Ιστορία
Ακούστε αύριο Σάββατο 25/5/13 και ώρα 14.00 από το ραδιόφωνο Λυχνάρι (fm 91,4 & 91,7) στην εκπομπή ΚΡΗΤΙΚΑ ΚΑΛΗΝΩΡΙΣΜΑΤΑ. Με αφορμή την 72η επέτειο της Μάχης της Κρήτης είναι αφιερωμένη στο ολοκαύτωμα των Ανωγείων και τη θυσία του Στεφανογιάννη. Μέσω ιντερνετ στο σύνδεσμο: http://live24.gr/radio/generic.jsp?sid=416
«Η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα, τεράστια ποσά για τις γερμανικές αποζημιώσεις, επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο…». Αυτό υποστηρίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικτύου Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών της Ελλάδας, περιόδου 1940- 1945, “ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ”, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας συλλογής, κωδικοποίησης, καταγραφής, ταξινόμησης και προστασίας του μεγάλου παλαιού και ιστορικού αρχειακού υλικού για τις περιόδους του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου πολέμου που έγινε, για πρώτη φορά, από την Επιτροπή του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Το ογδόντα σελίδων πόρισμα της Επιτροπής, την οποία όρισε ο υπουργός Οικονομικών, έχει παραλάβει και ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Το Δίκτυο υποστηρίζει πως άσχετα με δημοσιεύματα που αναφέρουν πως «η Γερμανία χρωστά στην Ελλάδα 162 δισεκατομμύρια ευρώ», ήρθε η ώρα, με βάση τα στοιχεία του πολυσέλιδου πορίσματος, να ολοκληρωθεί η μεγάλη εθνική μάχη για το ανοιχτό ζήτημα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων. «Στο εξής και με δεδομένη την ύπαρξη του πορίσματος όλοι οι εμπλεκόμενοι με τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων δεν μπορούν να παραμείνουν μόνο σε δηλώσεις», τόνισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Δικτύου Μαρτυρικών Πόλεων Σωκράτης Κεφαλογιάννης (δήμαρχος Ανωγείων).
Εξάλλου, σε ψήφισμα που εξέδωσε το Δίκτυο μετά και τις τελευταίες εξελίξεις αναφέρεται: «Τα τελευταία τρία, περίπου, χρόνια, με τη χώρα να περνά μια πρωτοφανή οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση, το ζήτημα της καταβολής των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων ήρθε, αναπόφευκτα, στο προσκήνιο, εξαιτίας και της απαράδεκτης και προκλητικής στάσης σημαντικού τμήματος του πολιτικού προσωπικού της Γερμανίας, απέναντι στη χώρα μας. Οι πολίτες και ειδικά όσοι προέρχονται από περιοχές που έζησαν στο πετσί τους τη ναζιστική θηριωδία, όπως είναι οι μαρτυρικές πόλεις και χωριά μας, δεν ξεχνούν, δεν λησμονούν, αλλά ζητούν δικαίωση».
Οι δήμαρχοι των Μαρτυρικών Πόλεων και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικτύου υποστηρίζουν: «Κόμματα και βουλευτές παρουσιάζουν όψιμο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ζήτημα και ζητούν παρεμβάσεις, συζητήσεις στη Βουλή, τοποθετήσεις, διεκδικήσεις, όταν η πλειοψηφία τους μάλλον αδιαφορούσε όλο το προηγούμενο διάστημα. Ωστόσο, τούτη την κρίσιμη ώρα απαιτείται ουσία και όχι επικοινωνία. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση, τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, οι πολιτικοί αρχηγοί και οι βουλευτές οφείλουν να ξεκαθαρίσουν, επιτέλους, τη θέση τους και να προσδιορίσουν σαφώς και χωρίς φοβικά σύνδρομα τη στάση τους, μετά και την ολοκλήρωση της έρευνας της ορισθείσας Επιτροπής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και τη σύνταξη του πορίσματός της».
