Γράφει στην ΑΝΩΓΗ, ο Γιώργης Ε. Σκουλάς, Καθηγητής Πανεπιστημίου
- Εισαγωγή
Εκείνο που εξετάζουμε εδώ είναι η ιστορική Αλήθεια της Επανάστασης του Ελληνικού Έθνους το 1821 καθώς και ποιο θα μπορούσε να είναι το αίτημα μας μετά από διακόσια χρόνια ελευθερίας. Λέω ιστορική αλήθεια, παραπέμποντας στους κύριους στόχους που έθεσαν οι επαναστάτες και ιδιαίτερα οι πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας οι οποίοι δεν επιτεύχθηκαν όλοι έμειναν ανολοκλήρωτοι. Είναι ωστόσο, η πολυπόθητη και ώριμη απόφαση του ελληνικού λαού το 1821 να θέσει τα θεμέλια ανοικοδόμησης ενός ανεξάρτητου κράτους μετά από τόσους αιώνες υποδούλωσης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η 25η Μαρτίου, είναι συνεπώς ημέρα γιορτής επειδή είναι με εκείνη που αρχίζουν επίσημα οι επαναστατικές επιχειρήσεις αυτού του λαού. Είναι με εκείνη που υλοποιείται στη συνέχεια η κορυφαία πράξη του κυοφορούμενου σχεδίου, ώστε να επιτευχθούν τα οράματα και όνειρα της ελευθερίας που είχαν τόσες γενιές στη διάρκεια της δουλείας.
Γιορτάζουμε συνεπώς, την επέτειο του μεγάλου ξεσηκωμού, αποδίδοντας φόρο τιμής σε εκείνους που ξεδίπλωσαν το ανάστημά τους μπροστά στο κατακτητή, βάζοντας τη μεγάλη αρχή της σύνθεσης ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους που πρακτικά θεωρούνταν πεθαμένη υπόθεση μετά από τόσους αιώνες υποδούλωσης. Σε εκείνους που με το παράδειγμά τους ξαναζωντάνεψαν τις πανάρχαιες ιδέες και παραδόσεις της δημοκρατίας του λαού μας. Το τίμημα ως γνωστό ήταν αρκετά μεγάλο. Χρειάστηκαν αρκετές θυσίες και γενναίες πράξεις με αποφασιστικότητα για την κατάκτηση αυτής της επιδίωξης, αυτού του λαμπρού ανθρώπινου ιδανικού που λέγεται ελευθερία. Γι’ αυτό και τέτοιοι επέτειοι θεωρούνται προσκλητήρια τιμής, συνείδησης, υπερηφάνειας και μνήμης για τις πράξεις εκείνες που δημιουργούν ιστορία. Είναι μέρα περισυλλογής και αξιολόγησης του καθενός μας τόσο για τη γενιά του, όσο και για τις άλλες για το τι έκαναν στο πέρασμά τους. Ωστόσο, εδώ πρόκειται για πράξεις παρελθόντος που αποκαλούνται ιστορία. Μάλιστα ένδοξη ιστορία και απαιτείται εξιστόρηση των πραγματικών γεγονότων και περιφρούρηση της αλήθειας αφού στεκόμαστε διαλεκτικά και ερμηνευτικά απέναντι σε αυτά τα γεγονότα, έτσι που να γίνεται υποθήκη του καθενός με αταλάντευτη ιστορική συνείδηση, ώστε να αντλεί διδάγματα για το παρόν.
Ας δούμε όμως, σε μια σύντομη επισκόπηση, αν διατηρούμε τις ιστορικές μνήμες της φυλής μας ως υποθήκη μας και τι ακριβώς διδάσκει η Επανάσταση του 1821. Εξετάζοντας τους στόχους που αρχικά μπαίνουν στην επανάσταση κι αν αυτοί ολοκληρώθηκαν μέχρι σήμερα, διασταυρώνουμε τις απόψεις ιστορικών, όπως Ν. Σβορώνου, Τ. Βουρνά, Ν. Μουζέλη, Ι. Κορδάτου και Παπαρηγόπουλου. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, η εξέγερση του 1821 ήταν λαϊκή κι έγινε εναντίον της τυραννίας αποσκοπώντας να πραγματοποιήσει ταυτόχρονα και αδιαίρετα την εθνική ανεξαρτησία και τη λαϊκή κυριαρχία υλοποιώντας τις δημοκρατικές παραδόσεις του λαού μας από την αρχαιότητα. Η εξέγερση αυτή εντούτοις, με τον περίπλοκο χαρακτήρα που τη διακρίνει, όπου ήταν στην ουσία αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης του ίδιου του λαού που εξεγείρεται, φανέρωσε στο ίδιο το έθνος όλα τα ουσιαστικά προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει και που ορισμένα περιμένουν ακόμα και σήμερα τη λύση τους. Γι’ αυτό κι ο τίτλος του κειμένου δίνει έμφαση στην αλήθεια του ξεσηκωμού η οποία παραπέμπει στους βασικούς στόχους της Επανάστασης και τα οράματα των πρωτεργατών της Φιλικής Εταιρείας.
