Άρθρο του Γεωργίου Σκουλά

Όπως είδαμε την προηγούμενη εβδομάδα, ο Ομέρ κατέφθασε στην Κρήτη, στα τέλη Μαρτίου 1867. Όλο όμως το προηγούμενο διάστημα οι μάχες συνεχίζονταν στον νησί. Σήμερα θα δούμε μερικές από αυτές μέσα από τις εκθέσεις των πρωταγωνιστών τους.
ΚΟΥΣΤΟΓΕΡΑΚΟΝ ΣΕΛΙΝΟΥ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1867
Φίλτατε,
Καθ’ ην εποχήν έφθασε το ατμοκίνητον εις Σούγια, εγώ ευρισκόμην μεθ’ όλων των εθελοντών εις Δρακώνα, καθότι την 19ην φθίνοντος ανεχωρήσαμεν μεθ’ όλων, Σελινιωτών, Κισσαμιτών και εθελοντών, και διηυθύνθημεν εις Θέρισον, όπως ενωθέντες μετά των Κυδωνιατών κτυπήσωμεν, τον εχθρόν πλησίον των Χανίων.
Ούτω και έγινε, καθότι εις Θέρισον συνηθροίσθημεν 2.000 σχεδόν άνδρες· Κατά την 21 δε φθίνοντος, επορεύθημεν προς την Παναγιάν, προς την θέσιν Κοπράνον, και αμέσως διηυθύνθημεν προς την πεδιάδα, εν ακαρεί δε ήρχισεν η μάχη εκτεινομένη από ταις Μουρνιαίς προς τα αριστερά· δις εδιώχθη ο εχθρός εκ των οχυρωμάτων του και ηναγκάσθη να κλεισθή εις τε τας οικίας και τα μετόχια. Η μάχη υπήρξε ζωηροτάτη· αι επάλξεις των φρουρίων έγεμον ανθρώπων θεωμένων τον αγώνα, τα δε εν τη Σούδα πλοία έστειλαν τας λέμβους των και παρετήρουν· η ζωηρότης της μάχης διήρκεσεν επί τρείς και ημίσειαν ώρας. Δυστυχώς ήρχισεν η σπάνις των φυσεκίων και εκ τούτου ηραιούντο οι πυροβολισμοί, επικουρίαι δε των Τούρκων έφθαναν αδιακόπως εξ όλων των μερών, ώστε καντήτησε να συνταχθή εκεί στρατός πλέον των 15.000.
Καύσαντες ημείς άπαντα σχεδόν τα πολεμοφόδια μας ηναγκάσθημεν να υποχωρήσωμεν εκ της πεδιάδος και να αναβώμεν εις την Κοπράνον, παρακολουθούμενοι υπό των Τούρκων, εννοησάντων την έλλειψιν μας· εκείθεν υποχωρήσαντες παρελάβομεν ικανώς ισχυράς θέσεις και δι’ ολίγων τουφεκισμών υπεχρεώσαμεν τους εχθρούς μα σταματήσωσιν, αραιός δε πυροβολισμός ηκολούθησε μέχρις εσπέρας.
Εις την μάχην ταύτην απωλέσαμεν δώδεκα ανδρείους φονευθέντας, εν οις και τον αείμνηστον Χαρίλαον Αναγνωστόπουλον, όστις αποθανών ως αληθής ήρως, άφησεν εις όλους απαρηγόρητον θλίψιν. Επληγώθησαν δε δεκαέξ, εν οις πάλιν ο Αριστοτέλης Μπογιατζόγλου.
Δεν έχω λόγους ικανούς ίνα επαινέσω άπαντας, ιδίως τους εθελοντάς και προ πάντων τινάς ανθυπασπιστάς και υπαξιωματικούς. Πράγματι η Ελλάς πρέπει να καυχάται, διότι εγέννησε τοιούτους ήρωας. 
Η σημαία των εθελοντών, ην παρέδωκα αυτοίς την 20, έλαβε πλέον των δέκα σφαιρών εν τη μάχη ταύτη. Ετιμήθη δε παρά πάντων ο επιλοχίας Κοσμάς Μαγκούας, όστις κρατών αυτήν επληγώθη το στήθος· την σημαίαν παρέλαβεν ο πρώην επιλοχίας Αξελός, και αμέσως εχαιρετήθη διά σφαίρας, τρυπησάσης ευτυχώς μόνον τον σκούφον του.
Εις την μάχην ταύτην παρευρέθησαν άπαντες οι οπλαρχηγοί και καπεταναίοι των τριών επαρχιών και 117 Σφακιανοί, καθώς και άπαντες οι εθελονταί. Την εσπέραν επανεκάμψαμεν εις Θέρισον και την 23 επορεύθην εις Δρακώνα, και εσκόπουν εκείθεν να μεταβώ εις… διά να χαιρετίσω τον εχθρόν. Αλλ’ η άφιξις του Αρκαδίου εις Σούγιαν με υπεχρέωσε να μεταβώ εις Σέλινον προς διανομήν του φορτίου.
Εντεύθεν θα… Την λεπτομερή έκθεσιν της μάχης δεν προφθάνω να πέμψω σήμερον. Και άλλαι μάχαι έγιναν πρότερον εις Αγιάν της Κυδωνίας, και εις Αποκόρωνα, αλλά μη έχω ήδη καιρόν θα εκθέσω κατόπιν τα συμβάντα.
Ι. ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ
ΕΚΘΕΣΗ
Του Γενικού Αρχηγείου Ρεθύμνης.
Μετά την εκ Μυλοποτάμου επιστροφήν μου εις τα ενταύθα ενήργουν σύναξιν όπως ή απεκρούσωμεν τον εχθρόν, σκοπούντα, ως ελέγετο, να εισβάλει εις Άγιον Βασίλειον και Αμάριον, ή προσβάλωμεν αυτόν εάν ηδυνάμεθα. Την 17ην περί την μεσημβρίαν ευρισκόμεθα εις Άδρακτον, ότε ηκούσαμεν πυροβολισμούς εις Άγιον Ιωάννην τον Καϋμένον. Εσκέφθημεν να δράμωμεν εις το πεδίον της μάχης, αλλ’ όντες πέντε ώρας μακράν και πλέον διά στρατόν, και ουχί αρκούντες, εσκέφθημεν μάλλον να τοποθετηθώμεν, ενεδρεύντες εις θέσιν τινά οχυράν όπισθεν του εχθρού όπως ή ακολουθήσωμεν αυτόν κατά πόδας, εάν ήθελε εισβάλει εις Άγιον Βασίλειον, ή επιστρέψει εις Ρέθυμνον.
Ο εχθρός νικηθείς απεφάσισε το δεύτερον, και την πρωίαν της επιούσης εξεκίνησε, αλλ’ έλαβε πρώτον την διεύθυνσιν προς το Αμάριον· ημείς μετέβημεν ήδη διά νυκτός εις την άνω θέσιν και κατεσκοπεύσαμεν τας κινήσεις του· άμα δε είδαμεν αυτόν εκκινούντα διά το Αμάριον, εβαδίσαμεν και ημείς αμέσως όπως καταλάβωμεν θέσεις προς τα έμπροσθεν αυτού διά να τω εμποδίσωμεν την πρόοδον του· ενώ ήδη ευρισκόμεθα πλησίον των θέσεων τούτων, η φυλακή ήν είχομεν αφήσει εις την πρώτην θέσιν, μας ειδοποίησεν περί της επιστροφής του εις Αμπελάκια πέριξ του Ρεθύμνου κείμενα, και εδράμαμεν αμέσως να καταλάβωμεν τας πρώτας θέσεις μας.
Αλλ’ ήτο πλέον αργά, και μόλις η εμπροσθοφυλακή μας κατέφθασε την οπισθοφυλακήν αυτού και την ηνάγκασε να τραπή εις φυγήν· όταν έφθασεν όλον το σώμα, περί τους 500, τους ηκολουθήσαμεν κατά πόδας, αλλ’ ο εχθρός απέφυγε την μάχην κλεισθείς εις τα οχυρώματά του.
