Archive for Αυγούστου 2018
Στ’ Ανώγεια σε γειτονικά σπίτια, βρίσκονταν ανήμπορα στο κρεβάτι δυο ξαδέρφια. Ο Γιάννης και ο Κώστας Ξυλούρης. Χτυπήθηκαν από τη μοίρα σε νεαρή ηλικία. Είχαν σπάσει σε ατυχήματα την σπονδυλική τους στήλη. Ο Γιάννης στο βουνό και ο Κώστας όταν προσπαθούσε να φορτώσει ένα γάιδαρο. Πριν τον πόλεμο. Όταν οι Γερμανοί τον Αύγουστο του 1944 αποφάσισαν να διώξουν τα γυναικόπαιδα από τ’ Ανώγεια, δεν επέτρεψαν να μείνουν κοντά οι αδερφές τους για να τους φροντίζουν. Κι όχι μόνο αυτό. Σκότωσαν τα παλικάρια και κατόπιν ανατίναξαν τα σπίτια τους. Έτσι πέτρες, ξύλα και κορμιά έγιναν ένα. Οι Ξυλούρηδες, ο Γιάννης και ο Κώστας πέρασαν στην αιωνιότητα. Για να θυμίζει η θυσία τους τη νέα τάξη πραγμάτων και πως την εννοούσαν οι δυνάμεις του άξονα. Για να θυμίζει σήμερα η θυσία τους, την θέση που κατείχαν πανανθρώπινες αξίες όπως σεβασμός, αξιοπρέπεια, πολιτισμός, στη σκέψη των κατακτητών Γερμανών.
Αφήγηση Νίκη Ξυλούρη-Καλομοίρη (κουνιάδα του Γιάννη Ξυλούρη ενός από τους δυο Ξυλούρηδες της ιστορίας):
“Μας πήρανε από παέ οι Γερμανοί, μας εμαζέψανε και μας επήγανε στο σχολείο στο Αρμί. Μας επήρανε από κια όλα τα γυναικόπαιδα και μας επήγανε στο Γενή Γκαβέ και μας εδιακλαδώσανε και εμοιραστήκαμε στα χωριά προς το Πέραμα. Εγώ τότε, όταν κατεβαίναμε στο Πέραμα εβρήκα ευκαιρία και έφυγα από τση Γερμανούς. Μου κλουθούσανε και δυο τρεις άλλες κοπελιές. Τονέ ξεφύγαμε, επιάσαμε τα βουνά κι εβγήκαμε εις το Χουμέρι. Από το Χουμέρι εβγήκαμε στον Άγιο Ιωάννη και μετά στα Ζωνιανά. Από τα Ζωνιανά ξετρυπήσαμε στη περιοχή του χωριού μας στη Σπαθαριά. Εγώ ήμουνε κοπελοπούλα. Στη Σπαθαριά εβρήκαμε κι άλλους χωριανούς μας, τον άντρα μου, το Διαμαντή και άλλους. Ο κουνιάδος μου ο Ιωάννης Ξυλούρης του Νικολάου ή Κίτρης τον αφήκανε οι κουνιάδες μου στο κρεβάτι. Αυτός πριν τον πόλεμο εβόσκευε στα βουνά. Έβλεπε τση κατσίκες. Εξάπλωσε σε ένα χαράκι και φαίνεται πως εγύρισε εκεί που κοιμούντανε και έτσι που γύρισε έκανε πέζα (δάμακα, δετάρι) και γκρεμίστηκε. Έσπασε τη μέση του. Γιατροί τότε ορθοπεδικοί και μέσα δεν εβρίσκουντανε. Και μια πραχτική η Μαριόρα του ‘πε:Θα κείτεσαι στο κρεβάτι ανάσκελα και ίσως να σε βοηθήσει ο Θεός να σταθείς στα πόδια σου. Αλλά αυτός εκοίτουντανε πολλά χρόνια..