- Στόχοι Επανάστασης & Συνθήκες
Οι στόχοι αυτοί ήταν: 1. Πρώτον, να δοθεί λύση στο εθνικό θέμα, 2. Δεύτερον, λύση στο κοινωνικό, 3. Τρίτον, λύση στο πολιτικό και 4. Τέταρτον, λύση στο γλωσσικό. Το πρώτο ζήτημα αφορούσε στη λύτρωση όλων των ελληνικών εδαφών. Το δεύτερο, στη δίκαιη κατανομή των εθνικών γαιών στους αγρότες ακτήμονες, αφού αυτές οι γαίες απελευθερώνονται από τον κατακτητή άρα γίνονται εθνικές. Το τρίτο, στη συγκρότηση ενός κράτους δικαίου με δημοκρατική λειτουργία και εκπροσώπηση όλων των κοινωνικών στρωμάτων σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη μορφή ολιγαρχικής ή μοναρχικής εξουσίας. Το τέταρτο ζήτημα, παρέπεμπε στην ενότητα του λόγου γραπτού και προφορικού και στην τελική καθιέρωση της λαϊκής ελληνικής δημοτικής γλώσσας ώστε να πάψει να αιμορραγεί η πληγή στο κορμί της φυλής μας. Μια σύντομη εξέταση της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας δείχνει πως από την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ίσως και πιο πριν και σ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας μέχρι τον 19ο αιώνα και ως σε ένα σημείο μέχρι και σήμερα, το καίριο πρόβλημα μας παραμένει το εθνικό. Τέτοιο ζήτημα έχει διπλή σημασία: Την απελευθέρωση όλων των ελληνικών εδαφών ώστε να δημιουργηθεί ένα κράτος ελεύθερο και κυρίαρχο από τη μια, και από την άλλη, την εδραίωση ενός ανεξάρτητου κοινωνικού βίου απερίσπαστου δίχως υποτέλεια σε ξένες επεμβάσεις ή συνταγές. Τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα επομένως, είναι στενά δεμένα στο σημαντικό εθνικό πρόβλημα που σημάδεψε για πολύ καιρό την ελληνική ιδεολογία. Σε όλη όμως τη διάρκεια αυτής της δουλείας, η μαχητικότητα του λαού μας ενάντια στην τυραννία χαρακτηρίζεται από μια ενεργητική αλλά και παθητική αντίσταση.
Τέτοια αντίσταση παίρνει διάφορες μορφές που προσδιορίζονται από τις ιδιαίτερες συνθήκες διαβίωσης των κοινωνικών ομάδων που την εξέφραζαν ή που την ενσάρκωναν. Η ελληνική κοινωνία σε αυτή την περίοδο, παρέμενε αγροτική, παρατείνοντας τις μεσαιωνικές κοινωνικές δομές της ως τα μέσα του 18ου αιώνα. Οι κατακτητές καρπώνονταν μεγάλο τμήμα της γης είτε ως τιμάρια τα ονομαζόμενα ζιαμέτια που ήταν ένα είδος στρατιωτικών φέουδων, είτε ως τσιφλίκια που ήταν γεωργική εκμετάλλευση μεγάλης έκτασης γης καλλιεργούμενη από δουλοπάροικους. Εκτός όμως από τους τούρκους, οι άρχουσες ομάδες των ελλήνων που ξεχωρίζουν ήταν από τη μια ο ανώτερος κλήρος στον οποίο οι κατακτητές είχαν παραχωρήσει αρκετά προνόμια και από την άλλη τα απομεινάρια της βυζαντινής αριστοκρατίας συγκεντρωμένα γύρω από το πατριαρχείο που ασκούσαν διάφορα αξιώματα όσα προορίζονταν δηλαδή για τους λαϊκούς. Αυτή η ομάδα είχε τη δυνατότητα μιας καλής παιδείας και την εκμάθηση ξένων γλωσσών και απ’ αυτήν στρατολογούσε η κατοχική διοίκηση τους υπαλλήλους που της ήταν απαραίτητοι για τις εξωτερικές υποθέσεις. Αυτή η ομάδα εξελίχθηκε σε κλειστή κάστα τους ονομαζόμενους Φαναριώτες.
