Την ερχόμενη Κυριακή 17 Ιουλίου θα γίνει στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στα Ανώγεια, το μνημόσυνο για τις σαράντα ημέρες από τον θάνατο ενός ξεχωριστού Ανωγειανού, του Βασίλη Σπαχή (Σπαχοβασίλη).
Η Ανωγή σας παρουσιάζει σήμερα τον επικήδειο που εκφώνησε η κα Αρετή Σπαχή στην εκκλησία μετά την νεκρώσιμη ακολουθία.
Αναλυτικά:
«Οι λέξεις πρέπει να καρφώνονται σαν πρόκες, για να μην τις παίρνει ο άνεμος» μας συμβουλεύει ο ποιητής, θείε Βασίλη, και εγώ –που νιώθω το νόημα των λόγων του ποιητή να καρφώνεται στην ψυχή μου -αισθάνομαι, ομολογώ, δέος και αμηχανία τούτη τη δύσκολη στιγμή του οριστικού αποχαιρετισμού σου. Γιατί ο αποχαιρετισμός αυτός, που αποτελεί χρέος ιερό και καθήκον δικό μου, πρέπει, ωστόσο, να αντανακλά-πέρα από τα προσωπικά – και τα συλλογικά αισθήματα, τα οποία θα προσπαθήσω να σεβαστώ. Γνωρίζω όμως εκ των προτέρων ότι οι λέξεις, όσο κι αν είναι στιβαρές , έχουν τη δική τους σύμβαση και , όταν πρέπει να αναμετρηθούν με ανθρώπους της δικής σου ψυχικής δύναμης και ηθικής, αποδεικνύονται πάντα αδύναμες.
Είναι πράγματι παράδοξο ότι και τούτη ακόμη τη στιγμή της αναγκαστικής ,οριστικής και αμετάκλητης σιωπής σου, αυτήν την ώρα -που ο νόμος της φύσης άπλωσε την παγερότητά του πάνω στο φέρετρό σου -αισθάνομαι την ψύχραιμη και συνάμα πολλαπλά φορτισμένη φωνή σου να ξεχειλίζει από ανθρωπιά και να με συμβουλεύει ψημιδευτά να σταθώ θαρρετά και υπεύθυνα μπροστά σε αυτή τη νομοτέλεια .Να σε αποχαιρετήσω με λόγια μετρημένα , ζεστά και οικεία που να αφρουγκάζονται τον παλμό της φορτωμένης με τη σοφία των ενενήντα χρόνων ψυχής σου και να παρακολουθούν τις ποιοτικές αξιώσεις της συγκροτημένης σκέψης σου. Της σκέψης που σφυρηλατήθηκε με τον καθημερινό μόχθο της αυτομόρφωσής σου, δείγμα κι αυτή-με τη σειρά της-της ανήσυχης και πολυτάλαντης φύσης σου που ήξερε να δίδει τις μάχες και να καταργεί τους φραγμούς του μορφωτικού αποκλεισμού που επιβάλλει η ανέχεια.
Στο ήθος και τη σοβαρότητά σου, θείε Βασίλη, αντιστοιχούν λόγια θαρρετά και σταράτα, λόγια που ξεδιπλώνουν την αλήθεια της δύσκολης και πολυδαίδαλης πορείας σου, που αντιστοιχούν στο συνετό αντρεισμό και την πολιτισμένη παλληκαριά σου, μια παλληκαριά που συνδύαζε τη σκληρότητα της πέτρας του τόπου μας με την ευγένεια της παιδείας σου.
