Τοπικά

Αφήγηση Γεωργίου Σμπώκου, τέως δημάρχου Ανωγείων-
10 ετών στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος (γεννηθείς το 1934)
Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, που την έκανε ακόμα πιο λαμπρή το φωτογενές και εξαίσιο περιβάλλον του ιερού Ψηλορείτη. Εμείς, μια τριανταριά παιδιά, βρισκόμαστε μέσα σε ένα ευρύχωρο σπήλιο στα “Μελιδομάσκαλα”, ανατολικά της Νίδας και στην είσοδο του, φρουρός ακοίμητος, ο επιστάτης του σχολείου Βασίλης Δραμουντάνης (Κακοπάντιδος), μη επιτρέποντας σε κανένα μας να ξεμυτίσει και επισημανθούμε από τα γερμανικά αεροπλάνα, που διαρκώς πετούσαν από πάνω μας.
Το βράδυ φύγαμε από το σπήλιο και πήγαμε για διανυκτέρευση σε μητάτα συγγενών. Εμείς, εγώ και ο εξάδελφος μου Γιάννης Σμπώκος (σ.σ ο μετέπειτα στρατηγός και αρχηγός του υγειονομικού του Ε.Σ), παιδιά τότε, 10 και 11 ετών αντίστοιχα, πήγαμε στο κοντινό μητάτο των Ατζαράδων (Σμπώκηδων). Εκεί βρήκαμε εκτός από τους βοσκούς και καμιά εικοσαριά άοπλους Ανωγειανούς. Το μητάτο γεμάτο από αγαθά. Φάγαμε και σύντομα μας πήρε ο ύπνος. Το πρωί της 14ης Αυγούστου 1944 μόλις ξυπνήσαμε, διαπιστώσαμε ότι στο μητάτο δεν υπήρχε κανείς και η ψυχή μας γέμισε από τρόμο. Αργότερα μάθαμε ότι τη νύχτα δόθηκε η εντολή όλοι οι άοπλοι να εγκαταλείψουν τον Ψηλορείτη και να βγουν εκτός Γερμανικού κλοιού. Εμείς κατσουλιστά, βγήκαμε και προχωρήσαμε λίγο πιο πέρα από το μητάτο, για να διαπιστώσουμε αν υπήρχε κίνηση στον κάμπο της Νίδας και η απογοήτευση μας μεγάλωσε, όταν διαπιστώσαμε ότι παντού βασίλευε νεκρική ησυχία, ούτε φύλλο δεν εκινείτο..
Τότε ο Γιάννης μου λέει:”Έλα καημένε Γιώργο να φάμε τσι τελευταίες μας πατάτες..”. Τις είχαμε χώσει στην αθρακιά, που διατηρείτο στη μέση του μητάτου, από την προηγούμενη νύχτα. Ενώ με βουλιμία, τρώγαμε τις οφτές πατάτες, ακούσαμε μια φωνή. Πεταχτήκαμε έξω και είδαμε τον Δ.Κεφαλογιάννη (Πρινιανό), να μας φωνάζει να τον ακολουθήσουμε. Μαζί του φτάσαμε στο πηγάδι, στα Μελιδομάσκαλα και από εκεί στο λημέρι στα Πετραδολάκκια, αφού πρώτα μαζί με τους βοσκούς , οδηγήσαμε το κουράδι μας στην Αμμουδάρα, ανατολικά του Βαρσάμου και αφού το ξεκουδουνώσαμε, το οδηγήσαμε στους βαθείς και απόμερους λάκκους της περιοχής, εγκαταλείποντας το.
Το απόγευμα στο Λημέρι, κόσμος πολύς, οπλισμένοι και άοπλοι, όλοι βρίσκονταν σε αναμονή, γνωρίζοντας ότι επραγματοποιήτο ο κλοιός των Γερμανών και ο οποίος στένευε όσο περνούσαν οι ώρες. Ο ήλιος είχε κατέβει χαμηλά προς τη δύση του, όταν ακούστηκε η διαταγή του αρχηγείου της Εθνικής Αντάρτικης Ομάδας “Ο Ψηλορείτης” που έλεγε: “Όλοι οι άοπλοι να επιχειρήσουν τη νύχτα να περάσουν τον Γερμανικό κλοιό και όσοι έχουν παιδιά να τα οδηγήσουν έξω από αυτόν και στη σωτηρία..”.
