
ΦΩΤΟ: ΜΑΝΩΛΗΣ ΣΑΜΟΛΗΣ
Η πυρπόληση της Μονής Αρκαδίου αποτελεί μια κορυφαία, στρατηγική πολιτική πράξη συλλογικής αντίστασης, με κύριο εκφραστή και πρωταγωνιστή τον Εμμανουήλ Αναγνώστου Σκουλά.
Η κεντρική ομιλήτρια της εκδήλωσης, για την Θυσία του Αρκαδίου, μπροστά από το Μνημείο του Πυρπολητή της Μονής το 1866, η φιλόλογος Αρετή Σπαχή αναδεικνύει την προσωπικότητα του 25χρονου ατρόμητου αγωνιστή από τα Ανώγεια, τεκμηριώνοντας ότι η απόφασή του να ανατινάξει τη Μονή δεν ήταν απλώς μια πράξη παλικαριάς, αλλά το αποτέλεσμα της βαθιάς επαναστατικής και δημοκρατικής του συνείδησης. Μέσα από τις ιδέες του Γαριβαλδινού κινήματος, του σοσιαλισμού και την αγωνιστική οικογενειακή του παράδοση, ο Σκουλάς ενσάρκωσε το όραμα για μια πατρίδα ελεύθερη.
Σήμερα, σε μια εποχή διεθνών γεωπολιτικών συγκρούσεων, πολέμων και απειλής των δημοκρατικών ελευθεριών, η Θυσία του Αρκαδίου παραμένει ένας επίκαιρος φάρος και οδηγός για τον συλλογικό αγώνα των λαών με στόχο την εθνική ανεξαρτησία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την παγκόσμια ειρήνη.
Η ομιλία της Αρετής Σπαχή έχει ως εξής:
«Κύριε Δήμαρχε, κυρίες και κύριοι εκπρόσωποι της Δημοτικής Αρχής Ανωγείων, των Τοπικών Πολιτικών και Αυτοδιοικητικών Θεσμών, των Εκκλησιαστικών Αρχών και των Μαζικών Φορέων,
Κυρίες και Κύριοι ,που με την παρουσία σας τιμάτε την σημερινή εκδήλωση,
Αγαπητοί Μαθητές/τριες, Φίλες και Φίλοι,
εκφράζω, κατ’ αρχάς, τις ευχαριστίες μου προς τους υπεύθυνους της εκδήλωσης για την τιμητική ανάθεση της εκφώνησης του πανηγυρικού στη μνήμη του αείμνηστου Πυρπολητή, του Εμμανουήλ Αναγνώστου Σκουλά, που ανατίναξε τη Μονή του Αρκαδίου στις 9 Νοέμβρη 1866 , αλλά και στη μνήμη όλων των αγωνιστών που -είτε επιλέγοντας την τραγική αυτοθυσία της αυτοπυρπόλησης, είτε πέφτοντας στα πεδία των μαχών- μας κατοχύρωσαν το ιερό δικαίωμα να έχουμε πατρίδα σε αυτή την αιματοβαμμένη γωνιά της Μεσογείου που δοκίμασε, για πολλούς αιώνες, την κατοχική σκλαβιά από ισχυρούς δυνάστες και εξακολουθεί να αποτελεί πόλο διεκδίκησης και ελέγχου τους, στη δύσκολη ιστορική περίοδο που διανύουμε.

ΑΠΟΤΙΣΗ ΦΟΡΟΥ ΤΙΜΗΣ : στους νεκρούς Ήρωες του Αρκαδίου και της τριετίας της Επανάστασης 1866-69
Από αυτό εδώ το βήμα σήμερα, πρώτα πρώτα, έχουμε το ιερό χρέος να αποτίσουμε φόρο τιμής στον ήρωα, μπροστάρη αγωνιστή και ατρόμητο μπουρλοτιέρη Μανόλη Σκουλά και μαζί με αυτόν, σε όλους τους αδούλωτους 964 ήρωες που κλείστηκαν στη Μονή Αρκαδίου το Νοέμβρη του 1866 σαν άλλοι «ελεύθεροι πολιορκημένοι», στους 864 που ολοκαυτώθηκαν και στους 100 που αιχμαλωτίστηκαν.
Ταυτοχρόνως, αποτίουμε φόρο τιμής σε όλους τους ήρωες Ανωγειανούς που θυσιάστηκαν στην τριετία της μεγάλης Κρητικής Επανάστασης του 1866-69. Σε αυτά τα παλικάρια που πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της Λευτεριάς και έδειξαν απαράμιλλο θάρρος και αυταπάρνηση, είτε πριν είτε μετά το ολοκαύτωμα, επιβεβαιώνοντας στην πράξη την πρωτοπόρα αγωνιστική δράση των Ανωγειανών και την καθοριστική συμμετοχή τους στη συλλογική πάλη για την αποτίναξη του ζυγού της Δουλείας.
Τιμή και δόξα στους ατρόμητους αγωνιστές που έπεσαν πριν το ολοκαύτωμα, εμψυχώνοντας και ανοίγοντας το δρόμο για τον μεγάλο ξεσηκωμό:
Νικόλαο και Μανόλη Σκουλά, Γεώργιο Κρασσά, Γεώργιο Ξυλούρη και Στυλιανό Κεφαλογιάννη που όρθωσαν ισχυρές αντιστάσεις και έπεσαν στη μάχη της Τυλίσσου
( Σεπτέμβρης 1866)

Τιμή και δόξα στους μαχητές που συνέχισαν τον ηρωϊκό αγώνα και μετά το ολοκαύτωμα, δηλώνοντας το αδούλωτο φρόνημα και την ανυπότακτη συνείδησή τους απέναντι στην τρομοκρατία των Οθωμανών τυράννων :
Δημήτρη Σπαχή, Γεώργιο Σπινθούρη, Ζαχαρία Σπινθούρη και Γεώργιο Μανουρά που πάλεψαν παλικαρίσια και έπεσαν στη μάχη του Ομέρ κοντά στο χωριό Δοξαρό
( Μάης 1867)
Γεώργιο Καλλέργη που αγωνίστηκε σθεναρά και έπεσε στη μάχη του Καμαριώτη
( Γενάρης 1867)
Γιάννη Καράτζη, Γιάννη Καλέντη και Ζαχαρία Πλεύρη που αντιστάθηκαν με γενναιότητα και έπεσαν τη μάχη « του Σωρού»( Απρίλης 1867)
Επειδή όμως για τις μεγάλες πράξεις της εθελοθυσίας, ο πεζός λόγος αποδεικνύεται πάντα μικρός και στενόχωρος, θα δανειστώ -τούτη τη δύσκολη στιγμή της νοερής συνάντησης με τους νεκρούς αγωνιστές μας- τη λυρική φωνή του ποιητή που έχει τη μαεστρία να καταργεί τον στόμφο της υμνητικής κενολογίας, να γεφυρώνει τις χρονικές αποστάσεις, να διασπά το αδιαπέραστο τείχος του θανάτου και να απευθύνεται σε κάθε αγωνιστή, με την οικειότητα του β’ ενικού προσώπου, δηλώνοντάς του σεμνά:
«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Έπαιξες τη φωτιά….
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή».
Και πράγματι αυτοί οι ήρωες -ξεπερνώντας τα όρια της ανθρώπινης αντοχής- μπόρεσαν να κρατήσουν «τη φωτιά» στα χέρια τους σαν το μοναδικό και τραγικό όπλο της ελπίδας «εκεί που δεν υπήρχε φωνή», εκεί που ο τρόμος του ισχυρού καταπίεζε τον πόθο της λευτεριάς και άφηνε ανοιχτή την πληγή της συλλογικής αξιοπρέπειας.
