Ιστορία

Άρχισε ξανά την Κυριακή 22 Μαΐου 2011 η καταμέτρηση των ιστορικών ελαιόδεντρων από επιστήμονες του ΤΕΙ Κρήτης σε συνεργασία με τους πολιτιστικούς συλλόγους.

Συγκεκριμένα, την Κυριακή 22 Μαΐου επιστήμονες του ΤΕΙ πήγαν στο χωριό Βενεράτο  Ηρακλείου και έκαναν αυτοψία σε υπεραιωνόβια ελαιόδεντρα τα οποία ήδη είχε εντοπίσει ο πολιτιστικός σύλλογος. Μέτρησαν τις περιμέτρους των κορμών σε διαφορετικά ύψη, τις κόμες των δέντρων και σημείωσαν αναλυτικά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα δέντρα αυτά.

Τα στοιχεία και οι φωτογραφίες των ελαιόδεντρων, θα «εισαχθούν» στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων την οποία ήδη έχει δημιουργήσει το ΤΕΙ Κρήτης.

Υπενθυμίζεται ότι η πρωτοβουλία για τη σωτηρία των αρχαίων και των ιστορικών ελαιόδεντρων της Κρήτης ξεκίνησε το Μάρτιο του 2009 από τον πολιτιστικό σύλλογο Βενεράτου, ο οποίος κάλεσε δημόσια τους υπόλοιπους πολιτιστικούς συλλόγους της Κρήτης για από κοινού προσπάθειες.  Ήδη αρκετοί σύλλογοι είχαν αναπτύξει από μόνοι τους ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες για τη σωτηρία των δέντρων που ζουν στις δικές τους περιοχές.

Στόχος της πρωτοβουλίας είναι να σωθούν τα αρχαία και τα ιστορικά ελαιόδεντρα που ζουν στην κρητική γη, εκατοντάδες ακόμα και χιλιάδες χρόνια. Σήμερα πολλά από αυτά τα δέντρα καταστρέφονται λόγω δημόσιων ή ιδιωτικών έργων και γίνονται καυσόξυλα σε… τζάκια και σόμπες, πράγμα που προσβάλει τη δική μας γενιά.

Δεκάδες σύλλογοι ενδιαφέρθηκαν, ενώ σχεδόν αμέσως το ΤΕΙ Κρήτης άρχισε να υποστηρίζει επιστημονικά την προσπάθεια. Παράλληλα ξεκίνησε καμπάνια ενημέρωσης του κόσμου στα χωριά και τις πόλεις, με κορυφαία στιγμή την πραγματοποίηση της έκθεσης εικαστικών έργων για τον αρχαίο ελαιώνα της Κρήτης με συνολικά 317 έργα τέχνης, το καλοκαίρι του 2010.

Στο μεταξύ, το ΤΕΙ Κρήτης πάντα σε συνεργασία με τους πολιτιστικούς συλλόγους, άρχισε να δημιουργεί ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Ήδη στην βάση δεδομένων έχουν «εισαχθεί» στοιχεία για πάνω από 200 ελαιόδεντρα των νομών Χανίων, Ρεθύμνης και Λασιθίου. Η ηλεκτρονική καταγραφή άρχισε και στο νομό Ηρακλείου από το χωριό Βενεράτο  την Κυριακή 22 Μαΐου.

Για την προσπάθεια έχουν ενημερωθεί η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και η Αιρετή Περιφέρεια Κρήτης.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αντλήσουν περισσότερα στοιχεία από την ιστοσελίδα www.syllogoikritis.gr και από την ομάδα στο facebook ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑΚΩΝ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΩΝ ΚΡΗΤΗΣ.

Επικοινωνία: [email protected], [email protected]

Σύμφωνα με τον ιστορικό Φρατζή, οι υπερασπιστές της Πόλης ήταν 4.973 Κωνσταντινουπολίτες και 2.000 εθελοντές, από Γένοβα, Βενετία, Ισπανία, Ρώμη και Κρήτη. Υπό τον αυτοκρατορικό θυρεό είχε τεθεί και ο τούρκος πρίγκιπας Ορχάν, εχθρός του Μωάμεθ, που σπούδαζε στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η πολυτιμότερη προσθήκη στις τάξεις των αμυνομένων ήταν οι 700 σιδηρόφρακτοι άνδρες που έφερε μαζί του ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο κεντρικός υπερασπιστής της Πόλης. Δίπλα του βρέθηκαν και

άλλοι δυτικοί, περιπλανώμενοι ιππότες προσωπικών σταυροφοριών. Οι περισσότεροι αδικήθηκαν από την ιστορική καταγραφή, δεν έχουν τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη, όπως, για παράδειγμα, ο ισπανός ιππότης Φραγκίσκο ντε Τολέντο.

