Μεγάλη Παρασκευή, ξημερώματα. Οι γυναίκες κάθε ενορίας μαζεύονται στην εκκλησία και στολίζουν τον Επιτάφιο και τον Σταυρό. Τα μοιρολόγια της Παναγίας όπως τα βρίσκουμε στα Ανώγεια:

 “Παρισταμένη στο σταυρό, η Πάν αγνός Μαρία
και Θεοτόκος Δέσποινα, και του Παντός Κυρία.
Και βλέπουσα κρεμάμενο, στο ξύλο το Σωτήρα,
και ποιητή του Ουρανού, κι όλου του Κοσμοτήρα.
-Ποιός θα μου στάξει μια σταλιά, νερό στην κεφαλή μου
να κλάψω τον γλυκύτατο, καί τον Μονογενή μου.
Μητέρες πού ʼχετε παιδιά, ελάτε κλάψετέ με,
το τέκνο μου σταυρώσανε, παρηγορήσετέ με!

 

-Θωρώντας τόνε στο σταυρό, αρχίνησε να κλαίει

και λόγια λυπητερά, προς τον υιό της λέει.

-Ω τέκνο μου γλυκύτατο, πολυαγαπημένο,

πώς υπομένεις στο σταυρό, θάνατο οδυρμένο.

Ω ουρανοί χαλάσετε, πλακώσετε τη μάνα,

πού διά πίκρες και καημούς, την γέννησεν η Άννα.

Ω τέκνο μου γλυκύτατο, υιέ μου αγαπημένε,

μονογενή μου ακριβέ, πολύ κανακεμένε.

Τέκνο μου γιατί κρέμεσαι, εις το σταυρό επάνω,

και δε μπορώ να ʼρθω και γώ, μαζί σου να πεθάνω.

Ναι τέκνο μου γλυκύτατο, και αντί να σ’ αγαπώσι,

για τα καλά που έκαμες, εις το σταυρό κρεμώσι.

Ήρθε μαχαίρι ξαφνικό, και μπήκε στην καρδιά μου,

να χωριστώ το τέκνο μου, που ήταν συντροφιά μου.

Ναι τέκνο μου γλυκύτατο, σαν τη δική σου πίκρα,

και τα πολλά σου βάσανα, αλλού δεν εφανήκαν.

Δίχως να φταίξει τίποτα, σε μένα η ψυχή σου,

και πίκρα δεν εβρέθηκε, ωσάν την αδική σου.

Και πώς να μην πικραίνομαι, η παραπονεμένη,

οπού θωρώ πώς έμεινα, και ορφανή και ξένη.

Πού είχα υιό αγαπητό, πολύ κανακεμένο,

και τον χωρίσαν από με, και τον ʼχουν σταυρωμένο.

Πού είναι υιέ μου οι φίλοι σου, και πού ʼναι οι μαθητές σου,

όλοι σε αρνηθήκανε, ευθύς και φύγανέ σου.

Ας είχε βγάλω δάκρυα, ποτάμι για να δώσω,

την θλίψη μου την άμετρον, να τήνε φανερώσω.

Τα μέλη μου όλα τρέμουνε, ως τρέμουν τα καλάμια,

και τρέχουνε τα μάτια μου, ως τρέχουν τα ποτάμια.

Διά τα πάθη σου υιέ, Θεέ μου, Πλαστουργέ μου,

έχω ρομφαία στην καρδιά, Θεέ και Κύριέ μου.

Πού ʼναι Θεέ το κάλλος σου, και πού ʼναι η ωραιότης,

η όψη σου η θεϊκή, και η Θεία σου φαιδρότης.

Δε σε γνωρίζω τέκνο μου, γιατί ʼναι ματωμένα,

τα μέλη σου τα τρυφερά, τα καταξεσκισμένα.

Το τέκνο μου σταυρώσανε, οι άνομοι Εβραίοι,

αδίκως για το φθόνο τους, οι πίβουλοι Ιουδαίοι.

Ποιός σου την επροξένησε, σταυρέ την τόση χάρη,

ν’ απλώσει ο Κύριος σε σέ, και θάνατο να πάρει.