Αμέσως την εσπέραν εμηνύσαμεν απανταχόσε προς σύναξιν, και την πρωίαν της επιούσης είμεθα περί τους οκτακοσίους. Αμέσως εξεκινήσαμεν κατά του εχθρού, τοποθετημένου εις Αμπελάκια, θέσιν φύσει οχυράν και έτι οχυρωτέραν καταστάσαν διά της τέχνης. Την 8 ώραν είμεθα περί τους 1.000· ο στρατός ετοποθετήθη καταλλήλως και η μάχη ήρξατο· εξηκολούθησεν επιτυχώς διά μίαν ώραν, ότε επληγώθη ο οπλαρχηγός Δασκαλάκης· τούτο έφερε κλονισμόν τινά, αλλά διά καταλλήλων μέτρων επανωρθώσαμεν το κακόν και ελάβαμεν εκ νέου την υπεροχήν, διώξαντες τον εχθρόν εξελθόντα των οχυρωμάτων του.
Τοιαύτη ήτον η θέσις μας περί την μεσημβρίαν, ότε ο εχθρός έλαβεν επικουρίας, και τότε εξήλθεν εκ νέου και μας προσέβαλε. Την δευτέραν ώραν ευρισκόμεθα εις κρίσιμον θέσιν, ότε μικραί επικουρίαι ήλθον και εις ημάς· οι ημέτεροι ιδόντες την επικουρίαν ώρμησαν αμφότεροι ως λέοντες κατά του εχθρού, τον εκυνήγησαν και έτρεψαν εκ νέου εις κακήν φυγήν.
Τότε ο εχθρός τοσούτον εδειλίασεν ώστε ήρχισε να διαλύη το στρατόπεδόν του και να δέση τας σκηνάς του· αλλά την αυτήν στιγμήν νέαι και μεγάλαι επικουρίαι ήλθον εις τον εχθρόν· εις τας νέας ταύτας δυνάμεις του εχθρού δεν είχομεν ή μικράν τινά εφεδρείαν ν’ αντιτάξωμεν· επειδή επρόκειτο περί των όλων εθέσαμεν και αυτήν εις μάχην και τότε άπαντες ωρμήσαμεν, ετρέψαμεν τον εχθρόν εις φυγήν και τον ηναγκάσαμεν να κλεισθή εκ νέου εις τα οχυρώματά του.
Έκτοτε ελάβαμεν σταθερώς την υπεροχήν· ήτο ήδη 4 ώρα μ.μ.. Αίφνης ηκούσθη «δεν έχομεν πολεμοφόδια»· εις το ατύχημα τούτο δεν είχομεν άλλο ν’ αντιτάξωμεν, ή την στρατηγηματικήν και την μεγάλην σύνεσιν. Διά να φοβήσωμεν έτι μάλλον τον εχθρόν, εκάμαμεν μίαν ζωηράν και εύθυμον προσβολήν, και αμέσως κατόπιν ηρχίσαμεν ν’ αποχωρώμεν· ήτο 5 ώρα· εις την αποχώρησιν μας ο εχθρός δεν ετόλμησε να μας παρακολουθήση, φοβούμενος στρατήγημα τι εκ μέρους ημών, διότι δις κατά το διάστημα τούτο της ημέρας ετιμωρήθη διά την παράτολμον διαγωγήν του.
Επολεμήσαμεν 1.000 προς 7.000· Εζωγρήσαμεν (αιχμαλώτησαν) οκτώ ζώντας, επολεμήσαμεν 9 ώρας κατά συνέχειαν· εφονεύθησαν και επληγώθησαν εκ των εχθρών περί τους 400, εκ των ημετέρων 10, αλλά δυστυχώς τέσσαρες αρχηγοί μεταξύ αυτών· τούτο αποδεικνύει, ότι οι ανώτεροι έδιδον το παράδειγμα. Άπαντες ημιλλώντο τις να φανή γενναιότερος· εάν είχον 1.000 βραβεία, και τα χίλια έπρεπε να δώσω. Δεν εγίναμεν ανθρωποφάγοι, αλλ’ απλοί και ταπεινοί μαχηταί της πατρίδος.
Κατόπιν τα καθέκαστα.
Άγιοι Απόστολοι την 20 Μαρτίου 1867.
Ο γεν. αρχηγός του τμήμ. Ρεθύμνης
Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ
‘Αγιοι Απόστολοι την 20 Μαρτίου 1867.
Προς τους κατοίκους του τμήματος Ρεθύμνης και τους εθελοντάς τους εν αυτώ
ευρισκομένους.Χθες εγένετο δια πρώτην ίσως φοράν κατά τον παρόντα αγώνα της ηρωικής Κρήτης μάχη εκτου συστάδην, αλλ’ επράξατε και έτι πλέον. Προσεβάλατε τον εχθρόν εις θέσεις οχυράς εκ φύσεως και εκ της τέχνης, και προ πολλού προετοιμασμένους, και περιπλέον έξωθεν των φρουρίων των και πλησίον των επικουριών του∙ επολεμήσατε εις προς επτά, διότι σεις μεν είσασθε χίλιοι, αυτοί δε περί τας επτά χιλιάδας. Τον εχθρόν εξελθόντα των χαρακωμάτων του ηναγκάσατε να καταφύγη εις αυτά και επί τέλους ν’ αρχίση την διάλυσιν του στρατοπέδου του, σκοπών να εγκαταλείψη τας οχυράς θέσεις του δια να καταφύγη εις έτι οχυρωτέρας, τα φρούρια του∙ αλλ’ ο καλός δαίμων του έσωσεν αυτόν της αισχύνης ταύτης, ένεκα της ελλείψεως, των πολεμοφοδίων σας. Επί εννέα ώρας κατά συνέχειαν επολεμήσατετον εχθρόν εις πεδίον ανοικτόν, γελώντες με τας βολάς των κανονίων του, και την τελευταίαν στιγμήν είσασθε ακμαίοι επίσης ως την πρώτην. Οι Μηλοποταμίται ημιλλώντο προς τους Αμαριώτας, αμφότεροι δε ούτοι πάλιν προς τους Αμαριώτας, αμφότεροι δε ούτοιπάλιν τους εθελοντάς. Τέσσαρες αρχηγοί σας επληγώθησαν, και τούτο αποδεικνύει ότι πρώτοι ούτοι ως αληθείς αρχηγοί σας έδιδον το παράδειγμα της ανδρείας. Οι τρεις εξ αυτών είναι Μηλοποταμίται, και τούτο αποδικνύει προσέτι ότι ούτοι, ως καλοί γείτονες και πατριώται, ήλθον να βοηθήσουν μεθ΄όλου των του πατριωτικού ζήλου τους, πολεμουμένους γείτονάς των. Ενθυμείσθε ότι οι εθελονταί ώρμησαν γενναίως κατά του εχθρού, ότε επαρουσιάσθη η ανάγκη. Εάν είχον χίλια βραβεία, και τα χίλια έπρεπε να δώσω∙ αλλά σεις δεν μάχεσθε δια βραβεία, αλλ’ υπέρ πίστεως και πατρίδος∙ μάχεσθε υπέρ του μεγαλείου της κοινής μητρός Ελλάδος. ‘Οταν ούτω μάχεσθε, μη αμφιβάλλετε ότι θέλετετο κατορθώσει∙ σας το βεβαιώ εγώ, όστις σας είδον μαχομένους, και όστις έχω την τιμήν να οδηγώ τοιούτους στρατιώτας.
Ο Γεν. αρχηγός του τμήματος Ρεθύμνης
Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ.