Εμείς, τα δυο παιδιά, με μια ομάδα ενόπλων, που την αποτελούσαν οι Χριστόδουλος Σμπώκος, Βασίλειος Καλλέργης (Γαρτζόλης), Ιωάννης Σμπώκος (Κωστακογιάννης), Ιωάννης Καλλέργης (Σηφογιάννης) και Χρόνης Κονιός (Κονιδοχρόνης), πήραμε τη βορεινή κατεύθυνση προς το χωριό, με στόχο να φτάσουμε στον Κουλούκωνα, περνώντας τον παλιό εθνικό δρόμο, όπου πιθανότατα βρισκόταν οι οικογένειες μας, που είχαν εξοστρακιστεί από το χωριό μαζί με όλες τις άλλες.
Βασιλεμένος ο ήλιος φτάσαμε στην κορφή των Απατών, πάνω από τα Ανώγεια. Από εκεί διακρίναμε κινήσεις στα φυλάκια των Γερμανών, που ήταν στο Ασφενταμαρό και πάνω από του Ξυλογιάννη το δέτη, οι οποίοι τις πρώτες μέρες διατηρούσαν σε στενό κλοιό το χωριό. Παράλληλα την ίδια ώρα, είδαμε να βγαίνουν πυκνοί καπνοί από τα Σαλουστριανά. Το έργο της φωτιάς και της καταστροφής είχε αρχίσει. Ενώ βρισκόμασταν στις Απάτες, κρίθηκε σκόπιμο να προχωρήσουμε, χωρίς τα μακρύκανα όπλα των συνοδών μας, οι οποίοι κράτησαν τα μπιστόλια και μαχαίρια τους. Τα όπλα φορτώθηκε ο Κονιδοχρόνης και τα επέστρεψε στο Λημέρι. Περιμέναμε να νυχτώσει και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση προς το Δάσος και την Αξό. Όλοι ήμαστε κατάκοποι από την ολοήμερη πορεία μας και το κατέβασμα μας από τις Απάτες, φοβερό και μαρτυρικό, χωρίς την ύπαρξη δρόμου, ανάμεσα από ασπαλάθους και αγκουτσάκους, γκρεμοβολιζόμαστε συνεχώς μέσα στο σκοτάδι και μετά από ώρες φτάσαμε στα αμπέλια, ανατολικά της Αξού.
Ψάχνοντας βρήκαμε λίγες χολέρες και κορέσαμε κάπως την πείνα μας και στη συνέχεια, μέσα στο αμπέλι μας πήρε ο ύπνος, βαρύς και λυτρωτικός. Βαθιά χαράματα, βρισκόμαστε στο πόδι, με κατεύθυνση την Αξό. Δεν είχαμε απομακρυνθεί ούτε χίλια μέτρα και ομάδα Γερμανών διερευνούσε την περιοχή μέσα στην οποία είχαμε διανυκτερεύσει. Πριν φτάσουμε στο Τείχος της Αξού, όπου όλοι οι Αξικοί ήταν συγκεντρωμένοι και αμίλητοι παρακολουθούσαν το κάψιμο και την ανατίναξη των σπιτιών των Ανωγείων, πάρθηκε η απόφαση να αλλάξουμε πορεία, να κατευθυνθούμε στου Σφυρή το Μετόχι (Λειβάδα), για να μη δημιουργήσει η διέλευση μας προβλήματα στους Αξικούς. Φθάνοντας στη Λειβάδα, δεν μπήκαμε στο χωριό για τους ίδιους λόγους.
Σταματήσαμε στους βράχους που είναι δυτικά του χωριού και ειδοποιήσαμε τον Κυνηγαντώνη να μας φέρει νερό και κάτι να φάμε. Σε λίγο έφτασε ο Κυνηγαντώνης με μπόλικο νερό και λίγες ελιές με παξιμάδι. Φάγαμε, ήπιαμε και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση τους Ασυρώτους. Εκεί φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι του παπά-Βερτούδου και το πλούσιο τραπέζι με κρέας και μακαρόνια με αθότυρο θα μου μείνει αξέχαστο, παρά το ότι έφαγα ελάχιστα, λόγω της ελονοσίας που με βασάνιζε και του πυρετού που είχε αρχίσει να με ψήνει. Αμέσως μόλις φάγαμε, ξεκινήσαμε να διαβούμε τον αμαξωτό δρόμο και να φτάσουμε στο απυρόβλητο και τη σωτηρία..
