τη μάχη

Στις 14 Οκτωβρίου, επέτειο της ηρωικής μάχης στα Ξύπετρα, έγινε η ανέγερση του μνημείου των ηρωικώς πεσόντων Ανδρέα Ναθενα και Εμ. Κουνάλη.
Θέλω να καταθέσω εδώ την προσωπική μου μαρτυρία, μια και ήμουν παρών στη μάχη αυτή, γιατί πιστεύω ότι η μαρτυρία μου αυτή συμβάλλει στην απόδοση της τιμής που τους αξίζει
Ξεκινήσαμε από τη Μύθια 110 άτομα, είχα κι εγώ την τιμή να είμαι εκεί, μικρότερος από όλους, στις Γωνιές μας ακολούθησαν και οι Γωνιανοί αγωνιστές, περάσαμε το Φαράγγι και στο μνημείο στρίψαμε δεξιά προς τις Κορφές. Μείναμε στο μοναστήρι της Παναγίας κι από κει προχωρήσαμε με κατεύθυνση τ Αγάκου το Μετόχι κι από κει να μπούμε κατά ομάδες στο Ηράκλειο. Στο Γάζι. μετά τον Αγιο Νικόλαο ,δεχτήκαμε πυρά από τους Γερμανούς.

Οπισθοχωρήσαμε και κατευθυνθήκαμε προς Καβροχώρι και στρατοπεδεύσαμε στα Ξύπετρα. Ξεκινήσαμε ετοιμασίες για να μαγειρέψουμε, όταν οι επικεφαλείς των ομάδων υπό τον καπετα Μιχάλη , παρατήρησαν κινήσεις Γερμανών προς Τύλισσο και Στρούμπουλα και απ την άλλη προς Γάζι και Κρουσώνα. Ήμασταν δηλαδή στη μέση ενός κλοιού…. Οι εντολές ήταν να μην κινείται κανείς και να δίνουμε στόχο. Η πείνα όμως ήταν μεγάλη και οι σκοποί μπήκαν στ αμπέλια για να βρουν ένα καμπανό σταφύλι να φάνε. Είχαμε και 6 άλογα μαζί μας.
Σε κα ποια στιγμή ο Εμ. Σκουλάς, ο Φρουδάς, μου είπε να ανέβω πιο πάνω και να κατεβάσω τ άλογα σε άλλο σημείο γιατί κι αυτά δίνουν στόχο. Αμέσως κινήθηκα προς το ύψωμα και μόλις ανέβηκα σε απόσταση 300 μέτρων βλέπω τους Γερμανούς. Η σωτηρία μου ήταν που αυτοί είχαν στραμμένες τις πλάτες τους στην αντίθετη κατεύθυνση και με τα κιάλια τους επιθεωρούσαν την περιοχή. Αμέσως, χωρίς να χάσω καιρό, βρέθηκα στην ελιά που ήταν ο Χριστομιχάλης και φωνάζω δυνατά «Γερμανοί, Γερμανοί»Την ίδια στιγμή αρχίζουν τα πυρά Οι Γερμανοί ετοίμαζαν το πολυβόλο και θα μας θέριζαν όλους αν ο καπετα Μιχάλης δεν σκότωνε τον πολυβολητή και εν συνεχεία εξελίχτηκε η μάχη. Οι Γερμανοί τα έχασαν, η ομάδα μας υπέστη αιφνιδιασμό, αλλά γρήγορα η μεγαλύτερη δύναμη εσυσπειρώθη με αποτέλεσμα την εξόντωση του Γερμανικού αποσπάσματος .
Όλοι μαζί Γωνιανοί ,Κορφιανοί και Ανωγειανοί δώσαμε τη μάχη με δυο νεκρούς τον Εμ. Κουνάλη και το Γ. Νάθενα. Θα μπορούσαμε να θρηνήσουμε πολλούς νεκρούς πράγμα που αποφύγαμε χάριν στην ετοιμότητα της ομάδας.
Τιμή και δόξα στους νεκρούς! Εύχομαι στα νέα παιδιά να μη ζήσουν ποτέ τέτοιες στιγμές.
Γεώργιος Καλομοίρης (Ντουλγκέρης)

ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΠΥΡΟΥ ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ
Γιατρός

 

Του Δακανάλη Μανόλη,  πρώην Αγρονόμου

8

Καθιστοί αριστ.Γιατρός Γ.Δακανάλης, ηγούμενος Τιμ.Δακανάλης,Κωσταντής Δακανάλης. Όρθιοι αριστ. Γιάνης Δακανάλης ή Γιωργρογιάννης, Δημήτρης Δακανάλης, Θεμιστοκλής Δακανάλης, Μανόλης Δακανάλης. Η φωτογραφία είναι πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Ο Γιώργης Σπύρου Δακανάλης γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου το 1884. Ο πατέρας του ήταν o παπάς Σπυρίδος με εξαμελή πολύτεκνη οικογένεια τρία αγόρια και τρία κορίτσια.

Το 1907 όπως ο ίδιος γράφει στα δακτυλογραφημένα απομνημονεύματα του σελ 23, υπήρξε γραμματέας του Δήμου Ανωγείων με δήμαρχο τον Αριστ. Βρέντζο. Στην καταγραφή των αιγοπροβάτων που έγινε, καταμετρήθηκαν 72.000 αιγοπρόβατα και τουλάχιστο 40.000 αμνοερίφια.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε στο στρατό ξηράς ως έφεδρος Ανθυπίατρος για τέσσερα χρόνια 1919-1923. Παντρεύτηκε την Aικατερίνη Τριγώνη από τη Δαμάστα και απέκτησε δυο γιούς τον Σπύρο που σπούδασε ιατρική στη Γερμανία και έζησε εκεί μέχρι το θάνατό του το 2010 και το Χρήστο που ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και κατοικεί στην Αθήνα. Ήταν εξαίρετο μέλος της κοινωνίας των Ανωγείων και του Ηρακλείου, όπου επί πολλά χρόνια ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού. Κατά κοινή ομολογία ήταν καταξιωμένος επιστήμονας με μεγάλη φήμη και έχαιρε γενικής εκτιμήσεως.

9

Εθελοντές Ανωγειανοί στο Μακεδονικό Αγώνα.

Νεαρός συμμετείχε ως εθελοντής μαζί με άλλους Ανωγειανούς στο Μακεδονικό Αγώνα 1904-1908. Ο γιός του Σπύρος αναγνώρισε τον πατέρα του στη φωτογραφία Ανωγειανών εθελοντών του Μακεδονικού Αγώνα που του υπέδειξα, στην Αθήνα που συναντηθήκαμε πριν από δέκα πέντε περίπου χρόνια.

Το 1916 επήλθε ο Εθνικός διχασμός και με την επικράτηση των Βενιζελικών ακολούθησαν διώξεις των Φιλοβασιλικών-Γουναρικών. Ο γιατρός Γ. Δακανάλης εκτοπίστηκε για 4 χρόνια στην Πελοπόννησο για πολιτικούς λόγους με την αιτία, ότι συνεπλάκη με ιερέα και τον έπιασε από τα γένια.

Μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου για οικογενειακούς λόγους εγκαταστάθηκε στο Αρκαλοχώρι, όπου εξασκούσε το επάγγελμα του γιατρού. Στο Αρκαλοχώρι τον βρήκε η Μάχη της Κρήτης, που για πρώτη φορά παγκοσμίως χρησιμοποιήθηκαν από τον Χίτλερ αλεξιπτωτιστές για κατάληψη του νησιού. Από τότε όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 11-11-1945 έκθεσή του προς την Ανταρτική Ομάδα Ανωγείων, άρχισε η αντιστασιακή του δράση κατά των Γερμανών. (Η έκθεση βρίσκεται στο αρχείο της Ανταρτικής Ομάδας Ανωγείων αριθμ.137/45).

Κλήθηκε υπό του ανθυπολοχαγού Αρχαύλη και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως έφεδρος υπίατρος στο σφοδρό βομβαρδισμό του Αρκαλοχωρίου. Στις 26 Μαΐου 1941 ένα γερμανικό αεροπλάνο πολυβόλησε την περιοχή και τραυμάτισε την κόρη του Ερωδιάδου την οποία νοσήλευσε. Επίσης νοσήλευσε πολλούς διερχόμενους τραυματίες των μαχών του Ηρακλείου, μεταξύ των οποίων τον υπολοχαγό Αριστ. Πατηρόπουλο και τον ανθυπολοχαγό Μαλαγαρδή.

Από της 7ης πρωινής ώρας της 29ης Μαΐου 1941 άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός του Αρκαλοχωρίου από γερμανικά αεροπλάνα. Ήταν ο μοναδικός γιατρός στην περιοχή χωρίς νοσοκόμους ή νοσοκόμες προσφέροντας τις υπηρεσίες του στους 20 τραυματίες, κάτω από την βροχή των βομβών. Στο πεδίο της μάχης έπεσαν ηρωικά 12 νεκροί και πέρασαν στο πάνθεο των ηρώων. Όλοι οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το χωριό και διασκορπίστηκαν, όπου ο καθένας νόμιζε ασφαλέστερο μέρος για να σωθεί. Μετά την 11η ώρα σταμάτησαν οι βομβαρδισμοί και επήλθε ηρεμία στην περιοχή.

Μεταξύ των τραυματιών όπως ό ίδιος γράφει στην έκθεση του, ήταν ένας Ατσαλάκης ξυλουργός από το Ηράκλειο, ο οποίος υπέκυψε στη συνέχεια στο Νοσοκομείο Ηρακλείου, η κορασίδα του Γεωργίου Παπαδάκη ή Κεντίρη, ο Εμμανουήλ Καρουζάκης, ο δάσκαλος Μεσαριτάκης, ο οποίος υπέκυψε στα τραύματα του μετά από δυο μέρες και ο Νικόλαος Κοσμαδάκης, ενώ δεν ενθυμείται τα ονόματα των υπολοίπων τραυματιών.

Όπως αναφέρει ο γιατρός στην έκθεση του σαράντα μέρες μετά την υποταγή της Κρήτης, τον κάλεσε στο καφενείο της χήρας Μαρίας ο Σταθμάρχης Αρκαλοχωρίου Κουραχάνης και τον σύστησε σε ένα γερμανό λοχαγό, ο οποίος έκανε επίταξη κρεάτων για τη γιορτή της άφιξης των κατακτητών στην Κρήτη. Ο γερμανός λοχαγός κατάγονταν από το Αμβούργο, ήταν γνώστης της ελληνικής γλώσσας και διδάκτωρ της Ελληνικής αρχαιολογίας. Ζήτησε από το γιατρό την ετοιμολογία της λέξης Αρκαλοχώρι και άλλων αρχαιολογικών χώρων της περιοχής, ο οποίος τον πληροφόρησε σχετικά. Τότε ξαφνικά σε αυστηρό και απότομο ύφος ζήτησε από τον Σταθμάρχη να τελειώνει με την επίταξη των κρεάτων. Ο σταθμάρχης του είπε, ότι στο καφενείο δεν είναι κάτοικοι από το χωριό, αλλά πρόσφυγες από το Ηράκλειο που τα στούκας έκαψαν τα σπίτια τους. Ιδιαιτέρως δε του τόνισε, ότι και του καημένου του γιατρού κατέστρεψαν το σπίτι.