Ποία χαρά απήλαυσα, εκ της γεννήσεώς σου,

και τώρα θλίψεις στεναγμούς, και φθόνο των εχθρών σου.

Και πού να κλίνω κεφαλή, και πού να βρω ελπίδα,

και μια μικρή παρηγοριά, για τον καημό που είδα.

Σκότος με καταπλάκωσε, και τύφλωσε το φως μου,

τα γόνατά μου εκόπηκαν, και χάθη ο λογισμός μου

 

Εσένα είχα τέκνο μου, ελπίδα προστασία,

και σήμερα η καρδία μου, έχει μεγάλη εστία.

Αλίμονο, αλίμονο, σε μένα την αθλία,

το θάρρος μου είχα τέκνο μου, να σ’ έχω συντροφία.

Τα σφάλματα είναι αφορμή, κι απέθανε ο υιός μου,

με τέτοιο θάνατο κακό, πού ήτονε το φώς μου.

Τούτους τους πόνους τσ’ έλπιζα, τέκνο μου από σένα;

Για να θωρώ τα χέρια σου, στο ξύλο σταυρωμένα;

Ναι Ιησού μου ποθητέ, υιέ αγαπητέ μου,

τα λόγια όπου σου μιλώ, όλα υπάκουσε μου.

Ναι Ιησού μου ταπεινέ, υιέ μου αγαπημένε,

τα μάθια σου τα άγια, στρέψου σε με και ιδέ με.

Λυπήσου με τη μοναχή, την πονεμένη υιέ μου,

λόγο από τα χείλη σου, της ξένης μίλησέ μου.

Λάλησε τέκνο λάλησε, δώς μου παρηγορία,

πανέσπλαχνε λυπήσου με, την ταπεινή Μαρία.

Τί τέκνο άλλο μόνο εσέ, ελπίδα και ζωή μου,

σκέψη μου και παρηγοριά, άνεση και πνοή μου.

Ακούεις, άκου ω υιέ, βλέπεις την σύν μητέρα,

που βρίσκεται στο πλάι σου, στη δεξιά σου χέρα.

Και δεν ανοίγεις ω υιέ, τα μάθια τα δικά σου,

να μου μιλήσεις της φτωχής, πού βρίσκομαι κοντά σου.

Και δεν ανοίγεις ω υιέ, το άγιο σου στόμα,

να μου μιλήσεις της φτωχής, προτού να μπεις στο χώμα.

-Άνοιξε δε ο Ιησούς, τους οφθαλμούς και είδε,

πώς έκλαιγε η μητέρα του, κι αυτός με πόνο είπε.

Διψώ και δώστε μου νερό, λιγάκι εις το στόμα,

κι η γλώσσα μου ξεράθηκε, τα χείλη και το σώμα.

-Χολή και όξος τέκνο μου, σήμερα σε ποτίζουν,

και μένα δε την ταπεινή, τα σωθικά θερίζουν.

Χριστέ μου δεν τονε βαστώ, τον άδικο χαμό σου

τον σταυρικό σου θάνατο, και τον οδυνισμό σου.

Τώρα ποιό θαʼχω συντροφιά, φως μου στην ορφανιά μου,

ούτε γονείς ούτε αδερφούς, διά παρηγοριά μου.

Πώς θα κλιθώ η μοναχή, φως μου να μη σε βλέπω,

μόνο να το συλλογισθώ, παρηγοριά δεν έχω.

Μανάδες που ʼχετε παιδιά, γνωρίζετε τον πόνο,

παιδί να χάσει κάθα μια, και να ʼχει ένα μόνο.

Χριστέ μου ας ήταν δυνατόν, μαζί σου να πεθάνω,

σκοτάδι θα ʼχω ώσπου να ζω, στον κόσμο τον απάνω.

-Και πάλι έκραξε ο Χριστός, φωνή προς τον πατέρα,

και κλείνοντας τους οφθαλμούς, παρέδωσε το πνεύμα.

Η δε μητέρα έψελνε, ως παραθλιβομένη,

την κεφαλή χτυπά στη γη, και το κορμί της δέρνει.