Για τον λόγο αυτόν το Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλων ζητάει από όλους να αναλάβουν συγκεκριμένες, απτές, πρωτοβουλίες, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για να διεκδικήσουν αυτά που η χώρα και οι πολίτες της δικαιούνται και όπως χαρακτηριστικά τονίζεται «να μην κρύβονται πίσω από γενικόλογες δηλώσεις, που προσβάλλουν τη νοημοσύνη κάθε πολίτη». Σημειώνοντας δε ότι είναι παγκόσμια συνείδηση πως η καταστροφή -υλική και ανθρώπινη- που προκάλεσε η Γερμανία στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες, ήταν απαράμιλλης σκληρότητας, το Δίκτυο αναφέρει πως η Γερμανία, εκτός από τις αποζημιώσεις των θυμάτων των μαρτυρικών πόλεων και χωριών, εξακολουθεί να χρωστάει στην Ελλάδα, τόσο το κατοχικό δάνειο και τις επανορθώσεις που σχετίζονται με την -κατά τη διάρκεια της κατοχής- καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, όσο και με τις αποζημιώσεις που συνδέονται με τους αρχαιολογικούς θησαυρούς και τα πολιτιστικά αγαθά που έκλεψαν ή λεηλάτησαν οι Γερμανοί.
Σύμφωνα με τους δημάρχους των Μαρτυρικών Πόλεων, Σωκράτη Κεφαλογιάννη (Ανώγεια), Γιώργο Λαζουρά (Καλάβρυτα), Γεώργιο Βογιατζή (Αμφίπολη), Αναστάσιο Χατζηλαζάρου (Δοξάτο), Ιγνάτιο Καϊτεζίδη (Πυλαία – Χορτιάτης), Παρασκευή Βρυζίδου (Εορδαία), Σταυρούλα Μπότση – Μπραΐμη (Σούλι), Ευστάθιο Γιαννούλη (Νικ. Σκουφά), Γεώργιο Κοτρώνια (Λαμία), Ευθύμιος Παπαευθυμίου (Μακρακώμη), Παύλος Μπαριτάκης (Βιάννος), Γεώργιο Δερμιτζάκη (Κάνδανος – Σέλινο), Παναγιώτη Σκοτινιώτη (Βόλος), Ιωάννη Πατσαντάρα (Δίστομο), Γεώργιο Πασχόπουλο (Ελασσόνα): «Τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας, δεν παραγράφονται, όσο και αν το προσπαθούν συγκροτημένα, επί δεκαετίες, όλες ανεξαιρέτως οι γερμανικές κυβερνήσεις, αλλά και εγχώριες πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα, με τη διαχρονική στάση και συμπεριφορά τους, εκτός και εντός Ελλάδας. Επομένως, ο αγώνας, ειδικά τούτη την ώρα της μεγάλης εθνικής δοκιμασίας, πρέπει να συνεχιστεί με αμείωτη ένταση και αξιοπρέπεια. Το οφείλουμε στην Ιστορία μας. Το οφείλουμε στη μνήμη των νεκρών μας, αλλά και στο παρόν και στο μέλλον της χώρας μας».
Επισημαίνουν δε ότι «επιβάλλεται, η ελληνική κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα να λάβουν ξεκάθαρη θέση και να θέσουν ευθέως και να διεκδικήσουν την καταβολή των τεράστιων οφειλών της Γερμανίας προς τη χώρα μας και τους πολίτες μας, για τις καταστροφές, τις λεηλασίες και τα ολοκαυτώματα που διέπραξαν οι Γερμανοί κατακτητές, στην περίοδο της κατοχής στη χώρα μας και στις μαρτυρικές πόλεις και χωριά μας».
«Όλες οι τελευταίες εξελίξεις οδηγούν ώστε η επί δεκαετίες εκκρεμότητα των αποζημιώσεων να κλείσει», τόνισε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ, ο κ. Κεφαλογιάννης και προσέθεσε: «Τώρα πια το ζήτημα παίρνει την πλέον επίσημη μορφή του και θα υπάρξει λύση, είτε με θετική έκβαση για την χώρα μας, είτε με αρνητική. Οφείλουμε πρωτίστως ως Έλληνες να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στη μνήμη αλλά και τη δικαίωση όλων όσων αγωνίστηκαν για ιδανικά και αξίες. Ως Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων θα προσφέρουμε όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία και βοήθεια στην επίσημη πολιτεία, η οποία πρέπει να δώσει τη μάχη για το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων και των διεκδικήσεων».