“Μέσα στους Γερμανούς ήταν και Γκεσταμπίτες…”
Όταν μας εμαζέψανε φύγανε κι οι αδερφήδες του. Οι Γερμανοί τση βγάλανε όξω κι εφήκαντονε στο κρεβάτι. Ο Γιάννης ακίνητος. Και στο διπλανό σπίτι ήτανε στο κρεβάτι και ο ξάδερφος του ο Κώστας Ξυλούρης του Γεωργίου ή Κίτρης. Κι ο ένας στο κρεβάτι κι ο άλλος. Την ίδια πάθηση είχε και ο Κώστας. Εφόρτωνε ξύλα στο γάιδαρο, πριν τον πόλεμο.Έτσα που φόρτωνε έβαλε το σκοινί στο σκαρβέλι. Πιάνει το φόρτωμα με τα δόντια του για να το σύρει. Σπα το σκαρβέλι και πέφτει με την πλάτη. Έσπασε κι αυτός την σπονδυλική του στήλη όπως και ο ξάδερφος του ο Γιάννης. Κι εκείτουντανε κι αυτός. Ήτανε και συνομήλικοι. Δεκαφτά-δεκαχτώ χρονών.Μας ελαλούσανε οι Γερμανοί και μας εβγάλανε όξω από το χωριό και εμείνανε τα παιδιά στο κρεβάτι στα σπίτια ντως. Αρχίξανε και καίγανε οι Γερμανοί το χωριό. Μέσα στους Γερμανούς ήτονε και γκεσταμπίτες και μπήκανε στο σπίτι του Γιάννη Ξυλούρη. Αυτός φαίνεται γνώρισε κανένα. Αυτό το συμπέρασμα έβγαλε ο άντρας μου. Και θα του ‘πένε ο Γιάννης του γκεσταμπίτη που μωρέ θα πας δε θα γυρίσει η εποχή; Ο άλλος σου λέει αυτός με γνώρισε εδά και πρέπει να τονέ ξεβγάλω. Και του παίζει δυο πυροβολισμούς στο στήθος και μετά ανατινάξανε το σπίτι και τονέ πλάκωσε.
“Τον ξέθαψαν για να τον θάψουν…”
Ο άντρας μου έβγαινε στο Βενέρι με τον Διαμαντή και με τον Μπαμπακιό. Τότε ήρθε ο Μπαμπακιός για να θάψει το κοπέλι του που το ‘χανε σκοτώσει οι Γερμανοί. Ήρθε κι ο άντρας μου ο Γιώργης ο Ξυλούρης για να ξεχώσει τον αδερφό του. Επήγε με τον Διαμαντή. Βγάνουνε τση πέτρες, τονέ βρίσκουνε και παίρνουνε μια κουβέρτα και τονέ βάνουνε να τόνε πάνε στο νεκροταφείο. Και τότε είδε τση σφαίρες πως τον είχανε σκοτωμένο. Εφύγανε μετά και οι Γερμανοί τση προλάβανε από το Κατσιπρομούρη και από το δέτη του Τσουρολιό και από τα Σπιθουριανά.. Τόσε βάνανε αλλά εμπήκανε στο ρυάκι και τόσε φύγανε.Τον Κώστα το Ξυλούρη δεν τον βγάλανε από το γκρεμισμένο σπίτι. Δεν επρολάβανε.Μετά που φύγανε οι Γερμανοί ήρθανε τα αδέρφια του κι ο Κιτρογιάννης και επολεμήσανε και τονε βγάλανε κι αυτόν. Οι Γερμανοί δεν τα σεβαστήκανε τα παιδιά. Στο κρεβάτι που κείτουντανε κι οι δυο κακό θέλα τόσε κάνουνε τω Γερμανώ; Εφοβηθήκανε δυο ανάπηρα παιδιά; Κι όμως τα σκοτώσανε και εγκρεμίσανε τα σπίτια ντως και τση πλακώσανε..Γιατί;
Μια μοναδική μουσική συνάντηση των δύο μεγάλων τραγουδοποιών κι ερμηνευτών, μια ξεχωριστή σύμπραξη μέσα από τις φωνές και τα τραγούδια τους, που χαράσσουν τις εικόνες, τις μνήμες, τα συναισθήματα μας εδώ και πολλά χρόνια… Τραγούδια με τόσο έντονα αρώματα Ελλάδας, εκεί που η Κρήτη συναντά το Αιγαίο και τα Επτάνησα, εκεί που οι Κυκλάδες σμίγουν με τη Μακεδονία και την Ήπειρο, εκεί που η Ρούμελη βρίσκει τη Σμυρνη… Ο Βασίλης και ο Παντελής με την εμβληματική καλλιτεχνική τους ιδιοσυγκρασία, ο Θαλασσινός και ο Σκουλάς με τη συνέπεια και τη σταθερότητα, που διακρίνει τη διαρκή ενεργή τους παρουσία στο χώρο της ελληνικής μουσικής μα και στους αγώνες της ελληνικής κοινωνίας.