ΑΝΑΓΚΑΙΑ: Η Αναφορά στις Ιστορικο-Κοινωνικές Συνθήκες και η Ανάδειξη της Αλήθειας
Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, η απότιση φόρου τιμής στους ήρωες αγωνιστές και μάλιστα σε αυτούς που -με την αδιάλειπτη συλλογική πάλη τους- «άναψαν τη δάδα» της ελπίδας και σηματοδότησαν ένα ιστορικό πέρασμα από την κατοχική καταχνιά στο δρόμο για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιορίζεται στον ύμνο του απαράμιλλου θάρρους και της αδιαμφισβήτητης παλικαριάς τους. Ο πατριωτικός, ιδεολογικός και ηθικός πήχυς του αγώνα τους επιτάσσει και το φώτισμα των συνολικότερων ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών που διαμόρφωσαν το κλίμα του καθολικού ξεσηκωμού στην Κρήτη το 1866-69.Του ξεσηκωμού που έφερε στο φως την αστραφτερή σαν διαμάντι και βαθιά κρυμμένη ιστορική αλήθεια πως «όταν η σκλαβιά είναι νόμος, η Αντίσταση είναι καθήκον».
Το βάρος αυτής της αλήθειας είναι αναντίρρητα μεγάλο για τους ώμους των αγωνιστών που το σήκωσαν και το σηκώνουν σε κάθε ιστορική φάση, αλλά , σίγουρα, και για την πέννα των διανοητών που καλούνται να αποτυπώσουν στο χαρτί το μέγεθος και το περιεχόμενό της.
Έχοντας απόλυτη συνείδηση αυτού του ωραίου βάρους της Συλλογικής Αξιοπρέπειας που κληρονομήσαμε ως κοινωνικό σώμα των Ανωγείων, θα προσπαθήσω σήμερα να εστιάσω σε κάποια βασικά πολιτικο-κοινωνικά και πολεμικά γεγονότα που απεικονίζουν σημαντικές πλευρές του σύνθετου καμβά της Επανάστασης του 1866, έχοντας ως πυξίδα τη θέση του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού που τονίζει: «το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές».
Παρακολουθώντας αυτήν την επιταγή, αλλά και τη λυρική έκκληση του έτερου ρούκουνα των γραμμάτων και πρωτομάστορα της ποίησης Κ. Παλαμά -που καλεί την αλήθεια να φανερωθεί («Αλήθεια, δίψα των σοφών παντοτινή… Φανερώσου/ δεν έχουμ’ άλλο πιο βαθύ καημόν απ’ τον καημό σου»)-, αισθάνομαι έντονο το πρόσταγμα της συνείδησης για την ανάγκη ανάδειξης της ιστορικά πια τεκμηριωμένης αλήθειας, ότι ο θαρραλέος αγωνιστής Εμμανουήλ Αναγνώστου Σκουλάς -ο μυημένος στις επαναστατικές ιδέες του καιρού του- ήταν ο μπουρλοτιέρης της Μονής του Αρκαδίου και έγινε, την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, ο συλλογικός εκφραστής του εθνικά σκλαβωμένου και κοινωνικά καταπιεσμένου Κρητικού λαού, επειδή αυτό επέτασσαν οι υποκειμενικοί όροι της ιδεολογικής και πατριωτικής συνείδησής του, αλλά και οι αντικειμενικές συνθήκες της συλλογικής λαϊκής πάλης, στην οποία είχε ενταχθεί από τα φοιτητικά του χρόνια, με θέρμη, ανιδιοτέλεια και αξιοθαύμαστη παλικαριά. Με αυτή την έννοια, η εξάλειψη της αδικίας σχετικά με την πρωτοπόρα και καθοριστική επαναστατική δράση του τιμώμενου Πυρπολητή Μανόλη Σκουλά -αδικία που σκιάζει το ιστορικό τοπίο πάνω από ενάμιση αιώνα, στη βάση της υπηρέτησης πολυποίκιλων συμφερόντων και σκοπιμοτήτων- είναι υπόθεση που αφορά όχι μόνο την επιστημονική κοινότητα και τους οικείους του Πυρπολητή, αλλά όλο το σώμα της δημοκρατικής κοινωνίας.

Η ΠΥΡΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ: Πολιτική Πράξη Συλλογικής Αντίστασης και Εθελοθυσίας
Ξεκινώντας από τη γενική παραδοχή ότι οι εθνικο-απελευθερωτικοί και κοινωνικοί αγώνες ξεδιπλώνονται στον μεγάλο ιστορικό καμβά των αντιθέσεων που διαμορφώνει ο χάρτης κάθε εποχής και από τη θέση ότι η προσωπική στάση της παλικαριάς και της αυτοθυσίας είναι αντανάκλαση της ιδεολογικής συνείδησης του αγωνιστή, αλλά και αποτύπωμα της κοινωνικής καταγωγής και της αγωγής του, θα προσπαθήσω , όσο γίνεται πιο πυκνά και αφαιρετικά, να σκιαγραφήσω τις διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες αυτού του ηρωικού ολοκαυτώματος και γενικά της Επανάστασης του 1866-69- που από πολλούς ιστορικούς κρίνεται εφάμιλλη της επανάστασης του 21- και να τονίσω ότι η ανατίναξη ενός οργανωτικού κέντρου μιας επανάστασης, όπως ήταν η Μονή του Αρκαδίου το 1866, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια γενναία εκδήλωση της νεανικής αυθορμησίας. Πρέπει να κρίνεται ως μια Πολιτική Πράξη Αντίστασης και Εθελοθυσίας που έχει ιδεολογικό περιεχόμενο, στρατηγικό στόχο και πολιτική οργανωτική βάση. Κυρίως, πρέπει να προσεγγίζεται ως έκφραση μιας βαθιάς ιστορικής γνώσης ότι η πατρίδα είναι «γεννημένη μες από φωτιές, από κραυγές κ’ αίματα», όπως τονίζει πάλι ο ποιητής.
Μέσα σε αυτές τις φωτιές της ένοπλης επαναστατικής πάλης του Κρητικού λαού, μέσα από τις συμπληγάδες των ανταγωνιστικών γεωστρατηγικών και οικονομικών συμφερόντων των ισχυρών δυνάμεων της εποχής (της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας ) διαμορφώνονται οι συνθήκες του ηρωϊκού ξεσηκωμού το1866 στην Κρήτη.
Ο ξεσηκωμός αυτός αντανακλά ετεροχρονισμένα τα Πανευρωπαϊκά Εθνικο-απελευθερωτικά και δημοκρατικά κινήματα του 1848.Αντλεί θεωρητική πείρα και οργανωτική εμπειρία από αυτά, αλλά και παράλληλα συνδέεται άρρηκτα με όλες τις προηγούμενες εξεγέρσεις και μετατρέπεται σε καταλύτη που επηρεάζει σοβαρά τις εξελίξεις σε όλο το φάσμα του οξυμμένου Ανατολικού Ζητήματος, βασικός πυλώνας του οποίου αποτελεί το Κρητικό ζήτημα.

Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ
Στη βάση αυτή, είναι προφανές ότι το ολοκαύτωμα της Μονής του Αρκαδίου στις 9 Νοέμβρη του 1866 αποτέλεσε την κορωνίδα μιας αδιάλειπτης, μακρόχρονης και ασίγαστης επαναστατικής λαϊκής πάλης που είχε ως αφετηρία της τον ξεσηκωμό του 1821, ο οποίος οδήγησε το 1830 στη συγκρότηση ενός μικρού και υποτελούς στις μεγάλες δυνάμεις ελληνικού κράτους, με ασφυκτική συνοριακή γραμμή η οποία δεν… συμπεριελάμβανε πολλές περιοχές της Οθωμανοκρατούμενης ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως και την Κρήτη. Την Κρήτη που την ίδια χρονιά ντύνεται τη νέα μαύρη φορεσιά της Αιγυπτιακής Κατοχής, με την επίσημη παραχώρησή της από τον Σουλτάνο στον αιμοσταγή Μωχάμετ Άλυ ως ανταμοιβή του για τις …υπηρεσίες του στην καταστολή της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Όμως και, με τη νέα μορφή της Αιγυπτιακής Κατοχής, ο πόθος για τη Λευτεριά δεν καταλαγιάζει.