Τότε σε εγωιστικό και περιφρονητικό ύφος απάντησε, ότι τα στούκας έκαναν τη δουλειά τους. Στην φράση του αυτή δεν μπορούσε ο γιατρός, να συγκρατήσει τον πόνο, την οργή και με το θάρρος του δικαίου του είπε: « Ναι τα στούκας έκαμαν την δουλιά των, αλλά ημείς που τινά περί ευρωπαϊκού πολιτισμού γνωρίζομεν, δεν περιμέναμε να έλθουν από κει πάνω οι Γερμανοί και να μας κάμουν αυτά τα χάλια». Επιδεικνύοντας συγχρόνως τα ερείπια του βομβαρδισμού δια των δακτύλων του.

Σηκώθηκε αμέσως έβαλε το χέρι του στο πιστόλι και με φωνή επιτακτική και δυνατή του είπε: «Μην πολιτικολογείς». Τα λόγια του γιατρού τα εξέλαβε ως πολιτικολογία, γιατί οι παρευρισκόμενοι γέλασαν και κατά τρόπο τινά επιδοκίμασαν τα λόγια του. Τουλάχιστο για πέντε λεπτά ήταν όρθιος στην ίδια στάση απειλώντας τον γιατρό. Η επίταξη ωστόσο είχε τελειώσει και το θηρίο μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε.

Στο Ηράκλειο επέστρεψε τον Οκτώβριο του 1941 και εξασκούσε το επάγγελμα του. Κυνηγημένος από τους Γερμανούς με την απειλή να εγκαταλείψει το σπίτι του εντός τριών ημερών, έφυγε από Ηράκλειο το Δεκέμβριο του 1942 και εγκαταστάθηκε στα Ανώγεια, όπου ανέπνευσε τον ελεύθερο και καθαρό αέρα του Ψηλορείτη.

Η πλήρης καταστροφή των Ανωγείων στις 13-8-1944 που μετατράπηκε σε ολόμαυρη ράχη από τις ορδές των γερμανικών φουσάτων, τον βρίσκει στην Ιερά Μονή Χαλέπας στο Μυλοπόταμο. Ηγούμενος της Μονής ήταν ο Τιμόθεος Δακανάλης, ο οποίος είχε μετατρέψει το μοναστήρι σε κέντρο διερχομένου ανταρτών και καταδιωκομένων κατοίκων της περιοχής. Εκεί νοσήλευσε το Μανόλη Σπυθούρη ή Νταμπακομανόλη σοβαρά τραυματία του σαμποτάζ της Δαμάστας για ένα μήνα. Νοσοκόμες ήταν η Βιργινία Δακανάλη ή Μιχαλομιχάλενα (μητέρα του γράφοντα) και η Θεονύμφη Δακανάλη – Στρατάκη. Επίσης νοσήλευσε τον Θανάση Δραμουντάνη τραυματία του σαμποτάζ της Πυργούς.

Οι γερμανοί τα κάποτε θηρία του βορά υποχωρούσαν από Ηράκλειο προς την «Οχυρά θέση των Χανίων». Τότε κλήθηκε από τον στρατιωτικό υπεύθυνο του Μυλοποτάμου ταγματάρχη Γιώργη Βάμβουκα ως γιατρό της ομάδας των ανταρτών και έφθασαν στο Ρέθυμνο.

Στο μοναστήρι της Χαλέπας παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1945 παρέχοντας δωρεάν ιατρική φροντίδα στους πυροπαθείς κατοίκους των Ανωγείων, της Δαμάστας και όποιο άτομο είχε ανάγκη νοσηλείας στο Μυλοπόταμο και την ευρύτερη περιοχή. Για να επιζήσει την οικογένεια του οι κάτοικοι του έδιναν όσπρια, κηπευτικά, ψωμί, ξύλα για τη φωτιά και ότι άλλο είχαν, γιατί χρήματα δεν υπήρχαν.

Με την από 14-11-45 δήλωση του ο γιατρός Γ. Δακανάλης προς την Ένωση Πυροπαθών Ανωγείων γνωστοποίησε, ότι δεν επιθυμεί να πολιτευτεί και μεταξύ των λόγων που επικαλείται, αναφέρει και τα εξής: «πόθος μου διακαείς είναι να ίδω τους Ανωγειανούς ηνωμένους και εις τον Πολιτικόν Αγώνα, όπως και εις τον κατά του εχθρού τοιούτον…… Αυτό φρονώ ότι θα επιτευχθή μόνον δια της εκλογής ενός και μόνου εκπροσώπου του ηρωικού τούτου χωριού…» (Η δήλωση βρίσκεται στο αρχείο της Ανταρτικής Ομάδας Ανωγείων στο φάκελο 1945).

5

Όπως προκύπτει από το μητρώο της Αντάρτικης Ομάδας Ανωγείων ο γιατρός Γ. Δακανάλης ήταν μέλος της με αύξοντα αριθμό μητρώου 7. Επίσης ήταν και ο γιός του Σπύρος με αριθμό 32, ο οποίος ήταν ένοπλος σύνδεσμος στο Ηράκλειο. Πήρε μέρος στη μάχη της Φοινικιάς στις 30-9-1944 και στις συμπλοκές των ελασιτών στο Ηράκλειο στις 30-9-44 και 31-1-45. Και οι δύο τιμήθηκαν και παρασημοφορήθηκαν από το Γενικό Επιτελείο Στρατού ως αντιστασιακοί κατά των Γερμανών.

Το Ελληνικό Κράτος με το από 29-11-1947 Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ Α 227/47) αναγνώρισε την κοινότητα Ανωγείων σε Δήμο ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ. Παράλληλα απένειμε τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ Τάξεως στο Δήμο για την αντίσταση κατά των γερμανών και το ολοκληρωτικό ολοκαύτωμα των Ανωγείων. Πρώτος δήμαρχος ορίστηκε ο Καπετάν Μιχάλης Ξυλούρης ή Χριστομιχάλης, πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ο γιατρός Γιώργης Σπυρ. Δακανάλης και μέλη του συμβουλίου οι Βασίλης Εμμαν. Καλλέργης, Μιχάλης Γεωργ. Δακανάλης, Χαράλαμπος Ιωάν. Κουνάλης, Κώστας Βασ. Κεφαλογιάννης, Γιώργης Μιχ. Μανουράς, Σωκράτης Δημ. Σαλούστρος και Γιώργης Ιωάν. Χαιρέτης.

Ο Γιώργης Δακανάλης γιατρός έχει γράψει την πολύτιμη ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ λίγο πριν από το θάνατο του στις 23 Μαρτίου 1963. Η κηδεία του έγινε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου με τις δέουσες τιμές, στην οποία είχε παραβρεθεί ο γράφων.-

Μοίρες 8 Σεπτεμβρίου 2015

Αναρτήθηκε στις 8-9-2015 στο mires45.blogspot.com

efimerida-e1362645965512Του ΒΑΣΙΛΗ  Γ. ΧΑΡΩΝΙΤΗ

«    Είναι γνωστό ότι επί 8 ολόκληρα χρόνια, ο κρητικός λαός, ξαρμάτωτος, πεινασμένος, ανοργάνωτος, μέσα σε μια Ευρώπη λυσσαλέα και αντιδραστική σήκωσε για άλλη μια φορά κεφάλι, μαζί με τον υπόλοιπο ελληνικό λαό για ν’ αποχτήσει τη Λευτεριά του.

Δυστυχώς, παρά  τους πολύχρονους και πολυαίμακτους αγώνες του λαού μας, σ’ εκείνον  το  μεγάλο πανελλήνιο ξεσηκωμό,­ του 1821, η Κρήτη αποκλείστηκε από τα όρια του Ελληνικού Κράτους, που δημιουργήθηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το Γενάρη του 1830[1].

Πικραμένοι, αλλά αποφασισμένοι οι πρόγονοί μας, εξακολούθησαν τους αγώνες που τώρα είχαν διπλό αδιαπραγμάτευτο στόχο: Λευτεριά και Ένωση με τη Μητέρα Ελλάδα.

Ακολούθησαν οι επαναστάσεις το 1833, 1841, 1866, 1878, 1889, 1895, με ελάχιστα κέρδη για τους Κρητικούς.

Μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, τις σφαγές, τους εμπρησμούς, τις λεηλασίες του ελληνικού πληθυσμού, στα Χανιά και το Ηράκλειο, οι τέσσερις Μεγάλες Δυνάμεις, υποχρεώθηκαν να δώσουν ένα τέλος σ’ αυτούς τους  αγώνες, αναγνωρίζοντας, έστω και περιορισμένο, το δικαίωμα  ελευθερίας  στους Κρητικούς.

Έτσι ιδρύθηκε η « Αυτόνομη Κρητική Πολιτεία»

Δημιουργήθηκε δηλαδή ένα κρατίδιο, υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά με Έλληνα Αρμοστή, το δευτερότοκο γιο του Βασιλιά των Ελλήνων, τον πρίγκηπα Γεώργιο[2].

Την  Αυτόνομη Κρητική Πολιτεία οι τέσσερις Μεγάλες  Δυνάμεις έθεσαν υπό την υψηλή προστασία τους, κατά διαμερίσματα: Οι Ιταλοί τα Χανιά, οι Ρώσοι το Ρέθυμνο, οι Άγγλοι το Ηράκλειο και οι Γάλλοι το Λασίθι.[3]

Αν και το καθεστώς της Αυτονομίας δεν ικανοποιούσε τα εθνικά αισθήματα του Κρητικού Λαού[4], ούτε φυσικά και τα συμφέροντά του, οι Κρητικοί το δέχτηκαν σαν μια προσωρινή λύση, σαν ένα πρώτο βήμα πριν από το τελικό της Ένωσης[5].

Τα πρώτα χρόνια της αρμοστείας του πρίγκηπα ήσαν ευεργετικά για την Κρήτη.[6]

Στη συνέχεια όμως ο πρίγκιπας, με τις υπερεξουσίες που του είχαν δοθεί, δημιούργησε ένα καθεστώς αυταρχικό και καταπιεστικό, αντίθετο προς τους πόθους και τα οράματα του Κρητικού Λαού. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι δεν προωθούσε το κυρίαρχο ζήτημα του κρητικού λαού, το μεγάλο θέμα της Ένωσης[7].

Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ρήγμα ανάμεσα στον Αρμοστή και στον Ελευθέριο Βενιζέλο, που είχε αναδειχθεί σε ηγετική μορφή με ευρύτερη ακτινοβολία[8].Η κρίση  στις σχέσεις των δυο ανδρών, οδήγησε τα πράγματα στο απροχώρητο. Οι μεσολαβητικές προσπάθειες που επιχειρήθηκαν από ειρηνόφιλους ανθρώπους με πρωταγωνιστή το γιατρό Βασίλειο Ι. Σκουλά, δεν έφεραν  δυστυχώς  κανένα αποτέλεσμα.[9]

Έτσι, την Πέμπτη 10 Μαρτίου 1905, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με τους Κωνσταντίνο Φούμη και Κωνσταντίνο Μάνο, επικεφαλής 1500 περίπου ανδρών,[10]  που ζούσαν με το όραμα της εθνικής αποκαταστάσεως, κήρυξαν στο Θέρισσο την «Ένωσιν μετά του Βασιλείου της Ελλάδος  εις μίαν αδιαίρετον, ελευθέραν συνταγματικήν πολιτείαν»[11].

