Η Μαρία Λαγγουβάρδου-Χαιρέτη, συγγραφέας και ποιήτρια, ως ένδειξη τιμής, αφιερώνει τις βραβευμένες σατιρικές μαντινάδες της, στον αείμνηστο Χαράλαμπο Χαιρέτη ή “Βούργια”.
Αναλυτικά αναφέρει:
Τα Ανώγεια δε γέννησαν μόνο αγωνιστές, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Γέννησαν και τον ταλαντούχο χωρατατζή με το πηγαίο χιούμορ, τον αλησμόνητο Χαιρέτη Χαράλαμπο με το παρανόμι (Βούργια), όπως τον γνώριζε ο πολύς κόσμος.
Οι Ανωγειανοί γενικά, χαρακτηρίζονται για την ετοιμολογία και την αίσθηση του χιούμορ, με τη διαφορά ότι ο “Βούργιας” το είχε σε μέγιστο βαθμό. Ουσιαστικά έκανε σκοπό της ζωής του να δημιουργεί γέλιο και ευφορία στην παρέα.
Χαιρόταν όταν διασκέδαζαν οι άλλοι με τα αστεία του, που χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, οτιδήποτε έλεγε, προκαλούσε ξεκαρδιστικό γέλιο. Ο αείμνηστος “Βούργιας” θα γραφτεί στην Ιστορία, ως ο ταλαντούχος Ανωγειανός χωρατατζής.
Πιστεύω και εύχομαι ότι κάποτε, όσοι τον έζησαν από κοντά, θα γράψουν σε βιβλίο, όλες τις αστείες ιστορίες του. Αιωνία η μνήμη σου “Βούργια” μας.
ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΜΕ ΚΡΗΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ:
Η σάτιρα βασίζεται στα έξυπνα σχόλια, τα υπονοούμενα, τους υπαινιγμούς και στη χρήση ειρωνείας. Ουσιαστικά είναι ένα από τα πιο ισχυρά όπλα κάθε συγγραφέα, στρεφόμενα ενάντια στην ανθρώπινη συμπεριφορά, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Από παλιά, αυτό το λογοτεχνικό είδος, είχε σκοπό να καυτηριάσει με στοιχεία κυρίως κωμικά και παραμορφωτικά, ανθρώπινα ελλατώματα και ατέλειες.
Στην εποχή μας, που το γέλιο, αυτή η έκφραση χαράς, είναι είδος προς εξαφάνιση, οι σατιρικές μαντινάδες της Κρήτης, γραμμένες με την ντοπιολαλιά του νησιού, μετριάζουν το άγχος, προκαλώντας ψυχική ευφορία και πολύ γέλιο!
Και σύρριζα ανέ κοπεί, τσι πεθεράς η γλώσσα,
θα μάθει νοηματική, να λέει άλλα τόσα.
Στο γάμο τόνισε ο παπάς, ουδείς μη χωριζέτω,
κι η νύφη εσυμπλήρωσε, τσι πεθεράς μου πέτο.
Ειρήνη είχαμε στη γη, μα ‘ρθάνε πεθεράδες,
και βάλανε σε ταραχτά, νύφες, γαμπρούς, μανάδες.
Καλλιά ‘χα Μαριγούλα μου, να πλέκω παρασύρες,
παρά να με φιλήσουνε, του Νικολή οι αχείλες.
Ούλοι οι γιατροί φωνιάζουνε, το λάδι σας παχαίνει,
καιρός να τους ακούσομε, εδά που ακριβαίνει.
Είχα μεγάλο έρωντα, τσ’ ελιάς στο μάγουλο σου,
κι απής το λάδι ακρίβυνε, υμνώ το λιόφυτο σου.
Πιωμένο με βλοήσανε, ένα Σαββάτο βράδυ,
για προίκα ένα γάιδαρο και μια ντενέκα λάδι.
Μικιό με πέμπανε να δω, ο μούστος άνε βράζει,
κι όλο θωρώ στον ύπνο μου, μια κάνουλα να στάζει.
Φανούριε μου Άγιε, θα στο χρωστώ για χάρη,
φανέρωσε μελιτακιά, να κλέψω λίγο στάρι.
Με τατουάζ γεμίζουνε το σώμα οι ανθρώποι,
και πίνακες κινούμενους, γεμίσανε οι τόποι.
Σαφή φορώ τα σώρουχα, ολάκερη βδομάδα,
και άδικα βουρλίζεται, πως έχω φιλενάδα.
Στο “ΚΑΣΤΡΟ” εξηλώσανε τις έντεκα κρεμάλες,
και σκιάζομαι ο δήμαρχος, μη θεμελιώσει άλλες.
Εμπίτισενε το νερό, να μη το σπαταλούμε,
το καζανάκι μια φορά, τη μέρα να τραβούμε.
Σε αγγελία έγραψα, γαίδαρο ν’ αποχτήσω,
απής μ’ απαγορέψανε, μπλιό να μην οδηγήσω.
Η μάνα όντε με βύζαξε, κρασί ‘χένε πιωμένο,
κι εδά μ’ αρέσει το κρασί, με γάλα αραιωμένο.
Εμύρισεν αρισμαρής κι είπα πως ψήνεις ψάρια,
μα ήτονε Σαρακοστή κι έφαγα σαλιγκάρια.
Δε σταματά η πείνα μου, με ένα τσουβάλι βλήτα,
όξω να φάω για αρχή, σουβλάκι και μια πίτα.