Άγιοι Απόστολοι την 20 Μαρτίου 1867.
Άγιοι Απόστολοι την 20 Μαρτίου 1867. Προς τους κατοίκους του τμήματος Ρεθύμνης και τους εθελοντάς τους εν αυτώ ευρισκομένους. Χθες εγένετο δια πρώτην ίσως φοράν κατά τον παρόντα αγώνα της ηρωικής Κρήτης μάχη εκ του συστάδην, αλλ’ επράξατε και έτι πλέον. Προσεβάλατε τον εχθρόν εις θέσεις οχυράς εκ φύσεως και εκ της τέχνης, και προ πολλού προετοιμασμένους, και περιπλέον έξωθεν των φρουρίων των και πλησίον των επικουριών του∙ επολεμήσατε εις προς επτά, διότι σεις μεν είσασθε χίλιοι, αυτοί δε περί τας επτά χιλιάδας.
Τον εχθρόν εξελθόντα των χαρακωμάτων του ηναγκάσατε να καταφύγη εις αυτά και επί τέλους ν’ αρχίση την διάλυσιν του στρατοπέδου του, σκοπών να εγκαταλείψη τας οχυράς θέσεις του δια να καταφύγη εις έτι οχυρωτέρας, τα φρούρια του∙ αλλ’ ο καλός δαίμων του έσωσεν αυτόν της αισχύνης ταύτης, ένεκα της ελλείψεως, των πολεμοφοδίων σας.
Επί εννέα ώρας κατά συνέχειαν επολεμήσατε τον εχθρόν εις πεδίον ανοικτόν, γελώντες με τας βολάς των κανονίων του, και την τελευταίαν στιγμήν είσασθε ακμαίοι επίσης ως την πρώτην. Οι Μηλοποταμίται ημιλλώντο προς τους Αμαριώτας, αμφότεροι δε ούτοι πάλιν προς τους Αμαριώτας, αμφότεροι δε ούτοι πάλιν τους εθελοντάς. Τέσσαρες αρχηγοί σας επληγώθησαν, και τούτο αποδεικνύει ότι πρώτοι ούτοι ως αληθείς αρχηγοί σας έδιδον το παράδειγμα της ανδρείας. Οι τρεις εξ αυτών είναι Μηλοποταμίται, και τούτο αποδεικνύει προσέτι ότι ούτοι, ως καλοί γείτονες και πατριώται, ήλθον να βοηθήσουν μεθ’ όλου των του πατριωτικού ζήλου τους, πολεμουμένους γείτονάς των.