Ωστόσο, χάρη στην κοινοτική αυτοδιοίκηση που εφάρμοζαν οι τούρκοι για τους υπηκόους μωαμεθανούς, σχηματίστηκε στις επαρχίες με τον καιρό ένα σώμα προκρίτων. Το σώμα αυτό ήταν οι δημογέροντες των κοινοτήτων αποκαλούμενοι κοτζαμπάσηδες οι οποίοι μεταξύ άλλων φρόντιζαν να δίνεται ο φόρος στην Πύλη χωρίς να φορολογούνται οι ίδιοι. Διορισμένοι ή εκλεγμένοι, με περιορισμένο δημοκρατικό σύστημα, αυτοί οι άρχοντες κατέληξαν να σχηματίσουν μια άλλη μερίδα κοινωνικής τάξης. Έτσι, βλέπουμε να δημιουργείται μια ετερογενής κοινωνική τάξη που έχει ωστόσο κοινά σημεία και είναι αποτέλεσμα των παραπάνω αυτών κυρίαρχων ομάδων. Έχουν κοινό τον οργανικό δεσμό με τη διοικητική μηχανή των κατακτητών αφενός και αφετέρου την λίγο-πολύ κοινή οικονομική βάση. Αυτή η οικονομική βάση ήταν η κυριότητα της γης. Ιδιαίτερα η εκκλησία ήταν ο σπουδαιότερος ιδιοκτήτης γης στην περίοδο της Οθωμανικής κατοχής πετυχαίνοντας να διατηρήσει το μεγαλύτερο μέρος των αγαθών που κατείχε στην βυζαντινή εποχή. Ενώ τον κύριο όγκο του πληθυσμού τον αποτελούσαν οι αγρότες που ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία ακτήμονες, δουλοπάροικοι και κολίγοι. Εδώ πρέπει να αναφερθεί η εμφάνιση μιας άλλης κοινωνικής τάξης από τα μέσα του 18ου αιώνα, αυτής της εμπορικής αστικής τάξης. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους: Πρώτον στην ξαφνική επέκταση του δυτικού εμπορίου και στην άμεση αντανάκλασή του στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεύτερον, στις διάφορες εξεγέρσεις των πασάδων που διοικούσαν τις νότιες περιφέρειες αναγκάζοντας έτσι τους ευρωπαίους να εγκαταστήσουν τα εμπορικά τους κέντρα βορειότερα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο νέος εμπορικός άξονας περνάει από τις ελληνικές περιοχές. Έτσι, μέσα από αυτές τις συγκυρίες οι έλληνες ως λαός ναυτικός εκμεταλλεύεται την ευκαιρία αυτή και εξελίσσονται από υπάλληλοι στην αρχή και μεσάζοντες των ξένων εμπόρων, σε ανεξάρτητους εμπόρους αργότερα. Στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, αυτοί οι έμποροι είχαν φτάσει στο σημείο να ανταγωνίζονται επαρκώς πια τους ξένους εμπόρους. Έτσι δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ελλάδα μια νέα κοινωνική τάξη η αστική, με ιδιαίτερο χαρακτήρα, που βάζει τη σφραγίδα της ιδιορρυθμίας στην κατοπινή καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη του τόπου. Για το ποια στάση όμως κράτησε κάθε μια από τις ομάδες αυτές απέναντι στο καίριο πρόβλημα που έθετε η τυραννία είναι ερώτημα μείζονος σημασίας. Σε όλους τους προηγούμενους αιώνες μέχρι και το τέλος του 18ου αιώνα, η ιδιαίτερη φροντίδα της εκκλησίας ήταν να διαφυλάξει την ορθοδοξία που συγχεόταν με το έθνος, προσφέροντας με την έννοια αυτή τις υπηρεσίες της στη λύση του εθνικού προβλήματος.
Επομένως, σ’ όλη αυτή την περίοδο, η εκκλησία και ιδιαίτερα ο μεγάλος κλήρος βρίσκεται επικεφαλής μιας παθητικής αντίστασης που παίρνει συχνά μια κάποια ενεργητική μορφή στο να περιορίζει τον εξισλαμισμό δημιουργώντας παντού σχολεία. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, αναντίρρητα η εκκλησία διατηρεί σ’ αυτές τις περιόδους μεγάλη δύναμη και αποτελεί το ηθικό συνεκτικό στοιχείο όλου του έθνους. Η πραγματική όμως πολιτική δύναμη, κατά τον Βουρνά και Σβορώνο, περνάει στους φαναριώτες και στους πρόκριτους που δημιουργούν στα πλαίσια της κατοχής ένα είδος κατεστημένου. Η νέα αστική εμπορική τάξη ορθώνεται τώρα ενάντια τους για να διεκδικήσει και αυτή την θέση της στη καθοδήγηση του έθνους. Οι διάφοροι ανταγωνισμοί μεταξύ τους καταλήγουν σε πραγματικές πολιτικές διαμάχες ακόμη και κοινωνικές που παίρνουν ενεργό μέρος οι διάφορες συντεχνίες των βιοτεχνών των εμπόρων των ναυτικών και ένα κάποιο πλαισίωμα από αγρότες. Αυτές οι διαμάχες είχαν σαν αποτέλεσμα σε διάφορες περιοχές, μερικές εξεγέρσεις ενάντια στις ελληνικές αρχές που βρήκαν κάποιες αποδεκτές λύσεις. Οι μεταλλαγές συνδέονται στις αρχές του 19ου αιώνα με μια πνευματική ανανέωση και κάποιο ξεκαθάρισμα της ιδεολογίας, αποτέλεσμα μιας πνευματικής μάχης μεταξύ προοδευτικών και αντιδραστικών ιδεών, αυτό που ονομάζουμε «νεοελληνική αναγέννηση». Από την άλλη, η αυθόρμητη αντίσταση των αγροτών από την αρχή κιόλας της τουρκικής κατοχής, εξελίσσεται σε ένα κίνημα όλο ένα και πιο ισχυρό έξω από την ελληνική και τουρκική διοίκηση. Πρόκειται για το αντάρτικο κίνημα των κλεφτών που, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των κατοχικών αρχών, δεν μπόρεσαν ποτέ να το υποτάξουν. Γι’ αυτό το λόγο, ενσωμάτωσαν ορισμένες ομάδες ανταρτών σε ειδικό στρατιωτικό αστυνομικό σώμα, τους ονομαζόμενους «αρματολούς», όπου υπηρετούσαν μόνο χριστιανοί επιφορτισμένοι με την ευθύνη για την τήρηση της τάξης στην ύπαιθρο.