Τον Σεπτέμβρη 1833 οργανώνεται το «Κίνημα των Μουρνιών ή Μουρνιδιών» στις Μουρνιές των Χανίων ως διαμαρτυρία 7.000 αόπλων η οποία καταπνίγηκε, καλλιέργησε όμως την πεποίθηση για την αναγκαιότητα ενός οργανωμένου ένοπλου επαναστατικού αγώνα -που ξέσπασε λίγα χρόνια αργότερα- μέσα στις συνθήκες του Τουρκο-Αιγυπτιακού πολέμου (1839-41) και αφού πρώτα η Κρήτη πέρασε πάλι στην Τουρκική Κατοχή το 1840, με πρωτόκολλο που αποτυπώνει την ισορροπία των Αποικιοκρατικών συμφερόντων στην Εγγύς και Μέση Ανατολή και διασφαλίζει την «ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», δηλ τη συνέχεια της καταδυνάστευσης της Κρήτης.
Απέναντι σε αυτή τη διεθνή συμφωνία του τρόμου απάντησε ο Κρητικός λαός με την Επανάσταση το Φλεβάρη του 1841 ή αλλιώς με το «Κίνημα του Χαιρέτη», συγκροτώντας μια επαναστατική Επιτροπή στην Αθήνα, με πρόεδρο τον Αριστείδη Χαιρέτη, που αποβιβάστηκε στο νησί με μερικές εκατοντάδες εθελοντών, ζητώντας από τις Μεγάλες Δυνάμεις παρέμβαση για την ένωση ή την αυτονομία του νησιού, χωρίς καμία ανταπόκριση. Το κίνημα αυτό που -μετά από μερικούς μήνες αιματηρών συγκρούσεων- καταπνίγηκε από την Οθωμανική δυναστεία, διέλυσε τις αυταπάτες για τις… καλές προσθέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και δίδαξε την ανάγκη της συλλογικής αφύπνισης, κρατώντας άσβεστη την επαναστατική φλόγα, που θα δυναμώσει λίγα χρόνια αργότερα σε όλη την Ευρώπη.

ΤΑ ΕΘΝΙΚΟ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 1848: Η Πρωτοπόρα Δράση του Ιταλού Επαναστάτη Γκαριμπάλτι και η Καθοριστική Επίδρασή του στους Φορείς της Επανάστασης
Πράγματι, την ιστορική χρονιά του 1848, ένας πανευρωπαϊκός επαναστατικός άνεμος -αντίστοιχος με αυτόν που αποτυπώνεται σήμερα στις ελπιδοφόρες λαϊκές κινητοποιήσεις από στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία μέχρι την Τσεχία- θα συμπαρασύρει στη λυτρωτική του δύναμη όλους τους καταδυναστευόμενους λαούς, ώστε δικαίως να ονομαστεί «Χρονιά της Άνοιξης των λαών ή των Εθνών» και να ωθήσει τον ίδιο τον Μαρξ να σημειώσει: «Κάθε φορά που έρχεται ταχυδρομείο, έρχεται και μια φρέσκια αναφορά επανάστασης, τώρα από την Ιταλία, τώρα από τη Γερμανία, τώρα από το πιο μακρινό νότιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, κι έτσι διατηρείται συνολικά ο ενθουσιασμός του λαού».
Όντως από το 1848 άρχισε να πλέκεται, αργά, αλλά σταθερά, το νήμα της σύνδεσης του Νοτιανατολικού άκρου της Κρήτης με την καρδιά της επαναστατημένης Ευρώπης. Γιατί η εμβληματική προσωπικότητα της επανάστασης στην Ιταλία, ο ακατάβλητος αγωνιστής, πατριώτης, σοσιαλιστής, διεθνιστής, το σύμβολο της αντίστασης των εργατο-λαϊκών στρωμάτων «των δύο κόσμων», ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι, θα συμβάλει καθοριστικά στην έκρηξη της Κρητικής Επανάστασης του 1866, κυρίως, μέσω της διάδοσης των επαναστατικών εθνικο-ανεξαρτησιακών και σοσιαλιστικών ιδεών και μέσω της στράτευσης πολλών φερέλπιδων, δημοκρατικών και αφυπνισμένων νέων στο «κίνημα των χιλίων ερυθροχιτώνων» που οργάνωσε, μεταξύ των οποίων ήταν και ο τιμώμενος σήμερα Μπουρλοτιέρης Μανόλης Σκουλάς και αρκετοί άλλοι συναγωνιστές του.
Πρέπει βέβαια να επισημάνουμε ότι η έκρηξη μιας εθνικο-απελευθερωτικής και κοινωνικής επανάστασης δεν στηρίζεται μόνο στην ωρίμανση της ιδεολογικής συνείδησης των υπόδουλων εθνών και καταπιεσμένων λαών, αλλά απαιτεί και την ωρίμανση των αντικειμενικών συνθηκών, δηλ την όξυνση των αντιθέσεων που τη διαπερνούν και την καθορίζουν. Μια τέτοια όξυνση αδυσώπητου ανταγωνισμού για τον έλεγχο της υπό κατάρρευση και πάλαι ποτέ ισχυρής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρατηρείται στα τέλη της δεκαετίας του 1860, με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου (1853-56), στον οποίο αναμετρώνται τυπικά η Ρωσική με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην πράξη όμως συγκρούονται όλες οι μεγαλοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης, με στόχο τη διανομή και τον έλεγχο των εδαφών της διαλυόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία στηρίζεται από τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Αυστρία, επειδή επιδιώκουν να αναχαιτίσουν τις κατακτητικές βλέψεις της Ρωσίας στα Βαλκάνια και την Μεσόγειο και να κατοχυρώσουν τις δικές τους ζώνες επιρροής στα εδάφη της.

ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Η λήξη του Κριμαϊκού πολέμου σφραγίζεται με τη συνθήκη των Παρισίων το 1856 και αντανακλά την ισορροπία των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων που εμφανίζονται ως προστάτιδες δυνάμεις των χριστιανών υπηκόων της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την οποία αναγκάζουν να υπογράψει το Αυτοκρατορικό Διάταγμα «Χάττι Χουμαγιούν» που προβλέπει για τους υπηκόους της Οθωμανικής Πύλης βασικές θρησκευτικές και αστικές ελευθερίες, όπως είναι η ισότητα στην φορολογία, η συμμετοχή στα διοικητικά και δικαστικά όργανα και η εκλογή αντιπροσώπων. Αυτές τις μεταρρυθμίσεις αρνήθηκε να εφαρμόσει ο Βελή Πασάς στην Κρήτη, επιτείνοντας το καθεστώς της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, προκαλώντας πρώτα την αντίσταση των Σφακιανών, με επικεφαλής τον Μαυρογένη, και στη συνέχεια την συγκρότηση του Κινήματος στα Μπουτσουνάρια των Χανίων το Μάη 1858. Το κίνημα αυτό απέφυγε η Οθωμανική Πύλη να καταστείλει, γιατί είχε κι άλλο μέτωπο στο Μαυροβούνιο και υποχώρησε, ικανοποιώντας κάποιες διεκδικήσεις, αναγνωρίζοντας δηλ με φιρμάνι φορολογικές ελαφρύνσεις, ελεύθερη εκλογή δημογεροντιών και επαρχιακών συμβουλίων, αλλά και ισότητα στην οπλοφορία χριστιανών και μουσουλμάνων υπηκόων.
Όμως αυτή η συγκυριακή υποχώρηση της Οθωμανικής καταστολής δεν κατοχύρωσε χάρτη δικαιωμάτων των υποδούλων. Γιατί από τη μια η Οθωμανική Πύλη είχε σταθερό νόμο της την καταστολή και από την άλλη η Διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ το 1859, με την πρωτοβουλία και την κυριαρχία των Γαλλικών εταιριών, αλλάζει τα γεωστρατηγικά δεδομένα στην ευαίσθητη περιοχή.
