Ο Σπύρος Μαυράκης αποκαλύπτει στην “Π” τις άγνωστες στιγμές της περιπέτειας που έζησαν οι τρεις σε συνθήκες πολικού ψύχους
Τις δραματικές στιγμές που έζησε επί 48 ωρες στο Οροπέδιο της Νίδας υπό συνθήκες πολικού ψύχους περιγράφει καρέ-καρέ στην «Π» ο ένας εκ των τριών διασωθέντων, η περιπέτεια των οποίων απασχόλησε το πανελλήνιο. Ο 39χρονος Σπύρος Μαυράκης, επιχειρηματίας και πρόεδρος της Λέσχης Off Road Club Ηρακλείου, σε μία κατάθεση ψυχής αναφέρεται στις δύσκολες ώρες που πέρασε μαζί με τους δύο φίλους του, στις ψυχολογικές διακυμάνσεις που είχαν ανάλογα με την τροπή που έπαιρνε κάθε φορά η αγωνιώδης επιχείρηση, στην προσπάθεια τους να εμψυχώσουν έστω και με μηνύματα τις οικογένειες τους αλλά και στην ανακούφιση που ένιωσαν όταν επιτέλους το μεσημέρι της Κυριακής το Super Puma τους μετέφερε από την παγωμένη Νίδα στην ζεστή αγκαλιά των δικών τους ανθρώπων.
«Τέλος καλό, όλα καλά» λέει μία ημέρα μετά τη φοβερή περιπέτεια τους που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη τους για το υπόλοιπο της ζωής τους, ενώ ευχαριστεί από τα βάθη της καρδιάς του όλους όσοι βοήθησαν με τον τρόπο τους στη διάσωση τους.
Για 48 ώρες έμειναν άυπνοι, χωρίς φαγητό και χωρίς νερό. Ξεγελούσαν τη δίψα τους καταπίνοντας λίγο χιόνι. Τα λιγοστά φιστίκια και οι ελιές που τυχαία κρατούσε ο ένας της παρέας, έμοιαζαν με «παντεσπάνι» στα μάτια τους. Τις έτρωγαν με μέτρο μόνο και μόνο για να παίρνουν κάποιες …δόσεις ενέργειας.
«Τι είναι το πρώτο πράγμα που κάνατε;» τον ρωτάμε. Χαμογελάει και δεν κρύβει ότι και οι τρεις ζήτησαν φαγητό. Και ήταν λογικό. Οι δυνάμεις τους είχαν σωθεί και ο οργανισμός τους είχε εξαντληθεί.
«Δεν πήγαμε να ψάχνουμε μπελάδες. Είμαστε Λέσχη. Έχουμε απίστευτη εμπειρία. Είχαμε πάρει το δρόμο της επιστροφής. Όταν πάθαμε τη ζημιά δεν είχε γραμμάριο χιόνι» σχολιάζει ως απάντηση σε όλους εκείνους που τους επέκριναν, χαρακτηρίζοντας τους επιπόλαιους.
«Είχαμε διοργανώσει εκδρομή. Ήμασταν γύρω στα 17-18 αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή δυσκολευτήκαμε λίγο. Πήγαμε να βοηθήσουμε κάποιους που είχαν εγκλωβιστεί και πάνω στην προσπάθεια, πάθαμε τη ζημιά, πάνω από το χιονοδρομικό κέντρο στ’ Ανώγεια. Τους υπόλοιπους τους διώξαμε προκειμένου να μην υπάρξει πρόβλημα γιατί χαλούσε ο καιρός».
Όπως λέει, άνθρωπος της παρέας προσπάθησε να φέρει ανταλλακτικό για να φτιάξουν τη ζημιά και να φύγουν. Δυστυχώς όμως έγινε λάθος και έτσι το πρόβλημα δεν αποκαταστάθηκε. Εντωμεταξύ εγκλωβίστηκαν και ήταν αδύνατον να φύγουν.
Η μεγάλη κινητοποίηση των Αρχών με βασική την 3η ΕΜΑΚ, ξεκίνησε το πρωί του Σαββάτου.
«Στο αυτοκίνητο έμεινα εγώ, ο Γιώργος Φραγκιαδάκης και ο Θόδωρος Στειακάκης. Τα παιδιά έμειναν μαζί μου για να μην μείνω μόνος προκειμένου να με βοηθήσουν στην όλη διαδικασία».
«Από ‘κει και μετά εξελίσσεται ένα κουβάρι με απίστευτα γεγονότα.