Ωστόσο, παρά το πέρασμα από τη μια στην άλλη ομάδα ή και αντίστροφα, το γνωστό είναι ότι το αντάρτικο κίνημα των κλεφτών ήταν το κίνημα εκείνο που ενσάρκωνε την ένοπλη αντίσταση του έθνους και συγχρόνως τις κοινωνικές διεκδικήσεις του υπόδουλου λαού. Αλλά χωρίς να έχει κάποια οργάνωση σε εθνικό επίπεδο και χωρίς ξεκάθαρη ιδεολογία δεν μπορούσε να απειλήσει σοβαρά τη διοίκηση του κατακτητή. Αυτό που έκανε ήταν ότι βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλο κίνημα για να διατηρηθεί η εθνική συνείδηση και το πνεύμα της εξέγερσης. Παράλληλα με αυτές τις άτακτες επιχειρήσεις και σχέδια των κλεφτών ενάντια στον τουρκικό ζυγό, οι έλληνες διανοούμενοι και έμποροι που ήταν εγκατεστημένοι στα διάφορα μέρη της Ευρώπης, διαποτίζονται από τις επαναστατικές και φιλελεύθερες ιδέες που διαδόθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση. Το πνεύμα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού περνά και από την υπόδουλη Ελλάδα μέσω του απόδημου ελληνισμού. Η εθνική ιδεολογία συνεπώς, εμπλουτίζεται με νέο πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο. Οι αντικειμενικοί σκοποί αυτής της ιδεολογίας δεν είναι άλλοι από την ανάκτηση της ελευθερίας και τη δημιουργία κυρίαρχου κράτους. Η στρατηγική για την επίτευξη αυτού του στόχου συγκεκριμενοποιείται στο ότι, οι έλληνες μόνοι τους πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία του απελευθερωτικού αγώνα. Ο δρόμος που οδηγεί στην ελευθερία χωρίς περιστροφές είναι επαναστατικός.
3. Ρεύματα της Φιλικής Εταιρίας
Ορισμένες ομάδες ελλήνων, ακολουθώντας το παράδειγμα των μυστικών οργανώσεων της Δυτικής Ευρώπης, άρχισαν να σχηματίζουν παρόμοια κινήματα με προοπτική την προετοιμασία της εξέγερσης. Ο Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής είχε ανοίξει το δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση. Καταστρώνει το μεγάλο σχέδιο της δημοκρατίας των ονείρων του και επεξεργάζεται την πολιτική του διοίκηση εμπνευσμένη από το γαλλικό σύνταγμα του 1793. Παρά την εκτέλεσή του από τους τούρκους στο Βελιγράδι το κίνημα συνεχίζεται. Άλλες οργανώσεις προεκτείνουν το έργο του όπως: η «Εταιρία Φιλόμουσων» που ιδρύθηκε το 1812 στην Αθήνα και το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» που ιδρύθηκε το 1809 στο Παρίσι. Η πιο σημαντική όμως μυστική οργάνωση είναι αυτή της «Φιλικής Εταιρείας» η οποία ιδρύθηκε στην Οδησσό το 1814 και έμελλε να οργανώσει γύρω της όλες τις δυνάμεις του έθνους και να αρχίσει την Επανάσταση.
Εκείνοι που παίρνουν την πρωτοβουλία για την ίδρυση αυτών των μυστικών οργανώσεων είναι έμποροι και οι προοδευτικοί διανοούμενοι. Τα ιδανικά της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής ελευθερίας είναι αδιαίρετα για όλες αυτές τις οργανώσεις. Δεν πρόκειται λοιπόν εδώ, ούτε για την επίσημη ιδεολογία του μεγάλου κλήρου ούτε των φαναριωτών ως κοινωνικής ομάδας, αλλά ούτε και της ιδεολογίας των προκρίτων ή κοτσαμπάσιδων στις επαρχίες. Απεναντίας, κλήρος και πρόκριτοι εκδηλώνουν εχθρική στάση απέναντι σε κάθε κίνημα που είναι ενάντια στις τουρκικές αρχές. Σε πολλές περιπτώσεις οι πρόκριτοι των επαρχιών συμμετέχουν στην καταδίωξη των κλεφτών κυρίως μετά την εξέγερση της Πελοποννήσου το 1770 που καταστέλλεται με αγριότητα. Παρ’ όλα αυτά, η επαναστατική λύση του εθνικού προβλήματος κερδίζει διαρκώς έδαφος και αγκαλιάζεται ολοένα και από πλατύτερα στρώματα του πληθυσμού στις αρχές του 19ουαιώνα. Η μετά Σκουφά εποχή, το 1818, διευρύνει το άνοιγμα της Φιλικής Εταιρείας σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Αυτό σημαίνει, ότι τα ρεύματα που αποτελούσαν την οργάνωση στις παραμονές της Επανάστασης ήταν βασικά τρία. Πρώτον, το δημοκρατικό-αστικό που αποτελεί συνέχεια του κηρύγματος του Ρήγα, στηριζόμενο στις λαϊκές μάζες, στους διανοούμενους απόδημους και στην προοδευτική μερίδα της αστικής τάξης κυρίως στους έμπορους. Εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος ήταν οι: Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Αναγνωστόπουλος, Αναγνωσταράς, Παπαφλέσσας Αντρούτσος και Δημήτρης Υψηλάντης. Δεύτερον, το συντηρητικό-συμβιβαστικό που ανήκε η συντηρητική μερίδα της αστικής τάξης και στην πορεία, συνάπτει συμμαχίες με τους πρόκριτους και τους Άγγλους. Σε αυτό ανήκουν οι Μαυροκορδάτος, Ιγνάτιος, Καρατζάς και οι Κουντουριώτες. Τρίτον, το αντιδραστικό που αποτελείται από τα φεουδαρχικά στοιχεία όπου υπονομεύουν την επανάσταση εκ των έσω, παραμερίζοντας τα λαϊκά στρώματα ώστε η εξέγερση εάν στεφθεί με επιτυχία να μην έχει δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις μετά. Σε αυτό, ανήκουν οι μεγαλο-κοτζαμπάσηδες, όπως: Λόντος, Χαραλάμπης, Νοταράς, Π. Πατρών Γερμανός, Ζαΐμης κ.ά. που με την πολιτική τους οδήγησαν στις εμφύλιες διαμάχες στη διάρκεια της Επανάστασης (1824-26).