Τα Σμυρνέϊκα τραγούδια περπατούν και πετούν πλάι στον Ήλιο Θεό, οι Γωνιές παίρνουν φωθιά και σβήνουν σε Καράβια χιώτικα, η Δροσοσταλίδα γίνεται Εισιτήριο στην τσέπη μας, το Ανάθεμα σε ακούγεται εως της Γραμβούσας τ’ακρωτήρι, τα Μαύρα μας μάτια Κρατούν για το τέλος το πιο μεγάλο μίσος, του Παραδείσου η Λεμονιά ενώνεται με το παράπονο απ’ τ’ Άγρια Πουλιά, ενώ το Βαθύ ποτάμι του έρωτα, συναντά τ’ακυκλοφόρητα Βότσαλα και μέσα από τα καινούρια Δρομολόγια της ζωής, φθάνει εως τις Χανιώτικες Μαδάρες, τα Λασιθιώτικα βουνά και τις κορφές του Ψηλορείτη… Ο Βασίλης Σκουλάς και ο Παντελής Θαλασσινός, μας ταξιδεύουν στα πέλαγα των πιο γνωστών τους τραγουδιών, αλλά και ανέκδοτων-ακυκλοφόρητων, που άμεσα «έρχονται», επιφυλάσσοντας μας παράλληλα πολλές εκπλήξεις μέσα από την κοινή σκηνική τους παρουσία, με την ανάγκη κι επιθυμία να μας αφήσουν πολλά “γλυκά” σημάδια της σύμπραξης τους, στις καρδιές και τις σκέψεις μας…
Παντελής Θαλασσινός-Βασίλης Σκουλάς: Μια συναυλιακή εμπειρία, που μας καλούν όλους κι όλες να τη μοιραστούμε, να τη βιώσουμε και να την τραγουδήσουμε μαζί τους!!
Μαζί τους σ’αυτό το μοναδικό μελωδικό ταξίδι, οι ξεχωριστοί μουσικοί και τεχνικοί τους:
Γιώργος Βεντουρής κοντραμπάσο,
Σωτήρης Μαργώνης βιολί,
Πάνος Δημητρακόπουλος κανονάκι,
Λευτέρης Χαβουτσάς κλασική κιθάρα,
Φίλιππος Λευκαδίτης τύμπανα, κρουστά,
Γιάννης Σπαχής λαούτο,
Βασίλης Δραμουντάνης μαντολίνο,
Γιώργος Καρυώτης και Ευτύχιος Γιαννακούρας σχεδιασμός ήχου-ηχοληψία
Ηχητική κάλυψη: Τίμος Βροντάκης-TIM SOUND
ARTWORK: Λευτέρης Γεωργάκης | Φωτογραφίες: Γιάννης Κανελλόπουλος
Παραγωγή&Οργάνωση Παραγωγής: Notebook | Άρης Αναγνωστόπουλος
www.notebookgroup.gr | www.facebook.com/notebookgroup
Τηλ.επικ/νίας: 213 0240364 & 6938 698512 | e-mail: [email protected]
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ/ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ/ΜΑΘΗΤΙΚΟ/ΑΝΕΡΓΩΝ/ΑΜΕΑ: 10€ • ΕΙΣΟΔΟΣ: 12€
ΣΗΜΕΙΑ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗΣ
“Και χωρίς τα φτερά δε φοβάμαι… Βασίλης Σκουλάς-Παντελής Θαλασσινός”
ΠΕΤΡΙΝΟ ΘΕΑΤΡΟ ΝΤΕΛΙΝΑ
ΑΝΩΓΕΙΑ
ΤΡΙΤΗ 14 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 21:30
ΗΡΑΚΛΕΙΟ: ΔΙΣΚΟΠΩΛΕΙΟ ΑΕΡΑΚΗΣ,
ΡΕΘΥΜΝΟ: ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΑ ΛΑΓΚΟΥΒΑΡΔΟΣ
ΑΝΩΓΕΙΑ: ΝΤΕΛΙΝΑ
Στα πλαίσια των παράλληλων δράσεων του φεστιβάλ “Χαιμαλίνα” , φιλοξενείτε
στα Ανώγεια η έκθεση σκίτσου «Made in Europe» του Μιχάλη Κουντούρη με αντιπολεμικές και αντιφασιστικές γελοιογραφίες.