Την ίδια μέρα βρέθηκαν τοιχοκολλημένες προκηρύξεις με το εξής περιεχόμενο:

« Αι ελπίδες μας περί ενώσεως διεψεύσθησαν και οι  μακροί και αιματηροί του παρελθόντος εθνικοί των Κρητών αγώνες, περιορίσθησαν εις την ίδρυσιν μιας Αρμοστείας, ήτις υπό τον τύπον της προσωρινότητος τείνει να καταστή διαρκής…

theris1 Καλούμεν όθεν πάντας… όπως σπεύσωσι να ενθαρρύνωσιν ημάς καταλύοντες  την προσωρινήν ταύτην αρμοστείαν την απομακρύνουσαν ημάς του επιδιωκομένου σκοπού και ανακηρύσσοντες ως Άρχοντα την Α.Μ. τον Γεώργιον τον Α΄»[12]

Η απήχηση της πρόσκλησης  « προς πάντα Κρήτα» ήταν μεγάλη και είχε ως αποτέλεσμα τις επόμενες ημέρες να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών 7000 άνδρες.[13]

Ταυτόχρονα άρχισαν να πραγματοποιούνται συλλαλητήρια και λαοσυνάξεις σε όλα σχεδόν τα χωριά και να συντάσσονται ψηφίσματα υπέρ της Ενώσεως.

Στο Ιστορικό  Αρχείο Κρήτης ανάμεσα στ’ άλλα υπάρχει και το παρακάτω:

« Οι κάτοικοι του Δήμου Ανωγείων συνελθόντες εις πάνδημον συλλαλητήριον εν Ανωγείοις Μυλοποτάμου σήμερον την 20ήν Μαρτίου 1905 κηρύττομεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν ημών ένωσιν μετά του Βασιλείου της Ελλάδος εις μίαν αδιαίρετον ελευθέραν συνταγματικήν πολιτείαν.

Εν Ανωγείοις τη 20 Μαρτίου 1905

Οι κάτοικοι του Δήμου Ανωγείων»[14]

Ακολουθούν 474 υπογραφές ανδρών, που σημαίνει ότι η πλειοψηφία των  οικογενειών του Δήμου[15] έχει υπογράψει το παραπάνω ψήφισμα.

Τέσσερις ημέρες ενωρίτερα και συγκεκριμένα στις 16 Μαρτίου η Επαναστατική Επιτροπή είχε στείλει ένοπλο απόσπασμα, με αποσπασματάρχη τον Κυριάκο  Μπυράκη να περιοδεύσει τα χωριά και να ενθαρρύνει τον κόσμο να ταχθεί υπέρ της επαναστάσεως του Θερίσσου.

Το απόσπασμα αφού περιηγήθηκε τα χωριά των Νομών Χανίων και Ρεθύμνης, βρέθηκε στις 4 Απριλίου στο Αρκάδι και ο αποσπασματάρχης συνέταξε την έκθεσή του « προς το προεδρείον της εν Θερίσσω Γενικής των Κρητών Συνελεύσεως». Ανάμεσα στ’ άλλα γράφει:

«… Την πρωίαν της επομένης 22ας  Μαρτίου εκκινήσαντες  διηυθύνθημεν προς το ιστορικόν της Επαρχίας χωρίον Ανώγεια.

Μακρόθεν ευρισκόμενοι διεκρίνομεν την κυανόλευκον την οποίαν πλήθος άπειρον έφερε και εξήρχετο εις υπάντησιν ημών. Οι κώδωνες των εκκλησιών ήγγελον την άφιξίν μας, υπό τους ήχους δε της κρητικής λύρας συνοδευόμενοι εισήλθομεν  εις το χωρίον και διηυθύνθημεν εις την εκκλησίαν όπου ετελέσθη δοξολογία υπέρ της ενώσεως, επεξηγήθη ο σκοπός του κινήματος και άπειροι ερρίφθησαν εις τον αέρα πυροβολισμοί.

Οι ένοπλοι ημών ανήλθον εν τω χωρίω τούτω εις τον αριθμόν εξήκοντα, προστεθέντος εις το ημέτερον σώμα του αποσχόντος της υποψηφιότητος των βουλευτικών εκλογών Γεωργίου Μ. Σκουλά, αρχηγού του ανατολικού τμήματος Μυλοποτάμου.

Επί τη αφίξει ημών εις Ανώγεια ο διδάσκαλος Μενέλαος Μ. Παπαδάκης, ενθουσιασθείς εγκαταλείπει την σχολήν, οπλίζεται ακολουθεί ημάς και ήδη μεθ’ ημών ευρίσκεται.

Εν Ανωγείοις ευρισκόμενοι επληροφορήθημεν ότι εν τω τμήματι του Ηρακλείου ημποδίζοντο τα υπέρ της ενώσεως συλλαλητήρια, εκ μέρους της Κρητικής Χωροφυλακής. Βεβαιωθέντος τούτου απεφασίσαμεν να εισέλθομεν εις Μαλεβύζιον και προσκαλέσαντες τους κατοίκους να προβώμεν εις τα τοιαύτα υπέρ της ενώσεως συλλαλητήρια. Αναχωρήσαμεν εξ Ανωγείων την πρωίαν της 23ης.»[16]

Την έκθεση έχει υπογράψει ο αποσπασματάρχης Κυριάκος Μπυράκης καθώς και 63 άνδρες του ενόπλου τμήματος, ανάμεσα στους οποίους ο Γεώργιος Μ. Σκουλάς, γενικός αρχηγός του ανατολικού τμήματος Μυλοποτάμου, ο οπλαρχηγός Γεώργιος Ζωνός, ο Εμμανουήλ Γ. Σμπώκος, ο Εμμανουήλ Αεράκης, ο Αλέξανδρος Καβλέντης, ο Εμμανουήλ Ι. Σκουλάς, ο Γεώργιος Σ. Σταυρακάκης, ο  Γεώργιος Ε. Σταυρακάκης και άλλοι.

Ύστερα από δέκα μέρες και συγκεκριμένα στις 26 Μαρτίου η Επαναστατική  Επιτροπή έστειλε έγγραφο στους κατοίκους της Κρήτης, με το οποίο τους ζητούσε την αποστολή αντιπροσώπων στο Θέρισσο.

Σ’ εκτέλεση αυτού του εγγράφου  πραγματοποιήθηκε συνάθροιση στ’ Ανώγεια όπου και συντάχθηκε το παρακάτω « ε κ λ ο γ η τ ή ρ ι ο ν»:

« Συνελθόντες οι κάτοικοι του Δήμου Ανωγείων Μυλοποτάμου, εν Ανωγείοις σήμερον την 3ην Απριλίου 1905 και λαβόντες υπ’ όψιν το υπ’ αριθμόν 50 και χρονολογίαν 26 Μαρτίου ε.έ. έγγραφον του εν Θερίσσω επαναστατικού Προεδρείου δι’ ου προσκαλεί τους κατοίκους των επαρχιών της Νήσου ν’ αποστείλωσι παρ’ αυτήν πληρεξουσίους.  Εξελεξάμεθα πληρεξουσίους αντιπροσώπους ημών τους κ.κ. Βασίλειον Ι. Σκουλάν ιατρόν και Αναστάσιον Β.  Σταυρακάκην, κατοίκους Ανωγείων όπως μεταβώσι παρά τη εν Θερίσσω επαναστατική των  Κρητών Συνελεύσει και εργασθώσι μετ’ αυτής προς διευθέτησιν του ζητήματος της ημετέρας πατρίδος.

Όμοιον αντίτυπον δίδοται εις εκάτερον των εκλεγέντων πληρεξουσίων και υποσημειούμεθα ως έπεται:»[17].  Ακολουθούν 232 υπογραφές.

Οι Ανωγειανοί αντιπρόσωποι ασφαλώς εργάστηκαν  εποικοδομητικά για να διευθετηθούν, με τον καλύτερο τρόπο, « τα ζητήματα της ημετέρας πατρίδος», όπως έλεγε το εκλογητήριό τους.

Ειδικότερα ο διακεκριμένος γιατρός Βασίλειος Σκουλάς που υπήρξε πρόσωπο κλειδί στις προσπάθειες συνεννόησης μεταξύ Πρίγκηπα και Βενιζέλου στο διάστημα 1905[18], έγινε ένας από τους πρωτεργάτες για να μην πω από τους σημαντικούς στυλοβάτες της επανάστασης του Θερίσσου, εργάστηκε για τη συνεννόηση μεταξύ της Επαναστατικής Επιτροπής και της Ελληνικής Κυβερνήσεως και τέλος παρέμεινε στενότατος διά βίου συνεργάτης του μεγάλου πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου.[19]

Πέραν από τις παραπάνω ενέργειες, φαίνεται ότι Ανωγειανοί πρωτοστάτησαν και σε συλλαλητήρια που έγιναν εκτός των ορίων του Δήμου Ανωγείων όπως προκύπτει από ένα ψήφισμα που βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης και αναφέρεται στο συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στο  Πέραμα στις 23 Απριλίου. Παραθέτω το Ψήφισμα όπως το βρήκα γραμμένο:

« Ο λαός της επαρχίας Μυλοποτάμου, συνελθών σήμερον τη 23 Απριλίου 1905 εις πάνδημον συλλαλητήριον εν Περάματι,   Ψ η φ ί ζ ε ι

Α΄ Δηλοί ότι εμμένει ακλόνητος εις το Κήρυγμα της Ενώσεως της Κρήτης μετά του Βασιλείου της Ελλάδος

Β, Προσκαλεί την Βουλήν των Κρητών και την Συνέλευσιν του Θερίσσου όπως από κοινού κανονίσωσι τας συνεπείας του Κηρύγματος της Ενώσεως και καλέσωσι πάσας τας επί τη βάσει των κειμένων Νόμων καθεστηκείας αρχάς να ασκώσι του λοιπού την υπό των Νόμων τούτων ανατιθειμένην αυταίς εξουσίαν επ’ ονόματι της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως των Ελλήνων.

Δια την υπογραφήν και  ανακοίνωσιν του παρόντος ψηφίσματος προς τους εν Ρεθύμνη κ.κ. Προξένους και προς το Προεδρείον της Βουλής και της εν Θερίσσω Συνελεύσεως ορίζει επιτροπείαν αποτελουμένην εκ των εξής: Νικολάου Σκουλά, Κωνσταντίνου  Σταυρακάκη, Γεωργίου Καρδάση, Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη και Κυριάκου Μπυράκη».[20]

Δεν βρήκα στους Φακέλους του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης στοιχεία που να φανερώνουν ότι οι Ανωγειανοί βοήθησαν και υλικά τους επαναστάτες στο Θέρισσο. Η ηθική όμως στήριξη και η ενεργός συμμετοχή έγκριτων Ανωγειανών ήταν ασφαλώς υπεραρκετή.

Οι σχέσεις των Ανωγειανών με την Επαναστατική Επιτροπή του Θερίσσου παρά λίγο να έρθουν σε σοβαρή ρήξη εξ αιτίας μιας απαράδεκτης συμπεριφοράς του αποσπασματάρχη Κυριάκου Μπυράκη προς το Δήμαρχο Ανωγείων Εμμανουήλ Χαιρέτη.