Φθάνοντας στο Γεροπόταμο και λίγες δεκάδες μέτρα από τον αμαξωτό δρόμο, καθίσαμε σε ένα χώρο με πυκνά πλατάνια, περιμένοντας την ώρα για το μεγάλο πήδημα. Οι Γερμανοί αποχωρούσαν από όλη την Κρήτη προς τα Χανιά και οι φάλαγγες των αυτοκινήτων που ήταν γεμάτα εφόδια και Γερμανούς στρατιώτες, υποδεχόταν η μια την άλλη. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος άκουγε θόρυβο αυτοκινήτων και έτσι πέρασε σημαντικός χρόνος που εξακολουθούσαμε να είμαστε κρυμμένοι μέσα στους πλάτανους. Κάποια στιγμή ο μπάρμπας μου ο Χριστόδουλος έδωσε το πρόσταγμα: “Εμπρός πάμε!”.
Τρέξαμε κι ανεβήκαμε στο δρόμο. Τον περάσαμε αστραπιαία και αναρριχηθήκαμε σε μια καψαλιασμένη γαρμπινή πλαγια, που ήταν ευκολοδιάβατη. Και ξαφνικά και ενώ θέλαμε περί τα είκοσι μέτρα να φτάσουμε στην κορυφή και να αποκωλέψομε, πράγμα που θα σήμαινε το τέλος των κινδύνων της μαρτυρικής πορείας μας, φάνηκαν τα πρώτα αυτοκίνητα Γερμανικής φάλαγγας, γεμάτα στρατιώτες, με έτοιμα τα πολυβόλα πάνω από τα κουβούκλια των οδηγών..
“Πέσετε κάτω!”, ήταν η προσταγή. Πέσαμε, αν και ήμαστε τελείως ακάλυπτοι και αν έστω και ένας Γερμανός γύριζε προς τη μεριά μας θα μας επεσήμανε αμέσως. Ευτυχώς οι πλάτες των Γερμανών ήταν στραμμένες προς εμάς και έτσι η φάλαγγα πέρασε και το δεύτερο πρόσταγμα, “γλακάτε!”, ενεργοποίησε όλους που δαιμονιωδώς και με όσες δυνάμεις είχαν, έτρεχαν να απογείρουν. Ο μόνος που έμενε ακίνητος ήμουν εγώ και η φωνή του πατέρα μου (Κωστακογιάννη) γεμάτη αγωνία ακούστηκε:”Γιώργο παιδί μου, σήκω και γλάκα!”. Εγώ κοίτομαι στο χώμα, ανίκανος να κινηθώ. Και τότε άκουσα και πάλι τη φωνή του πατέρα μου, που επέστρεφε να με πάρει:”Ω, Παναγία μου , κι έσκασα το κοπέλι!”. Κι αρπάζοντας με στη μασχάλη του, έτρεξε κι έφθασε τους άλλους πίσω από την κορυφή. Από εκεί πήγαμε στη Θοδώρα, όπου φιλοξενούνταν οι οικογένειες μας,
Οι αντάρτες ξαναγύρισαν στον Ψηλορείτη, για να μπουν μετά από λίγους μήνες νικητές και τροπαιούχοι στα μεγάλα κάστρα, Ρέθυμνο και Ηράκλειο κι εγώ αρρώστησα βαριά. Ευτυχώς η μεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού και του Νταγιαντά του γιατρού, που έφεραν φάρμακα, αλλά και η παρουσία του Δαμαστιανού γιατρού, που βρισκόταν στην Θοδώρα, γιατί και η Δαμάστα καιγόταν, βοήθησαν να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα μου και να επιβιώσω..
Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων ξεκίνησε την 13η Αυγούστου και ολοκληρώθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944. Για τρεις εβδομάδες οι Γερμανοί, έκαιγαν, λεηλατούσαν και δολοφονούσαν αθώους πολίτες, τόσο εντός του χωριού, όσο και πάνω στα λημέρια του Ψηλορείτη όπου έστελναν συνεχώς αποσπάσματα προς αναζήτηση ανταρτών ή πολύτιμων αντικειμένων που ενδεχομένως προσπάθησαν να σώσουν οι Ανωγειανοί από το νοικοκυριό τους κατά τη διάρκεια του ξεριζωμού τους κρύβοντας τα στο βουνό. Ένα από τα θύματα εκείνων των τριών εβδομάδων είναι ο Μάνολας Μ.Σκουλάς, γιος του ξακουστού παλιού Ανωγειανού λυράρη Μιχαλιό Σκουλά. Τον Μάνολα δολοφόνησε γερμανικό απόσπασμα με το πτώμα του να μένει άταφο για σαράντα ολόκληρες ημέρες!
Όλα έγιναν μετά την 15η Αυγούστου, στην περιοχή “Απάτες” στον Ψηλορείτη. Στη ρίζα της βορινής πλαγιάς των Απατών και σε δυο τρύπες κοντά στο μητάτο Αρούς, κρύβονταν δυο ομάδες Ανωγειανών για να γλιτώσουν από τους Γερμανούς που είχαν κατακλύσει τα Ανώγεια και το Αόρι τους. Στη μια τρύπα κρύβονταν οι Γ.Ξυλούρης (Ψαράκης), Γ.Σταυρακάκης (Πανιάς) και ο Μάνολας Σκουλάς. Στην άλλη τρύπα βρίσκονταν οι Αλκ.Σκουλάς (Γρυλλιός), ο Ν.Ρούλιος και ο Μ.Τζαγκαράκης ( Γιωργαγκούλιος).Είχαν μαζί τους ένα πρόβατο σφαγμένο, το οποίο έψησαν και έφαγαν όλοι. Αλλά δεν είχαν καθόλου νερό μαζί τους!
Η δίψα τους οδήγησε στην απόφαση να δέσουν από τη μια μεριά την προβιά του προβάτου, την οποία έδωσαν στον Μάνολα για να πάει στην πηγή της Ζωμίνθου, να την γεμίσει νερό και να το φέρει να πιουν όλοι. Δυστυχώς όμως η μοίρα του Μάνολα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι, καθώς ενώ δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από το σημείο που βρισκόταν η τρύπα και κατευθυνόμενος προς την κορφή των Απατών, ακολουθώντας το μονοπάτι, έπεσε πάνω σε Γερμανικό απόσπασμα. Χωρίς καμία προειδοποίηση η προσταγή για να σηκώσει ψηλά τα χέρια, δέχτηκε ομοβροντία πυροβολισμών και έπεσε νεκρός με πολλές σφαίρες να έχουν βρει το σώμα του..
Οι υπόλοιποι πέντε σύντροφοι του άκουσαν τους πυροβολισμούς αλλά δεν μπορούσαν να γνωρίζουν την τραγική κατάληξη του Μάνολα τον οποίο περίμεναν μάταια πολλές ώρες.. Μόλις νύχτωσε για τα καλά, αποκαμωμένοι από τη δίψα, βγήκαν από τις τρύπες και κατευθύνθηκαν προς τον Μυλοπόταμο και έξω από τα όρια κλοιού των Ανωγείων και έτσι γλίτωσαν τις ζωές τους.
Τον Μάνολα Σκουλά αναζήτησαν οι δικοί του άνθρωποι, μετά το Ολοκαύτωμα και την αποχώρηση των Γερμανών στα μέσα Σεπτεμβρίου. Η οικογένεια του που είχε βρει καταφύγιο στο χωριό Άγιος Μύρωνας του Ηρακλείου, επέστρεψε και τον αναζήτησε.Η σορός του βρέθηκε σε πλήρη αποσύνθεση περίπου σαράντα μέρες μετά τη δολοφονία του. Οι συγγενείς του μάζεψαν τα υπολείμματα της σορού του, τα τύλιξαν σε μια κουβέρτα και τον έθαψαν ακριβώς δίπλα στο σημείο που τον βρήκαν νεκρό..