Η αμυντική θωράκιση της Κωνσταντινούπολης ήταν αριστουργηματική, αλλά δεν μπορούσε να καλύψει τις δύο ουσιαστικές αδυναμίες της: ήταν αρχαία και δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες για να σταθούν πίσω από τις πολεμίστρες.

Ήταν 5 Απριλίου 1453 οι γενίτσαροι έστησαν τη σκηνή με τα λαχούρια και ύψωσαν τα λάβαρα του σουλτάνου. Δώδεκα χιλιάδες επίλεκτοι άνδρες στρατοπέδευσαν γύρω της. Ο Μεχμέτ έφτασε έφιππος με τη συνοδεία του. Απέναντι από τη σκηνή του σουλτάνου, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, οι αμυνόμενοι παρέταξαν τις καλύτερες δυνάμεις τους.

Στις 12 Απριλίου οι 14 πυροβολαρχίες των Τούρκων άρχισαν να βάλλουν κατά των τειχών. Ο Μεχμέτ διέθετε δύναμη πυρός, αλλά δεν γνώριζε ακόμα πώς να την αξιοποιήσει. Τα κανόνια χτυπούσαν το ίδιο σημείο και δεν προκαλούσαν ολική κατάρρευση τμημάτων. Αργότερα, ένας Ούγγρος πρέσβης υπέδειξε, γελώντας, στο σουλτάνο, ότι οι βολές θα πρέπει να έχουν τριγωνική διάταξη…

Το πρωί οι επιτιθέμενοι χτυπούσαν τα τείχη με τα κανόνια, το βράδυ οι αμυνόμενοι επισκεύαζαν

συνεισφέρουν στην άμυνα, αλλά και ο τούρκος πρίγκηπας Οχράν με μερικούς μισθοφόρους.

Το πρωί οι επιτιθέμενοι χτυπούσαν τα τείχη με τα κανόνια, το βράδυ οι αμυνόμενοι επισκεύαζαν τις ζημιές κρεμώντας μεγάλα δεμάτια από μαλλί και ξύλα. Τη νύχτα της 18ης Απριλίου ο σουλτάνος εξαπέλυσε την πρώτη γενική επίθεση. Απέτυχε. Ο κύριος όγκος των επιτιθέμενων αποτελείτο από ατάκτους που επιχειρούσαν  άνοδο στα τείχη. Έγιναν εύκολη λεία για τους αμυνόμενους. Την επομένη επιχείρησε να σπάσει τη σιδερένια αλυσίδα που προστάτευε τον Κεράτιο. Δεν τα κατάφερε. Και τέσσερις μέρες μετά, τέσσερα χριστιανικά πλοία κατάφεραν να σπάσουν τον τουρκικό κλοιό και να μπουν στο λιμάνι. Την Κυριακή 22 Απριλίου, 72 πλοία του σουλτάνου ταξίδεψαν στη στεριά από τον Βόσπορο στον Κεράτιο, μέσω ενός ξύλινου διαδρόμου. Οι διοικητές είχαν βάλει τους άνδρες τους να κωπηλατούν, τους μαστίγωναν και φώναζαν, λες και έπλεαν στη θάλασσα. Ήταν ένα απίστευτο θέαμα. Αργότερα οι Τούρκοι κατάφεραν να στήσουν και ένα πλωτό γεφύρι που τους έδινε πρόσβαση στα θαλάσσια τείχη.

Διαβάστε την συνέχεια... »

Του Γιώργη Ελ. Αεράκη*

Συμπληρώνονται σήμερα  εβδομήντα χρόνια από την θρυλική Μάχη της Κρήτης. 70 χρόνια από τότε που τα σιδερένια πουλιά του Χίτλερ έκρυψαν τον καταγάλανο Κρητικό ουρανό και τα χιλιάδες αλεξίπτωτα έπεφταν βροχή στην ιερή γη της Κρήτης. Μια μικρή ιστορική αναδρομή θα επιτρέψει σε ορισμένους να θυμηθούν και στους περισσότερους να μάθουν πώς συντελέστηκε η εποποιία αυτή.