Η έκθεση αποτελείται κατά κύριο λόγο από σκίτσα που γεννήθηκαν το διάστημα 2015-2017, με αφορμή την προσφυγική κρίση, την ξενοφοβική Ευρώπη, τις κοινωνίες των κλειστών συνόρων και των συρματοπλεγμάτων απέναντι στους πρόσφυγες των πολέμων που οι ίδιες δημιούργησαν και εξακολουθούν να συντηρούν.
Οι ώρες λειτουργίας της έκθεσης θα είναι από τις 12:00 έως τις 18:00, για όλο το τριήμερο, στην αίθουσα «Μανώλης Κεφαλογιάννης», κάτω από την Τράπεζα Πειραιώς.
Ο Μιχάλης Κουντούρης γεννήθηκε το 1960 στη Ρόδο.
Είναι πολιτικός γελοιογράφος από το 1985 έχοντας συνεργαστεί με τις εφημερίδες ΒΡΑΔΥΝΗ, ΒΗΜΑ, ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ, ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ..
Συνεργάζεται με το Courrier International από το 2005 και από το 2006 είναι μέλος του Cagle Cartoons Inc.
Έχει λάβει μέρος σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και τιμήθηκε με :
το Grand Prix στην 7η Biennale της Τεχεράνης-Ιράν, 2005,
το Grand Prix (Gran Premio Internazionale Scacchiera) στην 37η Umoristi a Marostica (Ιταλία), 2005,
το Πρώτο Βραβείο CURUXA 2005 στη διεθνή έκθεση γελοιογραφίας του Μουσείου Χιούμορ του Fene (La Coruna-Ισπανία),
το Πρώτο Βραβείο (Golden Hat) στην παγκόσμια έκθεση γελοιογραφίας του Knokke-Heist, Βέλγιο 2003,
το Δεύτερο Βραβείο στο Eurohumour (Διεθνής Biennale Γελοιογραφίας του San Dalmazzo, Ιταλία), 2003,
το Τρίτο Βραβείο στο Porto Cartoon (Διεθνής Έκθεση Γελοιογραφίας, Πορτογαλία ) 2004,
το Τρίτο Βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό Γελοιογραφίας του Boechut, Βέλγιο 2005
το Τρίτο Βραβείο στο World Press Cartoon, Sintra, Πορτογαλία, 2006 και το Τρίτο Βραβείο στο World Press Cartoon, Sintra, Πορτογαλία, 2007.
Επίσης, με το Βραβείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Award of the European Union) στην Eurocartoonale (Διεθνής Biennale Γελοιογραφίας του Kruishoutem, Βέλγιο), 2003,
το Βραβείο FECO (Federation of Cartoonists Organisations) στην Eurocartoonale (Διεθνής Biennale Γελοιογραφίας του Kruishoutem, Βέλγιο), 2005.
Τιμητικός Έπαινος στο Lurie–UN Political Cartoon Award 2006.
Ειδικά Βραβεία στο 10th Zemun International Salon of Caricature, Σερβία, 2005 και στον 5ο Διεθνή Διαγωνισμό Tabriz Cartoon, Ιράν, 2006.
Ως εικονογράφος παιδικών βιβλίων, διακρίθηκε το 2002 με το Βραβείο Εικονογράφησης του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο του Χ. Μπουλώτη Η Ακρίδα με τα κόκκινα γοβάκια (Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ) και το 2005 με το βραβείο εικονογράφησης παιδικού βιβλίου ΕΒΓΕ για το βιβλίο της Α. Γκότση, Ζητούνται τάρανδοι για τον Αι-Βασίλη, ( Εκδόσεις ΝΙΚΑΣ).