Έτσι, παρά τους αλληλοσυγκρουόμενους προσανατολισμούς που διακρίνονται στην Φιλική Εταιρεία όπως, αστικός φιλελευθερισμός, δημοκρατικό ή επαναστατικό πνεύμα ιδιαίτερα ανάμεσα στους διανοούμενους, ολιγαρχικές τάσεις ή όχι στην ένοπλη δράση, ο πυρήνας των Φιλικών κατόρθωσε να βρει την σύνθεση να υπερνικήσει κάθε δισταγμό και να κηρύξει την επανάσταση στις 25 Μαρτίου του 1821. Αναφορά σε γεγονότα, που είναι ήδη γνωστά σε όλους, στα ανδραγαθήματα, στον ηρωισμό και στις θυσίες των επαναστατών, Κολοκοτρώνη, Διάκου, Καραϊσκάκη, Μπότσαρη, Κανάρη, Μακρυγιάννη, Παπαφλέσσα, ή Δημήτρη Υψηλάντη και τόσους άλλους, εδώ δεν θα γίνει. Θα αρκεστούμε στην επισήμανση μερικών βασικών σημείων συνοπτικά. Στις 22 του Φλεβάρη 1821, ο υποστράτηγος του ρώσικου στρατού και υπασπιστής του τσάρου Αλέξανδρος Υψηλάντης αποδεχόμενος την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας μπαίνει στο Ιάσιο ανακηρύσσοντας την έναρξη της Επανάστασης στην Μολδοβλαχία. Αυτό το κίνημα, δυστυχώς απέτυχε να προσεταιριστεί τον ντόπιο πληθυσμό, καταπνίχτηκε γρήγορα και δεν χρησίμευσε παρά ως ένας αντιπερισπασμός για την επανάσταση που ξέσπασε ένα μήνα αργότερα στην Ελλάδα. Παντού οι Επαναστάτες Φιλικοί έπρεπε πρώτα από όλα να υπερνικήσουν τους δισταγμούς ή τις αντιθέσεις των προεστών και κοτζαμπάσηδων. Σε ορισμένα νησιά μάλιστα οι εξεγέρσεις εναντίον των τελευταίων, προηγήθηκαν από τον ξεσηκωμό ενάντια στους τούρκους. Από το 1821 έως 1824, οι επαναστατικές δυνάμεις αποτελούμενες από κλέφτες και παλιούς αρματολούς στη ξηρά, όπως και από εμπορικά νησιώτικα καλά εξοπλισμένα πλοία στη θάλασσα, πέτυχαν αρκετές σπουδαίες νίκες.
Ο αγώνας όμως, που στην αρχή απλώθηκε από την Μακεδονία έως τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, περιορίστηκε πολύ σύντομα μονάχα στην Πελοπόννησο στη Στερεά Ελλάδα, στην Κρήτη, άσχετα αν είναι άγνωστο στην επίσημη ελληνική ιστορία, και τα κοντινά νησιά του Αιγαίου, περνώντας μια κρίσιμη καμπή. Επανάσταση στην Κύπρο δεν ξέσπασε αλλά πλήρωσε ακριβά με αίμα το πολύπαθο αυτό Νησί. Η Επανάσταση στην Κάσσο καταπνίχτηκε. Ενώ οι ιστορικοί όλοι υποστηρίζουν πως η Επανάσταση στην Κρήτη καταπνίχτηκε τον Αύγουστο του 1821, άλλες πηγές τοπικής κρητικής ιστορίας αναφέρουν ότι αναζωπυρώνεται στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1821 και μετά σε τέτοιο βαθμό ώστε να πάρουν όλα εκείνα τα μέρη που είχαν ελευθερώσει ξανά πίσω. Εδώ λοιπόν έχουμε μια ιστορική παραδοξότητα. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν για την κατάπνιξη της Επανάστασης της Κρήτης στα τέλη Αυγούστου, ενώ ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν για την ανάκαμψη της επανάστασης στην Κρήτη και την κατάληψη των εδαφών που είχε πάρει ο εχθρός πίσω από τους επαναστάτες. Τριάντα δύο μάχες διεξάγονται στην Κρήτη μετά τον Σεπτέμβρη του 1821 έως τον Αύγουστο του 1822 όπως αναφέρουν διάφορες πηγές και οι ίδιοι επαναστάτες Φιλικοί όπου δεν αναφέρονται στην επίσημη ελληνική ιστορία.