Λίγο πριν την κατάληψη της Αθήνας στις 27 Απριλίου 1941 από τους Γερμανούς, ο Βασιλιάς Γεώργιος ο Β και η Ελληνική Κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Εμμ. Τσουδερό κατέφυγαν στην Κρήτη, τη μόνη ελεύθερη ακόμη ελληνική περιοχή. Την άμυνα του Νησιού είχαν αναλάβει δυνάμεις Βρετανών, Νεοζηλανδών και Αυστραλών στρατιωτών, που μεταφέρθηκαν εσπευσμένα μετά την κατάρρευση της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι δυνάμεις αυτές υπολογίζονται γύρω στις 32.000 περίπου άνδρες. Ο οπλισμός τους ήταν παρωχημένος και δεν διέθεταν σύγχρονο αντιαεροπορικό πυροβολικό. Στο Νησί υπήρχαν επίσης ελάχιστες ελληνικές δυνάμεις: οκτώ τάγματα νεοσύλλεκτων, αγύμναστοι και χωρίς οπλισμό. Η μόνη αξιόμαχη δύναμη ήταν οι άνδρες της Σχολής Χωροφυλακής και η πρώτη τάξη της Σχολής Ευελπίδων, με ανεπαρκή όμως εφόδια. Τα υπολείμματα της 5ης Μεραρχίας Κρητών που είχε δώσει τιτάνιες μάχες στο Αλβανικό μέτωπο, είχε αποκλειστεί στην άλλη Ελλάδα. Έτσι το ριζίτικο “Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη ξαρμάτωτη την έβρηκες και λείπαν τα παιδιά της ” βρίσκει την ερμηνεία του.

Ο ντόπιος πληθυσμός βρέθηκε άοπλος διότι ο Δικτάτορας Μεταξάς, ιδιαίτερα μετά το αντιδικτατορικό κίνημα του 1938 στην Κρήτη, είχε φροντίσει να αφοπλίσει τους πάντα αρματωμένους και δημοκράτες κρητικούς.

Η άμυνα της Κρήτης είχε παραμεληθεί, ίσως γιατί κανείς δεν πίστευε ότι οι Ναζί θα τολμούσαν ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα. Η επιχείρηση όμως που έφερε τον κωδικό «Ερμής», επιχειρήθηκε από τον φιλόδοξο αρχηγό της Γερμανικής αεροπορίας Γκαίριγκ και τον υπαρχηγό του Στούντεντ, ο οποίος και επέβλεψε προσωπικά την εκτέλεσή της.

Διαβάστε την συνέχεια... »

** Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας

Η σύγχρονη κοινωνία θεωρεί τη φυσική διδασκαλία , αυτή που πραγματοποιείται παντού και πάντοτε , ανεπαρκή για τη καλλιέργεια του ανθρώπου, γι’ αυτο και θεωρεί υποχρεωτική τη σχολική διδασκαλία η οποία θεωρητικα ολοκληρώνει τη παιδεία του. Σε χιλιάδες γλώσσες, σε κάθε χώρα αυτου του πλανήτη,εδω και αιώνες οι άνθρωποι διηγούνται ακούραστα τη ζωή και τις ανθρώπινες καταστάσεις με τρόπο που διαφέρει ως προς την αφήγηση και τη μορφή μα που παντου έχει μια κοινή σταθερή:την διάθεση για εξιστόρηση. Θα ‘λεγε κανείς πως το ανθρώπινο είδος διηγείται ακαταπαυστα την ίδια ιστορία με αμέτρητες παραλλαγές,όσες και ο ρυθμός των παλμών και της ανάσας αυτών που διηγούνται.

Διαβάζοντας αυτες τις μέρες για τη ζωή και το έργο του κορυφαίου πορτογάλου νομπελιστα [Νομπέλ 1998]Ζοζέ Σαραμάγκου θα ήθελα να σταθω και να μοιραστω μαζί με όλους τους αναγνώστες της Ανωγής κάποιες ”στιγμές” απο μια ομιλία του συγγραφέα στην οποία ο Σαραμάγκου υποκλίνεται στη σοφία των αγραμμάτων και δίνει μαθήματα απλότητας και ζωής σ’ενα κόσμο που κυριαρχεί ”το δήθεν” και η υποκρισία.

