Τοπικά

Ένας χρόνος ολοκληρώνεται από τον Θάνατο του Μιχάλη Ρούλιου ή Ρουλομιχάλη και η οικογένεια του θα τελέσει το ετήσιο μνημόσυνο του την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου στο Αρμί και καλέι συγγενείς, φίλους και συγχωριανούς να παραστούν. Ήταν 14 Φεβρουαρίου 2017 όταν ο Ρολυλομιχάλης περνούσε στην ιστορία, πλήρης ημερών αφήνοντας πίσω του μια πλούσια παρακαταθήκη τόσο από την δράση του κυρίως στην περίοδο της Ναζιστικής Κατοχής, όσο και από την τίμια και αταλάντευτη στάση ζωής που τον διέκρινε μέχρι και τα βαθιά γεράματα.Αντί γεύματος μνημοσύνου η οικογένειά του, πιστή στον αξιακό κώδικα και τα προτάγματα του εκλιπόντος, θα προσφέρει το αντίστοιχο χρηματικό ποσό στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου Ανωγείων, για τις ανάγκες σίτισης των ευπαθών ομάδων του χωριού. Η ΑΝΩΓΗ θα ήθελε να ευχαριστήσει θερμά την οικογένεια του και τον υιό του Ρουλομιχάλη, Γιώργο Ρούλιο για την προσφορά 100 ευρώ για τις ανάγκες της ηλεκτρονικής μας έκδοσης.

Οι τρεις..ζωές του Μιχάλη Ρούλιου (1919-2017)

Ο Mιχάλης Ρούλιος, όπως έλεγε, έζησε τρεις ζωές. Μεταφέρουμε τα λόγια του , αφηγούμενος την ζωή του.

“Oρφανός από πατέρα έζησα την φτώχεια, φορούσα το ίδιο κοντό παντελονάκι και ένα σάκο ημέρα-νύχτα καλοκαίρι-χειμώνα. Στο σχολείο τι γράμματα να μάθω όταν έβλεπα το δάσκαλο διπλό από την πείνα. Μια μέρα στο σχολείο ο δάσκαλος μας είπε πως θα πάμε εκδρομή στην Αξό. Πηγαίνετε σπίτι σας να πάρετε φαγητό, μας είπε. Γύρισα αμέσως και με ρωτάει ο δάσκαλος δεν πήρες φαγητό; Βγάζω από το τσεπάκι του σάκου ένα κομμάτι άζυμη πίτα που την είχε ψήσει στην πλάκα η μάνα μου το πρωί και του την δείχνω. Όταν φτάσαμε στην Αξό με φωνάζει ο δάσκαλος ο Δραμουντάνης και μου δίνει μισή φρατζόλα ψωμί και 5-6 ψαρογάρους. Τα έφαγα, ήπια και νερό στην πηγή και την έκανα κόπανο. Τελειώνοντας το σχολείο πήγα μαντρατζής στα όρη. Ο παππούς μου παρήγγειλε ένα στιβάνι και η μάνα μου πλήρωσε το άλλο στο τσαγκάρη, τότε πρωτοφόρεσα στιβάνια.