Βιβλία του κυκλοφορούν στα γαλλικά από τις εκδόσεις MANGO JEUNESSE και στα αγγλικά από τον εκδοτικό οίκο BRIMAX.
Από το 1993 είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ). Είναι επίσης ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Γελοιογραφικής Λέσχης και Πρόεδρος της FECO Greece (του Ελληνικού Τμήματος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Γελοιογράφων-FECO).
Όταν οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα των Ανωγείων στο σχολείο στη θέση Αρμί, με σκοπό να τα οδηγήσουν έξω και μακριά από το χωριό τους, όπως και έγινε οδηγώντας τα στο Πέραμα, πολύ λίγο τους ενδιέφερε η κατάσταση της υγείας των. Η βιασύνη τους να κάψουν και να λεηλατήσουν το χωριό ήταν μεγαλύτερη από το να δώσουν σημασία στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ένας αριθμός Ανωγειανών, γερόντων και γυναικών.Μεταξύ τους και η Αλεξάνδρα Φασουλά. Έγκυος, περιμένοντας να γεννήσει το πρώτο παιδί της από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα. Οδηγήθηκε και αυτή στο Αρμί και υποβλήθηκε στο μαρτύριο της εξαντλητικής πορείας που ακολούθησαν οι Ανωγειανές μέχρι να φτάσουν στο Πέραμα.
Η ίδια διηγείται:”..το 1942 αρραβωνιαστήκαμε με τον Κωστή, το 1943 στεφανωθήκαμε και το 1944 μας εδιώξανε οι Γερμανοί από το χωριό. Το ‘χάμε σύστημα. Αν ήθελα γαυγίζουνε οι σκύλοι εξέραμε ότι ερχόντουσαν οι Γερμανοί. Το φωνάζανε μετά στο χωριό.
-Γερμανοί έρχουνται! Γερμανοί έρχουνται!
Εκείνο το πρωινό ακούστηκε ότι ήρθανε οι Γερμανοί στο χωριό και είπανε να συγκεντρωθούμε όλες οι γυναίκες στο Δημοτικό σχολείο. Εγώ δεν επήγα αμέσως. Το ‘πα τση γειτόνισσας επειδή ήμουνε ετοιμόγεννη να γεννήσω. Κι άλλες φωρές που μας είχανε φωνάξει οι Γερμανοί δεν επήγαινα. Μου λέει η γειτόνισσα κάτσε και μη ‘ρθεις. Αλλά τελευταία ήρθανε τρεις Γερμανοί και μου λένε παρτί! Είπα ντως ότι δεν μπορώ, τώρα θα γεννήσω μα αυτοί με πήρανε. Μας συγκεντρώνουνε όλα τα γυναικόπαιδα στο σχολείο και τε μας εβάνουνε μπροστά το μεσημέρι. Και πηγαίναμε και πηγαίναμε με τα πόδια, που να πρωτοπάς. Κάθε δέκα γυναίκες ήτονε και ένας Γερμανός εμένα με είχανε τρεις στη μέση. Στο “Βαθύ Στενό” μας εφήκανε να πιούμε νερό. Εγώ ήμουνε με την μάνα και την πεθερά μου. Είδα ένα και φόριε τρία γαλόνια. Λέω ότι αυτός είναι αξιωματικός και αποφασίζω να πάω να του μιλήσω. Μου σύρνουνε τση φωνές η μάνα μου και η πεθερά μου, θα σε σκοτώσουνε μόνο μη πας μου λέγανε. Εγώ ήμουνε αποφασισμένη, δεν εμπορούσα να πηγαίνω άλλο με τα πόδια και λέω ντως ότι θα πάω κι ας με σκοτώσουνε. Επήγα και ο Γερμανός μου λέει τι θέλεις εσύ;Του λέω να με αφήσετε εδώ, δεν το βλέπεις ότι θα γεννήσω; Αυτός ήξερε λίγο τα Ελληνικά. Αυτός μου λέει όχι εδώ. Να κοιτάζεις να μ’αφήνεις πίσω σου. Θα σ’αφήσω στο Γενί Γκαβέ, στο Πέραμα, όχι εδώ.