”Ο σοφότερος άνθρωπος που γνώρισα σ’ όλη μου τη ζωή δεν ήξερε ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει. Στις τέσσερις τα ξημερώματα, όταν η υπόσχεση μιας νέας μέρας πλανιόταν ακόμη πάνω από τα γαλλικά εδάφη, σηκωνόταν από το αχυρόστρωμα κι έφευγε για το χωράφι, παίρνοντας μαζί του για βοσκή μισή ντουζίνα γουρούνια, που με τη γονιμότητά τους έτρεφαν τον ίδιο και τη γυναίκα του. Σ’ αυτήν την ένδεια ζούσαν οι γονείς της μητέρας μου, από ένα μικρό εκτροφείο γουρουνιών που, μόλις απογαλακτίζονταν, τα πουλούσαν στους γείτονες του χωριού μας, της Αζινιάγκα, στην επαρχία Ριμπατέζου. Τους παππούδες μου αυτούς τους έλεγαν Ζερόνιμο Μελρίνιο και Ζοζέφα Καϊσίνια και ήταν αναλφάβητοι κι οι δυο τους. Τον χειμώνα, όταν τη νύχτα το κρύο έσφιγγε τόσο που πάγωνε το νερό στις στάμνες μέσα στο σπίτι, έψαχναν στο χοιροστάσιο για τα πιο αδύναμα γουρουνάκια και τα έπαιρναν μαζί τους στο κρεβάτι. Κάτω από τα χοντρά στρωσίδια η ζεστασιά των ανθρώπων προφύλασσε τα μικρά ζώα απ’ την παγωνιά και τα έσωζε από βέβαιο θάνατο. Παρ’ όλο που ήταν άνθρωποι καλόκαρδοι, δεν ήταν η μεγαλοψυχία κι η συμπόνια που καθοδηγούσε τους δύο γέρους: αυτό που τους απασχολούσε, δίχως συναισθηματισμούς και μεγάλα λόγια, ήταν να προστατέψουν το ψωμί τους, όπως είναι φυσικό για τους ανθρώπους που, για να κρατηθούν στη ζωή, έμαθαν να σκέφτονται ως εκεί που ήταν απαραίτητο.

Βοήθησα πολλές φορές τον παππού μου τον Ζερόνιμο στη βοσκή, πολλές φορές έσκαψα το χώμα του λαχανόκηπου που συνόρευε με το σπίτι και έκοψα καυσόξυλα για τη φωτιά και πολλές φορές, φέρνοντας βόλτα ξανά και ξανά τη μεγάλη σιδερένια ρόδα που έβαζε σε λειτουργία την αντλία, έβγαζα νερό από το πηγάδι της κοινότητας και το κουβαλούσα στους ώμους μου. Πολλές φορές, κρυφά από τους φύλακες των σιτοβολώνων, πήγαμε με τη γιαγιά μου και πάλι ξημερώματα, εφοδιασμένοι με τσουγκράνα, τσουβάλι και σκοινί, για να μαζέψουμε τα σκόρπια άχυρα που θα χρησίμευαν κατόπιν για στρωμνή των ζώων. Και κάποιες φορές, κάτι ζεστές νύχτες του καλοκαιριού, μετά το δείπνο, ο παππούς μου έλεγε: «Ζοζέ, απόψε θα κοιμηθούμε οι δυο μας κάτω από τη συκιά». Υπήρχαν δύο ακόμη συκιές, όμως εκείνη, σίγουρα επειδή ήταν η ψηλότερη και η αρχαιότερη, υπήρχε πάντα, ήταν για όλους μας μέσα στο σπίτι η συκιά. Κατ’ αντονομασία, θα μπορούσαμε να πούμε, μια λέξη λόγια που τη σημασία της θα μάθαινα μετά από πολλά πολλά χρόνια… Μέσα στη γαλήνη της νύχτας, ανάμεσα απ’ τα ψηλά κλαριά του δέντρου, εμφανιζόταν μπρος μου ένα αστέρι κι ύστερα, αργά, κρυβόταν πίσω από ένα φύλλο και, όταν κοίταζα απ’ την άλλη πλευρά, σαν ένα ποτάμι που κυλάει σιωπηλά, πάνω στον κοίλο ουρανό πρόβαλλε η ιριδίζουσα φωτεινότητα του Γαλαξία, ο Δρόμος του Σαντιάγο, όπως το λέγαμε ακόμη στο χωριό. Μέχρι ν’ αποκοιμηθούμε, η νύχτα στοίχειωνε από τις ιστορίες και τα περιστατικά που διηγιόταν ο παππούς μου: θρύλοι, οράματα, λαχτάρες, απίστευτα επεισόδια, παλιοί θάνατοι, καβγάδες και μαλλιοτραβήγματα, κουβέντες των προγόνων, ένα ακάματο βουητό αναμνήσεων που με κρατούσε ξύπνιο ενώ ταυτόχρονα με νανούριζε απαλά.