Η δεύτερη ζωή ξεκίνησε με το στρατό. 36 Ανωγειανοί, η κλάση του ’40, παρουσιαστήκαμε στο Ρέθυμνο. Ο πόλεμος με βρήκε στην Κομοτήνη, αρχές Δεκέμβρη πήγαμε στην Φλώρινα με τραίνο και από εκεί Κορυτσά στο μέτωπο. Κάναμε επίθεση αφήσαμε τους γυλιούς και μείναμε 20 μέρες στα χιόνια μόνο με την χλαίνη. Γλύτωσα από τους Ιταλούς που με τουφέκισαν στα 2 μέτρα, όχι όμως και από τα κρυοπαγήματα. Έμεινα δύο μήνες στα νοσοκομεία σε Θεσσαλονίκη και Δράμα. Γύρισα αρχές Φλεβάρη στη Κρήτη και παρουσιάστηκα στο Ρέθυμνο, δεν με έστειλαν όμως στο μέτωπο. Η εισβολή των ναζί με βρήκε στο Ρέθυμνο, στου Αλμπάνι το Μετόχι δώσαμε μάχη, τους εξολοθρεύσαμε παρά το γεγονός ότι σε λίγους είχαν δώσει όπλα και ελάχιστες σφαίρες. Με την κατάρρευση στα Χανιά, μας έδωσαν επ’ αόριστο άδεια, πήρα το όπλο μου και μαζί με άλλους συγχωριανούς επέστρεψα στο χωριό. Το κλίμα για αντίσταση ήταν ακμαίο στο χωριό. Οργανώθηκα στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, έγινα λίγο αργότερα μέλος του γραφείου του ΕΑΜ Ανωγείων. Όταν γκρέμιζαν σε κάποιον το σπίτι γιατί δεν πήγε στην αγγαρεία, εμείς σαν οργάνωση αμέσως σε μια εβδομάδα το είχαμε ξαναχτίσει. Είχαμε ραδιόφωνο, μαθαίναμε τις ειδήσεις και βγάζαμε δελτίο έτσι κρατούσαμε ψηλά το ηθικό στο χωριό. Τροφοδοτούσαμε τους αντάρτες, φυλάγαμε σκοπιές έξω από το χωριό για να μην μας πιάσουν στον ύπνο οι Γερμανοί. Με την μάχη στο Σφακάκι αποτρέψαμε την σύλληψη και εκτέλεση πολλών κατοίκων του χωριού. Δεν μπορέσαμε όμως να αποτρέψουμε την καταστροφή γιατί δεν υπήρχε σύμπνοια με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. Μετά την απελευθέρωση ήρθαν δύσκολα χρόνια. Ο εμφύλιος, η τρομοκρατία ατομική και συλλογική φούντωσε, ποιος ξεχνά τα γεγονότα στην ηλεκτρική; Εγώ πέρα από αυτά έχασα ως στρατιώτη του Εθνικού Στρατού και τον αγαπημένο μου αδελφό.

Η Τρίτη μου ζωή άρχισε αμέσως μετά, προσπαθώ να διορθώσω το κατεστραμμένο μας σπίτι, πηγαίνω στα μεροκάματα για να ζήσουμε. Τότε μας δίναν δύο οκάδες κριθάρι την ημέρα σε ζευγάρι και ζευγολάτη. Χτίζω σπίτι, απαραίτητο για να δημιουργήσεις οικογένεια. Η περισσότερη δουλειά περνά από τα χέρια μου. Φυτεύω αμπέλια, σουλτανί , μουρέλα., κάνω μποστάνια. Παντρεύομαι με την Ακριβή τη Χαιρέτη που στάθηκε άξια δίπλα μου. Οι αριστεροί στο χωριό είχαμε αλληλεγγύη και δύναμη. Πρωτοστατήσαμε στην ίδρυση του γεωργικού συνεταιρισμού και υπερασπιστήκαμε τα δίκαια συμφέροντα μας, παλέψαμε και ιδρύσαμε Γυμνάσιο για να μορφωθούν τα παιδιά μας και να δουν καλύτερες μέρες. Δεν ξεχάσαμε τους φυγόδικους, τους κρύψαμε, τους προστατεύσαμε. Θα ήταν άδικο αν δεν έλεγα ότι σε αυτό μας βοήθησαν και άλλοι που δεν πίστευαν τα ίδια, ιδιαίτερα στις δύσκολες περιπτώσεις. Αντιμετωπίσαμε τον κρατικό αποκλεισμό, αφού είχαμε την κόκκινη μολυβιά. Οι συγχωριανοί μου έδειξαν εμπιστοσύνη και με εξέλεξαν στην διοίκηση του γεωργικού συνεταιρισμού, οι σύντροφοι μου δε στην θέση του γραμματέα της ΕΔΑ. Έτσι άλλαξαν σιγά σιγά τα πράγματα ιδιαίτερα δε μετά την μεταπολίτευση και αναγνωρίστηκαν σε ένα βαθμό οι αγώνες μας. Αυτή είναι η παρακαταθήκη που αφήνω στα παιδιά μου και στους νέους.>>