Ενθυμείσθε ότι οι εθελονταί ώρμησαν γενναίως κατά του εχθρού, ότε επαρουσιάσθη η ανάγκη. Εάν είχον χίλια βραβεία, και τα χίλια έπρεπε να δώσω∙ αλλά σεις δεν μάχεσθε δια βραβεία, αλλ’ υπέρ πίστεως και πατρίδος∙ μάχεσθε υπέρ του μεγαλείου της κοινής μητρός Ελλάδος. Όταν ούτω μάχεσθε, μη αμφιβάλλετε ότι θέλετε το κατορθώσει∙ σας το βεβαιώ εγώ, όστις σας είδον μαχομένους, και όστις έχω την τιμήν να οδηγώ τοιούτους στρατιώτας. Ο Γεν. αρχηγός του τμήματος Ρεθύμνης.
Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ

Επανοχώρι Σελίνου 30 Μαρτίου 1867.
Φίλτατε.
Σας εκθέτω δύο μάχας προς δημοσίευσιν∙
Ο Μεχμέτ Πασάς, ειδοποιηθείς παρά τινός εφιάλτου Μιχελή Τσουκάκη από Φρε ότι εις την θέσιν Κουτοσβίτζα ευρίσκοντο έως 20 επαναστάτας, εκίνησε περί την 11 προ μεσονυκτίου, της 28 Φεβρουαρίου από της θέσεως, εις ήν την πρωίαν είχε κατασκηνώσει, Μπαμπαλή το Χάνι καλουμένης, μεθ’ όλου του στρατού του τακτικού και ατάκτου επέκεινα των τεσσάρων χιλιάδων συμποσουμένου και μεθ’ ενός πυροβόλου, όπως συλλάβη ή φονεύση τους ολίγους τούτους ημετέρους∙ αλλ’ οι ημέτεροι, έχοντες σκοπιάν, εννόησαν το πράγμα, ώστε πριν ή περικυκλωθώσιν, απεσύρθησαν της θέσεως εκείνης και κατέλαβον ετέραν οχυράν και αυτόθεν οι ολίγιστοι ούτοι κατεπυροβόλουν απόσπασμα τι εκ 200 αλβανών απολυθέν προς κατεδίωξιν των και κατώρθωσαν δια της γενναιότητός των να κρατήσωσιν επί πολύ την μάχην, μέχρις ότου ο τε αρχηγός Αποκορώνου Κώστας Βολουδάκης και οι οπλαρχηγοί Α. Σίφακας, Α. Γογονής, και Α. Αλικαμπιότης μετά διακοσίων πεντήκοντα ανδρών έφθασαν προς βοήθειάν των.
Μάχη εγένετο τότε ζωηρά, διότι όλος ο εχθρικός στρατός έδραμε προς βοήθειαν του αλβανικού αποσπάσματος και ημέτεροι ολονέν συνεκεντρούντο, αλλά μετ’ ού πολύ οι εχθροί υπεχώρουν με τοιαύτην αταξίαν, ώστε παρ’ ολίγον να εγκαταλείψουν το πυροβόλον των. Επληγώθη δε τότε και ο ίδιος Μεχμέτ πασάς ελαφώς την κεφαλήν.
Οι ημέτεροι διαιρεθέντες εις δύο κατεδίωκον τον εχθρόν απροφυλάκτως και ένεκα τούτο το έν μέρος των ημετέρων περιέπεσεν εις παγίδα, ήν είχε στήσει εις απόκρυφον μέρος μια εχθρική φάλαγξ και ήθελε καταστραφή, ει μη ευτυχώς καθ’ ήν στιγμήν μετ’ αλαλαγμών ώρμησαν εναντίον του μέρους εκείνου των ημετέρων, το έτερον μέρος ετύχαινε πλησίον και έτρεχε προς βοήθειαν των κινδυνευόντων.
Τότε συνελήφθη εκ νέου μάχη εντός και εκτός του χωρίου με περισσοτέραν μανίαν, αλλά μετ’ ολίγων ως απηυδηκότα εκ του κόπου αμφότερα τα μέρη απεχώρησαν, οι μεν ημέτεροι άνωθεν του χωρίου, οι δε Τούρκοι εις τας σκηνάς των. Κατά την μάχην ταύτην εφονεύθησαν εκ μέν των εναντίων πεντήκοντα και είς συνταγματάρχης, εκ δε των ημετέρων τρεις, πληγωθέντες και πέντε.Μετά την εν Τοπολίοις Κισάμου μάχην της 2 του λήγοντος, ήν προηγουμένως σοί εξέθεσα, οι ημέτεροι απεσύρθησαν προς Σέλινον και κατέλαβον τας προς ανατολάς και άνωθεν της Κανδάνου θέσεις του βουνού Σταυρού, περιλαλήτου δια τον ηρωϊκόν θάνατον του Τσελεπή και τας γενομένας πολλάς μάχας κατά την επανάστασιν του τε 1821 και την παρούσαν προ της εις Χανία αναχωρήσεως των Σελινιωτών Τούρκων.
Επί πολλάς δ’ ημέρας αναμένοντες ματαίως τον εχθρόν να κινηθή των θέσεων του, εστενοχωρήθημεν επί τέλους καθεύδοντες εν απραξία∙ διό και περί την 17 του λήγοντος εξεστρατεύσαμεν προς Κυδωνίαν όπως κτυπήσωμεν που τον εχθρόν, αφού προηγουμένως αφήκαμεν εις Σταυρόν τους απαιτουμένους φρουρούς.
Περί την 19 φθάσαντες περί το χωρίον Θέρισον ενταμώσαμεν και τους οπλαρχηγούς και καπεταναίους της επαρχίας Κυδωνίας, και συσκέψεως γενομένης, απεφασίσθη να κτυπήσωμεν το εν Κουτσουναρίοις Περιβολίων εχθρικόν σώμα. Το σώμα τούτο, συγκείμενον εκ τριών χιλιάδων περί που ανδρών, διέμενεν εις οχυρά προχώματα άτινα είχεν ανεγείρει εις τον Κάμπο Περιβολίων περί την Χαρουδιάν και αλλαχού, και είχε προσκόπους εις την θέσιν Κοπράνες κειμένην εις ύψωμα της απ’ αυτόσε αρχίζουσης σειράς των βουνών και γηλόφων των Κεραμιών.
