
Γράφει στην ΑΝΩΓΗ, η Ρένα Πασπαράκη-Χαλεβελάκη,
νύφη του Παύλου Πασπαράκη (Καραμπάτου)
Στη μνήμη του Παύλου Πασπαράκη (Καραμπάτου),
που πρόσφατα «έφυγε» από κοντά μας.
Είναι αλήθεια πολύ οδυνηρό να μετράς κάθε τόσο απώλειες αγαπημένων σου προσώπων, όπως συμβαίνει τον τελευταίο καιρό στην ευρύτερη οικογένειά μας, αφού πριν περίπου τέσσερις μήνες «έφυγε» στα μισά χρόνια της ζωής του απρόσμενα, πρόωρα και άδικα ο Γιώργος, ο γιος των αδερφών μας Κώστα και Χρύσας. Ένα παλληκάρι ευφυές, χαμηλών τόνων, σοβαρό, συνετό και μετρημένο, με λεπτούς και ευγενικούς τρόπους, πολύ μορφωμένο, με σπουδές στην Αγγλία στον τομέα της ρομποτικής.
Και τώρα πάλι, πριν από δέκα περίπου ημέρες, έφυγε για το μεγάλο, το χωρίς γυρισμό ταξίδι του, ο καπετάνιος μας, ένας ακόμη λεβέντης της οικογένειας μας, ο αγαπημένος μας αδερφός Παύλος Πασπαράκης.
Τον Παύλο τον γνώρισα πάνω στα νιάτα του και ήταν ένας εντυπωσιακός, ψηλός, λεβεντόκορμος, δυναμικός, ωραίος και λαμπερός νέος! Ήταν ακόμα άνθρωπος με παραδοσιακές αρχές και αξίες, φιλότιμος, φιλόξενος, κοινωνικός, μερακλής, χουβαρντάς και δοτικός, αφού βοηθούσε και εξυπηρετούσε με ποικίλους τρόπους συνανθρώπους μας. Μα ήταν δοτικός και σε συναισθήματα, αφού ποτέ ο πόνος και η χαρά των άλλων δεν τον άφηναν ασυγκίνητο και -ιδιαίτερα μετά τη συνταξιοδότησή του- έτρεχε παντού.
Ήταν το τελευταίο παιδί της πολυμελούς και εκλεκτής οικογένειας του Βασίλη Πασπαράκη (Καραμπάτου), μιας οικογένειας που είχε ξεχωριστή θέση στην κοινωνία για την αξιοπρέπεια, το ήθος και την παιδεία των παιδιών της, για την επαγγελματική αναγνώριση και καταξίωσή τους. Από μικρά ήταν όλα παιδιά γερά, ανθεκτικά και ωραία, γεμάτα σφρίγος και ζωντάνια και ξεχώριζαν παντού: στα γράμματα, στον αθλητισμό, στον χορό και σε κάθε άλλη δραστηριότητα. Γι’αυτό όλη η κοινωνία και ιδιαίτερα της Μεσσαράς και των Ανωγείων τα αναγνώριζε και τα αγαπούσε. «‘Εμείς τα Πασπαράκια τα λατρεύαμε, γιατί τιμούσαν τον τόπο μας με ποικίλους τρόπους», μου είχε πει κάποτε ο αείμνηστος καλλιτέχνης Λεωνίδας Κλάδος.
Η οικογένειά τους είχε έναν αέρα, μια δυναμική και πρόοδο τέτοια που κανένας δεν μπόρεσε να την ανακόψει. Μπορεί να κλονίστηκαν από τις τραυματικές εμπειρίες και καταστάσεις, που στη συνέχεια βίωσαν, αλλά δεν πτοήθηκαν, γιατί είχαν την αγάπη και την στήριξη του κόσμου, που στάθηκε δίπλα τους. Μα είχαν και γονείς με ορθολογική σκέψη και κρίση, οι οποίοι με όλη τη δύναμη της ψυχής τους ώθησαν τα παιδιά τους στον δρόμο της ζωής, του φωτός, της παιδείας και της δημιουργίας και όχι στο έρεβος και στο σκότος.
Απόφοιτος της Σχολής εμποροπλοιάρχων ο Παύλος, αφού πέρασε με επιτυχία όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας του δύσκολου και επικίνδυνου επαγγέλματος του ναυτικού, έγινε καπετάνιος. Για να το επιτύχει όμως αυτό εργάστηκε πολύ σκληρά και κάτω από αντίξοες συνθήκες, κόντρα στους ανέμους και στις φουρτουνιασμένες θάλασσες, ιδιαίτερα όταν υπηρέτησε πάνω από δέκα χρόνια στην υπερπόντια ναυσιπλοΐα. Τότε βίωσε την πίκρα, τη μοναξιά και την μονοτονία της ζωής του ναυτικού, έζησε δύσκολους αποχωρισμούς και ένοιωσε έντονη τη νοσταλγία της επιστροφής στην πατρίδα και στην οικογένειά του. Στα τελευταία όμως 20 χρόνια, όταν πέρασε στην ακτοπλοΐα, τότε πλέον μπορούσε να απολαμβάνει τη ζεστασιά και την αγάπη της οικογένειάς του και να χαίρεται στιγμές που στο παρελθόν είχε στερηθεί. Άνθρωπος με υψηλό αίσθημα ευθύνης ο καπετάνιος μας κρατούσε σταθερά το πηδάλιο με τα δυνατά και στιβαρά του χέρια και μόνη του έγνοια ήταν να μην κινδυνέψει εξαιτίας του κανένας συνάνθρωπός μας.