Ειδικότερα, τόσο η εκμετάλλευση της Διώρυγας από το Γαλλικό κεφάλαιο, όσο και οι βλέψεις της Αγγλίας για την Κύπρο, αλλά και ο στόχος της για τον έλεγχο του θαλάσσιου δρόμου για τις κτήσεις της στις Ινδίες επιτάσσουν την αδιατάρακτη κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Ν. Ανατολική Μεσόγειο και, επομένως , την συνέχεια της Οθωμανικής Κατοχής στην Κρήτη. Συνεπώς, τη δεκαετία του 1860 ο διεθνής χάρτης γίνεται ακόμη πιο σκοτεινός για τον Κρητικό Αγώνα και ευνοεί την επίταση της Οθωμανικής Τυραννίας που αποτυπώνεται στο απάνθρωπο κατοχικό καθεστώς που επέβαλε στην Κρήτη από το 1861 ο Ισμαήλ Χακίμ Πασάς, με τη ληστρική φορολογία, την εξαθλίωση των αγροτών, τις φυλακίσεις, τις δολοφονίες, τις ταπεινώσεις των υπόδουλων.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Οι Θέσεις και οι Αποφάσεις των Οπλαρχηγών, των Γαριβαλδινών και των άλλων Τάσεων στην εσωτερική πολιτική ζωή της Κρήτης
Απέναντι σε αυτή την κατοχική θηριωδία ορθώνει το ανάστημά του ένα επαναστατικό κίνημα, που στο βασικό του κορμό έχει Γαριβαλδινούς, δημοκράτες, αφυπνισμένους νέους και φλογερούς πατριώτες, οι οποίοι οργανώνουν την πάλη τους με επαναστατικές «ομάδες» που τις ονομάζουν «Συντροφιές» και διεκδικούν την Εθνική Απελευθέρωση της Κρήτης και την Ένωσή της με την Ελλάδα. Εμπνέονται και από το νικηφόρο αγώνα του κινήματος του Γκαριμπάλντι στην Ιταλία που πέτυχε την ανεξαρτησία της από την Αυστριακή και τη Γαλλική Κατοχή το 1861, ενώ και η Ένωση των Επτανησίων με την Ελλάδα το 1864 δυναμώνει το επαναστατικό κλίμα στην Κρήτη και συλλογικοποιεί τον αγώνα.
Σε αυτό το κίνημα ήταν ενταγμένος και ο τιμώμενος σήμερα αγωνιστής δάσκαλος Μανόλης Σκουλάς, που ως Γαριβαλδινός ανήκε στη «Συντροφιά του Βραχασίου». Μυήθηκε στις επαναστατικές ιδέες, όταν σπούδαζε και εργαζόταν ως δάσκαλος στην Σύρο, στο νησί που αποτέλεσε την οργανωτική βάση στήριξης της Κρητικής Επανάστασης, με την προπαγάνδα του δίκαιου εθνικοαπελευθερωτικού και κοινωνικού αγώνα, με την συγκρότηση του «Φιλεκπαιδευτικού Ομίλου», με αποστολές πολεμικού υλικού και εθελοντών, αλλά και με την υποδοχή των αμάχων και των θυμάτων της εξέγερσης. Η Επιτροπή Αποστολών της Σύρου (ΕΑ) ήταν οργανικό τμήμα της ΚΕΑ (Κεντρικής Επιτροπής Αλληλεγγύης) της Ηπειρωτικής Ελλάδας, αλλά δρούσε και σε συνεννόηση με όλα τα αιρετά επαναστατικά όργανα στην Κρήτη: τη ΓΣΚ (Γενική Συνέλευση Κρητών) και την ΠΚΚ (Προσωρινή Κυβέρνηση Κρήτης).
Το επαναστατικό κλίμα απλώνεται σταδιακά στην εξαθλιωμένη, ταπεινωμένη και καταδικασμένη στο σκοτάδι της σκλαβιάς και της αγραμματοσύνης λαϊκή βάση της Κρήτης. Όμως στην Επανάσταση του 1866-69, όπως και σε κάθε επανάσταση, η Οθωμανική κατοχή και τυραννία βρήκε ντόπια στηρίγματα. Ενάντια στην Επανάσταση τάχθηκαν από την κορυφή του Κλήρου ο Μητροπολίτης Διονύσιος -που έφτασε σε τέτοιο επίπεδο εθελοδουλείας, ώστε να πανηγυρίζει μαζί με τους κατακτητές (!) για το ολοκαύτωμα της Μονής του Αρκαδίου- και ο συνεργάτης του, ο επίσκοπος Λάμπης Παΐσιος -που χαρακτηρίστηκε ως Τουρκόδουλος και επικηρύχτηκε. Απέναντι στην επανάσταση τάχθηκε και ένας μικρός αριθμός ηγουμένων και μοναχών από τη βάση του κλήρου, αλλά και κάποιοι τοπικοί παράγοντες, Οι παράγοντες αυτοί, κυρίως, στράφηκαν ενάντια στη «Συντοροφιά του Βραχασίου» που συσπείρωνε -εκτός από τον τιμώμενο δάσκαλο Μανόλη Σκουλά- πολλούς αφυπνισμένους νέους, φοιτητές και διανοούμενους που φλέγονταν από το πάθος της λευτεριάς, όπως είναι ο Μελισσιώτης, ο Μιχελιδάκης, ο Παπαδάκης κλπ, αλλά και πολλούς αγέρωχους και μπαρουτοκαπνισμένους οπλαρχηγούς, όπως είναι ο Μιχ. Κόρακας, ο Ζωγράφος, ο αρχηγός Μυλοποτάμου Μιχ. Σκουλάς, ο Τσουδερός κλπ
Η «Συντροφιά του Βραχασίου» διεκδικούσε -πέρα από την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού- και τη διάθεση των μισών μοναστηριακών εσόδων για την ίδρυση σχολείων, νοσοκομείων και γενικώς την υποστήριξη των πάμφτωχων, καταδικασμένων στις στερήσεις, τις ταπεινώσεις και την αγραμματοσύνη λαϊκών στρωμάτων.
Η αντίθεση αυτή διαπερνά το εσωτερικό πολιτικό τοπίο της Κρήτης παραμονές της εξέγερσης, αλλά η επαναστατική πτέρυγα δεν κάμπτεται, παρά την ανοιχτή τρομοκρατία του Ισμαήλ Πασά και τις επεμβάσεις του ακόμη και στην εκλογή των δημογερόντων. Το κλίμα της καταστολής ατσαλώνει την ψυχή της πλειονότητας των καταπιεσμένων που στηρίζουν τα δίκαια αιτήματα της λύτρωσης από την τυραννία και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συγκροτούν ένα συμπαγές λαϊκό τείχος στήριξης της επαναστατικής πρωτοπορίας, παρακάμπτοντας και τα αιτήματα της μετριοπαθούς πτέρυγας που ζητούσε «αυτονομία» και μεταρρυθμίσεις από το κατοχικό καθεστώς.
Η συνείδηση της αναγκαιότητας για την επαναστατική ανατροπή της Οθωμανικής δυναστείας και των στηριγμάτων της αποτελεί πια στη δεκαετία του 1860 μια καθολική κοινωνική πραγματικότητα στην Κρήτη που έχει ως ρίζα της τη λαϊκή ψυχή, Ενώνει τους υπόδουλους στον κοινό αγώνα -όπως δηλώνει και ο όρος «Ενωτικοί» που αποδόθηκε στους πρωτοπόρους επαναστάτες- και οδηγεί αναπόδραστα στην ανάφλεξη.
Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: Αποφάσεις των Επαναστατικών Οργάνων-Η Στάση των Μεγάλων Δυνάμεων και των Ελληνικών Κυβερνήσεων.