Η αδελφή του Ειρήνη Σκουλά, παρούσα στην ταφή του Μάνολα σαράντα μέρες μετά το θάνατο του, ξεκίνησε ένα γοερό μοιρολόι πάνω από το μνήμα του, από το οποίο αναφέρουμε ένα απόσπασμα:
“Όφου και σε σκοτώσανε παιδί μου, στ’ Αόρι ‘λω στσ’ Απάτες γιασεμί μου.
Και είσαι φως μου ήρωας ανθέ μου, που το χωριό φευγάτος καντιφέ μου.
Μπάλες, σιδερένιε μου παιδί μου, εκατό χιλιάδες πήρες γιασεμί μου.
Και ‘μεις σε περιμέναμε χαρά μου, αδερφέ μου, σαράντα μέρες χουβαρντά μου..”
Στο μαρτυρικό μας χωριό, πριν από 74 χρόνια συντελέστηκε μια μεγάλη τραγωδία, η οποία σημάδεψε τις ζωές όλων εκείνων, που αγωνίστηκαν και αντιστάθηκαν στα Γερμανικά στρατεύματα της Κατοχής. Μια τραγωδία που σφράγισε τις ζωές των κατοίκων, οι οποίοι πάλεψαν να επιβιώσουν μέσα από τα χαλάσματα.
-Ώρα 10: 30 π.μ.: Επίσημη Δοξολογία στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννη.
-Ώρα 11: 00 π.μ.: Επιμνημόσυνος δέηση στην πλατεία Αρμί, στο χώρο του Ηρώου.
Εκφώνηση του Πανηγυρικού της ημέρας από τον κ. Γιώργο Ψαρουδάκη (Φιλόλογο – Ιστορικό, εγγονό του Περβολογιώργη), με τίτλο «Οι Αγώνες των Ανωγειανών για Ελευθερία και Ανθρωπιά». Απόσπασμα από το τραγούδι της Ειρήνης Αναγνωστάκη με τίτλο «Ω! Παναγιά μου Ανωγειανή» από την Μαρίνα Δακανάλη .
-Κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο της πλατείας Αρμί.
-Ενός λεπτού σιγή.
-Ανάκρουση Εθνικού Ύμνου.
-Πέρας Τελετής.
Ώρα 21: 30 μ.μ.: Θέατρο «Νίκος Ξυλούρης», θα ακολουθήσει εκδήλωση αφιερωμένη στον Ψαραντώνη.
Με μια μεγάλη συναυλία αφιέρωμα στον σπουδαίο Ψαραντώνη, θα κορυφωθούν οι εκδηλώσεις του Δήμου Ανωγείων για την 74η επέτειο του Ολοκαυτώματος του χωριού από τους Γερμανούς. Η εκδήλωση θα γίνει την Δευτέρα 13 Αυγούστου στις 9 μ.μ στο Θέατρο “Νίκος Ξυλούρης” και από τη σκηνή θα παρελάσουν σπουδαίοι καλλιτέχνες για να τιμήσουν τον Ψαραντώνη και την ανεκτίμητη προσφορά του στην μουσική.
Ανάμεσα στους καλλιτέχνες που θα παρευρεθούν θα είναι οι Βινίτσιο Καποσέλα, Γιάννης Αγγελάκας, Ψαρογιώργης, Λουκάς Θάνος,Jim White,, Φώτης Κατράκης, Μαρίνα Δακανάλη, Γιώργης Βρέντζος, Νίκη Ξυλούρη, Γιώργης και Μενέλαος Νταγιαντάς, Γιώργης Καλομοίρης, Νεκτάριος Κοντογιάννης, Νίκος Παραουλάκης, Κώστας Ανετάκης, Βασίλης Γιασλακιώτης, τα εγγόνια του Ψαραντώνη και πολλοί άλλοι. Την επιμέλεια έχουν οι Γιώργης Ξυλούρης και Πάρις Περυσινάκης. Η είσοδος θα είναι ελεύθερη.