Ο Ρουλομιχάλης ήταν άκαμπτος στις αρχές του όχι μόνο τις ιδεολογικές αλλά και τις κοινωνικές. Ήταν αντίθετος στην κλοπή, στην οπλοκατοχή και οπλοχρησία. Ήταν κυνηγός με τη βέργα, δεν είχε ούτε τσιφτέ. Τα όπλα έλεγε, το χρησιμοποίησα όταν έπρεπε. Ήταν σκληρός, ταπεινός και αισιόδοξος, γι αυτό όχι μόνο επιβίωσε αλλά άφησε το ιδιαίτερο στίγμα του στην τοπική κοινωνία. Ήταν ψύχραιμος, τόνιζε δε την αναφορά του Γκιόργκι Δημητρόφ <<έχασες την ψυχραιμία σου, έχασες τα πάντα>>. Ο Ρουλομιχάλης θα ζει στην μνήμη μας από τις πράξεις του και τις αναφορές του. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την μαρτυρία του στην καταστροφή του χωριού στην ταινία του φίλου και συντρόφου Λευτέρη Χαρωνίτη και την δραπέτευση του από το εκτελεστικό απόσπασμα Γερμανών και Γκεσταμπιτών. Κλείνουμε αυτή μας την αφήγηση με μια μαντινάδα του ίδιου που ήταν ο απολογισμός της ζωή του:

“Έσυρα βάσανα πολλά σε τούτονά τον τόπο
Μα αφού το στόχο πέτυχα, χαλάλι να ναι ο κόπος.”

Τη Γαλλική αισθηματική ταινία ”Αγάπα με Αν Τολμάς”  (Jeux d’ Enfants), θα προβάλει το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018 η ομάδα φίλων κινηματογράφου. Η προβολή θα ξεκινήσει στις 7.00 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων της Τράπεζας Πειραιώς.

Πρόκειται για παραγωγή του 2003 σε σκηνοθεσία Γιάν Σαμιέλ με τους: Γκιγιόμ Κανέ, Μάριον Κοτιγιάρ, Ζοζεφίν Λεμπά-Ζολί

Ένα παιδικό παιχνίδι τόλμης γίνεται συνήθεια για τους αχώριστους μικρούς φίλους Ζιλιάν και Σοφί. Όταν όμως, εκδηλώνεται τελικά ο έρωτάς τους, οι ψευτοεγωισμοί τούς φρενάρουν και οι ίδιοι «τολμούν» να χωρίσουν για χρόνια, χωρίς όμως ποτέ να αλλάξουν τα συναισθήματά τους.Ακολουθώντας το μαγικό ρεαλισμό της σχολής της «Αμελί», αλλά κρατώντας αρκετά πιο σκοτεινή και λιγότερο ζαχαρούχα την ρομαντική καρδιά της ταινίας του, ο Γιαν Σαμιέλ κατασκευάζει ένα γοητευτικό παραμύθι ενηλίκων. Μία φιλμική παραβολή για την ανταγωνιστική φύση του έρωτα.

«Την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018 ώρα 09.30΄ στον Ι.Ναό Αγίου Ιωάννου – Ανωγείων θα τελεσθεί το 40/ήμερον μνημόσυνο για την ανάπαυση ψυχής του ιερέως Νικολάου Γ.Ανδρεαδάκη.  Θα επακολουθήσει γεύμα στην ταβέρνα “ΑΜΑΛΘΕΙΑ”. Καλούνται οι συγγενείς και φίλοι να παραστούν.»

Εκ της οικογενείας

Πέθανε η Μαρία Σταυρακάκη (Αεροπόρενα, χήρα Νικολάου Σταυρακάκη) σε ηλικία 102 ετών. Η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί σήμερα Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου στη 1 μ.μ στον Ιερό Ναό της Παναγίας στο Περαχώρι. Η ΑΝΩΓΗ εκφράζει θερμά συλλυπητήρια στους οικείους της.