Ο Κυριάκος Μπυράκης, παρά την υποδοχή που του είχαν επιφυλάξει οι Ανωγειανοί κατά την επίσκεψή του στο χωριό στις 22 Μαρτίου, όπως τουλάχιστον την παρουσιάζει ο ίδιος στην εγκωμιαστική έκθεση που έστειλε στο Θέρισσο, δεν σεβάστηκε τα έθιμα του τόπου. Δεν υπολόγισε ότι η όποια υποτίμηση στο πρόσωπο του φιλοπριγκηπικού Δημάρχου αντανακλούσε σ’ όλους τους Ανωγειανούς, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δικαιολογημένη αντίδρασή τους. Ας δούμε όμως τα πράγματα κάπως αναλυτικότερα:

Στο φύλο της 4 Ιουνίου 1905 της φιλοπριγκηπικής εφημερίδας του Ρεθύμνου «Επιθεώρησις» διαβάζομε την παρακάτω ανταπόκριση: « Την π. Δευτέραν 31 λήξαντος ενώ ο Δήμαρχος Ανωγείων κ. Εμμανουήλ Χαιρέτης είχε μεταβεί δι’ υπηρεσίαν εις το χωρίον Αξώ(!) συνοδευόμενος από τον κλητήρα του, ο Αρχηγός του ενόπλου αποσπάσματος του Θερίσσου απέστειλε 5 εκ των ενόπλων του δια να προσβάλωσι τον Δήμαρχον. Ούτος όμως αντιληφθείς το τοιούτον κατέφυγεν εις το Σχολείον και ωχυρώθη εντός, οι ένοπλοι επυροβόλησαν κατ’ αυτού ανεπιτυχώς. Εν τω μεταξύ κατόρθωσε να διαφύγει ο Κλητήρ και μεταβάς εις το χωρίον Ανώγεια ειδοποίησε τους Ανωγειανούς, οι οποίοι 300 τον αριθμόν οπλισθέντες έδραμον προς βοήθειαν του κ. Δημάρχου και μεταβάντες εις το χωρίον Αξώ(!) ηλευθέρωσαν τον Δήμαρχον.

Τούτο ιδών ο Αρχηγός κ Μπυράκης συνήθροισε  τους οπλίτας του οίτινες συνεκρούσθησαν μετά των Ανωγειανών. Οι Ανωγειανοί κατεδίωξαν τούτους, αντηλλάγησαν πυροβολισμοί εκατέρωθεν, αλλ’ ευτυχώς δεν έπαθεν ουδείς, το ένοπλον σώμα του Μπυράκη διεσκορπίσθη και λέγεται ότι μεταβαίνει εις Καμαριώτην ή του Ζου τον Λάκκον.

Οι Ανωγειανοί ειδοποίησαν αυτόν να μη τολμήσει πλέον ουδείς ένοπλος να πλησιάσει εις το χωρίον  των διότι θα τον φονεύσουν».[21]

Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω το δημοσίευμα της παραπάνω εφημερίδας με αντίστοιχα δημοσιεύματα άλλων εφημερίδων, αλλά ακόμη και αν είναι υπερβολικό ή εάν δεν είχε την έκταση που του έδωσε η εφημερίδα «Επιθεώρησις» δεν παύει να αποτελεί ένα ιδιαίτερα κατακριτέο περιστατικό.

Η επανάσταση, όπως και κάθε επανάσταση, είχε και τις εντάσεις και τις ακρότητες και τα μελανά σημεία της. Όχι μόνο ανάμεσα στις αντίπαλες ηγετικές ομάδες, αλλά και ανάμεσα στους φανατικούς οπαδούς των. Η κρίση ανάμεσα στο Βενιζέλο και τον Πρίγκηπα έγινε κρίση και ανάμεσα στο λαό  που χωρίστηκε σε Βενιζελικούς και Πριγκηπικούς, με όλα τα δυσάρεστα  επακόλουθα που έχουν οι διχασμοί.

Δεν ήταν στις προθέσεις μου ν’ ασχοληθώ μ’ αυτά. Απλά παρουσίασα τη μεγάλη  συμμετοχή των Ανωγειανών στο κάλεσμα της επαναστατικής επιτροπής και το επεισόδιο ανάμεσα στο Δήμαρχο Ανωγείων και τον αποσπασματάρχη  του Θερίσσου επειδή ασφαλώς θα συζητήθηκε και  προκάλεσε το δημοσίευμα που σας ανέφερα.

Όσον αφορά τα άλλα ζητήματα εκείνης της περιόδου, που σχετίζονται με  τα Ανώγεια, ο καθηγητής Ορέστης Μανούσος τα αναφέρει σε γενικές γραμμές στο εξαιρετικό  Βιβλίο του « Ο Γιος της Ζαχαρένιας».[22]

Με όση συντομία μπόρεσα, προσπάθησα,  στα πλαίσια του συνεδρίου μας, να υπενθυμίσω ότι και σ’ αυτή τη μεγάλη και σημαδιακή ώρα για την Κρήτη και την Ελλάδα τ’ Ανώγεια δεν υστέρησαν.

img4_20 Η Επανάσταση στο Θέρισσο κράτησε περίπου 8 μήνες. Αν και  δεν έφερε αμέσως την ένωση, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την πραγμάτωσή της. Το επισημαίνει το παρακάτω ποίημα:

 

« Όταν απ’ τ’ Αρκάδι ξεπετάχτηκε άγρια η φλόγα η μεγάλη

η καρδιά των Κρητικών ψιθύρισε θα χαρούμε μάνας την αγκάλη.

 

Όταν στ’ Ακρωτήρι το περήφανο γίνηκε κοντάρι το κορμί

Έδειξε πως γρήγορα θα ‘ρχότανε η μεγάλη πολυπόθητη στιγμή.

 

Κι όταν και σημαία κι επανάσταση σήκωσε γι’ αυτήν ο Βενιζέλος

Φάνηκε απ’ το Θέρισσο η Ένωση να ΄χει το ποθούμενο το τέλος»[23].

Ειπώθηκε ότι « το 1905 είναι ένα ορόσημο για την Κρήτη, επειδή από τις Θερισσιανές Μαδάρες αναδύθηκε η πολυπόθητη Ένωση της Μεγαλονήσου, αλλά είναι και ένα ορόσημο για την ελληνική ιστορία γιατί στις Κρητικές Μαδάρες αναδείχθηκε ο κατοπινός δημιουργός της Μεγάλης Ελλάδος, ο Εθνάρχης  Ελευθέριος Βενιζέλος[24]» .

Αν αυτά είναι αλήθεια και πιστεύω ότι είναι τότε τ’ Ανώγεια πρέπει να αισθάνονται ιδιαίτερη ικανοποίηση γιατί με τους σημαντικούς ανθρώπους  που έστειλαν στο κέντρο λήψης των αποφάσεων, βοήθησαν περισσότερο ίσως από άλλες κοινότητες στην πραγμάτωση του  πόθου των Κρητικών.

                       Β  Ι  Β  Λ  Ι  Ο  Γ  Ρ  Α  Φ  Ι  Α

Φακ. 1-4, Αρχείο Θερίσσου, Ιστορικό Αρχείο Κρήτης

Δετοράκης 2009: Δετοράκης Εμμανουήλ, Θέρισσο και Κρήτες γιατροί, Θέρισσον 1905, Χανιά 2009

Δετοράκης 1990: Δετοράκης Θεοχάρης, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο 1990

Επιθεώρησις 1905: Εφημ. Επιθεώρησις Ρεθύμνης, Φ. 74,04.06.1905

Θεοδωράκης 2009: Θεοδωράκης Εμμανουήλ, Τα  γεγονότα του Θερίσσου και του Νομού Χανίων, Θέρισσον 1905, Χανιά 2009

Θέρισσον 1905: Πρακτικά Συνεδρίου, Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελευθέριος Βενιζέλος, Χανιά 2009

Μανούσος 1996: Μανούσος Ορέστης, Ο Γιος της Ζαχαρένιας, Ηράκλειο 1996

Μαρής 1977: Μαρής Αντώνιος, Από την Αυτονομία στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, Χανιά 1977 ( ετήσια έκδοση Δήμου Χανίων)

Μαρής 1980: Μαρής Αντώνιος, Ο Βενιζέλος στο Θέρισσο, Χανιά 1980 (ετήσια έκδοση Δήμου Χανίων)

Πανηγυράκης 1980: Πανηγυράκης Στυλιανός, Η Επανάσταση του Θερίσσου, Χανιά 1980 ( ετήσια έκδοση Δήμου  Χανίων)

Τωμαδάκης 2009: Τωμαδάκης Βασίλειος, Ο ημερήσιος αθηναϊκός τύπος κατά τη διάρκεια… του κινήματος του Θερίσσου, Θέρισσον 1905, Χανιά 2009

Τρούλης 2009: Τρούλης Μιχαήλ, η επανάσταση του Θερίσσου από τη σκοπιά της συμπολιτευόμενης εφημερίδας «Επιθεώρησις» του Ρεθύμνου, Θέρισσον 1905, Χανιά 2009

Σβολόπουλος 2009: Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Βενιζέλος και Κρητικόν ζήτημα, Θέρισσον 1905, Χανιά 2009

Χαρωνίτης 2009: Χαρωνίτης Βασίλης, Η  επιμελητεία του στρατοπέδου Θερίσσου, Θέρισσον 1905, Χανιά 2009

Χαρωνίτης 1980: Χαρωνίτης Βασίλης, Θέρισσον 1980, Χανιά 1980 (ετήσια έκδοση Δήμου Χανίων)

 

[1] Α) Δετοράκης 1990,439 β) Μαρής, Χανιά 1977

[2] Μαρής, Χανιά 1977,3

[3] Δετοράκης,1990,438

[4] Μαρής, Χανιά 1977, 2 και  Σβολόπουλος, Θέρισσο, 414

[5] «Αρραβώνας» της Ένωσης ονομάστηκε η Αυτονομία. Μαρής, Χανιά  1980,3 και Δετοράκης 1990,445

[6] Δετοράκης 1990, 440

[7] Τωμαδάκης 2009, Θέρισσο 386

[8] Δετοράκης 1990, 441

[9] Δετοράκης 2009, Θέρισσο 330

[10] Χαρωνίτης 2009, Θέρισσο 254 και Πανηγυράκης, Χανιά 1980, 10

[11] Θεοδωράκης 2009, Θέρισσο 103

[12] Θεοδωράκης, 2009, Θέρισσο 103 και Πανηγυράκης, Χανιά 1980, 10

[13] Θεοδωράκης 2009, 104

[14] Φακ. Ι, Αρχ. Θερίσσου, Ι.Α.Κ.

[15] Σύμφωνα με το Ν. 411/12..8.1901 ο Δήμος Ανωγείων αποτελούνταν από τα χωριά Ανώγεια, Αξός, Αίμονας, Ζου Λάκκος, Καμαριώτης, Λειβάδια, Μετόχιον Καμαριώτη, Σίσαρχα και Χώνος με πληθυσμό περίπου 4000 κατοίκους ( Αριστείδης Τσαντηρόπουλος 1994, Κρητολογικά Γράμματα, 9-10, 34 κ. εξ.)

[16] Φακ. Ι, Αρχ. Θερίσσου, Ι.Α.Κ.

