Ιωάννης Κ. Νεονάκης MD, MSc, PhD.
Σε προηγούμενο άρθρο μας αναφορικά με το κρητικό γλωσσικό ιδίωμα [Άνω Γη 21-1-2013, https://www.anogi.gr/archives/8069] είχαμε προσεγγίσει και αναλύσει λέξεις προερχόμενες απευθείας από την αρχαία Ελληνική, οι οποίες άρχιζαν από το άλφα έως το κάπα. Συνεχίζοντας την προσπάθειά μας θα προσεγγίσομε στο σημερινό μας άρθρο λέξεις από το λάμβδα έως το ωμέγα. Πολύτιμος οδηγός μας και πάλι αποτέλεσε το «Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του Δυτικοκρητικού Γλωσσικού Ιδιώματος» του συγγραφέα Αντωνίου Ξανθινάκη [Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης].
- Λείξι. [Φρ. «κάνω κάποιου λείξι κάτι» = επιδεικνύω κάτι σε κάποιον με σκοπό να τού προκαλέσω ζήλεια]. Πρόκειται για υποκορ. της λέξης «λειξιά» (λειχουδιά, διαλεκτό φαγητό ή γλύκισμα), προερχόμενη από το αοριστικό θέμα λειξ- του ρ. λείχω (γλείφω). Συνώνυμα: λειξολοΐδι, ξελειξίδι.
- Λουπάσσω και λουφάσσω. Μένω κάπου αθέατος ησυχάζοντας ή παραμονεύοντας. Προέρχεται από το μσν. λωφάζω από το αρχ. ρ. λωφάω-ώ.
- Μαδάρα. 1. Γυμνό βουνό (μτφ βοσκότοπος). 2. Μαδάρα (ως κύριο όνομα) = τα Λευκά Όρη. Από το μσν. μαδάρα, θηλ. του αρχ. επιθ. μαδαρός (<μαδώ) με ανέβασμα του τόνου.
- Μαλάθρακας. Εξάνθημα του δέρματος, δοθιήν. Αρχ. διαλ. μαλανθράκη [<μέλας (=μαύρος) + άνθραξ].
- Μαλιχουλές. Στενοχώρια, αναστάτωση, καυγάς. Από το τούρκικο malihulya από το ελλην. μελαγχολία.
- Μαργώνω. Παγώνω, κοκκαλιάζω από το κρύο. Από το αρχ. ρ. μαργάω –ώ (= μαίνομαι, βρίσκομαι σε υπερένταση).
- Μαχώνω. Εγκλωβίζω, στρυμώχνω κάποιον. Όχι από το μάχ-η/μάχ-ομαι, αλλά από το μυχώνω < αρχ. μυχός από το ρ. μύω
- Μπήσομαι. Επεμβαίνω δυναμικά, αναμειγνύομαι ενεργά σε υπόθεση. Από το ρ. μπήζομαι, μέσο του ρ. μπήζω <αορ. έμπηξα < ενέπηξα του αρχ. ρ. εμπήγνυμι.
- Μπίζηλος. Δύσκολος, μπελαλίδικος. Από το αρχ. επίζηλος με τροπή του π σε ηχηρό μπ και σίγηση του άτονου έ.
- Νουργούμαι. Θρηνώ, κλαίω γοερά. Αρχ. ρ. ανωρύομαι > ανωριούμαι > ανουριούμαι > νουργιούμαι > νουργούμαι.
- Οξό(ν). Επίρρ.= εκτός, πλήν, παρά μόνο. Από το επίρρ. εξόν (μτχ. ουδ. του αρχ. έξεστι = επιτρέπεται, είναι δυνατόν).
- Οψές. Επίρρ.=χθές. Αρχ. επιρρ. οψέ (=αργά) και επιρρ. καταληξη –ς.
- Πιλώθω. Συνωθώ, συμπιέζω, στρυμώχνω. Αρχ. πιλόω ή πιλέω (=συμπιέζω) + ωθώ.
- Ράσσω. Σπεύδω σε βοήθεια, προθυμοποιούμαι. Από το αρχ. ρ. αράσσω (=ορμώ).
- Σακάζω (για αμνοερίφια που θηλάζουν). Απογαλακτίζω. Από το σακός, δωρ. τύπος του αττ. σηκός (=μάνδρα). Σακάζω επομένως σημαίνει βάζω τα αμνοερίφια σε χωριστή μάνδρα, ώστε να μην μπορούν να θηλάσουν.
- Σκάρα. Γυπαετός και γενικά γεράκια που τρέφονται με πτώματα ζώων. Από το θέμα σκαρ- του αρχ. ρ. σκαίρω (=πηδώ, ορμώ).
- Σπολλάτη (άκλιτο). Λέγεται: (α) ως ευχή ή ως χαιρετισμός και (β) με την έννοια του αρκετά, φτάνει πιά. Μσν. ευχή ή φρ. «εις πολλά έτη».