Ω τέκνο μου γλυκύτατο, πολυαγαπημένο,

και πως θωρώ και σ’ έχουνε, στο ξύλο σταυρωμένο.

Και σεις βουνά χαλάσετε, όρη πλακώσετε με,

μανάδες λυπηθείτε με, και όλοι πονέσετε με.

Διότι εχωρίσθηκα, έναν υιό και μόνον,

τον Ιησού μου τον γλυκύ, κι έχει η καρδιά μου πόνο.

Άχι και να ʼταν δυνατόν, τον Γαβριήλ να είδω,

που μου ‘πε το χαιρετισμό, και μου ʼπε να ελπίζω.

Και δεν μου εφανέρωσε, σαφέστατα να μάθω,

τις θλίψεις και τα βάσανα, που έμελλε να πάθω.

Ω Γαβριήλ Αρχάγγελε, που ʼταν χαριτωμένη,

και η χαρά που μου ʼλεγες, χαίρε ευλογημένη.

Για τον αγαπημένο μου, που ήτανε το φως μου,

και τώρα με εκύκλωσαν, πίκρες όλου του κόσμου.

Εις τον σταυρό απέθανες, για να τους ξαγοράσεις,

να μην τσ’ αφήσεις μοναχούς, τέκνο μου και τσι χάσεις.

Κι έχεις τσ’ αγκάλες σου ανοικτές, και δέχεσαι καθένα,

δέξου και τούτους ω υιέ, και χάρη κάμε εμένα.

Ναι τέκνο μου γλυκύτατο, και σταυρωμένο σ’ έχουν

και οι αγίες σου οι πληγές, νερό και αίμα τρέχουν.

Ναι τέκνο μου γλυκύτατο, και περιπόθητο μου,

και από την λύπη την πολύ, σκοτίζεται το φως μου.

Ως και οι μαθητάδες σου, όλοι τους εχαθήκαν,

και δεν ευρίσκεται κανείς, όλοι διασκορπιστήκαν.

Ο Πέτρος σ’ απαρνήθηκε, ομοίως και οι άλλοι,

Απόστολοι και έφυγαν, με φόβο και με ζάλη.

Έλα αγαπημένο μου, τέκνο μου Ιωάννη

και κλάψε το διδάσκαλο, εσύ και ʼγω ομάδι.

Παρηγορήσετε λοιπόν, την πολυπικραμένη,

μητέρα του δεσπότη σας, και την απορημένη.

Σταυρέ μου Αγιότατε, λυπήσου τον καημό μου,

κλίνε ολίγο προς εμέ, να πιάσω τον υιό μου.

Σκύψε σταυρέ να δυνηθώ, να τονε προσκυνήσω,

τον ποιητή και κτίστη μου, να τον ʼποχαιρετήσω.

Και τι να πω προς σε υιέ, να σ’ αποχαιρετίσω,

παιδί μου η ώρα έφτασε, να φύγω να σ’ αφήσω.

Γιατί φοβούμαι τέκνο μου, από τους Ιουδαίους,

τους γραμματείς και άρχοντες, κι από τους Φαρισαίους.

Μα ήθελα οληνυχτίς, τέκνο μου να σε κλαίω,

να κάθομαι στο πλάι σου, τα πάθη σου να λέω.

Σε κρέμασαν ω τέκνο μου, ωσάν ληστή και σένα,

και δεν εθυμηθήκανε, όσα ʼχεις καμωμένα.

Τούτα και περισσότερα, μετά κλαυθμού βοώσα,

η Θεοτόκος άφωνη, έμενε καθορώσα.

Άσπιλε, Παναμώμητε, άφθορε Παναγία,

απελπισμένη η ελπίς και πάντων σωτηρία.

Δεόμεθά σου Παναγιά, ενός παντός Κυρίου,

ρισθέι Πανάχραντε, και της χαράς εκείνου.

Αξιωθώμεν Δέσποινα, Ανάσταση τη Θεία,

ημέρα τη χαρμόσυνη, και κόσμο Σωτηρία.

 

 

 

Μοιραστείτε το

-

-->