[17] Φακ. Ι, Αρχ. Θερίσσου, Ι.Α.Κ.

[18] Δετοράκης 2009, Θέρισσο 330,331

[19] Δετοράκης 2009, Θέρισσο 330-331

[20] Φακ. Ι, Αρχ. Θερίσσου, Ι.Α.Κ.

[21] Εφημ. «Επιθεώρησις» 04.06.1905

[22] Μανούσος 1966, 55-57

[23] Χαρωνίτης 1980, 17

[24] Θεοδωράκης 2009, Θέρισσο ,118

1-1Ήταν 30 Απριλίου 1947 στο Δικαστήριο δοσίλογων στο Ηράκλειο κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης του συνεργάτη των Ναζί Μαγιάση, όταν ο θρυλικός Ανωγειανός Γιώργης Βρέντζος ή ”Τηγανίτης” με δυο μαχαιριές στην κοιλιά του γκεσταμπίτη τον εκδικήθηκε για την εκτέλεση του αδερφού του Μιχάλη στο Οροπέδιο της Νίδας γιατί είχε δώσει ψωμί και νερό στους ΕΛΑΣίτες αντάρτες.

Ο Τηγανίτης έμεινε στην ιστορία και οι Ανωγειανοί αλλά και όλοι οι ”ελεύθεροι” άνθρωποι τιμούν τη μνήμη ενός ανθρώπου που δεν δείλιασε να τιμωρήσει αυτόν που στην Κατοχή πρόδωσε την Πατρίδα και τον Αγώνα,σκοτώνοντας μεταξύ άλλων και τον αδερφό του.

Μια παρέα νέων ανθρώπων σήμερα στο Ηράκλειο τιμούν με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο τον Τηγανίτη και την θρυλική πράξη του μέσω του… ποδοσφαίρου! Μια νέα ομάδα θα αγωνιστεί φέτος στο Γ’ Τοπικό πρωτάθλημα Ηρακλείου καθώς δήλωσε και κέρδισε ήδη τη συμμετοχή της.

Έδρα της το γήπεδο Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο, χρώματα της το μπλε και το κόκκινο, έμβλημα της το Αστέρι.Και το όνομα αυτής: ”ΤΗΓΑΝΙΤΗΣ Α.Σ.Η” !

Όπως αναφέρουν και οι ίδιοι :”Οποιοσδήποτε δεν είναι Φασίστας μπορεί να συμμετέχει στην ομάδα” καθώς και ότι ”Το πάθος για το υγιές ποδόσφαιρο, η όρεξη για αυτοοργανωση και τα κοινά πολιτικά χαρακτηριστικά, έγιναν η αφετηρία για τη δημιουργία της ομάδας μας”.

Η “Ανωγή” επικοινώνησε με τα ιδρυτικά μέλη της νέας ποδοσφαιρικής ομάδας Τηγανίτης στο Ηράκλειο και ζήτησε από αυτούς λεπτομέρειες για την ιδέα δημιουργίας της ομάδας,γιατί επέλεξαν τον Γιώργη Βρέντζο καθώς και για τους στόχους και τους σκοπούς της ομάδας.

Αναλυτικά τα όσα μας ανέφεραν είναι τα εξής:

“Για το ιστορικό της δημιουργίας του ΤΗΓΑΝΙΤΗΣ Α.Σ.Η αναφέρουν: ”Βλέποντας το εγχείρημα με τις αυτοοργανωμένες ποδοσφαιρικές ομάδες να ανθίζει (Θεσσαλονίκη, Βόλος, Λάρισα, Ιωάννινα, Αθηνά, Πάτρα),και το ποδόσφαιρο που αγαπάμε να παίρνει σάρκα και οστά, το καλοκαίρι του 2015 ακόμα ένα αστέρι έρχεται να προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα, με το όνομα «Τηγανίτης» Α.Σ.Η. Το πάθος για το υγιές ποδόσφαιρο, η όρεξη για αυτοοργανωση και τα κοινά πολιτικά χαρακτηριστικά, έγιναν η αφετηρία για τη δημιουργία του. Έτσι λοιπόν, μετά από πολλές συζητήσεις και δυσκολίες δημιουργείται μια ακόμα αυτοοργανωμένη ομάδα στο Ηράκλειο της Κρήτης ” σημειώνουν.

dsc_0426

O τάφoς του αδερφού του Τηγανίτη Μιχάλη Βρέντζου, στο Ψηλορείτη

Για το όνομα τονίζουν: ”Στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, στον Ψηλορείτη, ένας ντόπιος βοσκός με όνομα Μιχάλης Βρέντζος έδωσε ψωμί και νερό σε αντάρτες. Αυτό έπεσε στην υπόληψη των Ναζί έπειτα από τη ρουφιανιά ενός δοσίλογου γκεσταμπίτη ονόματι Μαγιάσης. Ο Βρεντζομιχάλης πλήρωσε την πράξη του αυτή με την εκτέλεσή του στο οροπέδιο της Νίδας, στον Ψηλορείτη από τον ιδιο τον Μαγιαση. Σύμφωνα με μαρτυρίες υπό τις υποδείξεις του τελευταίου εκτελέστηκαν 392 ατομα. Μετά την Κατοχή, τον Απρίλη του 1947, δικαζόταν στο Δικαστήριο Δοσίλογων Ηρακλείου ο γνωστός προδότης Μαγιάσης, για την δραση του στα χρόνια της κατοχής. Κατά την ώρα της συνεδρίασης και ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας κατηγορίας ο αδελφός του εκτελεσθέντος, Γιώργης Βρέντζος, κατά κόσμον «Τηγανίτης», μαχαίρωσε δυο φορές τον κατηγορούμενο στην κοιλιά. Αμέσως κατέθεσε στην έδρα του δικαστηρίου το μαχαίρι και παραδόθηκε στη φρουρά της αίθουσας. Ο Μαγιάσης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο όπου και πέθανε. Ο «Τηγανίτης» μεταφέρθηκε στα Χανιά όπου και θα καταδικαζόταν σε θανατο για την πράξη του αυτή. Χρησιμοποιώντας όμως την απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής που καλούσε τους Κρητικούς να σκοτώσουν τους γκεσταμπίτες, αθωώθηκε και γύρισε στο χωριό του.”.

Για την δομή λειτουργίας και το οικονομικό κομμάτι αναφέρουν:”Η ομάδα βασίζεται στη λογική της αυτοοργάνωσης , της συνδιαμόρφωσης και της ισότητας μεταξύ των μελών της. Οποιοσδήποτε λοιπόν ,δεν είναι φασίστας ,μπορεί να συμμετέχει στην ομάδα ανεξαρτήτως φύλου, εθνικής προέλευσης, θρησκείας και κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, αρκεί να σέβεται και να προάγει τις παραπάνω αξίες. Η Γενική συνέλευση αποτελεί το μοναδικό όργανο λειτουργίας και λήψης αποφάσεων ως προς τα ζητήματα που αφορούν την ομάδα, σε οποιονδήποτε. Επίσης θεωρούμε απαραίτητο συστατικό για την επιτυχία του εγχειρήματος τόσο τη συνέπεια των μελών της στη συνέλευση και στις διαδικασίες της ομάδας, όσο και τη δίκαιη συμπεριφορά (fair play) σε συντρόφους, συμπαίκτες και αντιπάλους.

Το οικονομικό κομμάτι από του μόνο αποτελεί πληγή και για εμάς αλλά και για το ίδιο το ποδόσφαιρο.
Η οικονομική ενίσχυση της ομάδας βασίζεται αποκλείστηκα στους παίχτες , φίλους και οπαδούς της .Αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί η έλλειψη χορηγών και χορηγιών για την χρηματοδότηση της ομάδας.
Αντιθέτως επιλέγουμε η χρηματοδότηση της να γίνεται με την προσωπική συνεισφορά του καθενός, με ετήσιες κάρτες μέλους, με συλλογικές δράσεις, προβολές, πάρτι ,καθώς επίσης και πιθανή πώληση αναμνηστικών της ομάδας (μπλούζες, φούτερ, κασκόλ)” καταλήγουν.

Τέλος αναφέρονται στον σκοπό και τον στόχο της ομάδας τους με τα εξής λόγια: ” Άσος – Χ – Διπλό .

Όλα τα αυτά τα αποτελέσματα είναι ευπρόσδεκτα.
Η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός. Θεωρούμε τους «αντίπαλους», συμπαίχτες μας.
Γουστάρουμε την ομάδα μας, αλλά πάνω απ όλα γουστάρουμε το ποδόσφαιρο και τον ασταμάτητο χαβαλέ στην κερκίδα.
Έχθρες ,μισοί ,ξύλο ,χουλιγκανονταηλικια , φασιστικές συμπεριφορές,

σεξισμοί και διαπληκτισμοί μεταξύ των οπαδών μας και «αντίπαλων» οπαδών ΔΕΝ έχουν καμία θέση στο ποδόσφαιρο και κυρίως στην κερκίδα μας.

Σε ότι αφορά την επερχόμενη συμμετοχή μας στην τρίτη κατηγορία του Ερασιτεχνικού πρωταθλήματος της Ε.Π.Σ.Ηρακλείου θα θέλαμε να τονίσουμε πως αποτελεί για μας ένα μέσο διάδοσης της προσπάθειας μας και όχι αυτοσκοπό” ολοκληρώνουν.

Μια παρέα λοιπόν νέων ανθρώπων, με δημιουργικότητα,φαντασία,όρεξη για αλλαγές και οράματα για ένα καλύτερο μέλλον. Αλλά κυρίως μια παρέα που δεν ξεχνά το παρελθόν,τιμώντας ήρωες και ανθρώπους που έδειξαν τον δρόμο της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης που δεν πρέπει να ξεχαστούν.Λαός χωρίς μνήμη δεν έχει μέλλον.Η παρέα αυτή των 25 ανθρώπων που θα αυξηθούν στο μέλλον,δεν τιμά μόνο τον Γιώργη Βρέντζο,αλλά στο πρόσωπο του όλους τους ανυπότακτους και Ελεύθερους ανθρώπους.Τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία.