Φεύγεις σήμερα , θείε Βασίλη, με τη σιγουριά-και αυτή η σιγουριά αποτελεί και κοινωνική πεποίθηση – ότι , με όλη τη δύναμη της ψυχής σου και την ευστροφία κοφτερού μυαλού σου, προσπάθησες, αδιάλειπτα και αταλάντευτα, να υπερασπιστείς τα ηθικά θεμέλια και τις αξίες της κοινότητας των Ανωγείων που λάτρεψες με πάθος, σε κάθε βηματισμό της , στα δύσκολα, μα και στα εύκολα. Γιατί πάλεψες από κάθε μετερίζι που βρέθηκες, για να δώσεις ώθηση στην κρυμμένη και-πολλές φορές -ανεκμετάλλευτη κοινωνική δυναμική , ώστε να μπορέσει αυτή η κοινότητα, που σε γαλούχησε, να ανεβεί τη δύσκολη ανηφοριά της επιβίωσης και να απαλλαγεί από τη στέρηση και την εγκατάλειψη , από τα δεινά που επιτάσσουν τα οχτακόσια πενήντα μέτρα της ξερολιθιάς της . Εδειξες πρωτοφανέρωτο ζήλο, για να ανοίξει ο δρόμος των γραμμάτων και της επιστήμης, αλλά και για να κρατήσει η τοπική κοινωνία-τις κρίσιμες στιγμές της δοκιμασίας- την ενότητα , την ανθρωπιά και τον ιστό της. Για να παραμείνει κοινότητα που συνεργάζεται και συλλογίζεται, παίζοντας εσύ καταλυτικό ρόλο ως πρόσωπο-θεσμός, ως εγγυητής των άγραφων κανόνων του δικαίου , που διαπερνούν κάθε πτυχή της τοπικής κοινωνίας και την κρατούν όρθια μέχρι σήμερα, είτε είχες επίσημο θεσμικό ρόλο στο Δημοτικό Συμβούλιο, είτε όχι.
Και δεν ήσουν μόνο ο «ορθολογικός» νους που ψύχραιμα καθοδηγούσε και υποστήριζε στις δυσκολίες, αλλά και ο πληθωρικά συναισθηματικός άνθρωπος που καμάρωνε αφειδόλευτα την προκοπή και μοιραζόταν τη χαρά του συγγενή, του φίλου του συγχωριανού, όπως ταιριάζει στον άνθρωπο που έχει κερδισμένες με κόπο τις ηθικές ποιότητες στη ζωή του .Κουβαλώ μέσα στην ψυχή μου- σαν αποθησαύρισμα των παιδικών και νεανικών βιωμάτων, αλλά κι εκείνων της ώριμης ηλικίας- τη σπίθα της περηφάνιας που είχε το άδολο βλέμμα σου ,σε κάθε περίπτωση προόδου που σημειώναμε είτε εμείς οι συγγενείς σου , είτε οι φίλοι και οι δικοί, αλλά και όλη η κοινότητα των Ανωγείων που ήταν το σύμβολο των οραμάτων και των αξιώσεών σου και για αυτό δε μπόρεσες να την αποχωριστείς ποτέ.
Είχες βλέμμα γεμάτο, περήφανο, αισιόδοξο. Βλέμμα που μολογούσε πολύ περισσότερα από τις λέξεις και τις χειραψίες. Βλέμμα που έδειχνε και φώναζε πολύ πιο ηχηρά από κάθε λέξη: ό,τι κι αν σας τύχει , εγώ είμαι εδώ. Και ήσουν πράγματι εκεί που σε είχαμε ανάγκη όλοι: στη στήριξη, στο διάλογο, στη συμβουλή, στο γέλιο, στην παρέα, στο ευφυολόγημα, αλλά και στην αντίθεση. Η συμμετοχή σου μάλιστα στο διάλογο της αντίθεσης στάθηκε μοναδικό γνώρισμά της ευστροφίας σου. Είχες τη δύναμη να βλέπεις πολύ πιο πίσω από τις γραμμές, να διαβλέπεις, να ακούς, να φέρεις αντίρρηση και να αποδέχεσαι τον αντίλογο, όσο οξύς κι αν ήταν. Γιατί ήξερες να αγαπάς με τα μάτια του νου και της κριτικής , χωρίς να αρνείσαι την αυστηρή κριτική και -το κυριότερο -ήσουν εσύ ο πιο αμείλικτος κριτής του εαυτού σου, όταν αναφερόσουνα στα λάθη της πολύχρονης και- κάποιες φορές- οδυνηρής πορείας σου στο δημόσιο βίο των Ανωγείων.