Η πεθερά μου λέει να πάμε μέχρι τον Αήμονα που ‘χάμε μια συντέκνισσα και να του πω να με αφήσει εκεί. Λέω του Γερμανού να με αφήσει στον Αήμονα. Αυτός ο Γερμανός ήτονε καλός, λίγο ηλικιωμένος και εδέχτηκε. Από την άλλη μεριά όμως ήτονε ένας κοντός, αδύνατος, ένας ψακωμένος Γερμανός και με ξάνοιγε άγρια. Εγώ νόμιζα ότι θα κάνω το παιδί εκείνη τη στιγμή γιατί ήμουνε και πρωτόγεννη και δεν ήξερα. Σ’όλο το δρόμο έλεγα Παναγία μου και βοήθησε με! και ο ψακωμένος Γερμανός μου φώναζε, παρτί, πόλεμος, άντε! και κάθε φορά μου παίζε μια στον ώμο με το όπλο. Εγώ του ‘λέγα πήγαινε μπροστά, είναι ανάγκη να πηγαίνομε μαζί; Αλλά αυτός δεν εκαταλάβαινε ήντα του ‘λέγα. Ο άλλος Γερμανός ο ηλικιωμένος μου ‘λέγε συνέχεια τι κρίμα εσύ! Μόλις περπατούσαμε λίγο εγώ κάθε είκοσι μέτρα να σταθώ γιατί δεν εμπόρουνα. Να ‘ρθεί πάλι ο κοντός να μου κάνει τα ίδια, να με σπρώχνει και να μου φωνάζει παρτί! Φύγε από μπροστά μου του ‘λέγα συνέχεια αλλά αυτός το ίδιο βιολί εβάστουνε συνέχεια. Τίποτα αυτός εκεί. Με χίλια βάσανα εκατάφερα και φτάξαμε στον Αήμονα. Όταν επροβάλαμε στο χωριό τον έχασα τον ηλικιωμένο Γερμανό και λέω ήντα θα γενώ τώρα. Εκοίταζα γύρου γύρου και μ’είδε από απόσταση και έρχεται. Μου λέει σταμάτα. Ο άλλος με χτύπουνε να προχωρώ. Ο Γερμανός που ήρθε κοντά βγάνει δυο σοκολάτες και μου λέει να τση φάω που είναι για τον πόνο και να μ’αφήσει όπου θέλω. Εγώ τση σοκολάτες τσι δώκα του κουνιάδου μου του Ζαχαρία που το σύρναμε μαζί μας κοπέλι δέκα χρονών ήτονε τότε. Όταν εφτάξαμε στον Αήμονα μας εφήκανε όλο τον κόσμο να πιούμε νερό. Αύγουστος μήνας, μεσημέρι. Άμα πέρασε λίγη ώρα ξανοίγω να ιδώ τον αξιωματικό και δεν τον έβλεπα πάλι. Ώφου και ήντα θα γενώ έλεγα. Μια στιγμή πάλι τον είδα να έρχεται από μακριά.
Ο κοντός ήτονε συνέχεια δίπλα μου. Μου λεει παρτί. Πήγαινε του λέω δεν βλέπεις ότι δεν μπορώ να πορπατώ; Μου κουμπίζει το όπλο απάνω μου και μου λέει πάλι παρτί! Εγώ έκλαιγα και να τον άλλο και μου λέει γιατί κλαις; Του λέει η μάνα μου δε βλέπεις παιδί μου να τη σκοτώσει θέλει. Γυρίζει ο αξιωματικός και του λέει σακραμέντο! Και τόνε διώχνει. Του λέω σε παρακαλώ άσε με εδώ στο χωριό. Εμπήκαμε σε ένα στενό και μας άφησε. Εξαιτίας μου μείνανε πολλές γυναίκες. Γιατί του λέει η πεθερά μου ότι θέλουμε βοήθεια από γυναίκες, θέλουμε μαμή και έτσι εμείναμε η πεθερά μου, η μάνα μου, μια θεία μου και δυο τρεις άλλες συγγενείς. Οι Γερμανοί ήρθανε δυο τρεις φορές και μας λέγανε παρτί αλλά ο αξιωματικός τση διώχνε. Όντεν εφύγαμε από τα Ανώγεια είχα πάρει ένα τυρί για τη γέννα μου και το σήκωνε η πεθερά μου. Έρχεται και μου λέει να του πάω το τυρί του Γερμανού μα βγαίνει του. Κόβγω το μισό τυρί και του το πάω και μου λέει όχι, δική σου μαντζαρία εμείς έχομε. Όταν εξεκουραστήκανε λίγο οι γυναίκες και εφέυγανε από τον Αήμονα με τση Γερμανούς πάλι πορεία ήρθε και με χαιρέτηξε. Η μάνα μου τόνε ρώτηξε αν χαλάσουνε το χωριό κι αυτός μας είπε μπαμ, μπαμ όλο κάτω. Τότε έβγαλε μια φωτογραφία από το τσεπάκι του και μου δείχνει τη γυναίκα του. Μου λέει ότι και η γυναίκα του ήτονε όπως κι εγώ έγκυος. Γι’αυτό με λυπήθηκε και μένα. Σου λέει αλάμπηλήρη ήντα να πάθει κι η δική του εκεί που είναι. Και ήθελε ο Θεός και εφύγανε και μας αφήκανε κειδά πέρα.