Ημείς άρα δεν ηδυνάμεθα να συνάψωμεν μάχην κατά των εχθρών εις την Πεδιάδα, και μάλιστα αφού απέχει ημίσειαν το πολύ ώραν των Χανίων, αφ’ όπου ήθελε ταχέως τοις προφθάσει επικουρία, αλλ’ εσκέφθημεν ίνα μέρος του ημετέρου στρατού απέλθη να προσβάλη τον εχθρόν εις Κοπράνες, και εις την πεδιάδα, εί δυνατόν, και υποχωρήση μετ’ ολίγον όπως κάμωμεν αυτούς να εξέλθωσι των οχυρωμάτων των προς καταδίωξιν εκείνου και φέρωμεν αυτούς προς τας ού μακράν πετρώδεις λόφους της Παναγίας, ένθα ήθελε είσθαι τοποθετημένον το επίλοιπον του ημετέρου στρατού, και ούτω δώσωμεν μάχην γενικήν και λίαν αποτελεσματικήν.
Ο στρατός εν τούτοις άπας διέκειτο υπέρ ποτέ άλλοτε φαιδρός και ζωηρός και ευγενής φιλοτομία είχε διεγερθή περί του ποίον σώμα επαρχίας ήθελε μάλλον διαπρέψει εν τη μάχη. Οι εθελονταί, εθεώρησαν κατάλληλον την ευκαιρίαν να κάμωσιν ιδιαιτέραν του σώματος σημαίαν, όπως ευκολώτερον διακρίνηται το εαυτόν σώμα εν τη μάχη.
Διό την παραμονήν της δια την μάχην ορισθείσης ημέρας της 21 ισταμένου, κατά την 20 μετά μεσημβρίαν, η σημαία υψώθη, και αφού ο ιερεύς ανέγνωσεν ευχάς τινάς, εξεφώνησα σύντομον λογίδριον περί του ιερού προορισμού της σημαίας και περί της υψηλής αποστολής των εθελοντών και ήττησα παρά του σώματος να ορκσιθή επί της σημαίας όπερ έπραξεν.
Μετά ταύτα προσεκάλεσα τον ορισθέντα σημαιοφόρον Κοσμάν Λιαγγούαν, άλλοτε επιλοχίαν του πεζικού, και τους αναδεχθέντας την επιτήρησιν της σημαίας υπαξιωματικούς του σώματος και παρέδωκα ταύτην εν τη μέση του ζητωκραυγάζοντος πλήθους υπέρ του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α’, υπέρ των Ελληνικών κυβερνήσεων, υπέρ των φιλελευθέρων λαών, υπέρ της Κρήτης και υπέρ του σώματος των εθελοντών. Σημειοτέον δε ότι οι εντόπιοι Κρήτες εζητοκραύγαζαν υπέρ των εθελοντών.
Την επομένην ημέραν λίαν πρωί ανεχωρήσαμεν του χωρίου Θερίσου και περί την ανατολήν του ηλίου φθάσαντες προς το χωρίον Παναγιά, ηκούσαμεν τους πρώτους πυροβολισμούς της εμπροσθοφυλακής μας και κατά των εις Καπράνες πρωτοφρουρών του εχθρού. Αύτη επιπεσούσα μανιωδώς κατά των εναντίων έτρεψεν αυτούς εις φυγήν και κατεδίωκε μέχρι του εις Πεδιάδα πρώτου οχυρώματος των.
Αυτόσε αντέκρουσαν ούτοι τους καταδιώκοντας ημετέρους, οίτινες σωματωθέντες αντεπολέμουν τούτους γενναίως και ζωηρά ήρχισεν εκατέρωθεν πάλη. Εν τω μεταξύ τούτω μέρος των ημετέρων πρόλαβον ηνώθη μετά της εμπροσθοφυλακής μας, και ενδυναμωθείσα εξεδίωξε τους εχθρούς από τε του πρώτου οχυρώματος τούτου και εξ ετέρων δύο κειμένων άνωθεν του Γαρόπα, και τους ηνάγκασε να κατακλεισθώσιν εις του Κατσοπρίνη τας οικίας και εις έτερα δύο παρακείμενα οχυρά προχώματα. Αι επιτυχίαι αύται έκαμον τους ημτέρους να προχωρήσωσι πολύ εν τη πεδιάδι και πολλοί εκ των της εφεδρείας να κατέλθωσιν από της άνω θέσεως Κοπράνες προς τον κάμπον προς ενίσχυσιν των άλλων και ούτω μετέστη το πεδίον του πολέμου ετέρωθεν ή εις το προσχεδιασθέν μέρος, από του βουνού εις την πεδιάδα.
Εν τούτοις εχθροί συρρέοντες ολοέν από Αλικιανού, Αγιάν, Γαλατάν, Τσουκαλαριά, Χανία και από τα διάφορα του κάμπου μετόχια ενίσχυσαν τους κατακλεισθέντας και εσταμάτησαν την πρόοδον των ημετέρων, κατεχόντων τας θέσεις Μπουρλή, Βατε, Σελί της Αγίας Κυριακής, την Σοχώραν του Καούρη και άλλας.