Ως καλός και υπεύθυνος πολίτης, ο αδελφός μας παρακολουθούσε πάντοτε από κοντά τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, σκεφτόταν και εκφραζόταν ελεύθερα, συμμετείχε στα κοινά και χωρίς ιδεοληψίες και αγκυλώσεις αγωνιζόταν με πάθος κάθε φορά για την ανάδειξη του καλύτερου και ικανότερου, που θα μπορούσε να σηκώσει τούτη την πατρίδα λίγο ψηλότερα. Κι αυτό γιατί ο πατέρας τους- που υπηρέτησε την πατρίδα εκείνους τους δύσκολους καιρούς για δώδεκα χρόνια – ως φανατικός Βενιζελικός και για μεγάλο διάστημα μέλος της προσωπικής φρουράς του Παύλου Γύπαρη, είχε γοητεύσει τα παιδιά του, με τις αφηγήσεις του για τον Εθνάρχη και τα είχε γαλουχήσει με φιλελεύθερες και δημοκρατικές ιδέες.
Παρότι ήταν καλοστεκούμενος και λεβέντης, ο Παύλος έφυγε στα 78 του, γεγονός που μας θλίβει ιδιαίτερα, γιατί είχε ακόμα ζωή μπροστά του. Όμως μας παρηγορεί η σκέψη πως έζησε μια ζωή «γεμάτη» και «έφυγε πλήρης» και ευχαριστημένος, αφού πραγματοποίησε τα όνειρα και τους στόχους ζωής κάθε επιτυχημένου και ολοκληρωμένου ανθρώπου. Και αυτό γιατί, πέρα από την επαγγελματική και κοινωνική του καταξίωση, δημιούργησε, μαζί με την άξια και αφοσιωμένη στην οικογένειά της σύζυγό του, Ρίτσα, μια πολύ ωραία οικογένεια. Είδαν τα παιδιά τους φτασμένους επιστήμονες να σταδιοδρομούν με επιτυχία και τα δύο πρώτα εγγόνια τους ωραίους έφηβους νέους και με σπουδές αξιοζήλευτες και αυτά. Είχε ακόμη ο Παύλος την ευτυχία να δει να μεγαλώνει ο συνονόματος διάδοχός του και συνεχιστής του καλού ονόματός του! Ταξίδεψε σε πολλά μέρη του κόσμου, γνώρισε άλλες πολιτείες, άλλους ανθρώπους και πολιτισμούς και πήρε μαζί του μνήμες και εικόνες όμορφες, που τον συνόδεψαν ως το τέλος της ζωής του! Και επιπλέον στα δυο χρόνια της σκληρής δοκιμασίας του στάθηκαν δίπλα του με περίσια αγάπη και φροντίδα η αγαπημένη σύζυγος του Ρίτσα και τα παιδιά του, που δεν έλειψαν λεπτό από κοντά του. Ο Παύλος ακόμη έδωσε και πήρε πολλή αγάπη από τον κόσμο και άφησε το ωραίο αποτύπωμα του στον νου και την καρδιά όλων μας.
Αδελφέ μας, δε θα ξεχάσουμε ποτέ τη λαμπερή παρουσία σου, τις μικροχαρές που ως οικογένεια μοιραστήκαμε και τις συγκινήσεις που όλοι μαζί ζήσαμε! Με αυτές τις αναμνήσεις από το παρελθόν θα προσπαθήσουμε όλοι και ιδιαίτερα η οικογένειά σου να απαλύνουμε τον πόνο της απώλειάς σου και να κρατήσουμε ζωντανή την εικόνα και τη μνήμη σου! Κι όσο κι αν κάθε στιγμή της ζωής μας που περνά είναι και βήμα προς τον θάνατο κι όσο κι αν ο θάνατος είναι η πιο δυσάρεστη και οδυνηρή πλευρά της ζωής, παρηγοριά και ελπίδα μας είναι οι σκέψεις πως μπορεί με αυτόν να ανοίγει απλά η πόρτα σε μια ζωή πιο ήρεμη, πιο όμορφη, πιο φωτεινή και αιώνια και πως ίσως κάπου εκεί στους κήπους του Παραδείσου θα βρεθούμε και πάλι με τους αγαπημένους μας. Εκεί θα περιμένουν κι εσένα γονείς και αδέλφια και μεγάλη παρέα μερακλήδων, συγγενών, γνωστών και φίλων, αγαπημένε μας αδελφέ Παύλο.
Καλό σου ταξίδι, καπετάνιε μας!
Θα είσαι πάντοτε στην σκέψη μας και στην καρδιά μας!
Με την ευκαιρία θα ήθελα να ευχαριστήσω όλη την πατρική οικογένεια του συζύγου μου για την αδελφική αγάπη, την ευγένεια και τον σεβασμό που έδειξαν σε μένα και τα αδέλφια μου, που κι αυτά επίσης σας αγαπούν, σας εκτιμούν και σας θαυμάζουν όλους απεριόριστα.
Σημείωση: Ο Παύλος Πασπαράκης “έφυγε” από τη ζωή στις 8 Φεβρουαρίου 2024 σε ηλικία 78 ετών.
Στη μνήμη του Παύλου Πασπαράκη (Καραμπάτου) η οικογένεια του Δημητρίου Πασπαράκη εισέφερε στην ΑΝΩΓΗ το ποσό των 100 ευρώ για τις ανάγκες της ηλεκτρονικής μας έκδοσης και του Εργαστηρίου Γνώσης, Ιστορίας και Πολιτισμού της ενορίας του Αγίου Γεωργίου στο Μεϊντάνι, Τους ευχαριστούμε θερμά. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.