Στ’ Ανώγεια σε γειτονικά σπίτια, βρίσκονταν ανήμπορα στο κρεβάτι δυο ξαδέρφια. Ο Γιάννης και ο Κώστας Ξυλούρης. Χτυπήθηκαν από τη μοίρα σε νεαρή ηλικία. Είχαν σπάσει σε ατυχήματα την σπονδυλική τους στήλη. Ο Γιάννης στο βουνό και ο Κώστας όταν προσπαθούσε να φορτώσει ένα γάιδαρο. Πριν τον πόλεμο. Όταν οι Γερμανοί τον Αύγουστο του 1944 αποφάσισαν να διώξουν τα γυναικόπαιδα από τ’ Ανώγεια, δεν επέτρεψαν να μείνουν κοντά οι αδερφές τους για να τους φροντίζουν. Κι όχι μόνο αυτό. Σκότωσαν τα παλικάρια και κατόπιν ανατίναξαν τα σπίτια τους. Έτσι πέτρες, ξύλα και κορμιά έγιναν ένα. Οι Ξυλούρηδες, ο Γιάννης και ο Κώστας πέρασαν στην αιωνιότητα. Για να θυμίζει η θυσία τους τη νέα τάξη πραγμάτων και πως την εννοούσαν οι δυνάμεις του άξονα. Για να θυμίζει σήμερα η θυσία τους, την θέση που κατείχαν πανανθρώπινες αξίες όπως σεβασμός, αξιοπρέπεια, πολιτισμός, στη σκέψη των κατακτητών Γερμανών.
Αφήγηση Νίκη Ξυλούρη-Καλομοίρη (κουνιάδα του Γιάννη Ξυλούρη ενός από τους δυο Ξυλούρηδες της ιστορίας):
“Μας πήρανε από παέ οι Γερμανοί, μας εμαζέψανε και μας επήγανε στο σχολείο στο Αρμί. Μας επήρανε από κια όλα τα γυναικόπαιδα και μας επήγανε στο Γενή Γκαβέ και μας εδιακλαδώσανε και εμοιραστήκαμε στα χωριά προς το Πέραμα. Εγώ τότε, όταν κατεβαίναμε στο Πέραμα εβρήκα ευκαιρία και έφυγα από τση Γερμανούς. Μου κλουθούσανε και δυο τρεις άλλες κοπελιές. Τονέ ξεφύγαμε, επιάσαμε τα βουνά κι εβγήκαμε εις το Χουμέρι. Από το Χουμέρι εβγήκαμε στον Άγιο Ιωάννη και μετά στα Ζωνιανά. Από τα Ζωνιανά ξετρυπήσαμε στη περιοχή του χωριού μας στη Σπαθαριά. Εγώ ήμουνε κοπελοπούλα. Στη Σπαθαριά εβρήκαμε κι άλλους χωριανούς μας, τον άντρα μου, το Διαμαντή και άλλους. Ο κουνιάδος μου ο Ιωάννης Ξυλούρης του Νικολάου ή Κίτρης τον αφήκανε οι κουνιάδες μου στο κρεβάτι. Αυτός πριν τον πόλεμο εβόσκευε στα βουνά. Έβλεπε τση κατσίκες. Εξάπλωσε σε ένα χαράκι και φαίνεται πως εγύρισε εκεί που κοιμούντανε και έτσι που γύρισε έκανε πέζα (δάμακα, δετάρι) και γκρεμίστηκε. Έσπασε τη μέση του. Γιατροί τότε ορθοπεδικοί και μέσα δεν εβρίσκουντανε. Και μια πραχτική η Μαριόρα του ‘πε:Θα κείτεσαι στο κρεβάτι ανάσκελα και ίσως να σε βοηθήσει ο Θεός να σταθείς στα πόδια σου. Αλλά αυτός εκοίτουντανε πολλά χρόνια..