Μάχη κρατερά συνήφθη τότε, καθ’ ήν οι ημέτεροι έδειξαν απαράμιλλον ανδρείαν από του ανωτέρου οπλαρχηγού μέχρι του απλουστέρου στρατιώτου και από του ανωτέρου αξιωματικού μέχρι του μικροτέρου εθελοντού. Μ’ όλην δε την απεράριθμον συρροήν εχθρικών δυνάμεων, αναβάσαν μέχρι δεκαπέντε χιλιάδων τακτικού και ατάκτου, οι ημέτεροι μόλις τρεις χιλιάδας επί τρεις ώρας αντεμάχοντο γενναίως κατ’ αυτών. Οι εχθροί είχαν απελπισθή να κρατήσωσι της μάχης και μετεχειρίσθησαν το εξής τέχνασμα.
Εις σώμα εντοπίων Οθωμανών έδοσαν λευκήν σημαίαν έχουσα σήματα χριστιανικά και διηύθυναν αυτό προς το σώμα των εθελοντών, του οποίου η σημαία κατείχε την πρώτην θέσιν. Το κατ’ αρχάς οι εθελονταί εξέλαβαν αυτό χριστιανικόν, καθόσον μάλιστα δεν επυροβόλει κατ’ αυτών, και δεν κατεπυροβόλουν και ούτοι τούτο, αφού όμως επλησίασε πολύ η απάτη των εγνώσθη το πρώτον παρ’ εντοπίων, και ούτως ήρχισε ζωηρόν κατ’ αυτού πυρ, όπερ τω επροξένησε τόσον περισσοτέραν ζημίαν καθ’ όσον είχε πλησιάσει μέχρις εξήκοντα βημάτων.
Εν τούτοις τα φυσέκια, άπερ οι ημέτεροι έφερον μεθ’ εαυτών, ήρχισαν να ελαττώνωνται και εδέησε ν’ αποσυρθώσι της πεδιάδος προς τας ανωφερείς θέσεις, αφ’ όπου εφοδιαζόμενοι εκ νέου ηδύναντο αποτελεσματικώτερον να κτυπώσι του εχθρού. Την υποχώρησίν των, γενομένην εν τάξει υποστήριξε μεν η εφεδρεία ισταμένη εις Κορπάνες, αλλά κυρίως το σώμα των Σφακιανών εξ εκατόν πεντήκοντα ανδρών συγκείμενον, όπερ κατείχε θέσιν άνωθεν του Βατέ και παραπλεύρως εκτύπα τον εχθρόν.
Οι υποχωρούντες ημέτεροι έφθασαν μέχρι της θέσεως Πορτί και των παρακειμένων, προς άς είχε προσχεδισθή να συγκροτηθή η μάχη και ένθα μέρος του στρατού υπήρχε τοποθετημένον αυτόσε σταματίσαντες και ούτοι ήρχισαν εκ νέου ζωηρόν πυρ κατά των εναντίων. Νέα μάχη και αυτόσε συνεκροτήθη, αλλ’ ολιγόωρος, διότι οι εχθροί δια την γενναίαν αντίστασιν των ημετέρων και δια το δύσκολον των θέσεων, απεσύρθησαν προς τα οπίσω μακράν βολής και μόνον άτακτοι έμεινον εγγύτερον, οίτινες, και μέχρις εσπέρας σχεδόν αντεκτυπώντο μεθ’ ημετέρων.
Κατά την μάχην ταύτην εκ μεν των εναντίων εφονεύθησαν και επληγώθησαν, καθ’ άς έχομεν πληροφορίας, περί τους 300. Εκ δε των ημετέρων εφονεύθησαν μεν οι εξής∙ εκ των εθελοντών ο ανθυπασπιστής του πεζικού Χαρίλαος Αναγνωστόπουλος, ανήρ, όστις εν ταις μάχαις διεκρίνετο δια την απαράμιλλον ανδρείαν του, δια την εν τω στρατοπέδω ευγενή και φρόνιμον συμπεριφοράν του και εις τας κακουχίας καρτερικότητά του, και δια τον θάνατον του οποίου εθελονταί και εντόπιοι εθρήνησαν μεγάλως∙ ο επιλοχίας Αγγελής Αγγελετάκης, ο εθελοντής Σωτήριος Κωντογεωργακόπουλος.
Εκ των Σελινιωτών οι Αναγνώστης Τσισκάκης, Αντ. Τσισκάκης, Θεόδωρος Σταυρουλάκης και Παναγιώτης Αποστολάκης, εκ των Κισαμιτών οι Κωνστ. Μανινάκης και Αντώνιος Μεσογιαννάκης, και εκ Κυδωνίας οι Χατζή Παναγιώτης Γιανναράκης και Γεώργιος Σκουλουδάκης. Επληγώθησαν δε εκ των εθελοντών, ο σημαιοφόρος Κοσμάς Λιαγγούας, οι Αριστείδης Βίδας, Αριστοτέλης Μπογιατζόγλου και Γεώργιος Μόχολης και Αριστείδης Λαυρόπουλος.
Εκ των Σελινιωτών, οι Ιωσ. Κοτσιφάκης, Ι. Τρακάκης, Α. Κονταράκης, Μ. Μαρκετάκης, Π. Πωλιουδοβαρδάκης, Β. Λιδάκης, Εμ. Φιλαδετάκης, Εμ. Βιτσιλάκης-Πατσουφράκης, Γ. Τσερονάκης και Ν. Θερισιανάκης, και εκ των Κισαμιτών οι Ιωαν. Πετράκης και Γ. Καρασονάκης.
Καίτοι δ’ έχων την αρχήν να μην αναφέρω τα ονόματα των διαπρεπόντων, διαρκούσης της επαναστάσεως, δεν δύναμαι να παρασιωπήσω την έξοχον ανδρείαν, ήν επεδείξατο ο άλλοτε επιλοχίας του Πεζικού Νικ. Αξελός, όστις, ότε ο σημαιοφόρος Λιαγγούας επληγώθη έτρεξε πρώτος και εν τω μέσω πλησμονής εχθρικών σφαιρών, μία των οποίων διεπέρασε το κάλυμμα της κεφαλής του, ήρπασε την σημαίαν.
Αλησμόνησα να προσθέσω ότι, διαρκούσης της μάχης, τα κανονοστάσια (Τάπιας) Χανίων ήσαν κατάγεμα εξ ανθρώπων , τα δε εις Σούδαν σταθμεύοντα πλοία εσημαιοστολίσθησαν και επί των ιστίων είχεν αναβή το πλήρωμα αυτών.