Ποτέ δεν κατάφερα να μάθω αν σώπαινε μόλις καταλάβαινε πως είχα αποκοιμηθεί ή αν συνέχιζε να μιλάει για να μην αφήσει στη μέση την απάντηση στην ερώτηση που του έκανα αδιακρίτως στις παύσεις που τραβούσαν λίγο παραπάνω και που εκείνος έβαζε μέσα στη διήγησή του εσκεμμένα: «Και μετά;». Ισως να επαναλάμβανε τις ιστορίες για λογαριασμό του, για να μην τις ξεχνά, για να τις εμπλουτίζει με καινούργιες περιπέτειες. Στην ηλικία που είχα τότε και την εποχή που ζούσαμε όλοι μας δεν χρειάζεται δα να πω πως εγώ θεωρούσα τον παππού μου Ζερόνιμο κύριο και γνώστη όλης της σοφίας του κόσμου. Οταν, με το πρώτο φως του πρωινού, με ξυπνούσε το κελάηδισμα των πουλιών, εκείνος δεν βρισκόταν πια εκεί, είχε φύγει με τα ζώα του για το χωράφι και μ’ είχε αφήσει να κοιμάμαι….

Η γιαγιά μου που ήταν στο πόδι πριν ακόμη από τον παππού, έβαζε μπρος μου μια μεγάλη κούπα με καφέ, με κομμάτια ψωμί μέσα, και με ρωτούσε αν είχα κοιμηθεί καλά. Οταν της διηγιόμουν κάποιο κακό όνειρο που γέννησαν οι ιστορίες του παππού, εκείνη πάντα με καθησύχαζε: «Μη σκιάζεσαι. Τα όνειρα είναι φευγάτα». Σκεπτόμουν τότε πως η γιαγιά μου, παρ’ όλο που ήταν κι εκείνη σοφή γυναίκα, δεν έφτανε τον παππού μου, εκείνον που όταν ήταν ξαπλωμένος κάτω από τη συκιά, έχοντας στο πλάι του τον εγγονό του Ζοζέ, ήξερε να κινεί το σύμπαν μοναχά με δυο λέξεις. Πέρασε πολύς καιρός, ο παππούς μου είχε φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο κι εγώ ήμουν άνδρας μεγάλος, όταν πια κατάλαβα πως η γιαγιά μου εν τέλει κι αυτή πίστευε στα όνειρα. Για ποιον λόγο εξάλλου, καθισμένη μια νύχτα στην πόρτα του φτωχικού της, όπου ζούσε πια μονάχη, κοιτάζοντας τα μικρά και τα μεγάλα αστέρια πάνω απ’ το κεφάλι της, είπε αυτές τις κουβέντες: «Ο κόσμος είναι τόσο όμορφος κι εγώ λυπάμαι να πεθάνω». Δεν είπε φοβάμαι, είπε λυπάμαι να πεθάνω, λες κι εκείνη η ζωή ατέρμονης και βαριάς δουλειάς που είχε ζήσει, στην ύστατη σχεδόν στιγμή της, λάβαινε τη χάρη ενός ύψιστου κι έσχατου αποχαιρετισμού, την παρηγοριά μιας αποκαλυμμένης ομορφιάς. Ηταν καθισμένη στην πόρτα ενός σπιτιού που όμοιό του δεν νομίζω ότι υπήρξε ξανά, γιατί μέσα του έζησαν άνθρωποι που μπορούσαν να κοιμούνται με τα γουρούνια σαν να ‘ταν παιδιά τους, άνθρωποι που λυπούνταν να φύγουν από τη ζωή, μόνο και μόνο γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, άνθρωποι, σαν τον παππού μου τον Ζερόνιμο, βοσκό και αφηγητή ιστοριών, που όταν προαισθάνθηκε πως ο θάνατος ερχόταν να τον πάρει, πήγε και αποχαιρέτησε τα δέντρα του κήπου του, ένα προς ένα, αγκαλιάζοντάς τα και κλαίγοντας, γιατί ήξερε πως δεν θα τα ξανάβλεπε.