Ας δούμε όμως τις αδυναμίες που είχε η Επανάσταση στα χρόνια που ακολουθούν. Η Πελοπόννησος στα δύο χρόνια μεταξύ 1825-27 περνά τις πιο δύσκολες στιγμές. Με την πτώση του Μεσολογγίου στα 1826 και της Αθήνας παράλληλα, οι τούρκοι έγιναν κύριοι της Στερεάς Ελλάδας. Παρόλα αυτά, οι επαναστάτες δεν πτοούνται συνεχίζουν ακούραστα το μεγάλο έργο αυτού του αγώνα. Ο Κολοκοτρώνης με τον Δημήτρη Υψηλάντη στην Πελοπόννησο ξεκινούν την μέθοδο νέας στρατολόγησης και αφύπνισης νέων, ώστε να καμφθούν οι προσκυνημένοι στον εχθρό αλλά και να σταματήσει η διαρροή τους προς τις εχθρικές γραμμές. Ο Καραϊσκάκης στη Στερεά, ο Μιαούλης και ο Σαχτούρης στην θάλασσα εμψυχώνουν την αντίσταση. Επειδή όμως μια μελλοντική στρατιωτική λύση δεν φαινόταν σίγουρη, η Αγγλία, Γαλλία, και η Ρωσία, οι δυνάμεις δηλαδή που είχαν άμεσο ενδιαφέρον επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος, αναγκάστηκαν να παρέμβουν για να βρεθεί μία πολιτική λύση σ’ αυτή την σύγκρουση. Κυρίως γιατί κάτι τέτοιο απειλούσε άμεσα τα οικονομικά τους συμφέροντα, την πολιτική ισορροπία και έτσι φαινόταν δύσκολη η αποκατάσταση της ειρήνης στην περιοχή της Μεσογείου.
Γι’ αυτόν το λόγο, έκαναν το 1827 την «Τριπλή Συμμαχία», που ανέλαβε να μεσολαβήσει ανάμεσα στους επαναστατημένους και στην Τουρκική Διοίκηση με σκοπό την αυτονομία της Ελλάδας υπό την υποτέλεια του Σουλτάνου και την ανακωχή του πολέμου. Η Τουρκική Διοίκηση ωστόσο, απέρριψε αυτή την πρόταση όπου προκάλεσε την άμεση ένοπλη επέμβαση των συμμαχικών πλοίων στο Ναβαρίνο στις 20 Οκτωβρίου 1827 και την εξουδετέρωση του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου. Η ελληνική υπόθεση γινόταν πλέον ένα διπλωματικό ζήτημα. Τα γεγονότα που ακολουθούν το αποδεικνύουν. Την παραπάνω ήττα του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου στο Ναβαρίνο το 1827 τη διαδέχεται η μεγάλη ήττα των Τούρκων από τους Ρώσους στον πόλεμο ανάμεσά τους το 1828, που επέβαλλε τη Συνθήκη της Ανδριανούπολης το 1829 με την οποία η Τουρκία πια αναγνώριζε την αυτονομία της Ελλάδας.
Η διορατικότητα εντούτοις του έλληνα επαναστάτη διανοούμενου, που ήταν η ψυχή της Ελλάδας και των λαϊκών μαζών σ’ αυτή τη κρίσιμη στιγμή, διαβλέπει την επερχόμενη αυτή ήττα των τούρκων από τη Ρωσία και ζητά λίγο πριν από τον Καποδίστρια να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο του Κολοκοτρώνη της νέας στρατολόγησης και να συνεχίσει την Επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα μιας κι ο εχθρός με τις δυνάμεις του είχε στραφεί αλλού, δηλ. βόρεια. Στην άρνηση του Καποδίστρια, ο μεγάλος αυτός ήρωας των νεωτέρων χρόνων δεν πτοείται, αναλαμβάνει το έργο της εκκαθάρισης της Στερεάς μόνος του με απανωτές νίκες όπου ολοκληρώνεται με τη μάχη στην Πέτρα της Βοιωτίας στις 24 Σεπτεμβρίου του 1829, τερματίζοντας έτσι τον ένοπλο αγώνα που είχε ξεκινήσει ο αδερφός του Αλέξανδρος οκτώ χρόνια νωρίτερα. Κοντά στο πεδίο της μάχης εκείνης υπάρχει σήμερα χωριό που φέρει το όνομα Δημήτρης Υψηλάντης από τον απλό λαό που ξέρει να αγαπά και να τιμά τους ήρωές του. Ήταν μια ένδειξη τιμής στον δημοκράτη εκείνο ηγέτη που τον περνούν σε δύο αράδες μονάχα τα σχολικά βιβλία της νεώτερης ελληνικής ιστορίας.