Ολόκληρη η παράσταση “Το μεγάλο μας Τσίρκο”.Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 22 Ιουνίου 1973 στο θέατρο «Αθήναιον» της οδού Πατησίων, που βρισκόταν απέναντι από το Πολυτεχνείο. Ο κόσμος αμέσως το αγκάλιασε και το αγάπησε. Το έργο έγινε σύμβολο του αγώνα κατά της Χούντας.Αλληγορικά γραμμένο, κατάφερε να περάσει τις συμπληγάδες της λογοκρισίας, κρύβοντας δεκάδες μηνύματα κατά της δικτατορίας.
Την παράσταση είδαν περίπου 400.000 άνθρωποι εκφράζοντας την επανάσταση- διαμαρτυρία τους ενάντια στη Χούντα.
Κυρίαρχα συνθήματα, γνωστά από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όπως «ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και «ΦΩΝΗ ΛΑΟΥ — ΟΡΓΗ ΘΕΟΥ» , είχαν πρωτοεμφανιστεί στην παράσταση.
Ερμηνευτής, συνθέτης και μουσικοί δέχονταν σχεδόν καθημερινά τις «επισκέψεις» των οργάνων της Χούντας.
Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, στις 3 Αυγούστου 1974, το έργο ξανανέβηκε με την προσθήκη των λογοκριμένων σκηνών κι ενός τραγουδιού («Το Πρόσκύνημα») στο φινάλε της παράστασης για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.
Επρόκειτο για μια παράσταση που συνδύαζε μουσική και λόγο. Στη σκηνοθεσία ήταν ο Κώστας Καζάκος. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν ο συνθέτης. Ο Νίκος Ξυλούρης ο τραγουδιστής. Παρέα με την Τζένη Καρέζη και τον Καζάκο παρέλασαν ένα πλήθος ηθοποιών – ανάμεσα στους οποίους ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Σπύρος Κωνσταντόπουλος, ο Χρήστος Καλαβρούζος και ο Νίκος Κούρος.

Όλο το έργο.Το μεγάλο μας τσίρκο. Διάρκεια 1:08:29′

 

Του Γιώργη Μπαγκέρη

”Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια.

Ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:
Εμείς που τίποτα δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
Ας μη μας ξεχάσουν.” (Γιώργος Σεφέρης)

Στις 8  Φεβρουαρίου 1980, ξημερώματα Παρασκευής στο Αντικαρκινικό κέντρο Πειραιά, ο Νίκος Ξυλούρης αφήνει την τελευταία του πνοή. Η φωνή που έκανε εκατομμύρια Έλληνες να ριγούν από συγκίνηση σβήνει σε ένα λευκό δωμάτιο Νοσοκομείου. Η αγαπημένη του Ουρανία του κρατάει μέχρι την τελευταία στιγμή το χέρι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τον κρατήσει στη γη, αλλά η ψυχή του “Ψαρονίκου”, υψώνεται πάνω από το λευκό δωμάτιο, βγαίνει έξω και απλώνεται από την Κρήτη έως τον Έβρο, ως ένας Μύθος, ως ένας κολοσσός της μουσικής, με την αύρα του να μας χαϊδεύει μέχρι και σήμερα, 38 χρόνια μετά και να μας εμπνέει ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές μας.

Η ώρα τούτη δεύτερη, μετά το μεσονύχτι είναι ώρα αναμνήσεων.Μα όχι Πάντα. Η ώρα τούτη δεύτερη, μετά το μεσονύχτι. Είναι ώρα περισυλλογής Μα όχι πάντα. Η ώρα τούτη δεύτερη, μετά το μεσονύχτι.Είναι ώρα για δάκρυα. Και μένει Πάντα..(Γιάννης Κακουλίδης).