……………………………..Και με τέτοιους άνδρες και γυναίκες από τη γη θρεμμένους, πρόσωπα αληθινά αρχικά, μυθιστορηματικές φιγούρες κατόπιν, έμαθα να είμαι υπομονετικός, να εμπιστεύομαι και να παραδίνομαι στον χρόνο, σ’ αυτόν τον χρόνο που ταυτόχρονα μας δημιουργεί και μας καταστρέφει, για να μας ξαναδημιουργήσει και να μας καταστρέψει από την αρχή. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος ότι έχω αφομοιώσει αρκετά αυτό που η σκληρή εμπειρία μετέτρεψε σε αρετή σ’ αυτές τις γυναίκες και στους άνδρες: τη φυσική στωικότητα απέναντι στη ζωή. ………………………………………………..

Τυφλοί. Ο μαθητευόμενος σκέφτηκε: «Είμαστε τυφλοί», κι έκατσε να γράψει Το περί τυφλότητος, για να υπενθυμίσει, σε όποιον τυχόν το διαβάσει, πως όταν εξευτελίζουμε τη ζωή χρησιμοποιούμε διεστραμμένα τη λογική, πως η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης προσβάλλεται καθημερινά από τους κραταιούς του κόσμου μας, πως το παγκόσμιο ψέμα πήρε τη θέση της πληθυντικής αλήθειας και πως ο άνθρωπος έπαψε να σέβεται τον εαυτό του όταν έχασε τον σεβασμό του για τον πλησίον. Κατόπιν ο μαθητευόμενος, σαν να ‘θελε να εξορκίσει τα τέρατα που γέννησε η τυφλότητα της λογικής, βάλθηκε να γράψει την πιο απλή απ’ όλες τις ιστορίες του: ένας άνθρωπος αναζητεί έναν άλλον άνθρωπο μόνο και μόνο γιατί κατάλαβε πως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορεί να απαιτήσει η ζωή από μια ανθρώπινη ύπαρξη. Το βιβλίο λέγεται Ολα τα ονόματα. Αγραφα, όλα τα ονόματά μας βρίσκονται εκεί. Τα ονόματα των ζωντανών και τα ονόματα των νεκρών.

Σταματώ εδώ. Η φωνή που διάβασε αυτές τις σελίδες θέλησε να γίνει η ηχώ της φωνής όλων μαζί των ηρώων μου. Δεν έχω, έτσι κι αλλιώς, άλλη φωνή από τη φωνή που έχουν εκείνοι. Συγχωρήστε με αν σας φάνηκε λίγο αυτό που είναι για μένα το παν. ”Ζοζέ Σαραμάγκου

Δεν ξέρω αν το χρέος ενός συγγραφέα είναι να βοηθήσει τον αναγνώστη ν’ανακαλύψει τον εαυτό του ή ο ίδιος ο συγγραφέας γράφοντας κάνει ενα ταξίδι στη φαντασία του ή στην ίδια του τη ζωή.Αυτο που μένει στο τέλος είναι προϊόν τεχνης ,γιατί ο λόγος είναι τέχνη και η τέχνη είναι η ίδια η ζωή .Βούτώντας λοιπόν σ’εναν άλλο τεχνίτη του λόγου,το Βιτσεντζο Κορνάρο θα χρησιμοποιήσω τους στίχους του απο τον Ερωτόκριτο,αντι επιλόγου σαν τον απόλυτο ορισμό της τέχνης της αφήγησης που σκόπο έχει την ψυχική ανύψωση του ανθρώπου μέσα απο την ευχαρίστηση της ανάγνωσης .

