Να φυλάξω τα βλαστικά κύτταρα του ομφάλιου λώρου του παιδιού μου ή να μην τα φυλάξω;» Το δίλημμα της αποθήκευσης των βλαστοκυττάρων γίνεται ολοένα και πιο έντονο για τους μελλοντικούς γονείς, οι οποίοι βρίσκονται στη μέση μιας επιστημονικής διαφωνίας, με άλλους επιστήμονες να ψηφίζουν υπέρ της ιδιωτικής φύλαξης και άλλους υπέρ της δωρεάς.
Από την πρώτη επιτυχημένη μεταμόσχευση των βλαστικών κυττάρων του ομφάλιου λώρου το 1988 μέχρι σήμερα, το αίμα του πλακούντα και του ομφάλιου λώρου έχει αναδειχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πηγές αιμοποιητικών κυττάρων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία πλήθους αιματολογικών ασθενειών.
Παρά το γεγονός ότι χρειάζεται ακόμη αρκετή έρευνα, τόσο προκαταρκτική όσο και βασική, τα αναμενόμενα αποτελέσματα από τις εφαρμογές των βλαστικών κυττάρων έγιναν η αιτία για τη δημιουργία «τραπεζών» συλλογής και αποθήκευσης αυτών, με σκοπό τη χρήση τους για μελλοντική μεταμόσχευση. Έτσι, δημιουργήθηκαν δημόσιες «τράπεζες», οι οποίες συλλέγουν το ομφαλοπλακουντιακό αίμα από δωρητές για δημόσια καθαρά χρήση, καθώς και ιδιωτικές «τράπεζες», οι οποίες συλλέγουν το ομφαλοπλακουντιακό αίμα αποκλειστικά για ιδιωτική χρήση του δότη ή της οικογένειάς του, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος.
Η ίδρυση, ωστόσο, των «τραπεζών» αυτών, και ειδικά των ιδιωτικών, εγείρει μια σειρά από κρίσιμα βιολογικά, ηθικά, κοινωνιολογικά και νομικά ερωτήματα, τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης επεξεργασίας και ανάλυσης.
Με το βιβλίο της με τίτλο «Τράπεζες βλαστοκυττάρων», που μόλις κυκλοφόρησε από τις νομικές εκδόσεις Σάκκουλα (Αθήνα-Θεσ/κη), η Ελένη Δημ. Κουτεντάκη επιχειρεί να εντοπίσει και να καταγράψει τα κρίσιμα διεπιστημονικά προβλήματα που εγείρονται από την αποθήκευση των βλαστικών κυττάρων. Μέσα μάλιστα από την ανάλυση της ελληνικής περίπτωσης, επιδιώκει να εμπλουτίσει τον αντίστοιχο προβληματισμό που αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο στο διεθνή επιστημονικό χώρο.
