Γύρω στα 1600 ο Γεώργιος Χορτάτσης γράφει τη σημαντικότερη τραγωδία της κρητικής λογοτεχνίας.Η Ερωφίλη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1639 στη Βενετία,μετά το θάνατο του ποιητή.Το έργο είναι εμπνευσμένο από το Orbecche του Ιταλού Gianbattista Giraldi ,αλλά ο Χορτάτσης μετρίασε τις αιματηρές σκηνές έδωσε στους χαρακτήρες του ήθος και περισσότερη ευγένεια και έφτιαξε ένα έργο βαθύτατα
ελληνικό.
Η υπόθεση της Ερωφίλης έχει ως εξης:Ο Φιλόγονος,βασιλιάς της Αιγυπτιακής Μέμφιδας,ανέβηκε στο θρόνο σκοτώνοντας τον αδελφό του.
Στην αυλή του μεγαλώνει ένα ορφανό βασιλόπουλο,ο Πανάρετος,γιός του επίσης σκοτωμένου βασιλιά της Τζέρτζας.Η κόρη του βασιλιά Φιλόγονου Ερωφίλη ερωτεύεται τον Πανάρετο κι οι δυό νέοι παντρεύονται μυστικά.Όταν το μαθαίνει ο Φιλόγονος εξοργίζεται,σκοτώνει τον Πανάρετο και στέλνει την καρδιά του ως δώρο στην Ερωφίλη.Η Ερωφίλη αυτοκτονεί και ο Χορός, που αποτελείται από κορασίδες υπηρέτριες της Ερωφίλης ,εξεγείρεται και σκοτώνει το Φιλόγονο.Παρουσιάζεται τότε και το φάντασμα του δολοφονημένου αδελφού
και εκφράζει ικανοποίηση για την τιμωρία του δολοφόνου βασιλιά.
Το έργο είναι γραμμένο στη κρητική διάλεκτο, σε δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο, με εξαίρεση τα χορικά, που είναι γραμμένα σε ενδεκασύλλαβους ,σε τερτσίνες (τρίστιχες στροφές).Τα χορικά εμφανίζονται στο τέλος κάθε πράξης και εχουμε και τα ιντερμέδια (αυτόνομα μουσικοχορευτικά επεισόδια που παρεμβάλλονται μεταξύ των πράξεων).Τα κρητικά θεατρικά συνοδεύονται από ιντερμέδια, μικρά θεατρικά έργα που παίζονταν μεταξύ των πράξεων. Χαρακτηριστικό τους ήταν ο ψυχαγωγικός χαρακτήρας, η έμφαση στη δράση και το πλούσιο θέαμα, με μουσική, κουστούμια, σκηνικά εφέ και χορογραφίες.
Στην Ερωφίλη βλέπουμε πως η υπερηφάνεια και η απληστία είναι ο πρόξενοι των περισσοτέρων κακών , οι μεταστροφές όμως της τύχης είναι απροσδόκητες και κοινό τέλος όλων των ανθρώπων είναι ο θάνατος, μπροστά στον οποίο δεν μπορεί να αντισταθεί ούτε η δύναμη, ούτε τα πλούτη, ούτε άλλες αρετές. Μόνο ο Έρωτας φαίνεται να έχει την απόλυτη δύναμη να υπερβεί τη δύναμη του θανάτου, γι’ αυτό και ο βασιλιάς που επιχείρησε να αγνοήσει τη δύναμη του Έρωτα τιμωρήθηκε.
……………………………………………………………….
Τον ουρανό στοχάζομαι και τσ’ ομορφιές του κόσμου
Και σκοτεινό κι ολότυφλο μου φαίνεται το φώς μου.
Γιατί δεν είναι μπορετό κορμί να ξεχωρίσει
Από την ίδια του ψυχή και να μπορεί να ζήσει.
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
Πώς είναι τάχα δυνατό νά ‘χουνε ζήσης χάρη;
Και ποιος μιάς κόρης όμορφης φιλιά κι αγάπη χάνει
Κι απέ δεν έχει πεθυμιά πάραυτας ν’ αποθάνηι.
Συχνά πολύ αναστέναξα και με περίσσια ζάλη
Τούτα τα λόγια η γλώσσα μου τα πικραμένα ελάλει.
Γιατί ποια ελπίδα με κρατεί, ποιο θάρρος σ’ τέτοια κρίση,
Και δεν αφήνει τη φωτιά του πόθου μου να σβήσει;
Τον ουρανό, τη θάλασσα, τη γή και τον αέρα,
Τα’ άστρα, τον ήλιο το λαμπρό, τη νύκτα, την ημέρα,
Παρακαλώ ν’ αρματωθού, να ‘ρθούν αντίδικά μου,
Την ώρα οπ’ άλλος θέλει μπεί πόθος εις την καρδιά μου!
Το τραγούδι του Πανάρετου
Μπισκιτζή Ιωάννα
Λέκτορας Κλασικής Φιλολογίας