Διαβάστε παρακάτω όλη την ιστορία του Γιώργη Βρέντζου και της εκτέλεσης του Μαγιάση,καθώς και την συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Τηγανίτης το 1982 στον δημοσιογράφο Νίκο Ψιλλάκη:

Ένας αητός τω Βρέντζηδω σκότωσε το Μαγιάση
κι όλοι μαζί φωνάξαμε η χέρα του ν’ αγιάσει
Μέσα στο δικαστήριο γιατί ’χενε σκοτώσει
κι έπρεπε οπωσδήποτε αίμα κι αυτός να δώσει.»
_______________________

Στα μέσα του Απρίλη του 1947,  δικαζόταν από το Δικαστήριο των δοσιλόγων Ηρακλείου ο γκεσταμπίτης-συνεργάτης των Ναζί, Μαγιάσης. Στις 30 του μήνα ο Ανωγειανός Γιώργης Βρέντζος και κατά κόσμον «Τηγανίτης» (στην Κρήτη και ιδίως στο Μυλοπόταμο, συνηθίζουν πολύ τα παρανόμια, δηλαδή τα παρατσούκλια) μπαίνει στο …
ακροατήριο και ορμά προς το εδώλιο, καταφέρνοντας δυο μαχαιριές στην κοιλιακή χώρα του συχαμένου προδότη! Αιτία; Ο Μαγιάσης κάρφωσε τον αδελφό του Τηγανίτη, Βρεντζομιχάλη, στους Ναζί, διότι είχε δώσει ψωμί και νερό στους ΕΛΑΣίτες (προφανώς πρόκειται για τα τμήματα των καπετάνιων Σμπώκου και Ποδιά). Ο Βρεντζομιχάλης πλήρωσε την πράξη του αυτή με την εκτέλεσή του στο οροπέδιο της Νίδας, στον Ψηλορείτη, από τους Σουμπερίτες.
Να πως παρουσίασε το γεγονός η κρητική εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη» της Πρωτομαγιάς1947: «Χθες το πρωί δικαζόταν στο Δικαστήριο Δοσιλόγων Ηρακλείου ο γνωστός προδότης Μαγιάσης για την εκτέλεση του Μιχαήλ Βρέντζου από τ’ Ανώγεια που είχε κάμει ο ίδιος στη Νίδα. Κατά την ώρα της συνεδριάσεως στις 11.30΄ περίπου και ενώ εξεταζόταν ο μάρτυρας κατηγορίας και αδελφός του εκτελεσθέντος Γεώργιος Βρέντζος γύρισε και κτύπησε δυο φορές με μαχαίρι τον κατηγορούμενο δοσίλογο στην κοιλιακή χώρα. Αμέσως δε κατέθεσε στην έδρα του δικαστηρίου το μαχαίρι και παραδόθηκε στη φρουρά της αίθουσας. Ο Μαγιάσης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Τα τραύματά του είναι βαρύτατα».

21Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΤΗΓΑΝΙΤΗ

Ανασύρουμε λοιπόν στην ιστορική μνήμη –ως έχουμε χρέος-τη μοναδική συνέντευξη, που είχε παραχωρήσει στο Νίκο Ψυλλάκη το φθινόπωρο του 1982 (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Κρητικές Εικόνες”), ο άνθρωπος που είχε πάρει εκδίκηση για την εκτέλεση του αδελφού του, ο θρυλικός «Τηγανίτης».
Καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι με τα ποτήρια γεμάτα ρακή ζούσαμε όλοι στιγμές αμηχανίας. Δεν ήξερα πώς να αρχίσω, δεν ήξερα καν αν έπρεπε να αρχίσω, αν ήταν σωστό που είχα φτάσει μέχρι εκεί και ιδιαίτερα τέτοια βραδιά. Ωστόσο, ο ίδιος ο Γιώργης ο Βρέντζος στάθηκε και πάλι γενναίος.
«Αποφάσισα να σου μιλήσω», μου είπε, χωρίς να εκφέρει κανένα επειδή, κανένα διότι. Έτσι απλά· αποφάσισε να μιλήσει. Φαίνεται πως ο Καλομοίρης είχε κάνει καλή δουλειά, αν και δεν έμαθα ποτέ τι ακριβώς είχαν πει οι δυο τους.
Έτσι άρχισε η κουβέντα. Κρατούσα σημειώσεις και ένα μικρό φορητό μαγνητόφωνο. Ο λόγος του ήταν σταθερός, το βλέμμα του διαπεραστικό· νόμιζα πως το παρελθόν και το παρόν συμπλέκονταν στη σκέψη του, δημιουργώντας ένα αδιάσπαστο σύνολο. Δεν έμοιαζε τόσο με αφήγηση ο λόγος του, όσο με μια ζωντανή περιγραφή γεγονότος που γινόταν εκείνη την ώρα.
Παρακολουθούσαμε συγκλονισμένοι τα λόγια του. Αν υπήρχε κάποιος Σοφοκλής στον Ψηλορείτη, ίσως να έγραφε μια καινούργια Αντιγόνη. Θα καταλάβαινε ότι οι αξίες του πολιτισμού μας δεν ξεχνιούνται και δεν χάνονται. Ο Γιώργης ο Βρέντζος μου μιλούσε για το χρέος απέναντι στο νεκρό. Οι Ναζί είχαν σκοτώσει τον αδελφό του. Δηλαδή, ποιοι Γερμανοί, ο Μαγιάσης τον είχε σκοτώσει και τον είχε παρατήσει άταφο στον Ψηλορείτη. Για μια βδομάδα οι αέρηδες της Νίδας έδερναν το άψυχο σώμα του. Τα όρνια καραδοκούσαν. Σαν το έμαθε ο Γιώργης έψαχνε να βρει τρόπο να τον θάψει, να αποδώσει τις πρέπουσες τιμές. Όπως γίνεται σε κάθε νεκρό.
Κοίταξα την κορνίζα με τις μαντινάδες του Δακανάλη. Έλεγε ορθά κοφτά πως ο Μαγιάσης έπρεπε «αίμα κι αυτός να δώσει». Προσπαθούσα να καταλάβω αν εκείνο που είχε οπλίσει το χέρι του Βρέντζου ήταν οι νόμοι του γδικιωμού ή μήπως η ιδιότυπη φιλοπατρία με την οποία ήταν γαλουχημένοι οι Κρητικοί. Άλλωστε, ο άγραφος και απαράβατος νόμος που κρατούσε από τον αιώνα των κρητικών επαναστάσεων, τον 19ο, επέβαλε στον κάθε πατριώτη να γίνει αυτόκλητος τιμωρός του προδότη. Ομολογώ πως δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα και να κατανοήσω τα κίνητρα. Ίσως να ήταν και τα δυο μαζί…
Έγραψα το ρεπορτάζ την επόμενη μέρα. Κι αυτό με δυσκολία. Σκεφτόμουν ότι δεν έπρεπε να διαψεύσω τις προσδοκίες αυτού του ανθρώπου, να μην προδώσω την απρόσμενη εμπιστοσύνη του. Σκεφτόμουν, ακόμη, ότι οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές και πως 35 χρόνια δεν φτάνουν για να γίνει ιστορία κάποιο περιστατικό, όσο σημαντικό και να ’ναι. Απλώς οι προφορικές διηγήσεις το μετουσιώνουν σε θρύλο. Έτσι εξηγούσα όλες εκείνες τις εκδοχές που ακούγονταν σχεδόν παντού στο νησί για τον Κρητικό που μπήκε στο δικαστήριο και έκοψε το κεφάλι του προδότη.
Η ιστορία μας λοιπόν αρχίζει στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, στον Ψηλορείτη. Δεν ήταν λίγοι οι βοσκοί που βρίσκονταν στα βουνά· ανάμεσά τους και τα δυο αδέλφια, ο Μιχάλης και ο Γιώργης Βρέντζος. Ένα γερμανικό στρατιωτικό απόσπασμα συλλαμβάνει τον Γιώργη. Τον κρατούν και αρχίζουν να τον ανακρίνουν. Κάποια στιγμή ακούγονται δυο πυροβολισμοί από μακριά. Ούτε ο Γιώργης, ούτε οι Γερμανοί ήξεραν τι συνέβαινε. Ο ψυχωμένος βοσκός του Ψηλορείτη, όμως, αρχίζει να καταστρώνει σχέδια απόδρασης. Εκμυστηρεύτηκε τις προθέσεις του σε δυο Ανωγειανούς που εκτελούσαν χρέη οδηγών του γερμανικού αποσπάσματος, στον Κουκιαδονικόλα και στον Χρονομιχάλη. Κανείς δεν γνωρίζει αν τον ενθάρρυναν ή αν προσπάθησαν να τον αποστρέψουν.
Είχε νυχτώσει, περνούσαν οι ώρες, κόντευε να ξημερώσει. Δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Κι όταν άρχισε να χαράζει η μέρα, ο Γιώργης βρήκε ευκαιρία και το έβαλε στα πόδια. Απέδρασε… Οι Γερμανοί δεν τον πήραν χαμπάρι. Άλλωστε, αυτά τα άγρια βουνά τα ήξερε σαν το σπίτι του, εκεί είχε μεγαλώσει και τα κατατόπια τα κάτεχε καλά.
Σαν έφτασε στο πατρικό του διαπιστώνει ότι ο αδελφός του, ο Μιχάλης, δεν ήταν εκεί. Άρχισε να κακοβάνει. Τον ψάχνει παντού. Ρωτά τους βοσκούς· τίποτα. Κανείς δεν τον είχε συναντήσει, κανείς δεν ήξερε. Η έγνοια είχε αρχίσει να τον βασανίζει. Συνεχίζει να ψάχνει και την επόμενη νύχτα ανεβαίνει στον Ψηλορείτη. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και άνθρωπος δεν φαινόταν πουθενά. Αρχίζει να φωνάζει με όλη τη δύναμή του
«Μιχάλη, Μιχάλη, Μπρε συ Μιχάληηηη»…
Τίποτα.
Ακούγαμε τον Βρέντζο να αφηγείται και νιώθαμε στα σωθικά μας την αγωνία του. Βρήκα κουράγιο να τον διακόψω:
– Τι νόμιζες, τι πίστευες; Πού θα μπορούσε να βρισκόταν ο Μιχάλης;
– Είχα ακούσει τους δυο απανωτούς πυροβολισμούς και είχε περάσει από το μυαλό μου ότι κάπου θα ήταν τραυματίας. Γι’ αυτό τον φώναζα. Περίμενα να τον ακούσω να απηλογάται, σχεδίαζα να τον πάρω, να τον κατεβάσω στο χωριό και να τον περιποιηθώ. Αλλά απόκριση δεν πήρα.