Σε αυτές τις συνθήκες του γενικού επαναστατικού αναβρασμού συγκαλείται η Γενική Συνέλευση Κρητών αρχικά στα Σφακιά στις 5 Μάη 1866 η οποία συντάσσει μια αναφορά διαμαρτυρίας προς τον Γενικό Διοικητή Κρήτης Ισμαήλ Πασά και διεκδικεί τις υπεσχημένες μεταρρυθμίσεις του Χάττι Χουμαγιούν, αλλά παίρνει ως απάντηση την επίταση της καταστολής. Στη συνέχεια, συγκαλείται το ίδιο όργανο στην Αγία Κυριακή στις 14 Μάη 1866 και αποφασίζει να στείλει δεύτερη αναφορά στον Σουλτάνο, με τα ίδια αιτήματα, ο οποίος -με δεδομένα και τα κινήματα αυτονόμησης στο Μαυροβούνιο- απαντά με σκλήρυνση της πολεμικής βίας στην Κρήτη.
Η Γενική Συνέλευση, επίσης, με μυστικό υπόμνημά της προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, ζητούσε τη συνδρομή τους στον αγώνα για την Ένωση ή την παροχή Οργανικού Νόμου. Όμως ένα αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τον πόθο των υπόδουλων για Λευτεριά από τα συμφέροντα των ισχυρών -ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Γαλλίας που, όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, επιτάσσουν το αδιατάρακτο της Οθωμανικής Κατοχής, ενώ η Ρωσία, σε θέση ευνοϊκού παρατηρητή, ευελπιστεί να καρπωθεί το αποτέλεσμα του Κρητικού αγώνα για την προώθηση των δικών της γεωπολιτικών συμφερόντων στη Μεσόγειο και για αυτό είναι πιο ευέλικτη έναντι των επαναστατών, όπως δείχνει και η στάση των Υποπροξένων της στην Κρήτη, Δενδρινού και Μητσοτάκη,
Η στάση της «Ουδετερότητας» από την πλευρά των Μεγάλων Δυνάμεων, ουσιαστικά, ήταν μια ευέλικτη διπλωματική γλώσσα στήριξης της Οθωμανικής δυναστείας, κατάργησε κάθε αυταπάτη των επαναστατημένων για βοήθεια από τις μεγαλοκρατικές δυνάμεις και άνοιξε καθαρά πια το δρόμο της Επανάστασης ως τη μοναδική διέξοδο απέναντι στους ξένους δυνάστες και στα όποια ντόπια στηρίγματά τους.
Ωστόσο, αρνητική στάση απέναντι στην επανάσταση τηρεί και η Ελληνική κυβέρνηση Ρούφου (Νοέμβριος 1865 – Ιούνιος 1866) που, ομονοώντας με τον βασιλιά Γεώργιο, ουσιαστικά, μετατρέπεται σε τοποτηρητή των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Αρνείται ανοιχτά κάθε στήριξη της Επανάστασης και στέλνει υπόμνημα στον Ελλαδίτη πρόξενο Σακόπουλο, χαρακτηρίζοντας το επαναστατικό κίνημα καταστροφικό! («…παν κίνημα απερίσκεπτον εν Κρήτη έσεται αναμφιβόλως καταστρεπτικόν»). Αρνητικά απέναντι στην επανάσταση στάθηκε και η διάδοχη κυβέρνηση Βούλγαρη-Δεληγιώργη (Ιούνιος – Δεκέμβριος 1866), με σαφώς χαμηλότερο τόνο. Συντασσόμενη και αυτή με τις επιταγές των επικυρίαρχων, κυρίως των Βρετανών, απορρίπτει το αίτημα της στρατιωτική στήριξης της Επανάστασης, με εξαίρεση τις ανεπίσημες υποστηρικτικές κινήσεις του Δεληγιώργη που, στην πραγματικότητα, ήταν μια προσπάθεια αντιρρόπησης του θερμού λαϊκού κλίματος αλληλεγγύης στην Επανάσταση που ήταν διάχυτο πανελλαδικά.
Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 21 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1866 :Η Μονή του Αρκαδίου το Οργανωτικό και Πολιτικό Κέντρο του Αγώνα
Μπροστά σε αυτό το διπλό αρνητικό μέτωπο των Μεγάλων Δυνάμεων και της Ελληνικής κυβέρνησης, η φλόγα της εξέγερσης όχι μόνο δεν σβήνει, αλλά αντιθέτως δυναμώνει, Αντλεί από την αποφασιστικότητα της επαναστατικής πρωτοπορίας και από τη βούληση της λαϊκής πλειοψηφίας. Ενδυναμώνεται από τα δημοκρατικά κινήματα της Ευρώπης και στηρίζεται έμπρακτα και ιδεολογικά από το κίνημα Αλληλεγγύης των Ελλαδιτών που συμμετέχουν, στέλνουν πολεμοφόδια και υλικό, υποδέχονται και αγκαλιάζουν τους πρόσφυγες. Επιβεβαιώνεται και σε αυτή την περίπτωση ότι η δύναμη και η ενότητα του λαϊκού παράγοντα είναι ο ρυθμιστής των ιστορικών εξελίξεων.
Έτσι, κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες, ο επαναστατημένος λαός της Κρήτης ετοιμάζει τη μεγάλη αιματηρή έξοδό του προς την Ελευθερία, με καθοδηγητικό όργανο την Επαναστατική Επιτροπή που συνεδριάζει την 21η Αυγούστου 1866 στο χωριό Ασκύφου και κηρύσσει την Επανάσταση με τον όρκο «Ένωσις ή Θάνατος», αναζωπυρώνοντας έτσι την επαναστατική δάδα του ’21, ανοίγοντας μια εξίσου φωτεινή και αιματηρή περίοδο για την απελευθέρωση της Κρήτης από την πολύμορφη δυναστεία και πραγματοποιώντας μια ουσιαστική τομή στην ιστορία του Ανατολικού ζητήματος και γενικώς του Ευρωπαϊκού χάρτη.
Μετά τη λήψη της ιστορικής απόφασης για ανατροπή της τυραννίας, η επαναστατική επιτροπή εστιάζει στην οργάνωση ένοπλων τμημάτων σε όλη την Κρήτη. Ορίζει ως αρχηγούς στα Χανιά τον Ιωάννη Ζυμβρακάκη, στο Ηράκλειο τον Μιχαήλ Κόρακα και στο Ρέθυμνο τον Ελλαδίτη συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο που φτάνει στην Κρήτη τον Σεπτέμβρη του 1866 και αναλαμβάνει καθήκοντα αρχιστράτηγου. Ως επαναστατικό κέντρο ορίζεται η Μονή Αρκαδίου, θέση με την οποία είναι σύμφωνος ο αγωνιστής ηγούμενος Γαβριήλ Μαρινάκης που ήταν μέλος της Γενικής Συνέλευσης αντιπροσώπων που κήρυξε την επανάσταση, αλλά και μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής, όπως ήταν εξάλλου και ο αρχηγός Μυλοποτάμου Μιχάλης Σκουλάς, ο αδελφός του Πυρπολητή.
Σε αυτές τις συνθήκες γενικού ξεσηκωμού στην Κρήτη, η Οθωμανική Πυλη απαντά με αύξηση των μέτρων τρομοκράτησης και ταπείνωσης. Με την έναρξη της επανάστασης, στέλνει στην Κρήτη τον θηριώδη Μουσταφά Ναϊλή Πασά -που ήταν γνωστός από την κατάπνιξη της Επανάστασης του ’21 στην Κρήτη και για αυτό πήρε την προσωνυμία Γκιριτλί (Κρητικός)- ο ποίος αρχικά προσπάθησε να διασπάσει τις γραμμές των επαναστατών και να αποσυνδέσει την πρωτοπορία από τη βάση, δίδοντας μάλιστα περιθώριο πέντε ημερών στην Επαναστατική Επιτροπή για τη δήλωση υποταγής. Όμως βρέθηκε μπροστά σε ένα ισχυρό τείχος λαϊκής ενότητας και αντίστασης και σε μια ανυποχώρητη αντίσταση αγωνιστών αποφασισμένων να θυσιαστούν για τη Λευτεριά. Αγωνιστών που δεν διεκδικούν πια μεταρρυθμίσεις, αλλά αποτίναξη του ζυγού της δουλείας, όπως παραστατικά δηλώνει το αίτημα ««Ένωσις ή θάνατος» που αποτελεί ομόθυμη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης στις 7 Σεπτέμβρη.