“Μέσα στους Γερμανούς ήταν και Γκεσταμπίτες…”
Όταν μας εμαζέψανε φύγανε κι οι αδερφήδες του. Οι Γερμανοί τση βγάλανε όξω κι εφήκαντονε στο κρεβάτι. Ο Γιάννης ακίνητος. Και στο διπλανό σπίτι ήτανε στο κρεβάτι και ο ξάδερφος του ο Κώστας Ξυλούρης του Γεωργίου ή Κίτρης. Κι ο ένας στο κρεβάτι κι ο άλλος. Την ίδια πάθηση είχε και ο Κώστας. Εφόρτωνε ξύλα στο γάιδαρο, πριν τον πόλεμο.Έτσα που φόρτωνε έβαλε το σκοινί στο σκαρβέλι. Πιάνει το φόρτωμα με τα δόντια του για να το σύρει. Σπα το σκαρβέλι και πέφτει με την πλάτη. Έσπασε κι αυτός την σπονδυλική του στήλη όπως και ο ξάδερφος του ο Γιάννης. Κι εκείτουντανε κι αυτός. Ήτανε και συνομήλικοι. Δεκαφτά-δεκαχτώ χρονών.Μας ελαλούσανε οι Γερμανοί και μας εβγάλανε όξω από το χωριό και εμείνανε τα παιδιά στο κρεβάτι στα σπίτια ντως. Αρχίξανε και καίγανε οι Γερμανοί το χωριό. Μέσα στους Γερμανούς ήτονε και γκεσταμπίτες και μπήκανε στο σπίτι του Γιάννη Ξυλούρη. Αυτός φαίνεται γνώρισε κανένα. Αυτό το συμπέρασμα έβγαλε ο άντρας μου. Και θα του ‘πένε ο Γιάννης του γκεσταμπίτη που μωρέ θα πας δε θα γυρίσει η εποχή; Ο άλλος σου λέει αυτός με γνώρισε εδά και πρέπει να τονέ ξεβγάλω. Και του παίζει δυο πυροβολισμούς στο στήθος και μετά ανατινάξανε το σπίτι και τονέ πλάκωσε.
“Τον ξέθαψαν για να τον θάψουν…”
Ο άντρας μου έβγαινε στο Βενέρι με τον Διαμαντή και με τον Μπαμπακιό. Τότε ήρθε ο Μπαμπακιός για να θάψει το κοπέλι του που το ‘χανε σκοτώσει οι Γερμανοί. Ήρθε κι ο άντρας μου ο Γιώργης ο Ξυλούρης για να ξεχώσει τον αδερφό του. Επήγε με τον Διαμαντή. Βγάνουνε τση πέτρες, τονέ βρίσκουνε και παίρνουνε μια κουβέρτα και τονέ βάνουνε να τόνε πάνε στο νεκροταφείο. Και τότε είδε τση σφαίρες πως τον είχανε σκοτωμένο. Εφύγανε μετά και οι Γερμανοί τση προλάβανε από το Κατσιπρομούρη και από το δέτη του Τσουρολιό και από τα Σπιθουριανά.. Τόσε βάνανε αλλά εμπήκανε στο ρυάκι και τόσε φύγανε.Τον Κώστα το Ξυλούρη δεν τον βγάλανε από το γκρεμισμένο σπίτι. Δεν επρολάβανε.Μετά που φύγανε οι Γερμανοί ήρθανε τα αδέρφια του κι ο Κιτρογιάννης και επολεμήσανε και τονε βγάλανε κι αυτόν. Οι Γερμανοί δεν τα σεβαστήκανε τα παιδιά. Στο κρεβάτι που κείτουντανε κι οι δυο κακό θέλα τόσε κάνουνε τω Γερμανώ; Εφοβηθήκανε δυο ανάπηρα παιδιά; Κι όμως τα σκοτώσανε και εγκρεμίσανε τα σπίτια ντως και τση πλακώσανε..Γιατί;
Μια μοναδική μουσική συνάντηση των δύο μεγάλων τραγουδοποιών κι ερμηνευτών, μια ξεχωριστή σύμπραξη μέσα από τις φωνές και τα τραγούδια τους, που χαράσσουν τις εικόνες, τις μνήμες, τα συναισθήματα μας εδώ και πολλά χρόνια… Τραγούδια με τόσο έντονα αρώματα Ελλάδας, εκεί που η Κρήτη συναντά το Αιγαίο και τα Επτάνησα, εκεί που οι Κυκλάδες σμίγουν με τη Μακεδονία και την Ήπειρο, εκεί που η Ρούμελη βρίσκει τη Σμυρνη… Ο Βασίλης και ο Παντελής με την εμβληματική καλλιτεχνική τους ιδιοσυγκρασία, ο Θαλασσινός και ο Σκουλάς με τη συνέπεια και τη σταθερότητα, που διακρίνει τη διαρκή ενεργή τους παρουσία στο χώρο της ελληνικής μουσικής μα και στους αγώνες της ελληνικής κοινωνίας.