Ήταν μια νύχτα μαρτυρική. Το ίδιο και η επόμενη μέρα. Ο Γιώργης άρχισε να πιστεύει ότι ο αδελφός του είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς και ότι θα τον κρατούσαν σε κάποιο στρατόπεδο στο Ηράκλειο. Παίρνει το δρόμο και κατεβαίνει στη Χώρα. Μεταφέρω και πάλι τα λόγια του:
– Στο Ηράκλειο ήταν ένας Γκεσταμπίτης, ο Καψάλης. Τον ήξερα και πήγα στο σπίτι του. Είντα να δεις εκεί; Ουρές ο κόσμος απόξω, όλοι ήθελαν να τον δουν, να ρωτήσουν για κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο. Περίμενα κι εγώ τη σειρά μου να τον –ε- δω. Την ώρα που περίμενα θωρώ δυο άλλους Γκεσταμπίτες να μπαίνουν μέσα, ο Τζουλιάς και ο Στιβακτάκης, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ τα ονόματά τους. Τα ρούχα τους μύριζαν αιματίλα, ήταν βαμμένα. Κάθονται στο γραφείο κι αρχίζουν να λένε για τα κατορθώματά ντως. Λέει ο ένας, «εσκοτώσαμε μωρέ δυο αντρακλαράδες. Ο ένας ετινάχτηκε δυο μέτρα απάνω όταν του δίναμε τη χαριστική βολή». Αηδίασα και ταράχτηκα, δεν εμπόρου να τους ακούω άλλο, κόντεψα να λιγοθυμήσω κι εσηκώθηκα κι έφυγα άπραχτος.
Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει κι αρχίζει να περπατά στους δρόμους. Φτάνει στα Λιοντάρια. Κι εκεί τον περίμενε μια απρόσμενη συνάντηση. Βλέπει μπροστά του τον Κυριακομιχάλη από τις Καμάρες. Ήταν κουμπάροι.
Τον αγκαλιάζει.
«Κουμπάρε Γιώργη», του λέει, «χαίρομαι που σε βλέπω ζωντανό. Εμείς σε κατέχαμε σκοτωμένο, εμάθαμε στο χωριό πως σε σκότωσαν οι Γερμανοί».
Σάλεψε ο νους του· άρχισε να βάνει πιο βαθιά στο μυαλό του το κακό. Κουβέντα με τη κουβέντα κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί… Ένα στρατιωτικό απόσπασμα είχε ανεβεί στον Ψηλορείτη από τις Καμάρες. Για οδηγό τους οι Γερμανοί είχαν πάρει ένα κοπέλι, ένα βοσκάκι από το χωριό. Ήταν ανηψάκι ενός συντέκνου των Βρέντζηδω και γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Μετά την περιπολία στον Ψηλορείτη το βοσκάκι επέστρεψε στο χωριό ταραγμένο. Στους δικούς του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε γλιτώσει παρά τρίχα και ότι είχε ζήσει μια φρικτή εμπειρία στη Νίδα. Μπροστά στα μάτια του είχαν σκοτώσει ένα από τα πιο καλά παλικάρια των Ανωγείων, τον Γιώργη τον Βρέντζο. Ας φανταστούμε τώρα τη χαρά του Κυριακομιχάλη που έβλεπε μπροστά του τον άνθρωπο που νόμιζε σκοτωμένο! Αλλά ο Γιώργης δεν μπόρεσε να τη μοιραστεί αυτή τη χαρά με τον κουμπάρο του. Ήταν σίγουρος πια· λάθος είχε κάνει το κοπέλι. Τον σκοτωμένο δεν τον έλεγαν Γιώργη αλλά Μιχάλη!
Μ’ αυτόν τον απίστευτο τρόπο έμαθε, μακριά από τον Ψηλορείτη, την πιο θλιβερή είδηση που μπορούσε να ακούσει. Έτσι εξηγούσε τους πυροβολισμούς που είχε ακούσει όταν ήταν κρατούμενος και τον ανέκριναν οι Γερμανοί.
Πήρε πάλι το δρόμο για τα Ανώγεια. Πήγε από το δρόμο της Δαμάστας, σταμάτησε στο Γενί Γκαβέ, στο χωριό όπου ήταν εγκατεστημένος ο Γερμανός φρούραρχος, ο Σήφης – έτσι τον έλεγαν. Του μίλησε παλικαρίσια. Του είπε για ένα παλικάρι που χάθηκε, τον Μιχάλη τον Βρέντζο. Και για τις πληροφορίες που έλεγαν πως ο Μιχάλης ήταν ήδη νεκρός στη Νίδα. Παρέλειψε μόνο να του πει ότι ο Μιχάλης ήταν αδελφός του· προτίμησε να εμφανιστεί σαν απλός συγγενής, σαν ξάδελφος. Άρχισε να αραδιάζει επιχειρήματα· ο νεκρός δεν έπρεπε να μείνει άταφος, δεν το άντεχε κανείς Κρητικός να ξέρει πως ένα κουφάρι κείτεται στο χώμα άκλαυτο. Πείστηκε ο Γερμανός. Και τη μεθεπόμενη μέρα ξεκινούσε ένα απόσπασμα από το Γενί Γκαβέ. Οκτώ Γερμανοί στρατιώτες, ο Σήφης ο φρούραρχος, ο Γιώργης και μερικοί άλλοι στενοί συγγενείς από τα Ανώγεια. Μαζί τους και ο Λιοντρογιάννης, ο Ταμπακογιάννης, ο Μακρομιχάλης, ο Κουλογιάννης ο Δήμαρχος, ο Μπατζογιάννης, ο παπα-Γιώργης και ο Μανόλης ο Κωνιός που εκτελούσε χρέη διερμηνέα.
Ανέβηκαν στη Νίδα· δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν τον Μιχάλη πάνω από το οροπέδιο, κοντά στη Σπηλιάρα – το Ιδαίον Άντρο. Εξέτασαν το άψυχο σώμα. Οι υποψίες του Γιώργη ήταν βάσιμες, δυστυχώς. Τον είχαν σκοτώσει με δυο σφαίρες, όσοι και οι πυροβολισμοί που είχε ακούσει. Τα ρούχα του ήταν ξεσκισμένα, ο μπέτης του φαινόταν ξεγυμνωμένος· στο στήθος, πάνω στη ρόγα, ήταν καρφωμένος ένας κάλυκας. Μερικοί δεν άντεξαν στο θέαμα και ξέσπασαν σε λυγμούς. Ακόμη και ο Σήφης, ο Γερμανός φρούραρχος, συγκλονίστηκε. Δεν πίστευε στα μάτια του.
Μεταφέρω λέξη προς λέξη την αφήγηση του Γιώργη του Βρέντζου:
– Ο Γερμανός φρούραρχος σάστισε και μας είπε: «Δεκατέσσερα χρόνια είμαι στη Γκεστάμπο. Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της. Ξέρω καλά τι πρέπει να κάνομε και σας λέω ότι τούτον εδώ τον άνθρωπο δεν τον εσκότωσε Γερμανός. Αν τον σκότωσε Γερμανός, εγώ σκίζω όλα τα βιβλία μου». Αυτά πάνω – κάτω μας είπε όταν είδε τον κάλυκα καρφωμένο πάνω στη ρώγα του αδερφού μου και ήθελε να απολογηθεί, να πει πως οι Γερμανοί δεν βασανίζουν νεκρούς. Ανοίξαμε ένα λάκκο δίπλα στην εκκλησία της Ανάληψης, είδα και τον ίδιο τον φρούραρχο να σκάφτει. Τον θάψαμε· εγώ δεν άντεχα να μην τον αγγίξω, πρόλαβα και τον ακούμπησα στο χέρι. Το δέρμα του εμαδούσε…»
Πρώτο μέλημα του Γιώργη ήταν τώρα να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν δυσκολεύτηκε. Βρήκε το βοσκάκι από τις Καμάρες· τα ήξερε όλα. Και τα έκανε χαρτί και καλαμάρι. Κουμάντο στο γερμανικό απόσπασμα έκανε ένας Έλληνας, ο Μαγιάσης. Πιάσανε τον Μιχάλη, τον ανακρίνανε…
– Λέει του ο Μαγιάσης: «Εσύ Βρέντζο ετάισες πέρυσι τους αντάρτες». Απαντά του ο Μιχάλης πως δεν εκάτεχε ποιοι ήτανε, λέει του, εμείς στον τόπο μας το έχομε συνήθεια, παρατήρημα, να φιλεύγομε και να φιλοξενούμε κάθε περαστικό και δεν ρωτούμε ούτε ποιος είναι, ούτε πού πάει. Ο Μαγιάσης επέμενε, λέει του πως εκάτεχε ότι ήτανε αντάρτες. Και ο Μιχάλης επέμενε, δεν ήξερα, του λέει. Ήξερες, λέει ο ένας, δεν ήξερα λέει ο άλλος, ήξερες επιμένει ο Μαγιάσης. Τελικά του λέει: Όταν σου λέω, πήγαινε στην πίσσα, θα πηγαίνεις στην πάνω μπάντα, στην κορφή κι όταν σου λέω, πήγαινε στον παράδεισο, θα έρχεσαι κοντά μου. Στην πάνω μπάντα έστεκε ένας Γερμανός με ταχυβόλο. Έτσι έγινε. Ο Μαγιάσης έβαλε τον αδερφό μου να πηγαίνει πάνω – κάτω, πάνω – κάτω. Άνοιξε δρομάκι να πηγαινόρχεται. Πάνω – κάτω, πάνω – κάτω συνέχεια. Στα στερνά αγανάκτησε και διαμαρτυρήθηκε. Τραβά τότε το πιστόλι ο Μαγιάσης και τον πυροβολεί στ’ αυτί. Τον ρίχνει κάτω, του δίνει και τη χαριστική βολή. Το κοπέλι από τις Καμάρες, το κουμπαράκι μας τα θώρειε όλα αυτά. Για να μη μαρτυρήσει βγάνει ο Μαγιάσης το όπλο να το σκοτώσει. Ξεσηκώθηκαν τότε οι Γερμανοί, αντέδρασαν, δεν τον άφησαν να το κάνει και το κοπέλι εγλίτωσε…
Πέρασαν οι μέρες, έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθε η μέρα της απελευθέρωσης. Στο μυαλό του Γιώργη δεν υπήρχε άλλη σκέψη από την εκδίκηση. Δεν άντεχε να μην πάρει πίσω το αίμα· ήθελε με κάθε τρόπο και κάθε θυσία να σκοτώσει τον προδότη.