Ένας αητός τω Βρέντζηδω σκότωσε το Μαγιάση
κι όλοι μαζί φωνάξαμε η χέρα του ν’ αγιάσει
Μέσα στο δικαστήριο γιατί ’χενε σκοτώσει
κι έπρεπε οπωσδήποτε αίμα κι αυτός να δώσει.
_______________________
Σαν τέτοιες μέρες, πριν από 66 χρόνια, στα μέσα του Απρίλη του 1947, δικαζόταν από το Δικαστήριο των δοσιλόγων Ηρακλείου ο γκεσταμπίτης-συνεργάτης των Ναζί, Μαγιάσης. Στις 30 του μήνα ο ανωγειανός Γιώργης Βρέντζος και κατά κόσμον «Τηγανίτης» (στην Κρήτη και ιδίως στο Μυλοπόταμο, συνηθίζουν πολύ τα παρανόμια, δηλαδή τα παρατσούκλια) μπαίνει στο ακροατήριο και ορμά προς το εδώλιο, καταφέρνοντας δυο μαχαιριές στην κοιλιακή χώρα του συχαμένου προδότη! Αιτία; Ο Μαγιάσης κάρφωσε τον αδελφό του Τηγανίτη, Βρεντζομιχάλη, στους Ναζί, διότι είχε δώσει ψωμί και νερό στους ΕΛΑΣίτες (προφανώς πρόκειται για τα τμήματα των καπετάνιων Σμπώκου και Ποδιά). Ο Βρεντζομιχάλης πλήρωσε την πράξη του αυτή με την εκτέλεσή του στο οροπέδιο της Νίδας, στον Ψηλορείτη, από τους Σουμπερίτες.
Να πως παρουσίασε το γεγονός η κρητική εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη» της Πρωτομαγιάς1947: «Χθες το πρωί δικαζόταν στο Δικαστήριο Δοσιλόγων Ηρακλείου ο γνωστός προδότης Μαγιάσης για την εκτέλεση του Μιχαήλ Βρέντζου από τ’ Ανώγεια που είχε κάμει ο ίδιος στη Νίδα. Κατά την ώρα της συνεδριάσεως στις 11.30΄ περίπου και ενώ εξεταζόταν ο μάρτυρας κατηγορίας και αδελφός του εκτελεσθέντος Γεώργιος Βρέντζος γύρισε και κτύπησε δυο φορές με μαχαίρι τον κατηγορούμενο δοσίλογο στην κοιλιακή χώρα. Αμέσως δε κατέθεσε στην έδρα του δικαστηρίου το μαχαίρι και παραδόθηκε στη φρουρά της αίθουσας. Ο Μαγιάσης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Τα τραύματά του είναι βαρύτατα».
Ανασύρουμε λοιπόν στην ιστορική μνήμη –ως έχουμε χρέος-τη μοναδική συνέντευξη, που είχε παραχωρήσει στο Νίκο Ψυλλάκη το φθινόπωρο του 1982 (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Κρητικές Εικόνες”), ο άνθρωπος που είχε πάρει εκδίκηση για την εκτέλεση του αδελφού του, ο θρυλικός «Τηγανίτης».
____________________________
Καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι με τα ποτήρια γεμάτα ρακή ζούσαμε όλοι στιγμές αμηχανίας. Δεν ήξερα πώς να αρχίσω, δεν ήξερα καν αν έπρεπε να αρχίσω, αν ήταν σωστό που είχα φτάσει μέχρι εκεί και ιδιαίτερα τέτοια βραδιά. Ωστόσο, ο ίδιος ο Γιώργης ο Βρέντζος στάθηκε και πάλι γενναίος.