Τα Σμυρνέϊκα τραγούδια περπατούν και πετούν πλάι στον Ήλιο Θεό, οι Γωνιές παίρνουν φωθιά και σβήνουν σε Καράβια χιώτικα, η Δροσοσταλίδα γίνεται Εισιτήριο στην τσέπη μας, το Ανάθεμα σε ακούγεται εως της Γραμβούσας τ’ακρωτήρι, τα Μαύρα μας μάτια Κρατούν για το τέλος το πιο μεγάλο μίσος, του Παραδείσου η Λεμονιά ενώνεται με το παράπονο απ’ τ’ Άγρια Πουλιά, ενώ το Βαθύ ποτάμι του έρωτα, συναντά τ’ακυκλοφόρητα Βότσαλα και μέσα από τα καινούρια Δρομολόγια της ζωής, φθάνει εως τις Χανιώτικες Μαδάρες, τα Λασιθιώτικα βουνά και τις κορφές του Ψηλορείτη… Ο Βασίλης Σκουλάς και ο Παντελής Θαλασσινός, μας ταξιδεύουν στα πέλαγα των πιο γνωστών τους τραγουδιών, αλλά και ανέκδοτων-ακυκλοφόρητων, που άμεσα «έρχονται», επιφυλάσσοντας μας παράλληλα πολλές εκπλήξεις μέσα από την κοινή σκηνική τους παρουσία, με την ανάγκη κι επιθυμία να μας αφήσουν πολλά “γλυκά” σημάδια της σύμπραξης τους, στις καρδιές και τις σκέψεις μας…
Παντελής Θαλασσινός-Βασίλης Σκουλάς: Μια συναυλιακή εμπειρία, που μας καλούν όλους κι όλες να τη μοιραστούμε, να τη βιώσουμε και να την τραγουδήσουμε μαζί τους!!
Μαζί τους σ’αυτό το μοναδικό μελωδικό ταξίδι, οι ξεχωριστοί μουσικοί και τεχνικοί τους:
Γιώργος Βεντουρής κοντραμπάσο,
Σωτήρης Μαργώνης βιολί,
Πάνος Δημητρακόπουλος κανονάκι,
Λευτέρης Χαβουτσάς κλασική κιθάρα,
Φίλιππος Λευκαδίτης τύμπανα, κρουστά,
Γιάννης Σπαχής λαούτο,
Βασίλης Δραμουντάνης μαντολίνο,
Γιώργος Καρυώτης και Ευτύχιος Γιαννακούρας σχεδιασμός ήχου-ηχοληψία
Ηχητική κάλυψη: Τίμος Βροντάκης-TIM SOUND
ARTWORK: Λευτέρης Γεωργάκης | Φωτογραφίες: Γιάννης Κανελλόπουλος
Παραγωγή&Οργάνωση Παραγωγής: Notebook | Άρης Αναγνωστόπουλος
www.notebookgroup.gr | www.facebook.com/notebookgroup
Τηλ.επικ/νίας: 213 0240364 & 6938 698512 | e-mail: [email protected]
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ/ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ/ΜΑΘΗΤΙΚΟ/ΑΝΕΡΓΩΝ/ΑΜΕΑ: 10€ • ΕΙΣΟΔΟΣ: 12€
ΣΗΜΕΙΑ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗΣ
“Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι… Βασίλης Σκουλάς-Παντελής Θαλασσινός”
ΠΕΤΡΙΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΝΤΕΛΙΝΑ
ΑΝΩΓΕΙΑ
ΤΡΙΤΗ 14 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 21:30
ΗΡΑΚΛΕΙΟ: ΔΙΣΚΟΠΩΛΕΙΟ ΑΕΡΑΚΗΣ,
ΡΕΘΥΜΝΟ: ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΛΑΓΚΟΥΒΑΡΔΟΣ
ΑΝΩΓΕΙΑ: ΝΤΕΛΙΝΑ