Τα ρυάκια των προηγούμενων αγώνων συνενώθηκαν πια σε ένα ορμητικό ποτάμι οργής, αγανάκτησης και πεισματικής διεκδίκησης και υπερηφάνειας. Με την ανακοίνωση της αρνητικής απάντησης της Γενικής Συνέλευσης, ο Μουσταφά Πασάς εξαγριώνεται: ωμή στρατιωτική βία, φρικαλεότητες, δολοφονίες και κάθε είδους ταπεινώσεις των υπόδουλων αποτυπώνουν την θηριωδία του κατοχικού καθεστώτος. Αυτή η θηριωδία -αντί να αντισυσπειρώνει- πεισμώνει τους υπόδουλους και τους ενώνει με την επαναστατική καθοδήγηση του ανυποχώρητου αγώνα, ώστε οι αγωνιστές να λειτουργούν ως μια συλλογική ψυχή, με μια φωνή και ένα παλμό. Η Κρήτη ομόψυχη αποφασίζει να ξαναφορέσει το μαύρο μαντίλι της θυσίας, για να λάμψει αργότερα ο φωτεινός ήλιος της λευτεριάς, της ξαστεριάς, και της αξιοπρέπειας. Στο πρόσωπό της καθρεπτίζεται μόνο ο θυμός της και η μορφή της γίνεται πλέον αυστηρή, όπως παρατηρεί ο πιο αντιπροσωπευτικός εκφραστής του πολιτισμού της, ο Νίκος Καζαντζάκης που σημειώνει: «Αυστηρή είν’ η μορφή της. Σκαμμένη από τον αγώνα και τον πόνο».
Ενισχυμένος ο Μουστά Πασάς και από τις Αιγυπτιακές δυνάμεις. ξεκινά την επίθεση από τη δυτική Κρήτη: Κάνει απόβαση στη Σούδα τον Σεπτέμβρη του 1866 και στη συνέχεια επιδίδεται σε μια λυσσώδη επίθεση σε όλους τους θύλακες της αντίστασης: στη Μάλαξα, το Σέλινο, την Κάνδανο, ελέγχοντας τις περιοχές, αλλά με μεγάλο κόστος και χωρίς να καταφέρει να κάμψει το ηθικό των αγωνιστών, αν και εφάρμοσε κτηνώδη πολεμική βία. Στρατοπεδεύει στον Αποκόρωνα (τον Οκτώβρη του 1866) και καλεί την Επαναστατική Επιτροπή που εδρεύει στη Μονή Αρκαδίου να παραδοθεί. Η αρνητική απάντηση της Επιτροπής αποθηριώνει τον αιμοσταγή Μουσταφά Πασά που συνεχίζει τις λυσσώδεις επιθέσεις του στο Ρέθυμνο, λεηλατώντας πρώτα το χωριό Επισκοπή και διατάσσοντας από εκεί την Επαναστατική Επιτροπή να παραδοθεί.
Μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής που εδρεύει στη μονή είναι ο αείμνηστος και τιμώμενος σήμερα μπουρλοτιέρης, ο ακατάβλητος μαχητής, ο αγνός πατριώτης, ο Γαριβαλδινός επαναστάτης, ο συνειδητός και αφυπνισμένος δάσκαλος Μανόλης Σκουλάς, που είναι ισότιμο μέλος της Επιτροπής, γιατί εκπροσωπεί τον αρχηγό Μυλοποτάμου, δηλ τον αδελφό του Μιχάλη Σκουλά, και τελεί μάλιστα χρέη γραμματέα της Επιτροπής.
Ο Μουσταφά Πασάς -μπροστά στην επίμονη άρνηση της επιτροπής να παραδοθεί- σχεδιάζει την επίθεση στη Μονή που γίνεται πραγματικό οργανωτικό και ιδεολογικό φρούριο του αγώνα. Ο αρχιστράτηγος Π. Κορωναίος -που είχε αντίρρηση εξ αρχής σε ό, τι αφορά την αμυντική ικανότητα της Μονής- ορίζει τον ανθυπολοχαγό Ι. Δημακόπουλο ως φρούραρχο και στη συνέχεια απομακρύνεται από τη μονή, για να αναζητήσει ενόπλους από τη γύρω περιοχή που, λόγω της πρωτόγνωρης καταστολής, είναι λίγοι, αν εξαιρέσουμε την προθυμία των Μυλοποταμιτών.
Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΑΙΓΥΠΤΙΩΝ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΑΡΚΑΔΙΟΥ 7-9 ΝΕΜΡΒΗ-Η ΗΡΩΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΘΕΛΟΘΥΣΙΑΣ
Ο Μουσταφά Πασάς φτάνει στο Ρέθυμνο στις 5 Νοέμβρη. Ενισχύεται ακόμη περισσότερο από Αιγύπτιους, Τουρκοκρητικούς και Αλβανούς και τη νύχτα της 7ης Νοέμβρη- με στρατό 15.000 και 30 κανόνια -πολιορκεί τη Μονή από τους γύρω λόφους, ενώ το πρωί της 8ης Νοέμβρη ζητεί από τον ηγούμενο την παράδοση της Μονής.
Την ίδια ημέρα στη Μονή συγκαλείται η Επαναστατική Επιτροπή στην οποία μετέχουν ως ισότιμα μέλη και πληρεξούσιοι οι φλογεροί επαναστάτες και μέλη της «Συντροφιάς του Βραχασίου», ο Μανόλης Σκουλάς και ο Μανόλης Μελισσιώτης που υποστηρίζουν ότι είναι προτιμότερο να πεθάνουν πολεμώντας παρά να παραδοθούν. Η θέση αυτή έγινε ομόφωνα αποδεκτή, μέσα σε κλίμα συλλογικής συγκίνησης και, ουσιαστικά, προδιέγραφε και το ολοκαύτωμα της επόμενης μέρας.
Η απάντηση της Επιτροπής εξοργίζει τον Μουσταφά που θέτει ως στόχο του να πνίξει στο αίμα την αντίσταση του Μοναστηριού που δεν είναι μόνο κέντρο αγώνα των ενόπλων επαναστατών, αλλά και καταφύγιο πολλών γυναικών και παιδιών από τα γύρω χωριά. Από τους 964 « Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Αρκαδίου, οι 325 ήταν άνδρες, αλλά και από αυτούς ένοπλοι ήσαν μόνο 259. Μικρές οι μάχιμες δυνάμεις, μεγάλη όμως η ψυχή και το απαράμιλλο το θάρρος των αγωνιστών: «Μικρός λαός και πολεμά/ δίχως σπαθιά και βόλια/ για όλου του κόσμου το ψωμί/ το φως και το τραγούδι», τονίζει ο ποιητής, συγκινημένος από τέτοια δείγματα ανυπέρβλητης παλικαριάς και ψυχωμένης αντίστασης.
Στις 8 του Νοέμβρη, οι ορδές του Μουσταφά δεν καταφέρνουν να σπάσουν την αντίσταση στη δυτική πλευρά της μονής που κράτησε γερά όλη την ημέρα, προκαλώντας μάλιστα σοβαρές απώλειες στους Τουρκο-Αιγυπτίους. Οι άνισοι όροι της σύγκρουσης όμως επιτάσσουν οργανωτική ανασυγκρότηση.
