Ο Γιώργης Μπαγκέρης γράφει για τον παππού του, το θρυλικό Μανόλη Πασπαράκη ή «Στραβό»

Η κάμπια τρώει τον ανθό κι η πέρδικα τη βιόλα,
σ’ αυτό το ψεύτη το ντουνιά, εδώ πομένουν όλα

Όταν “έφυγε” ο παππούς ο “Στραβος” το 1987, ως επτάχρονος, λίγα πράγματα καταλάβαινα και ασυναίσθητα θυμάμαι είχα πάει να παίξω μπάλα με φίλους στο παλιό δημοτικό στο Περαχώρι. Ως άνθρωπος χωρίς περιουσία, μας αποχαιρέτησε αφήνοντας μας όχι χρήματα αλλά το σημαντικότερο όλων:”Ένα όνομα βαρύ σαν ιστορία”. Αργότερα ως έφηβος που τριγυρνούσα στα Ανώγεια βλέποντας παλιούς ανθρώπους να μου αναφέρουν “εγγονός του στραβού ε, μπράβο παιδί μου”, με το συνοδευτικό άγγιγμα του ώμου, κατάλαβα κάπως ότι αυτό το όνομα έπρεπε να το τιμήσω.

Αυτές οι κληρονομιές, όταν προέρχονται από σπουδαίους ανθρώπους δημιουργούν ένα τεράστιο βάρος στη ψυχή των κληρονόμων. Ως Ανωγειανός έφηβος λοιπόν που σεβόταν τον εαυτό του και τον λατρεμένο παππού του, “αποφάσισα” ότι έπρεπε να γίνω “μερακλής”. Να γίνω δεινός χορευτής με φιγούρες και πήδους ως το Θεό, “αηδόνι” στην απαγγελία μαντινάδων στις καντάδες στους δρόμους του χωριού, και γιατί όχι, οργανοπαίχτης εφάμιλλος της αξίας του προγόνου μου.

Απέτυχα παταγωδώς σε όλα! Στον πρώτο μου χορό, πάτησα κατά λάθος βίαια το πόδι μιας κοπέλας, σε πολλές καντάδες η βραχνή και μεθυσμένη φωνή μου ακουγόταν σαν δαίμων της κολάσεως που μπέρδευε μια μαντινάδα με ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ, ενώ όσον αφορά το τρίτο εγχείρημα, ένα μαντολίνο ακόμα με καταριέται όταν δοκίμασα στο καφενείο του Καρρά να παίξω τη “θάλασσα μαύρη και αγριεμένη” και ευτυχώς γρήγορα γρήγορα το γλίτωσε από τα χέρια μου ο συμμαθητής μου Γιώργης Σφακιανάκης και έπαιξε εκείνος, πριν φύγουν από την παρέα και τα πουλιά που κελαηδούσαν ξημερώματα στον Πλάτανο του Μεϊντανιού!

Η αποτυχία αυτή και στους τρεις τομείς μου είχε στοιχίσει. Αργότερα κατάλαβα ότι αυτός είναι ο κανόνας. Ποιος θυμάται τον Ζόρντι Κρόιφ, γιο του αέρινου Γιόχαν, του “ιπτάμενου Ολλανδού”; Υπάρχει άραγε καμία σύγκριση στη φωνή και το “εκτόπισμα” του τεράστιου Μπιθικώτση με τον γιο του Γρηγόρη;Ο γιος της Καρέζη, συνέχισε καθόλου τους κοινωνικούς αγώνες της μητέρας του;

Από τη δίνη αυτή άθελα της με γλίτωσε η αείμνηστη γιαγιά μου η “Λυράρενα”. Ήμουν κάπου στα 25 όταν στη διάρκεια ενός καφέ στο μικρό και φιλόξενο σπίτι της, είχαμε μια κουβέντα για παρέες του παππού. Η αθιβολή μας πήγε σε ¨τιτάνες¨μερακλήδες των Ανωγείων, τον Χουμά, τον Πολομανώλη, τον Λαμπρινό, τον Καφατσή, τον Ξυδάκη,το Νεοκλή,το Γιαννιώ της Χρόνενας, το Μυρομανώλη και τόσους άλλους:

-Ε, για, καλοί μερακλήδες όλοι αυτοί ε, χορευτές, τραγουδιστές…
-Αυτοί παιδί μου ήταν καλοί μερακλήδες γιατί πάνω από όλα ήσανε καλοί άνθρωποι.

Με ένα μεγάλο χαμόγελο, υποδέχτηκα την κουβέντα της και ένιωσα πρώτη φορά ότι ανήκα και εγώ στον κόσμο των “μερακλήδων” του χωριού. Αποφάσισα να μη με νοιάζει ποτέ ξανά αν θα χορέψω, αν θα τραγουδήσω καλά, ή αν θα “γρατζουνίσω” ένα όργανο. Θα τα έκανα όταν μου το έλεγε η ψυχή μου ή όταν θα ήμουν με τους φίλους μου. Και οι φίλοι δεν παρεξηγούν τα λίγα φάλτσα.Την δέχτηκα την κληρονομιά χωρίς να με νοιάζουν οι όροι της “διαθήκης”.

Ο “Στραβός” δεν έβλεπε. Αλλά έζησε τη ζωή του γεμάτη. Την “άκουσε”, την “μυρίστηκε”, την “ακούμπησε” και την “γεύτηκε” όσο λίγοι. Και αυτή την κληρονομιά άφησε:

“Να είσαι καλός άνθρωπος. Αν δε μπορείς να δεις, άκου. Αν δε μπορείς να αγγίξεις, μύρισε. Αν δεν μπορείς να γευτείς, ονειρέψου…Αυτή είναι η έκτη αίσθηση παιδί μου. Να κυνηγάς το όνειρο σου!”.

Παππού σε ευχαριστώ…

 

Μοιραστείτε το

-

-->