Ο υμέτερος
Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ.

Εν ΚΟΥΣΤΟΓΕΡΑΚΩ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ 1867
Κύριε
Μετά την εν τη Κισσάμω συγκροτηθείσαν μάχην εις την θέσιν Άγιον Κυριάκον, ο Ελληνικός στρατός, συγκείμενος το πλείστον από Σελινιώτας και Κισσαμιώτας, απεσύρθη εις Σταυρόν του Σελίνου, όπως εκεί περιμείνη τον εχθρόν. Αλλ’ επειδή ούτος εβράδυνεν, οι οπλαρχηγοί Κ. Κριάρης, και Α. Σκαλίδης, λαβόντες την πρωτοβουλίαν, συνεσκέφθησαν μετά των Ι. Αναστασάκη και Γ. Καμπούρη να μεταφερθώσιν εις Κουτζουναριά έξωθεν των Χανίων, και να κτυπήσωσι εκεί τον εχθρόν, δια να αποδειχθή ενώπιον των εν Χανίοις ευγενών προξένων των φίλων Δυνάμεων τρανώτατα η γενική θέλησις του Κρητικού λαού, και να παύσωσι αι παραμορφώσεις και ψευδείς απάται των Τούρκων και ουτιδανών οργάνων των.
Όθεν παραδεχομένου του σχεδίου τούτου από το Αρχηγείον, μετεφέρθησαν εις την ρηθείσαν θέσιν Κουτζουναρίων την 21 τρέχοντος, όντες μόλις 2.000 Σελινιώται και Κισσαμίται, και τινες Κυδωνιώται και Σφακιώται, μετά του σώματος των εθελοντών αξιοτίμων αδελφών Βότζαρη. Οι εν τοις προαστείοις Οθωμανοί, ιδόντες πλησιάζοντα τον Ελληνικόν τούτον στρατόν, κατελήφθησαν υπό πανικού φόβου, και έτρεχον σωρηδόν, συν γυναιξί και τέκνοις, να εισέλθωσιν εις την πόλιν. Προσδιορισθείσης της μάχης, ο μεν Κ. Κριάρης κατείχε το κέντρον, ο δε Α. Σκαλίδης και Γεωργακάκης κατέλαβον την αριστεράν πτέρυγα, και οι κ.κ. αδελφοί Βότζαρη μετά τω εθελοντών είχον την δεξιάν∙ υπεράσπιζον δε τα νώτα οι οπλαρχηγοί Ι. Αναστασάκης, Γ. Καμπούρης, και Γ. Παουλάκης.
Ο Τζελεπής και Χ. Μηχάλης ήτον εις την θέσιν Καστρί. Αρχήσαντες δε το πυρ απέκρουσαν ηρωϊκώς τρεις εφόδους των Οθωμανών, εις άς έπεσαν πλείστοι. Υποχωρησάντων των Οθωμανών, ώρμησαν οι Έλληνες και κατέλαβον τας θέσεις των. Αλλά συγχρόνως αφίχθη νέα πολυάριθμος επικουρία εις τους Οθωμανούς από Χανία και από τα εν Σούδα ευρισκόμενα πολεμικά οθωμανικά πλοία, και τότε οι χριστιανοί υπεχώρησαν, κατά μέτωπον μένοντος του Α. Σκαλίδη, έως ότου έλθωσιν ούτοι εις ετέραν οχυράν θέσιν.
Η μάχη διήρκεσεν υπέρ τας 6 ώρας, εις ήν οι ‘Ελληνες έλαβον νέας δάφνας της νίκης, έπεσον δε εξ αυτών γενναίως υπέρ πατρίδος 15 και επληγώθησαν υπέρ τους 30∙ από δε τους εχθρούς πλείστοι φονευμένοι και πληγωμένοι μετεφέρθησαν εις Χανία, όπερ προύξένησε μεγίστην αθυμίαν και αγανάκτησιν εις τους Οθωμανούς.
Όλος υμέτερος, με το ανήκον σέβας.
Ν.Ι. ΔΑΡΜΑΡΗΣ.