Η επαναστατική επιτροπή συνεδριάζει και αποφασίζει να ζητήσει βοήθεια από τον Π. Κορωναίο που βρισκόταν στο Αμάρι, με έγγραφο που συντάσσει και υπογράφει ως γραμματέας της επιτροπής ο ατρόμητος και τιμώμενος αγωνιστής Μανόλης Σκουλάς, τονίζοντας την ανάγκη της εσπευσμένης ενίσχυσης. Το έγγραφο αυτό μεταφέρουν δύο μεταμφιεσμένοι αγωνιστές, ξεφεύγοντας από τον τουρκικό κλοιό. Ο ένας από τους δύο αγγελιοφόρους επιστρέφει αργά τη νύχτα, κοινοποιώντας την αρνητική απάντηση του Κορωναίου που δήλωνε ότι οι δίοδοι επικοινωνίας με το μοναστήρι ήταν κλειστές και καλούσε την επιτροπή να πράξει κατά συνείδηση…
Στις 9 του Νοέμβρη ο κλοιός πια της μονής γίνεται πολύ ασφυκτικός. Ο Τουρκο-Αιγυπτιακός στρατός ενισχύεται με δύο επιπλέον κανόνια μεγάλου μήκους που βάλλουν κατά της μονής, γκρεμίζοντας τη δυτική πλευρά και επιτρέποντας στους αιμοδιψείς εισβολείς να μπουν στον περίβολο της αυλής. Εδώ πια χωρίς σχεδόν πολεμοφόδια οι αγωνιστές μάχονται σώμα με σώμα. Τούτη την ώρα της αναμέτρησης, όπως περιγράφει η αλάνθαστη ποιητική πέννα «Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν, γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους».
Τραγικοί μάρτυρες του μακελειού τα παιδιά και οι γυναίκες που γλίτωσαν από τη σφαγή κατέφυγαν στα Ανατολικά κελιά και στην Μπαρουτιδαποθήκη, ενώ οι επιζώντες άνδρες, με την σπίθα της αντίστασης να φωτίζει το βλέμμα τους, έδιδαν τη μάχη πια μόνο με τις ξιφολόγχες που κρατούσαν στα θυμωμένα χέρια τους. Η φονική μηχανή του Μουσταφά σπέρνει το θάνατο. Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγεται και ο ηγούμενος Γαβριήλ. Οι ελάχιστοι πλέον εναπομείναντες αγωνιστές το βράδυ της 9ης Νοέμβρη κλείνονται στην Μπαρουτιδαποθήκη όπου το ατρόμητο χέρι του φλογερού Γαριβαλδινού Επαναστάτη Μανόλη Σκουλά βάζει την τελική σφραγίδα της ηρωικής αυτοθυσίας, με την ανατίναξη της Μονής, δείχνοντας το δρόμο προς την Αθανασία με την τραγική αντινομία του εθελούσιου θανάτου. Από το δραματικό σκηνικό του θανάτου επέζησαν μόνο τέσσερις και 100 αιχμαλωτίστηκαν, μεταξύ των οποίων ήταν και ο γενναίος ανθυπολοχαγός Δημακόπουλος που εκτελέστηκε αμέσως από τους εχθρούς, ενώ οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στο Ρέθυμνο, όπου υπέστησαν πρωτόγνωρη βαναυσότητα.
ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ: Το Συλλογικό Μεγαλείο της Ηρωϊκής Εθελοθυσίας την καθιστά Πρότυπο Αντίστασης των Λαών
Το ολοκαύτωμα της Μονής του Αρκαδίου -ηρωική πράξη ανεκτίμητης ιστορικής, ιδεολογικής και πατριωτικής αξίας- διαμορφώνει το δικό του ξεχωριστό φωτεινό τοπίο στον εθνικό, πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο χάρτη. Πιάνει το νήμα της συλλογικής αντίστασης του ’21, αναβιώνει μνήμες, συγκλονίζει την ευαισθητοποιημένη διεθνή κοινωνία, συγκινεί διανοούμενους, όπως τον Β. Ουγκώ. Ανοίγει το δρόμο σε διεθνιστές επαναστάτες, όπως ο Γκαριμπάλντι, να προβάλλουν ανοιχτά τα δίκαια αιτήματα του αιματοβαμμένου Κρητικού Αγώνα, ενώ συγχρόνως αναγκάζει τις μεγαλοκρατικές δυνάμεις να αναθεωρήσουν τους στόχους τους για την αδιατάρακτη Οθωμανοκρατία και τυραννία στην Κρήτη, γνωρίζοντας ότι ένας λαός που καίγεται περήφανα, για να δει το φως της Λευτεριάς του, είναι αποφασισμένος να σπάσει τις αλυσίδες της δουλείας και να αποτινάξει το ζυγό της απολυταρχίας, της ανελευθερίας και της εκμετάλλευσης.
Στο σημείο αυτό νιώθω έντονο το ηθικό και δημοκρατικό χρέος να τονίσω ότι ΟΛΟΙ οι αγωνιστές που ολοκαυτώθηκαν, σφαγιάστηκαν, τραυματίστηκαν ή επέζησαν είναι στεφανωμένοι με την ίδια δάφνη και έχουν ισότιμη θέση στο πάνθεον των ηρώων. Με αυτή την έννοια, η ευθεία και ξεκάθαρη τοποθέτησή μου ότι την Πυρπόληση της Μονής έκανε ο οραματιστής Γαριβαλδινός επαναστάτης και συγχωριανός μας Μανόλης Σκουλάς και όχι ο επίσης ολοακαυτωμένος Κ. Γιαμπουδάκης -που ως έμπορος από το χωριό Αδελε γνωριζόταν με τον ηγούμενο Γαβριήλ και είχε πολύχρονη οικονομική συνεργασία μαζί του- δεν σχετίζεται με το μικρόψυχο ζύγισμα της τιμής ή της προσφοράς των αγωνιστών. Συνδέεται μόνο με την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας που, όπως τονίζει ο Θουκυδίδης, δεν πρέπει να είναι «αταλαίπωρος», δηλ αβασάνιστη, αλλά αντιθέτως, απαιτεί έρευνα και τεκμηρίωση. Πρωτεργάτης σε αυτή την έρευνα των πηγών -που έβγαλε στο φως την τεκμηριωμένη θέση ότι πυρπολητής της Μονής του Αρκαδίου το 1866 ήταν ο Εμμανουήλ Αναγνώστου Σκουλάς- στάθηκε ο αείμνηστος Παπαϊωάννου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ενώ στην ίδια κατεύθυνση εργάστηκαν κι άλλοι αξιόλογοι ερευνητές.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΣΚΟΥΛΑΣ: Ο ΠΥΡΠΟΛΗΤΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ:Την Ιστορική Αλήθεια φωτίζει η Επιστημονική Ερευνα, η Επαναστατική Συνείδηση και Δημοκρατική Συλλογική Αντίστασή του Ατρόμητου Αγωνιστή.
Ως φιλόλογος εκφράζω και προσωπικά την ευγνωμοσύνη μου για αυτή την ενδελεχή ιστορική έρευνα. Για την τήρηση της αρχής της οικονομίας του λόγου, δεν θα αναφερθώ στα ήδη δημοσιοποιημένα τεκμήρια των πηγών και θα περιοριστώ στην εξής επισήμανση: Η πυρπόληση της Μονής του Αρκαδίου ήταν μια Πράξη κορυφαίας Συλλογικής Αντίστασης που έφερε το Κρητικό ζήτημα στη διεθνή σκηνή και ως τέτοια δεν μπορεί από τη φύση της να παραπέμπει μόνο στην αδιαμφισβήτητη παλικαριά των αγωνιστών. Είναι μια Πολιτική Πράξη ύψιστης σημασίας που είχε στρατηγικό στόχο να ταράξει τα διεθνή …ήρεμα νερά της Οθωμανοκρατίας, να δώσει ένα μήνυμα στις μεγάλες μοναρχίες της εποχής ότι τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα απειλούνται στη Ν. Ανατολική γωνιά της Μεσογείου, να βρει στήριγμα ο Κρητικός Αγώνας στα Ευρωπαϊκά κινήματα και να πιεστούν οι ελληνικές κυβερνήσεις -που εφάρμοζαν πολιτική υποτέλειας στους επικυρίαρχους- να στηρίξουν τον αφυπνισμένο Κρητικό λαό που στέναζε κάτω από το ζυγό της εθνικής σκλαβιάς και της απολυταρχίας.