[….Απ’ Απ’ ότι κάλλη έχει ο άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη

να κάμουσι κάθε καρδιά παρηγορία να πάρη

κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο

κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των ανθρώπω. (Α 887-90)]

Ιωάννα Μπισκιτζή

Λέκτορας Κλασσικής Φιλολογίας

** Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας. Χρειάστηκε να εγκαταλείψει νωρίς το σχολείο για να δουλέψει. Ουσιαστικά είναι αυτοδίδακτος. Η πρώτη του νουβέλα Γη της αμαρτίας εκδόθηκε ο 1947, μεσολάβησαν όμως τριάντα περίπου χρόνια μέχρι την έκδοση του σημαντικότερου μέρους του έργου του, για το οποίο βραβεύτηκε το 1998 με το βραβείο Νόμπελ. Από το 1993 ζούσε με τη γυναίκα του Πιλάρ ντελ Ρίο μεταξύ Λισαβόνας και νήσου Λανθαρότε στα Κανάρια. Πέθανε τον Ιούνιο του 2010

Η θρυλική τρικοκιά

Ενα αιωνόβιο δέντρο, ο κράταιγος (τρικοκιά) που δεσπόζει στον αρχαιολογικό χώρο Ζώμινθου, στον Ψηλορείτη, χαρακτηρίζεται Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης με απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος μετά από πρωτοβουλία του Γιάννη και Έφης Σακελλαράκη, της Πειφερειακής Διεύθυνσης Δασών (Κοζιράκη Μαρία και Ξυλούρη Γιωργία) και του Δήμου Ανωγείων.

Πρόκειται για ένα δέντρο-σύμβολο της περιοχής που δεσπόζει στην είσοδο της Ζωμίνθου. Βρίσκεται σε μικρή επίπεδη επιφάνεια ανατολικά των ανασκαφών που διεξάγονται εκεί και ξεχωρίζει στο “λακκί” της Ζώμινθου γιατί διαθέτει εντυπωσιακές διαστάσεις σε σχέση με την κυρίαρχη βλάστηση των πρίνων και των κρητικών σφενδαμιών.

Η “γέννηση” του δέντρου που έτσι κι αλλιώς συνοδεύεται από πολλούς θρύλους χάνεται στο βάθος του χρόνου και αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τη θέση στον αρχαιολογικό χώρο της Ζώμινθου ώθησαν τις τοπικές αρχές και υπηρεσίες να προτείνουν στο ΥΠΕΚΑ την κήρυξη του σε Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης. Πρόταση που έγινε αποδεκτή και φυσικά θα εγκριθεί και από το Περιφερειακό Συμβούλιο Κρήτης στο οποίο θα συζητηθεί το σχέδιο προεδρικού διατάγματος και οι εισηγήσεις των αρμοδιων υπηρεσιών.

Στόχος του υπουργείου με την κήρυξη του ως Μνημείου της Φύσης είναι να αξιοποιηθεί ο κράταιγος (τρικοκιά) για την αναψυχή των επισκεπτών, να αφορά αποκλειστικά την παρατήρησή του, τη φωτογράφιση και την εκμετάλλευση εως… σκιάς του, αλλά πέραν τούτου ουδέν! Ολες οι πρωτοβουλίες που θα αναφερθούν θα έχουν σκοπό να το προστατέψουν.

Η μελέτη

Στην ειδική περιβαλλοντική μελέτη που εκπόνησε το ΥΠΕΚΑ περιγράφεται ακριβώς το δέντρο αλλά και τα όσα προβλέπεται να γίνουν ή οι απαγορεύσεις.

Ο αιωνόβιος κράταιγος της Ζώμινθου ανήκει στο είδος Grataegus monogyna και δεσπόζει στην είσοδο του ομώνυμου αρχαιολογικού χώρου. Λόγω της θέσης του, σε υψίπεδο του Ψηλορείτη δίπλα στον επαρχιακό δρόμο Ανωγείων-οροπεδίου Νίδας, η παρουσία του δέντρου γίνεται αντιληπτή από αρκετή απόσταση και σε όλους τους επισκέπτες των αρχαιοτήτων και τους φυσιολάτρες της οροσειράς. Το εντυπωσιακότερο τμήμα είναι η κόμη του, η οποία είναι ιδιαίτερα πυκνή και φτάνει σε διάμετρο τα 12 μέτρα.