Το βράδυ ήρθε ο άντρας μου με τον Σταυρακοβασίλη να με ιδούνε. Είχανε ρωτήξει και εξέρανε που είμαστε. Μόλις ενύχτωσε και ήρθανε εφωνάξανε κάποιοι, Γερμανοί! Και φεύγουνε και δεν τσ’ είδαμε καθόλου. Εμείς επήγαμε και μείναμε στο σχολείο του Αήμονα και επερίμενα να γεννήσω. Μετά δυο μέρες ήρθε στον Αήμονα ο γούμενος ο Δακανάλης τση μονής Χαλέπας. Του ‘πάνε οι Αημονιώτες ότι είναι μια γυναίκα Ανωγειανή να γεννήσει και με κάλεσε και πήγα στο μοναστήρι που έμενε ένας συγγενής του γιατρός, Δακανάλης κι αυτός. Και πήγαμε με τη μάνα μου. Στο μοναστήρι ήτονε πολλοί ανθρώποι και μας επήγανε σε ένα αχεριώνα. Και σε δυο μέρες αρχινά η γέννα. Ούτε κρεβάτι ούτε πράμα. Χάμε στο χώμα εγέννησα. Και έκανα ένα αγόρι. Αλλά δεν ήτονε τυχερό και επέθανε. Εκατέβηκε λουροδεμένο και επέθανε.Εκατέβηκε λουροδεμένο και εχάθηκε. Όλα τα φταίνε οι Γερμανοί. Από την ταλαιπωρία του δρόμου και την προπατηξά εχάθηκε το κοπέλι. Αν ήμουνε στο σπίτι μου δεν ήθελα χαθεί. Από το μοναστήρι κάθε μέρα γροικούσαμε μπουμ μπουμ και εφαίνουντανε οι καπνοί που ανατινάζανε οι Γερμανοί το χωριό. Εγώ εγέννησα τέσσερις μέρες μετά που εφύγαμε από το χωριό, 17 Αυγούστου του 1944 και ήμουνε τότες 22 χρονών. Το ίδιο βράδυ τση γέννας ήρθε ο πεθερός μου και του λέω:
-Εχαλάσανε οι Γερμανοί το σπίτι μας;
-Σήμερο που έχασες το γιο σου εχαλάσανε και οι Γερμανοί το σπίτι, μου ‘πε.
Εγώ όταν ήρθα στο χωριό το σπίτι το γνώρισα από μια μουριά που είχε απ’ έξω. Στη Γερμανία επήγα και έκαμα ένα χρόνο. Ήταν η κόρη μου εκεί και ήθελα να κάνει εγχείρηση χολή και είχε δυο μικρά παιδιά. Και μου λέει να έρθεις μαμά να με βοηθήσεις. Εκεί που έμενε στη γειτονιά ήσανε όλοι Γερμανοί. Πολλές φορές εκατέβαινα να πάρω γράμματα από το γραμματοκιβώτιο και ένας γέρος Γερμανός κουτσός έβγαινε μπροστά μου και μου έλεγε:
-Καπούτ οι κρέτα! Στην Κρήτη ετραυματίστηκε και εκουτσάθηκε μας έλεγε.