Θείε Βασίλη, η απόσταση των γενεών σίγουρα σηματοδότησε και τη δική μας σχέση, ώστε πολλές και σημαντικές πλευρές του αγώνα σου να μου διαφεύγουν. Ωστόσο, αυτή η απόσταση δεν ήταν η μόνη διαφορά μας. Μας χώριζε μια ευθεία και δημόσια εκφρασμένη πολιτική διαφορά, διαφορά κοσμοαντίληψης. Ηταν όμως μια διαφορά που δεν προκαλούσε ποτέ πόλωση , αλλά απεναντίας έδιδε κίνητρο στη συζήτηση. Γιατί ήξερες να ζυγίζεις και να εκτιμάς τις απόψεις των άλλων και –κυρίως- είχες κατακτήσει, με πολύ μόχθο , τη γενναιότητα της αυτοκριτικής σου για τις λαθεμένες εκτιμήσεις σου κάποιες δύσκολες στιγμές της δημόσιας σταδιοδρομίας σου.
Στις δοκιμασίες άντεξες και στάθηκες όρθιος, σταθερά δίπλα στους συγχωριανούς σου, των οποίων τα δίκια , αλλά και τα συμφέροντα υπερασπίστηκε από όποιο πόστο του δημόσιου βίου κι αν βρέθηκες. Παιδί της βιοπάλης, μιας μεγάλης και φτωχής οικογένειας που ορφάνεψε από μάνα νωρίς, βρήκες το κουράγιο να αντισταθείς από τα παιδικά σου χρόνια στη φτώχεια και τη στέρηση. Στήριξες με όλες σου τις δυνάμεις την πολυμελή πατρική οικογένεια, έχοντας τη συνδρομή του αείμνηστου Σωκράτη και του μικρότερου αδερφού σου, του Γιώργη, στην οικογενειακή επιχείρηση .Δημιούργησες έτσι αναβαθμισμένους όρους για τη δική σου οικογένεια που- με την προκοπή και το ήθος της –δικαίωσε τις προσδοκίες σου , παίρνοντας τη σκυτάλη.
Διεκδικώντας τίμια το ψωμί από την εφηβεία σου, μακριά από το σπίτι και τους δικούς σου, μάθαινες τα μυστικά του ανταρτοπόλεμου ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Γνώρισες από κοντά τους στυλοβάτες του πατριωτικού αντικατοχικού αγώνα και έδεσες από μικρός στη συνείδησή σου την αξιοπρέπεια του ψωμιού με την πατριωτική αντίσταση και την παλληκαριά. Ηταν ζωντανές ακόμα αυτές οι μνήμες στο μυαλό σου, όταν – βουρκωμένος στο νοσοκομειακό κρεββάτι και μπροστά στον ακούραστο, πάντα πρόσχαρο και ευγενικό γιο σου, το Μανόλη- προσπαθούσες να μου εξιστορήσεις περιστατικά συγκρούσεων που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια σου ,σε ένα νοερό ταξίδι στο μαχητικό παρελθόν. Την ίδια στιγμή, η μνήμη του δικού μου πατέρα, πολλαπλασίαζε την ανυπόκριτη συγκίνησή σου για το ηθικό και συναισθηματικό βάθος μιας συγγένειας και- κυρίως- μιας αντρικής φιλίας που ανέβηκε πολύ ψηλά , γιατί ήξερε να σέβεται και να υπηρετεί «όσια και ιερά».
Αυτές τις παρακαταθήκες αφήνεις σήμερα, θείε Βασίλη , στα τέσσερα παιδιά σου και στις οικογένειές τους, στα αδέλφια σου, αλλά και σε όλους εμάς, τους συγγενείς, τους φίλους, τους οικείους και τους συγχωριανούς, που βαθιά στεναχωρημένοι , σε αποχαιρετούμε, γνωρίζοντας ότι το κενό που αφήνεις είναι δυσαναπλήρωτο.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.