Το δένδρο βρίσκεται ριζωμένο στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου της Ζώμινθου, σε μικρή επίπεδη επιφάνεια ανατολικά των ανασκαφών που διεξάγονται στο συγκεκριμένο χώρο. Ο κράταιγος ξεχωρίζει γενικότερα μέσα στο “λακκί” της Ζωμίνθου γιατί διαθέτει εντυπωσιακές διαστάσεις σε σχέση με την κυρίαρχη βλάστηση των πρίνων και των κρητικών σφενδαμιών. Περιβάλλεται από μικρότερες “τρικοκιές”, όπως αποκαλείται το είδος στην Κρήτη. Γύρω από τον κορμό του έχει κατασκευαστεί χαμηλό πέτρινο τοιχίο, ύψους 0,50μ. και ο ενδιάμεσος κενός χώρος καλύφθηκε με χώμα. Καμία άλλη κατασκευή ή σκληρή επιφάνεια δεν υπάρχει πλησίον του δέντρου.

Το ακάλυπτο μέρος του δέντρου έχει στηθαία περίμετρο 2,60μ. και διάμετρο 0,80μ. (σε ύψος 1,30μ. από την επιφάνεια του τοιχίου). Η κόμη του είναι πυκνή και παρουσιάζει ομοιόμορφη κατανομή των κλάδων σε διάμετρο 11-12μ. Το ύψος του κράταιγου φτάνει τα 11,40μ.

Το ριζικό σύστημα του δέντρου είναι ισχυρό, εκτεταμένο και σχετικά αβαθές γι’αυτό το γεγονός ότι η ανασκαφή διεξάγεται σε ικανή απόσταση από αυτό, μεγαλύτερη από 30μ. διασφαλίζει την επιβίωσή του.

Ο κεντρικός κορμός του δέντρου είναι ευθυτενής και συμπαγής, αναπτύσσει ομοιόμορφα ένα πλούσιο σύστημα κλάδων, στο οποίο φωλιάζει πληθώρα πουλιών που τρέφονται με τους καρπούς του δέντρου κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Ο κράταιγος είναι είδος ανθεκτικό στην ξηρασία και η ανάπτυξή του δεν επηρεάζεται ιδιαίτερα από το ύψος των βροχοπτώσεων. Ο συγκεκριμένος κράταιγος, εκτός του ότι φύεται σε μεγάλο υψόμετρο, ευδοκιμεί σε εύφορο έδαφος με επάρκεια υπόγειου νερού καθώς στην περιοχή υπάρχουν αρκετές πηγές.

Στον ίδιο χώρο με τον κράταιγο υπάρχουν αυτοφυείς μικρότερες τρικοκιές, σφενδάμια και πρίνοι ενώ έχουν φυτευτεί κερασιές, απιδιές, καρυδιές κλπ. Ολα τα δέντρα προστατεύονται και κλαδεύονται ετησίως.

Νοτιοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου, εκατέρωθεν της επαρχιακής οδού, βρίσκεται περιφραγμένη μια δεύτερη αρχαιολογική θέση, γνωστή ως “τυροκομείο”.

Εκτός από τα μινωικά και μυκηναϊκά κατάλοιπα, υπάρχουν επίσης δύο αναστηλωμένα κτηριακά μνημεία, ένα ενετικό και ένα μεταγενέστερο τυροκομείο.

Εντός της έκτασης υπάρχει αυτοφυής βλάστηση από πρίνους, σφενδάμια και αγριαχλαδιές.

«Δε γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι. Καμιά βιολογική, ψυχολογική ή οικονομική μοίρα δεν προσδιορίζει τη μορφή με την οποία η γυναίκα παρουσιάζεται στην κοινωνία. Είναι ο πολιτισμός στο σύνολό του που παράγει αυτό το πλάσμα, που είναι ανάμεσα στον αρσενικό και τον ευνούχο και που περιγράφεται σαν θηλυκό».

Ήταν οι λέξεις   που έβαλαν τη Σιμόν ντε Μποβουάρ στην ιστορία, και  άλλαξαν , όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο οι άντρες έβλεπαν τις γυναίκες, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες έβλεπαν τον εαυτό τους.

Κανένας ρόλος όμως δεν είναι προκαθορισμένος και μια μόνο ματιά στη θέση της γυναίκας στη Κρήτη από τα Μινωϊκά χρόνια ως σήμερα  μπορεί να αποδείξει ότι η θέση της γυναίκας είναι  κοινωνική κατάσταση που καθορίζεται από το επίπεδο πολιτισμού ενός λαού και τους αγώνες του να διατηρήσει την ιστορική του ταυτότητα και την εθνική του ελευθερία.

Διαβάστε την συνέχεια... »

-->