Θυσία εγίνηκες και εσύ για την Ελευθερία..
Και σ’έγραψε μ’ολόχρυσα γράμματα η ιστορία..
Την ερχόμενη Κυριακή 6 Νοεμβρίου στις 8 π.μ θα τελεστεί μνημόσυνο στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη για τον Θεόδωρο Σμπώκο (Ατζαροθοδωρή) από τα εγγόνια του. Στην συνέχεια θα προσφερθεί κέρασμα στο καφέ “Τράπεζα”. Σας παραθέτουμε παρακάτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μιχάλη Σταυρακάκη ή Νιδιώτη “Θύελλες και κατατρεγμοί” που αναφέρεται στο θάνατο του στην Κατοχή από τους Γερμανούς , αλλά και ένα ποίημα από τον εγγονό του Βασίλη Σμπώκο (Λουκά του Ατζαρομάνωλα), με τίτλο “Πεθυμιά”.
“Επίναμε νερό μαζί με τσοι γαιδάρους – Διήγηση του Δημάρατου Κουνάλη
(Βιβλίο:Θύελλες και κατατρεγμοί)
Στη Νίδα, στο μιτάτο των Κουνάληδων, ο Δημάρατος του Κουναλοβασίλη, την ώρα που εδιάβαζε την κουτάλα του προβάτου, μας διηγήθηκε μια ιστορία από την Κατοχή.
Όλοι οι βοσκοί διαβάζουν τσι κουτάλες. Άλλοι βοσκοί πιστεύγουνε πως οι κουτάλες των προβάτων μαντεύγουνε τα συμβάντα , άλλοι πιστεύουν πως οι κουκκίδες των κουτάλων είναι φλεγάκια των κοκκάλω. Άλλοι πάλι πιστεύγουνε πως άμα μια γυναίκα απατά τον άντρα τζη μ’άλλον άντρα το μαρτυρούνε οι κουτάλες. Για την μαντεία των κουταλώ έχουν σωθεί πολλοί θρύλοι. Όντεν εποδιάβασε την κουτάλα ο Δημάρατος μας είπε:
“Την κατοχή είχαμε τα ζα μαζί με το θείο μου τον Κουναλομιχάλη. Κι εδιαβάζανε οι βοσκοί τσι κουτάλες κι ελέγανε πως μαρτυρούνε πως θα μας συμβεί μεγάλο κακό. Μια μέρα βλέπαμε τα στείρα στο Οροπέδιο με τον Γιώργη του θείου μου κι εκούσαμε κι είπανε οι πιο μεγάλοι βοσκοί πως επιάσανε το Θοδωροβασίλη. Εμείς ήμαστε κοπέλια κι ήρθαμε αργά και εθέκαμε στο μιτάτο. Τσι έγγαλες τσι ‘χαμε μεσημεριασμένες και τσι ‘βλέπε ο πατέρας μου οθέν του Τυμπανάτορα. Ξημέρωσε. Στο κολατσό ήρθε ο θείος μου ο Κουναλομιχάλης από το χωριό. Έφερε κι ο πατέρας τσοι έγγαλες και τσοι αρμέξαμε.
Άμα πορμέξαμε εβγάλαμε τα γαλαφτίδια από τσι χωριόβουργες κι ένα καλάθι σταφύλια και κάτσαμε να φάμε. Και λέμε των πατεράδω μας πως εκούσαμε πως επιάσανε οι Γερμανοί το Θοδωροβασίλη. Και μας (ε)λένε:
-Τα ζα θα λαλούμε να τα νεροποτίσουμε στου Χριστού τη βρύση κι εκειά θα είναι βοσκοί να μας πούνε πως πάει το πιάσιμο του Θοδωροβασίλη κι άμα ποφάτε να ‘ρθείτε κι εσείς.
Πήγαμε στη βρύση και ήσανε εκειά Γερμανοί και μας πιάνουνε. Από τα μιτάτα τση Νίδας άλλοι Γερμανοί επιάνανε όσους βρίνανε και τσοι φέρνανε στη βρύση και μονιάσαμε δεκαπέντε βοσκοί στη βρύση. Πέντε Κουνάληδες, εγώ ο πατέρας μου, ο Θοδωροβασίλης, ο Κουναλομιχάλης κι ο γιος του ο Γιώργης. Και τέσσερις Σμπώκηδες, ο Σμπωκογιάννης, ο Γιώργης του Σμπωκομανώλη, ο Ατζαροθοδωρής κι ο γιος του ο Ατζαρομάνωλας.
Επιαστήκανε ακόμη ο Γιάννης ο Μανουράς του Ψαροσταύρο, ο Κώστας Σταυρακάκης ή Πασβανόκωστας, ο Νικηφόρος Βρέντζος του Σπυριδομανώλη, ο Φιλιοευριπίδης και ο Μανούσος Παρασύρης του Μπουχουρή από τα Ζωνιανά. Και μας παίρνουνε και μας ελαλούσανε οθέν τα Νοτικά του Ψηλορείτη. Όντεν επερνούσαμε στη ποδιά του Ρώτη, ήτανε σταλισμένα του Σπυριδομανώλη τα ζα. Και σύρνει ο γκεσταμπίτης ο Μαγιάσης το μπιστόλι και μας λέει να πιάσει καθαείς ένα πρόβατο. Έσυρε καθαείς ένα πρόβατο και πάμε στσι Καμάρες κι εγενίκαμε βουρί στον ίδρωκαι ξεραμένοι τση δίψας.