- Στούπα. Νιφάδα χιονιού. Μεγεθυντικό του μσν. στουππίν < αρχ. στυπ(π)είον < στύπ(π)η.
- Σώνει (απρόσωπο). Φτάνει, αρκεί. Μσν. σώνω < αρχ. ισώνω < ίσος.
- Σώχωρο. Περιφραγμένο χωράφι, μικρό χωράφι κοντά στο χωριό. Από το εσωχώριον < έσω + χώρος.
- Ταχιά. Επίρρ. = (α) αύριο, (β) στο εγγύς μέλλον. Από τον πληθυντικό του αρχ. επιθ. ταχύς: τα ταχέα > ταχιά.
- Τσιλιούμαι. Έχω διάρροια. Μσν. ρ. τσιλώ από το αρχ. ρ. τιλώ = έχω ευκοιλιότητα.
- Φρίσσα. Η ρέγγα. Από το αρχ. θρίσσα με τροπή του θ σε φ.
- Ψιμυθευτός. Επίθ. καλλωπισμένος, ελκυστικός. Ρηματικό επίθ. του ρ. ψιμυθεύω < ψιμύθιον = πούδρα, κάθε καλλυντικό.
- Ψιχάλι. Μικρό κομμάτι, κομματάκι. Μσν. ψιχάλιν, υποκορ. του μσν ψίχα < αρχ. ψίξ (θρύμμα).
Άλλες λέξεις, που λόγω χώρου δεν μπορούμε να προσεγγίσομε πιο αναλυτικά, είναι αλφαβητικά και οι κάτωθι:
Λαγκός, λαήνα, λαντουρώ, λούφακας, λιγώνομαι, λογάδι, λοή, λουμπίνος. Μαγάρι (μέσω ιταλ. magarı), μαγλινός, μαθές/μαθώς, μαλλωτήρα, μανίζω, μάνταλος, μελίτακας, μιγόμι, μονιτάρου, μουστρούχα/μουστρουχίνα, μπίμπικας, μπομπές, μπουζιάζω, μπούμπουρα, μπρέ, μπρόβολος, μπροσάφορμος, μπρούμυτα, μυρμηδίζω. Νούγια, ντάι, ντανύζω, ντερεφός, ντονέ/ντηνέ/ντο. Ξαθέρι, ξαργουτού, ξαργώ, ξεκορνιάζω, ξεκουμπίζω, ξεμπαμπαλίζω, ξενηνιάζω, ξεμιστεύω, ξεπιτυρώ, ξεπλατσαρώνω, ξεσμηλιώνω, ξετελεύω, ξεφυσίδι, ξυπώ. Όθε, όι, οϊδά, όμπρος, ορνιός, οφτός, οψυγιάς. Παιδωμή, παίζω (κοροιδεύω, εμπαίζω), παπουδιάζω, παπούρα, παραπώδε, πάσπαρος/πάσπαλος, πιτακώνω, πορίζω, πυρόβολος, πυρώνω. Ράπη. Σιγλί, σιληχουρδίζω, σιμώνω, σινιάβρι, σκαπέτι, σκαρμώνω, σκλώπα, σκουλί, σπω (φρ. σπω πέρα), στάκα/στακώνω, σταλίζω, στερεύ(γ)ω, στουπίδι, στράφυλα, σύβαση, σύντεκνος, συστυλώνω, σφάκα. Ταϊτέρου, ταραχώ, τάρταλο, τζάρουκας, τουλόγου μου, τουρλώνω, τραλίζομαι, τράφος, τριβίδι, τριγουνίζω, τρόχαλος, τσάχαλος, τσιλατό/τσιλιό (διάρροια), τσινιά (κλοτσιά), τσουρώ/τσούρα/τσουρί, τσυτσυρίζω, τσύτσυρο. Φέγγω (βλέπω), φήλιαση, φκαιρέζω (αδειάζω), φλοίκουδο, φουκάρι, φρύσαλο, φυρώ. Χάλαζα, χαλέπα, χάμπαθο, χαντώ (νομίζω), χαρχάλα, χαρχαλεύ(γ)ω, χάφτομαι, χαχάλα, χουρχούδα, χοχλακίζω. Ψακώνω, ψημάλι, ψιλολοΐδι, ψιμοκαλόκαιρο, ψιμοπουλάκι.
Συντομογραφίες: αορ: αόριστος, αρχ: αρχαίο ελληνικό, αττ: αττικό, διαλ: διάλεκτος, δωρ: δωρικό, ελλην: ελληνικός, επίθ: επίθετο, επίρρ: επίρρημα, θηλ: θηλυκό, μσν: μεσαιωνικός, μτγν: μεταγενέστερος, μτχ: μετοχή, μτφ: μεταφορικά, ουδ: ουδέτερο, ρ: ρήμα, υποκορ: υποκοριστικό, φρ: φράση.