Πραγματικά, εκείνη την Παρασκευή που δάκρυσε όλη η Ελλάδα πριν 38 χρόνια, τα δάκρυα έμειναν για πάντα. Η θλίψη για την τεράστια απώλεια, αλλά και ένα μεγάλο γιατί, καθώς ο Νίκος έφυγε νωρίς, διανύοντας μόλις την τέταρτη δεκαετία της ζωής του. Έμεινε και ένα μεγάλο “και αν”. Αν δεν έφευγε τόσο νωρίς πόσα περισσότερα θα μας είχε προσφέρει απλόχερα με τη φωνή του, τα τραγούδια του, αλλά και την ακέραιη και έντιμη στάση ζωής του, καθώς κατά γενική ομολογία υπήρξε ένας από τους πιο αγνούς ανθρώπους και ένας από τους σεμνότερους καλλιτέχνες που πέρασαν ποτέ από την Ελλάδα.

Και παν και πάνε και σε αναζητάνε, ώρα τους καλή. Από λιβάδια μ’ ασφόδελα περνάνε, ώρα τους καλή. Παλιά τραγούδια στα αλώνια αχολογάνε, και παν και πάνε, ώρα τους καλή. Τους ακολουθάνε τα αγρίμια που ξυπνάνε, ώρα τους καλή. Την πέτρα στύβουν, χορταίνουν, ξεδιψάνε, ώρα τους καλή. Στη γη και στα άστρα και στα παιδιά μιλάνε. Ώρα τους καλή..(Ιάκωβος Καμπανέλλης).

Μαγική η σχέση του με τα παιδιά. Από αυτήν απέκτησε το παρατσούκλι “Κλωσσού” καθώς από νεαρή ηλικία όπου καθόταν μαζεύονταν γύρω του σιγά σιγά όλα τα παιδιά της περιοχής να τον ακούσουν.

-Πάρε μου πατέρα μια λύρα. Από την τρίτη τάξη του δημοτικού η μοναδική έγνοια του ήταν αυτή και το μοναδικό πράγμα που ζητούσε.

-Δεν θα τον κάνω λυράρη. Σα δε του αρέσουν τα γράμματα καλλιά να πάει στα πρόβατα παρά να γίνει μουζικάντης, έλεγε με αγριεμένο ύφος ο πατέρας του ο Ψαρογιώργης.

Όμως τα αυθεντικά ταλέντα, πάντα έχουν δίπλα τους ένα αόρατο χέρι που τα βοηθάει και τα σπρώχνει να κάνουν αυτό για το οποίο γεννήθηκαν. Έναν από μηχανή θεό που εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή και βάζει ξανά τα πράγματα στην κανονική τους ροή. Ο Νίκος θα γινόταν καλλιτέχνης, καμιά επίγεια δύναμη δεν θα μπορούσε να εμποδίσει αυτή την εξέλιξη. Και βρέθηκε ο απομηχανής θεός. Στο πρόσωπο του δάσκαλου εκείνης της εποχής Μενέλαου Δραμουντάνη. Σαν να μην ήταν λόγια του δασκάλου αλλά μιας ανώτερης δύναμης που έβαζε τις λέξεις στο στόμα του.

-Μην το πιέζετε το κοπέλι. Πάρτε του τη λύρα και βγάλτε το από το σχολείο. Δεν θα χαθεί.

Αλήθεια ποια μαγεία τοποθέτησε τα λόγια αυτά στο στόμα ενός δασκάλου: Βγάλτε το παιδί από το σχολείο. Φαίνεται απίστευτο αλλά έτσι συνέβη. Μαλάκωσε ο Ψαρογιώργης και πήγε τον γιο του στο Ηράκλειο να διαλέξει μια λύρα. Την πρώτη του λύρα στα 12 του χρόνια. Η λύρα έγινε προέκταση του χεριού του και συνοδοιπόρος της μαγικής φωνής του μέχρι και την τελευταία του πνοή.

Χρόνια μετά ο δάσκαλος, άκουγε παντού το όνομα του μικρού κάποτε μαθητή του. Στα ραδιόφωνα, στην τηλεόραση, στις κουβέντες των απλών ανθρώπων. Και ένιωθε περήφανος και δικαιωμένος..