Με αυτούς τους όρους, είναι φανερό πως όλες οι προϋποθέσεις συγκλίνουν στη θέση ότι το χέρι που ανατίναξε τη μονή του Αρκαδίου ήταν του Μανόλη Σκουλά, αφού αυτός:
Ηταν φλογερός Γαριβαλδινός επαναστάτης, δηλ ανήκε σε ένα κίνημα που έθετε ως στόχο του την αποτίναξη του ζυγού της εθνικής σκλαβιάς των λαών
Ηταν μυημένος στις Σοσιαλιστικές Ιδέες του καιρού του και ανήκε στην «Συντροφιά του Βραχασίου» που είχε ως αίτημά της την ανατροπή της φεουδαρχίας και την εγκαθίδρυση ενός κοινωνικού συστήματος κοινωνικής ισότητας, δικαιοσύνης και ελευθερίας,
Διέθετε οργανωτική πείρα διεκδικήσεων ως φοιτητής και δάσκαλος και οραματιζόταν μια πατρίδα Λεύτερη και Δημοκρατική.
Όλα αυτά τα ιδεολογικά, πολιτικά χαρακτηριστικά και πατριωτικά αισθήματα επιβεβαίωσαν τα ίδια τα γεγονότα, όπως είναι : η μαχητική προώθηση και υπεράσπιση του αιτήματος της αποτίναξης της Οθωμανικής τυραννίας, η συμμετοχή του στο Μοναστηριακό ζήτημα, οι αγώνες του ενάντια στην απαιδευσία, την εκμετάλλευση και την καταπίεση των υπόδουλων που επέβαλε η ντόπια απολυταρχία.
Στο σύνολο αυτών των παραγόντων προσμετράται και η Αγωνιστική Πατριωτική και Δημοκρατική Οικογενειακή του Παράδοση που τον γαλούχησε με την πίστη στην αξία της Λευτεριάς, της Παλικαριάς, της Παιδείας, της Αξιοπρέπειας, της Κοινωνικής Προσφοράς και της Δικαιοσύνης. Του έδειξε επίσης το δρόμο της συμμετοχής στους πατριωτικούς και δημοκρατικούς κοινωνικούς αγώνες, με τα πορτρέτα των νεκρών συγγενών του να καθοδηγούν την ασίγαστη πάλη του για το υψηλό και το ιδεώδες.
Βέβαια, αδιαμφισβήτητη κινητήρια δύναμη για την πρωτοπόρα δράση του ατρόμητου Πυρπολητή Μανόλη Σκουλά αποτέλεσε ο ηθικός πυρήνας του συλλογικού πολιτισμικού οικοδομήματος της Κοινότητας των Ανωγείων. Της κοινότητας του χωριού μας που –χτισμένο στα 850 μέτρα στις παρυφές του βουνού που γαλούχησε τον Δία και μαθημένο στη λιτότητα και την απλότητα της πέτρας που το περιβάλλει-έμαθε τους ανθρώπους του να ανυψώνουν το βλέμμα τους πάνω από την πεζότητα της καθημερινότητας και να σηκώνουν περήφανα το ανάστημά τους στις δυσκολίες.
Στο σύνθετο πορτρέτο του αείμνηστου αγωνιστή, του ήρωα πυρπολητή θα προσθέσω και τα χαρακτηριστικα της πληθωρικής προσωπικότητας και της ανυπότακτης ψυχής, της ανιδιοτέλειας και της συγκινητικής αφοσίωσης στα ιδανικά, χαρακτηριστικά που τον έκαναν να μην υπολογίζει το θάνατο στον ανθό της ηλικίας των 25 χρόνων, να ανεβαίνει συνειδησιακά πάνω από την προσωπική ευχαρίστηση που του χάριζε η ζωή του αρραβωνιασμένου και να αποσπά, με έξυπνο τρόπο, το μπιστόλι από τον πατέρα της αρραβωνιαστικιάς του, για να γίνει η φωνή της ελπίδας για τη Λευτεριά. Για όλους αυτούς τους λόγους, «έπαιξε με τη Φωτιά», «Κοίταξε τον ήλιο και προχώρησε»… στην Αθανασία.
Σήμερα, που η γενοκτονία του αδούλωτου Παλαιστινιακού λαού παραπέμπει στην αιματοβαμμένη ιστορία της Κρήτης και δείχνει τη θηριωδία του φασιστικού σιωνιστικού καθεστώτος του Ισραήλ, αλλά και την ανίερη στήριξη των δυναστών του από τους ισχυρούς της εποχής μας, όπως και από τις κυβερνήσεις των εξαρτημένων κρατών που λειτουργούν ως στηρίγματά τους,
Σήμερα, που οι λαοί ματώνουν στην Ουκρανία, το Ιράν, το Λίβανο, την Υεμένη από τους νέους κατακτητικούς πολέμους των σύγχρονων μεγαλοκρατικών δυνάμεων που ανταγωνίζονται στην αναδιανομή των σφαιρών επιρροής τους, παράγοντας το δράμα της νέας προσφυγιάς,
Στην εποχή μας, που η στήριξη του φιλοπόλεμου δόγματος των ισχυρών οδηγεί στην αμφισβήτηση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και στις πολύμορφες στερήσεις που επιτάσσει η πολεμική οικονομία,
Στις μέρες μας που αναβιώνει η φασιστική απειλή και οι δημοκρατικές ελευθερίες απειλούνται,
Η συγκινητική εθελοθυσία αυτών των ηρώων δείχνει το δρόμο του συλλογικού αγώνα για την Εθνική Ανεξαρτησία, τη Δημοκρατία, το Ψωμί, τη Μόρφωση, τη Δουλειά, τη Φιλία –Αλληλεγγύη και Διεθνιστική Συνεργασία των λαών, την παγκόσμια Ειρήνη.
Αμάραντη η δάφνη της τιμής των ηρώων μας
Αγέραστη η δόξα τους
Αθάνατοι.»
Με τιμή: Αρετή Σπαχή, Φιλόλογος
Πηγές
Εκδοτική Αθηνών, «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», τ ΙΓ, ΙΔ, Αθήνα 1977
Κόκκινος Διον. «Η Ελληνική Επανάστασις», τ. 1-5 Αθήναι 1950
Δετοράκης Θεοχ. «Ιστορία της Κρήτης», Αθήνα 1986(Ηράκλειο 1990)
Κριάρης Παν. Κ «Ιστορία της Κρήτης (Νέα) από των αρχαιοτήτων μέχρι των καθ’ ημας χρόνων» , τ. Γ,1937
Ξανθουδίδης Στφ. «Επίτομος Ιστορία της Κρήτης», εν Αθήναις 1909
Κριτοβουλίδης Κ. «Απομνημονεύματα του περί της αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών», εν Αθήναις 1859 (Χανιά, 1912)
Σταυρινίδης Νικ. « Ο καπετάν Μιχάλης Κόρακας και οι συμπολεμιστές του», τ.Α΄-Γ’, Ηράκλειο, 1971-1974
Κ.ΜΑΡΞ-ΦΡ.ΕΝΓΚΕΛΣ « Η ΕΛΛΑΔΑ-Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ», Αθήνα 1985
Ψιλλάκης Βασίλειος «Ιστορία της Κρήτης», Χανιά 1909
Πρεβελάκης Ελ. « Η μεγάλη κρητική επανάσταση 1866-1869», Αθήνα 1966
Παπαντωνάκης Γ. « Η διπλωματική ιστορία της Κρητικής Επαναστάσεως του 1866»,εν Αθήναις 1926
Κονδυλάκης Ι. «Η ολοκαύτωσις του Αρκαδίου» (1904)
Ζαμπέλιος Χρ, Κριτοβουλίδης Κ. «Ιστορία των Επαναστάσεων στην Κρήτη(συμπληρωθείσα υπό του Ιωάννου Κονδυλάκη), εν Αθήναις 1971
Τσιριντάνης Αλ. «Η πολιτική και διπλωματική ιστορία της εν Κρήτη Εθνικής Επαναστάσεως 1855-69», τομοι 3, Αθήνα 1950-51
Βενέρης Τιμ .«Το Αρκάδι δια των αιώνων». Αθήναι 1938
Μουρέλλος Ιω. Ιστορία της Κρήτης , Ηράκλειο 1950
Περιοδικό «Παλίμψηστον»τ.3 1986, 232-233