Αμέσως μετά από την ρωσική νίκη, απαντά η αγγλική διπλωματία με το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, προτείνοντας τη δημιουργία ενός ελεύθερου ελληνικού κράτους, με κληρονομική μοναρχία, πράγμα που δεν ήταν στους στόχους των Φιλικών, και προστατευόμενο από αυτές τις τρεις δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία. Με τη συνθήκη του Μάη του 1832, η Τουρκία αναγνώριζε κι αυτή με τον ίδιο τρόπο την ανεξαρτησία του Ελληνικού Κράτους που τα όριά του θα καθοριζόταν από αυτές τις προστατευτικές δυνάμεις και που θα είχε μονάρχη έναν χριστιανό πρίγκιπα της εκλογής τους. Συνεπώς, η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση κατέληξε στην απελευθέρωση ενός ελάχιστου τμήματος των ελληνικών εδαφών. Στην πλήρη απώθηση των Φιλικών από τις μετριοπαθείς και συντηρητικές ομάδες, αυτές των Φαναριωτών και των Προκρίτων. Στην εδραίωση μιας απόλυτης μοναρχίας και στη συνέχεια, στην φυλάκιση των γενναίων και των σημαντικότερων του αγώνα. Αυτή δεν ήταν, οπωσδήποτε, η λύση που είχαν ονειρευτεί οι πρωτεργάτες Φιλικοί του Εθνικού Ξεσηκωμού. Οι πολιτικές τους προοπτικές είναι αρκετά έκδηλες στις θέσεις τους, στις Εθνοσυνελεύσεις και στα γραπτά τους που ήταν όλα διαποτισμένα από γνήσιο δημοκρατικό πνεύμα.
Η κεντρική σημασία των κειμένων αυτών που ποτέ άλλωστε δεν εφαρμόστηκαν, είναι ότι εξέφραζαν αναντίρρητα το ιδανικό της τεράστιας πλειοψηφίας του ελληνικού λαού ο οποίος ονειρευόταν, έστω και ακαθόριστα, να εδραιώσει ένα πολίτευμα που θα εξασφάλιζε τα δικαιώματα του πολίτη, χωρίς μοναρχίες ή ολιγαρχίες. Δηλαδή, ένα κράτος δικαίου, που επιβεβαιώνεται άλλωστε από τις πολυάριθμες μαρτυρίες των απλών αρχηγών των Κλεφτών, Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη και άλλων, καθώς και των διανοούμενων ηγετών όπως Δημήτρη Υψηλάντη και Αδαμάντιου Κοραή. Η λαϊκή δυναμική που σημάδεψε την Επανάσταση εκδηλώθηκε στο πολιτικό πεδίο με τη θέσπιση δημοκρατικών θεσμών. Η μορφή αυτή σφραγίζεται ως η πρώτη Ελληνική Δημοκρατία που εμφανίζεται και στα τρία συντάγματα 1822, 1823 και 1827 ενώ το μοντέλο αυτό δημοκρατίας απουσίαζε από την Ευρώπη. Τη δυναμική όμως εκείνη του δημοκρατικού μοντέλου την έθεσαν υπό τον έλεγχό τους οι άρχουσες τάξεις με τη βοήθεια των Μεγάλων προστάτιδων Δυνάμεων της εποχής.
- Απολογισμός
Έτσι βλέπουμε καθαρά, πως αυτή η Επανάσταση που έβαλε τα πρώτα θεμέλια ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, αποτελεί ακόμη και σήμερα μια από τις σημαντικές στιγμές της ιστορίας του ελληνικού λαού. Πρώτον, γιατί η σημασία της ξεπερνά τα ελληνικά πλαίσια εφόσον στάθηκε το πρώτο κεφαλαιώδες πλήγμα στις οπισθοδρομικές δυνάμεις που διατηρούσαν τη χώρα μας και ένα μεγάλο μέρος των Βαλκανίων μακριά από πρόοδο. Δεύτερον, γιατί για τους έλληνες έθεσε όλα τα ουσιαστικά τους προβλήματα που θα προσδιόριζαν στη συνέχεια το μέλλον τους. Το ένα από αυτά τα προβλήματα είναι του λυτρωμού των εδαφών του έθνους που χρειάστηκε ένας ολόκληρος αιώνας αγώνων και θυσιών για να πετύχει αυτή η χώρα τα σημερινά εθνικά της σύνορα, ενώ ακόμη βασανίζεται από το πρόβλημα της Κύπρου. Το άλλο είναι στο κοινωνικό επίπεδο, το πρόβλημα των αγροτών κυρίως των ακτημόνων, αφού δεν έγινα ολοκληρωμένη κατανομή των εθνικών γαιών σε αυτούς, βρίσκοντας μια μερική και αμφισβητούμενη λύση μονάχα στον εικοστό αιώνα. Το τρίτο, είναι στο πολιτικό επίπεδο που η Επανάσταση έθεσε το πρόβλημα της δημοκρατίας για την ουσιαστική δημοκρατικοποίηση και ενεργοποίηση όλου του λαού και όχι τον παραγκωνισμό και την απώθησή του όπως πριν. Εάν αυτός ο παραγκωνισμός του λαού γινόταν και εχθρικά μάλιστα, από τις κυρίαρχες ομάδες των φαναριωτών και προκρίτων στον 19ο αιώνα, σε αυτόν που μόλις πέρασε τον εικοστό γινόταν ποικιλοτρόπως από το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο και από τις διάφορες πολιτικές ολιγαρχίες είτε κοινοβουλευτικά, είτε με τη λύση του στρατού δικτατορικά. Για τη λύση αυτή, ευθύνεται κυρίως η άρχουσα τάξη που ήταν πολύ δύσπιστη στη δημοκρατία. Είχε μεγάλο φόβο απέναντι στις λαϊκές μάζες, για την κοινωνική, πολιτική τους ενεργοποίηση και τη συμμετοχή τους στα κέντρα λήψης των αποφάσεων που θα οδηγούσαν σε αποτελεσματική και ορθή διαμόρφωση της νέο-ελληνικής κοινωνίας.