Ανέβηκα στην κορυφή της συννεφιάς, σαλτάροντας με τις τριχιές του λιβανιού, πήρα τον δρόμο της σποράς. Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι του σπαθιού. Είχα το  ύπνο του λαγού..(Κ.Χ.Μύρης)

Γρήγορα η Κρήτη δεν χωρά το ταλέντο του. Ο Ψαρονίκος από ένας μεγάλος λυράρης στην Κρήτη, στην Αθήνα θα γίνει ο Νίκος όλων των Ελλήνων. Η φωνή του ενώνει, συγκινεί, δεσπόζει.Συναρπάζει. Συγκλονίζει.Αφήνει το στίγμα της σε ποιήματα κορυφαίων ποιητών. Εμπνέει κορυφαίους μουσικοσυνθέτες να απλώσουν το ταλέντο τους με βάση τη φωνή του. Γίνεται πλέον παγκόσμια, σπάει όλα τα σύνορα και αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους σπουδαιότερους ερμηνευτές.

Τα παιδιά ξεχύνονται στους κάμπους, οι φωνές τους δεν είναι πια κουρέλια. Έντιμο αίμα που ζητάει εκδίκηση..(Οδυσσέας Ελύτης)

Σεμνός παρακολουθεί με αμηχανία τις εκδηλώσεις λατρείας στο πρόσωπο του και απορεί. Η προσωπικότητα του στέκεται βράχος, μπεντένι μπροστά στην επιτυχία και την αναγνώριση και δεν αφήνει να χαθεί ούτε στο ελάχιστο η αγνότητα του και ο απλός τρόπος που κοιτάει τη ζωή, μακριά από ψεύτικες χαρές και λούσα. Και όταν νιώσει ότι ο απλός κόσμος που υποφέρει τον χρειάζεται θα είναι εκεί δίπλα του ανιδιοτελώς αγνοώντας τυχόν συνέπειες.Τρεις μέρες θα ενώσει τη φωνή του με αυτή των φοιτητών στα κάγκελα του Πολυτεχνείου. Σύμβολο αντίστασης κατά της Χούντας ο Ψαρονίκος και δε θα μπορούσε να πράξει αλλιώς ένας πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Η φωνή του θα σπάσει τα κάγκελα, θα διαπεράσει σαν ρίγος τους πραξικοπηματίες Χουντικούς και θα συμβάλλει καθοριστικά στην αντίστροφη μέτρηση για την επτάχρονη μαύρη περίοδο της Νεοελληνικής Ιστορίας. “Πότε θα κάνει ξαστεριά” τραγουδούσε και ήταν σαν να έδινε με την παρουσία του εκεί την απάντηση:”Όταν θα χτυπήσουμε το κακό ενωμένοι οι Έλληνες σαν μια γροθιά..”.Πράξη Αντίστασης τότε και η συμμετοχή του στην παράσταση “Το μεγάλο μας Τσίρκο” με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο..

Χρόνια μετά σε κάθε συνέντευξη του ο δημοσιογράφος θα τον ρωτάει. “Ήσουν και στο Πολυτεχνείο Νίκο. Πες μας για αυτό”. Με ένα σφίξιμο ο Νίκος απαντούσε πάντα σταθερά:”Δε θέλω να μιλήσω για αυτό. Τίποτα δεν έκανα. Στο Πολυτεχνείο ήταν παιδιά που σκοτώθηκαν. Εγώ δεν σκοτώθηκα..”.

Μια μέρα μια Παρασκευή θα πέσω να πεθάνω και μια Λαμπρή θα αναστηθώ από το χώμα απάνω..(Γιάννης Κακουλίδης)

-Όλα καλά μωρέ και τα τραγούδια και τα ποιήματα, αλλά συνέχεια με το Χάρο με βάζετε να αγωνίζομαι, έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου ο ίδιος στους συνθέτες και τους ποιητές με τους οποίους συνεργάστηκε. Σαν ένα προαίσθημα να είχε. Ότι πολύ τον προκαλεί και κάποια στιγμή θα επιτεθεί και πρέπει να είναι έτοιμος. Από την άλλη όμως είχε και το πρώτο του τραγούδι, εκείνο που έγραψε σε ηλικία μόλις 17 ετών:”Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές η μοίρα όταν τις δέρνει. Γιατί πιστεύουν με καιρό πως κάθε πόνος γιένει..”