– Όχι, δεν ήθελα να κάμω βεντέτα, δεν είχα εγώ οικογενειακά, ήθελα να τον σκοτώσω γιατί δεν είχε δικαίωμα να ζει, όχι μόνο γιατί είχε σκοτώσει τον αδελφό μου. Ξέρεις πόσους λάκκους είχε ανοίξει ο Μαγιάσης; Πόσα κοπέλια είχε αφήσει ορφανά, πόσες γυναίκες χήρες; Τρακόσους εξήντα δυο μετρημένους είχε σκοτώσει στην Κρήτη, τρακόσους εξήντα δυο…
Έμαθε ότι ο «λεγάμενος» (έτσι τον αποκάλεσε) είχε συλληφθεί στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση και ότι τον είχαν στείλει στην Κρήτη για να δικαστεί. Άρχισε να τον ψάχνει. Κατεβαίνει στο Ηράκλειο, βρίσκει τον τρόπο να προμηθευτεί ρούχα ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, τα φορά και βγαίνει στους δρόμους. Με αυτή τη στολή μπορούσε να πάει παντού. Σε τμήματα της χωροφυλακής, σε κρατητήρια, παντού· όλο και κάπου θα έβρισκε τον κρατούμενο δοσίλογο… Χρόνια μετά θυμόταν πως ήταν δύσκολο· δεν μπορούσε να μιμηθεί ούτε το ζάλο, ούτε το ύφος του χωροφύλακα.
– Ντύθηκα χωροφύλακας αλλά δεν εκάτεχα να προπατώ με αυτή τη στολή, μου φαινόταν πως με ξάνοιγαν όλοι στο δρόμο. Κατάφερα να μπω στη φυλακή χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα. Εγύρισα όλα τα κελιά, είδα άλλους γκεσταμπίτες, είδα κρατούμενους, πουθενά ο Μαγιάσης. Τον είχανε στην απομόνωση.
Απογοητευμένος πετά τα ρούχα του χωροφύλακα και αρχίζει να σχεδιάζει άλλους τρόπους. Το μυαλό του δεν ησύχαζε ούτε στιγμή. Κάπως έτσι έφτασε η μέρα της δίκης. Τριάντα Απριλίου του 1947 (ο Γιώργης μου έλεγε πως ήταν το 1946, αλλά η μετέπειτα έρευνα κατέδειξε ότι η δίκη έγινε ένα χρόνο μετά). Τα μέτρα ασφαλείας αυστηρότατα. Η χωροφυλακή ήξερε ότι κινδύνευαν οι δοσίλογοι και έλεγχε εξονυχιστικά τον κάθε Κρητικό που περνούσε την πόρτα της δικαστικής αίθουσας. Έψαχναν μέσα στα στιβάνια, στις μασχάλες, στις ζώνες, παντού. Ο Γιώργης ήταν μάρτυρας κατηγορίας. Δικηγόρος πολιτικής αγωγής ήταν ο συγχωριανός και θείος του, ο Βασίλης ο Βρέντζος. Πρωί – πρωί τον καλεί στο γραφείο του και του παίρνει με το ζόρι το όπλο και ένα στιλέτο που κρατούσε· τα άφησε πάνω στο δικηγορικό γραφείο και έφυγαν μαζί για το δικαστήριο. Μεταφέρω και πάλι τα λόγια του:
– Τον εξεγέλασα. Επήγα στην αγορά, βρίσκω ένα καλό μαχαίρι, βάνω το μαχαιρά να το ακονίσει να κόβει σαν ξυράφι, το παίρνω και φεύγω. Φτάνω στο δικαστήριο, αλλά πώς να περάσω; Περίμενα καρτερικά να κάμουν διάλειμμα και να αδειάσει η αίθουσα. Την ώρα αυτή σταμάτησαν οι έλεγχοι. Σιμώνω στην πόρτα, την ανοίγω λίγο – λίγο, κανείς δεν ήταν μέσα, προλαβαίνω και καρφώνω το μαχαίρι στο μαδέρι, στην πίσω μεριά, στο κούφωμα της πόρτας, αλλά κάτω χαμηλά για να μη φαίνεται. Σε λίγο ξανάρχισε η δίκη, πήγα κι εγώ, με έλεγξαν, έψαξαν ακόμη και στα τακούνια τω στιβανιώ μου. Δεν ηύραν τίποτα, πέρασα στο διάδρομο, όχι μέσα στην αίθουσα, περιμένοντας την ευκαιρία να αρπάξω το μαχαίρι. Ο πρόεδρος φώναζε έναν – ένα τους μάρτυρες: Χριστομιχάλης Ξυλούρης, Στεφανογιώργης Δραμουντάνης, Παπαγιάννης Σκουλάς κι άλλοι, κι άλλοι. Ήταν να φωνάξει το όνομα του Γιώργη του Δραμουντάνη, αλλά κάνει λάθος και φωνάζει «Γεώργιος Βρέντζος», μπαίνω μέσα, σιμώνω και τότε καταλαβαίνει ο Πρόεδρος ότι έκανε λάθος. Μου λέει να φύγω και να φέρουν τον Δραμουντάνη. Απάνω στη σύγχυση σκύβω πιάνω το μαχαίρι και ξαναβγαίνω στο διάδρομο χωρίς να με δει κανείς. Σε λίγη ώρα έρχεται η σειρά μου, με φωνάζουν, μπαίνω στην αίθουσα και θωρώ τον κακούργο να κάθεται και να τον προστατεύουν οι χωροφύλακες.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά άρχιζε η κατάθεση… Τον ρωτά ο Πρόεδρος, «τι γνωρίζετε διά την εκδικαζομένην υπόθεσιν, κύριε μάρτυς;» Απάντηση καμιά. Σαν να μην άκουγε, να μην επικοινωνούσε· αλλού ήταν εκείνου ο νους του. Ξαναρωτά ο Πρόεδρος: «Κύριε μάρτυς, καταλάβατε τι σας ρώτησα;» Ο Γιώργης κουνά το κεφάλι, «ναι, ναι, εκατάλαβα», λέει. «Τι γνωρίζετε, λοιπόν;» Πάλι σιωπή. Και αναστάτωση. Όλοι τον κοιτάζουν καθώς στέκεται σχεδόν αποσβολωμένος μπροστά στους δικαστές. Αρχίζει να ψελλίζει κάτι μισόλογα, μασημένα. «Μα δεν έχετε εδώ το μυαλό σας, κύριε μάρτυς;» ξαναλέει απορημένος ο Πρόεδρος. Και φυσικά δεν το είχε. Τότε ακριβώς κάνει ένα βήμα πίσω. Όλοι τον κοιτάζουν. Σαν αστραπή τραβά το μαχαίρι και το καρφώνει με δύναμη στην κοιλιά του Μαγιάση. Χώνεται η λεπίδα στο σώμα του.
Ο Βρέντζος νιώθει το κεφάλι του να βουίζει· ένας χωροφύλακας τον είχε χτυπήσει με τον υποκόπανο του όπλου· άλλος ένας τον χτυπά στο χέρι, το δεξί· μαραίνεται. Αλλά το πείσμα δεν τον αφήνει. Πιάνει τη λαβή με το άλλο χέρι, το αριστερό· δεύτερη μαχαιριά… αίματα, φωνές, ο Μαγιάσης λυγίζει, οι δικαστές αποχωρούν, κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει τι έγινε τότε στο δικαστήριο. Οι χωροφύλακες είναι έτοιμοι να δράσουν, ίσως να τον χτυπούσαν πιο βαριά, ίσως και να τον σκότωναν ακόμη· τόσο δύσκολες ήταν αυτές οι μέρες. Την ώρα εκείνη ακούγεται η φωνή ενός άλλου χωροφύλακα, Κλάδο τον έλεγαν, «μην τον πειράξετε γιατί έχουν ζώσει οι Ανωγειανοί το δικαστήριο». Ψέματα το έλεγε. Αλλά αυτό το ψέμα έκανε τα πνεύματα να ηρεμήσουν. «Θέλω τον Εισαγγελέα», ακούγεται η φωνή του Βρέντζου. Το μαχαίρι το κρατούσε ακόμη στο χέρι του. Σαν ήρθε ο Εισαγγελέας, πλησίασε με θάρρος. Παρέδωσε το ματωμένο μαχαίρι και δήλωσε πως δεν θέλει να κάνει κακό σε κανέναν άλλο.
– Του είπα να με δικάσει, να με συλλάβει, να κάνει ό,τι λέει ο νόμος. Εγώ ήμουν ήρεμος πια, είχα ξαλαφρώσει, είχα κάνει αυτό που έπρεπε. Γυρίζω πίσω και θωρώ ανθρώπους να κλαίνε από χαρά και συγκίνηση, άλλοι με χειροκροτούσαν, άλλοι φώναζαν μπράβο. Με έκλεισαν στη φυλακή και με πήγαν στα Χανιά για να δικαστώ.
Ο Βρέντζος θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία· από την αρχή ως το τέλος. Στις «Κρητικές Εικόνες» του 1982 έγραφα πως όλες αυτές οι λεπτομέρειες «δεν είναι δυνατόν να χωρέσουν στον περιορισμένο χώρο του περιοδικού». Το ίδιο λέω και σήμερα.
Στα Χανιά, στο δικαστήριο, ο Βρέντζος παρακολουθούσε τη δίκη του σχεδόν αδιάφορος. Ο Εισαγγελέας είχε προτείνει την ενοχή και την θανατική καταδίκη του. Αλλά και πάλι ένα απρόβλεπτο γεγονός ήρθε να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Ο Καπετάν Γύπαρης έφτασε στο δικαστήριο, έβγαλε ένα χαρτί, το παρέδωσε. Ήταν μια απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής. Ο Βρέντζος θυμόταν πως η απόφαση καλούσε τους Κρητικούς να σκοτώσουν τον Μαγιάση και τους άλλους γκεσταμπίτες. Επομένως, δεν επρόκειτο για ένα φονικό· το θεώρησαν ως καθήκον απέναντι στην πατρίδα. Ο Βρέντζος αθωώθηκε. Γύρισε στο χωριό του σαν ήρωας. Κι από τότε κάθε χρόνο ανηφόριζε στη Νίδα τη μέρα της Ανάληψης για να κάνει το μνημόσυνο του αδελφού του.
Λίγα χρόνια μετά τη συνέντευξη ο Γιώργης ο Βρέντζος πέθανε. Πήγε να συναντήσει τον αδελφό του και τους άλλους μάρτυρες του αγώνα.
Φέτος το καλοκαίρι που βρέθηκα στη Νίδα συνάντησα τον Γιάννη τον Καλομοίρη, στο περίπτερο του Στελή του Σταυρακάκη, μαζί με μια παρέα Ανωγειανών. Δεν τον γνώρισα. Αλλά και δεν χρειάστηκε πολύ για να θυμηθώ τον άνθρωπο που με είχε βοηθήσει το φθινόπωρο του 1982, νέο δημοσιογράφο τότε, να ζήσω μια μοναδική στιγμή· την πρώτη και τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο πρωταγωνιστής μιας από τις πιο παράξενες μετακατοχικές ιστορίες, ο ήρωας των ανωγειανών και των καστρινών θρύλων.
Ο Μαγιάσης… «ΕΛΑΣίτης»
Δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ πότε και πώς είχε συλληφθεί ο Μαγιάσης και κάτω από ποιες συνθήκες οδηγήθηκε στο δικαστήριο δοσιλόγων. Το έμαθα τυχαία φέτος από ένα φίλο που ασχολείται συστηματικά με την ιστορία αυτής της περιόδου. Και το δημοσιεύω εδώ γιατί ίσως να φωτίζει μια ακόμη πλευρά της ιστορίας.
Μετά την απελευθέρωση ο περιβόητος Μαγιάσης παρίστανε… τον αντιστασιακό. Φόρεσε στολή αντάρτη, έβαλε στο καπέλο του το σήμα του ΕΛΑΣ και άρχισε να κυκλοφορεί στην Αθήνα, εκεί που κανείς δεν γνώριζε για τη δράση του στην Κρήτη. Έτσι… λεβέντη και περιβεβλημένο με το κλέος του ήρωα τον συνάντησε ένας Κρητικός, ονόματι Μαμαλάκης, στην Ομόνοια. Ο Μαμαλάκης συνεργαζόταν με ένα ναυτιλιακό πρακτορείο, μάλλον ήταν οικογενειακή επιχείρηση και ασχολούνταν με μεταφορές από και προς την Κρήτη με ιδιόκτητα καΐκια. Το κλίμα στην Αθήνα ήταν παράξενο. Κόσμος πολύς στους δρόμους, οι Έλληνες έβγαιναν από μια μεγάλη περιπέτεια η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον ήταν έκδηλη. Όπως ήταν έκδηλη και η σύγχυση.
Ο Μαγιάσης μπήκε στο πρακτορείο και άρχισε να διαπραγματεύεται τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ελαιολάδου από την Κρήτη στην Πελοπόννησο. Κανείς δεν ξέρει με ποιόν τρόπο είχε αποκτήσει τόσο λάδι. Ή, μάλλον, όλοι υποψιαζόμαστε. Αν και η πείνα θέριζε τις ανθρώπινες ζωές οι συνεργάτες των κατακτητών είχαν τον τρόπο τους.
Έτριβε τα μάτια του ο Μαμαλάκης. Δεν πίστευε ότι ο άνθρωπος που είχε μπροστά του ήταν ο μακελάρης της Κρήτης, και μάλιστα ντυμένος με στολή αντάρτη. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος του δοσίλογου. Αντί να διαπραγματευτεί τη μεταφορά ο ναυτιλιακός πράκτορας, φρόντισε να ενημερώσει τον ΕΛΑΣ ή κάποιον άλλο. Έτσι συνελήφθη ο Μαγιάσης…

 

 

-->