Σήμα στο κινητό είχαμε μέχρι και το μεσημέρι του Σαββάτου. Από ‘κει και πέρα τα πράγματα δυσκόλεψαν γιατί επικοινωνούσαμε μόνο με μηνύματα. Δεν είχαμε πλήρη πληροφόρηση ούτε εμείς ούτε οι απ’ έξω. Οπωσδήποτε οι συνθήκες εκείνων που έρχονταν να μας διασώσουν ήταν πιο δύσκολες σε σχέση με μας. Ευτυχώς για εμάς, το αυτοκίνητο ήταν μεγάλο. Έξω οι συνθήκες ήταν δραματικές με τον αέρα να λυσσομανά, σφοδρή χαλαζόπτωση και το χιόνι να πέφτει πυκνό. Δεν έβλεπες ούτε στα τρία μέτρα. Δεν έβγαινες ούτε για την ανάγκη σου. Μόνο στην έσχατη περίπτωση. Ο αέρας ήταν υπερβολικά παγωμένος. Ήμασταν στους μείον πέντε βαθμούς και ήμασταν μόνοι μας. Δεν είχαμε νερό, δεν είχαμε φαγητό, τίποτα. Αν περνούσαν και άλλες μέρες, θα ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Μην ξεχνάτε ότι δεν ήμασταν εξοπλισμένοι όπως άλλες φορές. Δεν είχαμε τα κατάλληλα ρούχα, ούτε καν γάντια».
Όπως περιγράφει, το πρωί του Σαββάτου τους ενημέρωσαν ότι πήγαινε όχημα να τους παραλάβει. «Όσο περνούσαν οι ώρες και δεν βλέπαμε κάποιο σημάδι, αρχίσαμε να προετοιμαζόμαστε ψυχολογικά ότι θα μείνουμε και άλλο εκεί».
Το βράδυ πλέον του Σαββάτου, η κατάσταση άρχισε να δυσκολεύει ακόμα περισσότερο. «Κάτι τέτοιες στιγμές, όσο χαλαρός και αν θέλεις να δείχνεις, όσο αψήφιστα και αν παίρνεις κάποια πράγματα, δεν παύει να περνούν από το μυαλό σου χίλιες εικόνες, ακόμα και το χειρότερο. Από ένα σημείο και μετά πέφτει και ο οργανισμός. Πόσο θα αντέξουμε εδώ πέρα, γιατί δεν είσαι σίγουρος για τίποτα».
Τις δύσκολες στιγμές, τα αγαπημένα τους πρόσωπα ήταν συνεχώς στο μυαλό τους.
«Προσπαθούσαμε να στείλουμε κάποια μηνύματα και να τους πείσουμε ότι είμαστε καλά, μες στην καλή χαρά. Δεν θέλαμε με τίποτα να τους τρομάξουμε. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν νιώσαμε φόβο».
Μας πρότειναν να αφήσουμε το αυτοκίνητο
Όπως αποκαλύπτει, τους προτάθηκε να εγκαταλείψουν το αυτοκίνητο και να κατευθυνθούν στο χιονοδρομικό κέντρο. «Μας πρότειναν να βγούμε από το αυτοκίνητο και να κατευθυνθούμε στο χιονοδρομικό κέντρο. Αποφασίσαμε από κοινού να παραμείνουμε στο αυτοκίνητο και αυτό ήταν η σωτηρία μας. Αν το κάναμε, θα ήμασταν τελειωμένοι. Δεν θα υπήρχε σωτηρία για μας».
Για το λόγο αυτό προσπαθούσαν να προστατεύσουν με κάθε τρόπο το αυτοκίνητο. Αν και είχαν ραδιόφωνο, δεν το άνοιγαν για να κάνουν οικονομία στη μπαταρία, ενώ φρόντιζαν να μην ανάβουν συχνά τα φώτα.
Η διάσωση από το Super Puma
Ο 39χρονος περιγράφει την στιγμή που το πλήρωμα του Super Puma τους εντόπισε και τους παρέλαβε. «Το Super Puma το είδαμε μόνο όταν ήρθε να μας πάρει. Κάποια στιγμή το μεσημέρι της Κυριακής είχαμε για περίπου μισή ώρα σήμα στο κινητό επειδή «μαλάκωσε» ο καιρός. Μας ειδοποίησαν ότι έρχονται. Μας είπαν να βγούμε από το αυτοκίνητο και να κάνουμε σινιάλο, να κουνήσουμε κάτι έντονο, να ανάψουμε φωτιά. Φωτιά δεν υπήρχε πιθανότατα να ανάψουμε γιατί όλα ήταν παγωμένα.
Οι δύο αρχίσαμε να κουνάμε τα χέρια και κάποια κίτρινα αδιάβροχα που είχαμε μαζί μας και ο τρίτος ήταν μέσα στο αυτοκίνητο για το σήμα του κινητού.
Κατέβασαν διασώστη και μας τράβηξαν έναν-έναν πάνω. Εκείνη την στιγμή νιώσαμε ανακούφιση. Λες οκ, έφυγαν τα δύσκολα και πάμε για άλλα»
Ευαγγελία Καρεκλάκη- ΠΑΤΡΙΣ