Έτσι βλέπουμε, ότι η αστική τάξη μάχεται να εδραιώσει ένα κεφαλαιοκρατικό σύστημα στα πρότυπα του φιλελευθερισμού ακόμη από την επανάσταση του 1821. Οι εξεγέρσεις του 1843 και του 1862 έγιναν για να επιβάλλουν το σύνταγμα και το κοινοβουλευτικό σύστημα. Το δε κίνημα του 1909 αποτελεί τη νίκη του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα, που όλα αυτά όμως έγιναν για να επιβληθεί η αστική τάξη και πραγματοποιήθηκαν από το στρατό. Ο λαός ωστόσο στη μεγάλη του πλειοψηφία κι οι προοδευτικές δυνάμεις του παραμερίστηκαν. Ο πολιτικός κόσμος χρησιμοποιούσε το στρατό σαν δύναμη για να επιβάλλει τις ιδέες του. Από μια οπτική όμως, αυτός ο στρατός αποτελούσε ακόμη μια εθνική δύναμη και παρέμενε ενσωματωμένος στο έθνος. Αλλά, από το 1936 με την απομάκρυνση των δημοκρατικών αξιωματικών, μια διαδικασία που έγινε πιο έντονη στη γερμανική κατοχή και στον Εμφύλιο αλληλοσπαραγμό, η ομάδα που διεύθυνε το στρατό άλλαξε και ξερίζωσε αυτούς τους δεσμούς με το λαό-έθνος μέχρι την περίοδο της μεταπολίτευσης. Για μια ακόμη φορά το 1967 αυτές οι φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις, με τους δισταγμούς τους επέτρεψαν αυτού του στρατού να δράσει για λογαριασμό τους και με την ξένη βοήθεια να επιβάλλει την δική του δικτατορία. Έτσι, υφίσταται η Ελλάδα ένα εφτάχρονο παραλογισμό και μαρασμό που επιβάλλει ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός στη ζώνη της Μεσογείου. Οι δυνάμεις που εισέρχονται στην πολιτική σκηνή κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης για τη διακυβέρνηση του τόπου, έχουν κατορθώσει ένα θετικό βήμα που είναι η πολιτική σταθερότητα και η λειτουργική διασύνδεση της χώρας με το διεθνές περιβάλλον. Δρομολόγησαν τις συνθήκες έτσι ώστε να εδραιωθεί η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία με το σύνταγμα του 1975 και να υπάρξει μια σταθερότητα στο πολιτικο-κοινωνικό σύστημα.
- Συμπέρασμα
Συμπερασματικά, η ευρεία εδώ συγκατάθεση του λαού, επιβεβαιώνει τη νομιμοποιητική εξουσία ως λειτουργία της νομιμότητας και των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Παρόλο που πολλές από τις πολιτικές αυτές δυνάμεις διατηρούν μια αγκύλωση σε παρελθούσες νοοτροπίες ή δεν έχουν πλήρως απαγκιστρωθεί από τις παλιές πρακτικές των προκρίτων στην πολιτική, οι οποίες υπονομεύουν τον αντίπαλο μονάχα χωρίς να παράγουν δική τους πολιτική, κατάφεραν ωστόσο τη σταθερή και ομαλή λειτουργία των πολιτικών θεσμών. Αυτή η πολιτική σταθερότητα και η ενότητα του λόγου με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας σε αυτή την περίοδο, είναι μια εξέλιξη θετική για τον τόπο, όπου εκπληρώνεται ένας ακόμη στόχος των Φιλικών.
Εάν λοιπόν μας οδηγούν οι στόχοι της Φιλικής Εταιρείας στις πράξεις μας σήμερα μπορούμε και πρέπει να αξιώσουμε να διεκδικήσουμε μια θέση στο σύγχρονο πολιτισμό για τη χώρα μας, διευρύνοντας τη δημοκρατία σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ύπαρξης ώστε να καρπίσουν οι ιδέες μας για μια καλύτερη Ελλάδα, για μια δίκαιη κοινωνία και ένα καλύτερο αύριο. Αυτό θα πρέπει να είναι το εθνικό μας αίτημα σήμερα: η διεκδίκηση μιας θέσης της χώρας μας στο σύγχρονο πολιτισμό.