Κι εγώ του ‘λέγα:
-Μα ήντα γυρεύγετε εσείς κι ήρθατε στην Κρήτη;
Από το Βασίλη ΒουϊδάσκηΣυνέντευξη στον Γιώργη Μπαγκέρη
Οι ραγδαίες εξελίξεις του τελευταίου μήνα, έφεραν τον Αετό από το σκοτάδι της οριστικής διάλυσης, στο φως της αναγέννησης και της οριστικής μετακόμισης του στο Ηράκλειο όπου πλέον θα ανοίγει τα περήφανα φτερά του. Ηγέτης αυτής της κίνησης και μπροστάρης είναι ο Στέλιος Ξυλούρης, ο νέος πρόεδρος της ομάδας που αναλαμβάνει σε μια από τις πιο ιστορικές στιγμές του σωματείου που μετράει 55 χρόνια ένδοξης ιστορίας. Ο Στέλιος Ξυλούρης, ιατρός γυναικολόγος με 20 χρόνια παρουσίας στο Ηράκλειο, είναι η ήρεμη δύναμη που θα “σπρώξει” τον Αετό σε αυτό το νέο και άκρως ελπιδοφόρο “πέταγμα” του.
Η ΑΝΩΓΗ συνομίλησε με τον καινούριο πρόεδρο του Αετού, μετά το πέρας της Γενικής Συνέλευσης. Μας ανέφερε τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόφαση να αναλάβει την προεδρία, τους στόχους και τους συνεργάτες του σε αυτή την προσπάθεια, αλλά και το όραμα του για τη νεολαία του χωριού και της ευρύτερης περιοχής. Ο ίδιος απηύθυνε κάλεσμα σε όλους τους Ανωγειανούς όπου γης να στηρίξουν τον αθλητισμό και τον πολιτισμό των Ανωγείων που όλοι αγαπάμε και πρέπει να συνδράμομε με κάθε τρόπο.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
Κύριε Ξυλούρη ολοκληρώθηκε η γενική συνέλευση και πάρθηκε η οριστική απόφαση για μετακόμιση του Αετού στο Ηράκλειο. Πείτε μας τις εντυπώσεις σας.
Η Συνέλευση που κάναμε στα Ανώγεια, επικύρωσε αυτό που όλοι θέλαμε καθώς όλοι ήταν σύμφωνοι με την ιδέα της μετακόμισης στο Ηράκλειο. Μένει τώρα να προωθήσουμε τα χαρτιά για να ολοκληρωθεί η διαδικασία και σιγά σιγά θα αρχίσουμε παράλληλα να κουβεντιάζουμε και το τεχνικό μέρος.
Για ποιο λόγο ασχοληθήκατε με τον Αετό Ανωγείων. Τι σας ώθησε σε αυτή την απόφαση και ποιοι είναι οι στόχοι σας;
Μπήκα στον Αετό γιατί ήμουν σύμφωνος με όλη τη φιλοσοφία και την κουλτούρα με την οποία πάει να δημιουργηθεί ξανά η ομάδα. Όπως είπαμε και στη συνάντηση, η ομάδα θα ασχοληθεί με πολλά πράγματα πέρα από το αγωνιστικό μέρος. Με επίκεντρο τα παιδιά των Ανωγείων. Να λειτουργήσει η ομάδα ως “σχολείο” για την μόρφωση ανθρώπων που θα βγουν καλοί και χρήσιμοι στην κοινωνία. Να συμμετέχουμε επίσης σαν ομάδα σε κοινωνικά θέματα.Να έχουμε καλύτερης ποιότητας ανθρώπους. Βασικό για μένα είναι τα παιδιά να ασχολούνται με τον αθλητισμό και όχι απαραίτητα με το ποδοσφαιρικό πνεύμα που μέχρι τώρα υπήρχε, της βρισιάς, της βίας, της κακομεταχείρισης. Είμαστε κατά της βίας στο σχηματισμό της νέας μας ομάδας, όχι βρισιές, καλή συμπεριφορά, σεβασμό προς συμπαίχτες και αντιπάλους. Αυτή τη φιλοσοφία έχουν όλοι που μπήκαν στον Αετό, ήμουν σύμφωνος με τη νοοτροπία και τη θέληση τους αυτή και για αυτό δέχτηκα να αναλάβω την προεδρία του Αετού.