Εν χωρίω ΛΙΒΑΔΑ Σελίνου τη 24 ΜΑΡΤΙΟΥ 1867.
Βλέποντες τον κίνδυνον τον επαπειλούντος τας οικογενείας και λοιπούς εις Σέλινον, δι’ ελλείψιν τροφών και πολεμοφοδίων, εάν ο Σάρχος Αλή πασάς εισέβαινεν ενταύθα, όστις ήτο κατεσκηνωμένος εις Σταυράκια, σύνορον των επαρχιών Σελίνου και Κισάμου, εσκέφθημεν οι οπλαρχηγοί των ειρημένων επαρχιών μετά του οπλαρχηγού των δυτικών Σφακίων Τσελεπή, ίνα προχωρήσωμεν όλοι συνάμα εις Κουτσουνάρια των Περιβολίων, να προσβάλωμεν έξαφνα τους εκεί Οθωμανούς, όπως αναγκάσωμεν τον Αλή πασά να υποχωρήση από την θέσιν του, δια να υπεκφύγωμεν τον επικείμενον κίνδυνον.
Τοιαύτα σκεφθέντες μετά του Αρχηγού Ζυμβρακάκη και των λοιπών οπλαρχηγών, εκινήσαμεν από τον Σταυρόν του Σελίνου, τη 16 του τρέχοντος, διενυκτερεύσαμεν εις Χωστήν και εκείθεν εις Θέρισον, όπου ήλθον και ολίγοι Λακκιώται∙ ώστε την 22 του τρέχοντος 2 ώρας προ της ανατολής του ηλίου, καθώς είχομεν συσκεφθή μετά των λοιπών οπλαρχηγών, εκίνησα μετά των Σελινιωτών, οίτινες ηριθμούντο περί τους πεντακοσίους, επροχωρήσαμεν άνωθεν της θέσεως των Οθωμανών εις θέσιν καλουμένην του Πίπο τα Μετερίζια, και εκεί επεριμέναμεν τους λοιπούς, κατά την ομιλίαν μας. Αλλ’ εξ εναντίας ηργοπόρησαν και ήλθον περί την ανατολήν του ηλίου, και ούτως απέτυχον τα σχέδια του πολέμου.
Τότε εκίνησα μετά των Σελινιωτών και του οπλαρχηγού Σκαλίδη και κατόπιν οι λοιποί επλησιάσαμεν εις τας θέσεις και προσεβάλαμεν τας φυλακάς των Οθωμανών, οίτινες έφυγον ατάκτως και μετά μικράν αντίστασιν έτρεξαν εις το πλησίον περικεχαρακωμένον στρατόπεδόν των. Η μάχη ήρχησε περί την δευτέραν ώραν της ημέρας.
Ο μεν Γεωργ. Γεωργικάκης, ο οπλαρχηγός Σκαλίδης και ο Καμπουράκης με τον Τσελεπήν κατείχον το αριστερόν μέρος, οι δε τρεις αδελφοί Βοτσαραίοι με τον Κορκίδην κατείχον το δεξιόν, και εγώ μετά των οπλητών μου καθείξα το κέντρον. Επροχωρήσαμεν εις τα ταμπούρια των Οθωμανών με ζωηρόν θάρρος∙ αλλ’ οι Τούρκοι έχοντες οχυρά προχώματα και δια προδοσίας μαθόντες την έλευσιν μας, είχον λάβει προηγουμένως επικουρίας εκ Χανίων.
Η μάχη διήρκεσε πεισματωδεστάτη∙ νέας επικουρίας εστάλησαν από τα Χανία και από Αλικιανού εις τους Οθωμανούς, ώστε περί τας 4 ώρας διήρκεσεν η μάχη πεισματωδεστάτη. Έν απόσπασμα Οθωμανικόν έως 1.500 ανδρών επροχώρησεν από ένα λόγκον δια κρυφού δρόμου, επλησίασε κατά των Βοτσαρέων και των ολίγων Λακιωτών και τους έτρεψεν εις φυγήν.
Οι οπλίται Σελινιώται και λοιποί, οι κατέχοντες το Κέντρον, υπέμειναν πυροβολούντες σφοδρώς κατά των εχθρών. Αλλ’ η προχώρησις του αποσπάσματος, των Οθωμανών κατά του δεξιού μέρους ενεθάρρυνε και τους λοιπούς, τους μένοντας εις τα ταμπούρια, και επέπεσαν όλη η οθωμανική δύναμις εναντίον μας και ολίγον έλειψε να πιασθώμεν με τας λόγχας. Εκεί εφονεύθησαν οι αείμνηστοι ήρωες Αναγ. Τσισκάκης, Αντ. Τσισκάκης, Μ. Τσερονάκης και επληγώθη θανασίμως ο Παναγιώτης Αποστολάκης, όστις μετ’ ολίγας ώρας απέθανεν, ο αδελφός του Χατζή Μιχάλη, Χατζή Παναγιώτης, και είς από το Θέρισον το επίθετον Σκουλουδάκης∙ εκ δε των εθελοντών ο ανθυπασπιστής Χαρίλαος Αναγνωστόπουλος και έτεροι τρεις, των οποίων τα ονόματα, ως μη γνωρίζων, παραλείπω, και 3 Κισαμίται, επληγώθησαν δε έτεροι 12 Σελινιώται, 4 Κισαμίται, εκ δε των εθελοντών ο Βογιατζόγλου, ο Μπαϊρακτάρης του αρχηγού Ζυμβρακάκη, Λιαγκούας και άλλοι, των οποίων των αριθμόν αγνοώ εισέτι.
Βλέποντες τον κίνδυνον και τας πεδεινάς θέσεις ηναγκάσθημεν να υποχωρήσωμεν εις τινα υψώματα, άνωθεν της προτέρας θέσεως μας, όπου εξηκολουθήσαμεν την μάχην άχρι της 7 ώρας της ημέρας, ότε οι Τούρκοι υπεχώρησαν εις τα ίδια.
Κατά τας εκ Χανίων πληροφορίες οι φονευμένοι και πληγωμένοι Τούρκοι ηριθμούντο υπέρ τους εκατόν πενήντα, χριστιανοί δε το όλον φονευμένοι έως 20 και λαβωμένοι περί τους τριάκοντα. Ακολούθως μετέβαινον εις την προσωρινήν κυβέρνησιν μετά του Αρχηγού, δια να συσκεφθώμεν περί των συμφερόντων της επαναστάσεως και επροχωρούσαμεν εις κάμπους, εις Αποκόρωνα, ότε έφθασε ταχυδρόμος, και μας ανήγγειλε την έλευσιν του Αρκαδίου εις Σούγια.
Επιστρέψαμεν εις τα οπίσω τότε δια να διανείμωμεν τα πράγματα δικαίως και μην ακολουθήση καμμία εσωτερική διχόνια ανάμεσον του λαού και γίνη μέγα κακόν. Αλλά κατά δυστυχίαν δεν επροφθάσαμεν εγκαίρως και επαρουσιάσθησαν εις το μέρος όπου είχον τα πράγματα μερικοί εχθροί της θρησκείας και της ελευθερίας της πατρίδος, οίτινες ήτον προ καιρού προδομένοι εις τον Μουσταφά πασά, μεταξύ των οποίων ήτο και ο προδότης χριστιανομάχος Μανόλης Γεντεκάκης από Χριστογέρακον, ο οποίος ήτον υπέρμαχος της Τουρκίας.
Επήγεν ούτος εις Σούγια όπου είχα αφήσει τον αδελφόν μου βάρδιαν και τινάς άλλους καπετανέους δια να περιλάβουν τα πράγματα, προσποιούμενος, ότι είχε δίκαιον να αρπάση και καταναλώση τα γενικά πράγματα. Αλλ’ ο αδελφός μου ως τίμιος άνδρας δεν ηθέλησε να σπαταλίση τα πράγματα εις τους κηφήνας, αλλά να τα φυλάξη δια τους εις το γενικόν στρατόπεδον μαχομένους, ηρνήθη τας προτάσεις του και από λόγον εις λόγον επυροβόλησαν ο εις κατά του άλλου και εφονεύθησαν συγχρόνως και οι δύο.
Ω αγαπητοί φίλοι και πατριώται, συγκλαύσετε και θρηνήσετε μετ’ εμού δια τον γενναίον αγωνιστήν αδελφόν μου, όστις απέθανεν εντίμως δια την δικαιοσύνην, και απόδοτε το αιώνιον ανάθεμα εις την μιαράν ψυχήν του ασεβούς χριστιανομάχου, όστις εφονεύθη δια τας παρανόμους πράξεις του.

Ο Γεν. οπλαρχηγός της επαρχίας Σελίνου
ΚΩΝΣΤ. ΚΡΙΑΡΗΣ

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΕΣ ΜΑΧΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΟΡΟΥ
ΕΚΘΕΣΕΙΣ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑΚΗ, ΠΑΝΟΥ ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ, ΜΙΧ. ΚΟΡΑΚΑ και ΜΙΧ. ΣΚΟΥΛΑ, ΔΗΜ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗ. Η μονομαχία του Μιχ. Σκουλά με τον Ρεσίτ πασά του Ηρακλείου, όπως την περιγράφει ο Πάνος Κορωναίος.

Ο Γεώργιος Σκουλάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΣΤΙΣ ΤΗΛ; 2810346451

 

Ο Ιωάννης Ζυμβρακάκης ήταν Έλληνας στρατιωτικός του 19ου αιώνα και έλαβε μέρος στην Κρητική επανάσταση του 1866-1869 και στην ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886.
Πατέρας του ήταν ο αγωνιστής Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης και αδελφός του ο επίσης στρατιωτικός και υπουργός Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης. Είχε αγωνιστεί στην Κρήτη στην επανάσταση του 1866-1869. Το 1886 ανέλαβε τη διοίκηση της μιας από τις τρεις διοικήσεις του στρατού, του αρχηγείου των Τρικάλων, όταν ο προηγούμενος διοικητής υποστράτηγος Βασίλειος Πετμεζάς έγινε υπουργός στην Κυβέρνηση Βάλβη του 1886 στον ελληνοτουρκικό πόλεμο.Κατά τη διάρκεια της επανάστασης υπήρξε γενικός αρχηγός του νομού Χανίων.

Φώτο:

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ Γεν. Αρχηγος νομού Χανίων

Μοιραστείτε το

-

-->