Στσι Καμάρες μας επήρε ο Μαγιάσης τα πρόβατα και έφυγε. Ο πρόεδρος των Καμαρώ μας έφερε ένα σταμνί νερό και το ήπιαμε. Και μας ελαλούσανε και πάμε στη Γληγοριά. Κι ήτανε στην άκρη του χωριού ένα αμάξι φορτηγό και μας ελαλούσανε να μας βάλουνε απάνω. Και σπά κάτω ο Θοδωροβασίλης και φεύγει. Και τονέ ζυγώνανε οι Γερμανοί και του παίξανε. Και σπά κι ο Σμπωκογιάννης και φεύγει και περνά από το δάμακα που έστεκε ο Γερμανός που εξάμωνε του Θοδωροβασίλη και του παίζει μια αμποσθιά και γκρεμίζεται από το δάμακα και του παίρνει το ντουφέκι και φεύγει. Μέσα στο μπαλοτοκοπιό σκοτώθηκε ένας Γερμανός και τονέ φέρνουνε εκειά που ήμαστε. Ήρθε ένα αμάξι και τον εβάλανε και τον εφύγανε.
Εμάς μας εβάλανε στο φορτηγό και μας πάνε στο Τυμπάκι στη φυλακή. Την επαύριο περασμένα μεσάνυχτα, ενοίξανε τη φυλακή. Κι εφήκανε μέσα τον Γιώργη του Σμπωκομανώλη που είχε μελιταίο πυρετό και τσοι τρεις γέρους, τον Ατζαροθοδωρή, τον Κουναλοβασίλη και τον Κουναλομιχάλη. Τσι άλλους μας βάλανε στο αμάξι και μας πάνε στη Γληγοριά και μας στένουνε σε ένα τοίχο. Και λέω εδά θα μας τουφεκίσουνε..
Αναμαζώξανε γαιδάρους και μας γυρίζουνε στη Νίδα και σπούνε το τυροκομείο και γεμώνανε σακιά τυρί. Το φορτώσαμε κι αλλάσομε οπίσω τα ίδια ζάλα. Στση Μηλιάς τη βρύση επίνανε οι Γερμανοί νερό από το Κουτσουνάρι και δεν μας εφήκανε να σιμώσουμε να πιούμε. Κι εσκύψαμε στσι γούρνες και πίναμε μαζί με τσοι γαιδάρους.
Στη Γληγοριά μας εβάλανε στο αμάξι μαζί με το τυρί και μας πάνε στο Τυμπάκι. Όντε μας είδανε οι πατεράδες μας , μας αγκαλιάσανε και μας εφιλούσανε, μας λέγανε πως εθαρρούσανε πως μας ετουφεκίσανε. Μετά από λίγες μέρες μας εμολάρανε εμάς τα κοπέλια. Αποχαιρετιστήκαμε με τσοι πατεράδες μας και δεν τσοι ξαναείδαμε.Από το Τυμπάκι τσοι πήγανε στην Αγιά στη φυλακή και τσοι εξαφανίσανε..”
Το ποίημα “Πεθυμιά” από το Βασίλη Σμπώκο, αφιερωμένο στον παππού του Ατζαροθοδωρή:
“Θα σηκωθώ μια ταχινή να βγω στον Ψηλορείτη,
από την πιο ψηλή κορφή να σε βιγλίζω Κρήτη.
Στο εκκλησάκι του Σταυρού παράκληση θα κάνω,
προς το Θεό και ύστερα να πέσω να ποθάνω,
μόνο να δω ετούτονα που πεθυμά η ψυχή μου,
μετά να δώσω γελαστός του Χάρου το κορμί μου.
Να μαζωχτούν όλοι οι καιροί πόλεμο να κινήσουν,
απάνω σ’άλλη στο ντουνιά πέτρα να μην αφήσουν.
Μετά να γίνει δυνατός σεισμός και να χωρίσει,
η γης στα δυο όμως ζωή ανθρώπου μη στερήσει,
κι από του Χάρου τα κελιά π’ανθρώποι ‘ναι κλεισμένοι,
με γνώση, αντρειά αισθήματα περίσσα προικισμένοι,
ν’ανοίξουνε ελεύθεροι πάλι να ξαναβγούνε,
το φως του ήλιου για να δουν που τόσο λαχταρούνε.
Να πιάσουνε σιγά σιγά του αοριού τσι στράτες,
έκεια που πορπατούσανε όπως παλιά αντάρτες.
Πετραδολάκια, Σκοίνακας, Νίδα, Κόκκινες Πλάκες,
Βάρσαμος, Μύθια και Τσουνιά, Ζώμινθος και Απάτες,
μπροστά αυτοί, ξοπίσω εμείς στη βρύση να ανεβούμε,
εις του Χριστού κι από και δα όλοι να ορκιστούμε.
Χωρίς πολέμους και μαλιές τα χρόνια να περνούμε
κι αδελφωμένοι τση ζωής το λύχνο να βαστούμε..”.