Η αρρώστια τον χτύπησε στο απόγειο της δόξας του εκεί στα τέλη του 1979. Το ταξίδι στην Αμερική, οι θεραπείες, οι αγωνίες δυστυχώς δεν απέτρεψαν το αναπόφευκτο τέλος του Φλεβάρη του ’80.

Κι όχι να πείτε που ‘κάνα και τίποτα σπουδαίο. Μόνο που πέρασα κι ακούμπησα στον ίδιο τοίχο που ακουμπήσατε.

Κι όχι να πείτε που ‘κάνα και τίποτα σπουδαίο. Μόνο που φόρεσα τις ίδιες χειροπέδες που φορέσατε.

Κι όχι να πείτε που ‘κάνα και τίποτα σπουδαίο. Μόνο που πόνεσα μαζί σας και ονειρεύτηκα μαζί σας..

Μόνο που σε βρήκα και με βρήκες σύντροφε..(Γιάννης Ρίτσος)

Έσβησε ο Νίκος Ξυλούρης. Το σώμα του θα γινόταν ένα με την μάνα γη, ένα κρύο πρωινό του Φλεβάρη στο πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Το σώμα θα γίνει χώμα, αλλά το έργο και η φωνή θα έμεναν για πάντα στις ψυχές μας, στα βινύλια και τους δίσκους μας. στα γραπτά και στις καρδιές μας, όπως συμβαίνει σε κάθε πραγματικό καλλιτέχνη που πρωτίστως μιλάει στις καρδιές του απλού κόσμου. Που ονειρεύτηκε μαζί τους. Μαζί μας..

Οι Ανωγειανοί πάντα θα περιμένουν την τελευταία αυλαία και το χειροκρότημα που εκκρεμεί εδώ και 38 χρόνια. Περιμένουν μια λαμπρή τελετή με τα οστά του Ψαρονίκο να φτάνουν στα Ανώγεια, ώστε η αύρα του να καλύψει ακόμα περισσότερο τον αγαπημένο του Ψηλορείτη..

Η φίλη του Νίτσα Λούλε-Θεοδωράκη ακολουθεί τα τελευταία βήματα. Τα τελευταία χειροκροτήματα:

“Δυο δρασκελιές ακόμη Νίκο και φτάσαμε. Φρεσκοσκαμμένος ο λάκκος που θα δεχτεί το κορμί σου. Γύρω σου μελίσσι ο κόσμος χειροκροτεί. Το σκοινί κατεβαίνει αργά για να μην τρανταχτείς. Μπηγμένη στο χώμα η λύρα που σε συντρόφευε τριάντα χρόνια.

Ένα τελευταίο κοίταγμα στο χλωμό πρόσωπο σου. Δυο άνθη λεμονιάς πριν πέσει το χώμα, κι ύστερα φτυαριές, σίγουρες  μηχανικές κινήσεις, ώσπου να χαθείς για πάντα στο σκοτάδι, ένα σκοτάδι που δεν θα καταφέρει ποτέ να σε σβήσει από τη μνήμη μας.

Εκεί στην άκρη του νεκροταφείου σε αφήσαμε, μεσημέρι πια, παρέα με τα πουλιά, τα κυπαρίσσια, με τη μυρωδιά της Άνοιξης που φτάνει και το Χάρο να τραγουδά μετανιωμένος..

Για ιδές κρίματα που ‘κάνα,

κι άδικα που τα κάνω,

για ιδέ σπίθια που ρήμαξα,

για ιδέ κορμιά που πήρα.

Αθάνατος στις καρδιές μας..

-->