«Αποφάσισα να σου μιλήσω», μου είπε, χωρίς να εκφέρει κανένα επειδή, κανένα διότι. Έτσι απλά· αποφάσισε να μιλήσει. Φαίνεται πως ο Καλομοίρης είχε κάνει καλή δουλειά, αν και δεν έμαθα ποτέ τι ακριβώς είχαν πει οι δυο τους.
Έτσι άρχισε η κουβέντα. Κρατούσα σημειώσεις και ένα μικρό φορητό μαγνητόφωνο. Ο λόγος του ήταν σταθερός, το βλέμμα του διαπεραστικό· νόμιζα πως το παρελθόν και το παρόν συμπλέκονταν στη σκέψη του, δημιουργώντας ένα αδιάσπαστο σύνολο. Δεν έμοιαζε τόσο με αφήγηση ο λόγος του, όσο με μια ζωντανή περιγραφή γεγονότος που γινόταν εκείνη την ώρα.
Παρακολουθούσαμε συγκλονισμένοι τα λόγια του. Αν υπήρχε κάποιος Σοφοκλής στον Ψηλορείτη, ίσως να έγραφε μια καινούργια Αντιγόνη. Θα καταλάβαινε ότι οι αξίες του πολιτισμού μας δεν ξεχνιούνται και δεν χάνονται. Ο Γιώργης ο Βρέντζος μου μιλούσε για το χρέος απέναντι στο νεκρό. Οι Ναζί είχαν σκοτώσει τον αδελφό του. Δηλαδή, ποιοι Γερμανοί, ο Μαγιάσης τον είχε σκοτώσει και τον είχε παρατήσει άταφο στον Ψηλορείτη. Για μια βδομάδα οι αέρηδες της Νίδας έδερναν το άψυχο σώμα του. Τα όρνια καραδοκούσαν. Σαν το έμαθε ο Γιώργης έψαχνε να βρει τρόπο να τον θάψει, να αποδώσει τις πρέπουσες τιμές. Όπως γίνεται σε κάθε νεκρό.
Κοίταξα την κορνίζα με τις μαντινάδες του Δακανάλη. Έλεγε ορθά κοφτά πως ο Μαγιάσης έπρεπε «αίμα κι αυτός να δώσει». Προσπαθούσα να καταλάβω αν εκείνο που είχε οπλίσει το χέρι του Βρέντζου ήταν οι νόμοι του γδικιωμού ή μήπως η ιδιότυπη φιλοπατρία με την οποία ήταν γαλουχημένοι οι Κρητικοί. Άλλωστε, ο άγραφος και απαράβατος νόμος που κρατούσε από τον αιώνα των κρητικών επαναστάσεων, τον 19ο, επέβαλε στον κάθε πατριώτη να γίνει αυτόκλητος τιμωρός του προδότη. Ομολογώ πως δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα και να κατανοήσω τα κίνητρα. Ίσως να ήταν και τα δυο μαζί…
Έγραψα το ρεπορτάζ την επόμενη μέρα. Κι αυτό με δυσκολία. Σκεφτόμουν ότι δεν έπρεπε να διαψεύσω τις προσδοκίες αυτού του ανθρώπου, να μην προδώσω την απρόσμενη εμπιστοσύνη του. Σκεφτόμουν, ακόμη, ότι οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές και πως 35 χρόνια δεν φτάνουν για να γίνει ιστορία κάποιο περιστατικό, όσο σημαντικό και να ’ναι. Απλώς οι προφορικές διηγήσεις το μετουσιώνουν σε θρύλο. Έτσι εξηγούσα όλες εκείνες τις εκδοχές που ακούγονταν σχεδόν παντού στο νησί για τον Κρητικό που μπήκε στο δικαστήριο και έκοψε το κεφάλι του προδότη.
Η ιστορία μας λοιπόν αρχίζει στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, στον Ψηλορείτη. Δεν ήταν λίγοι οι βοσκοί που βρίσκονταν στα βουνά· ανάμεσά τους και τα δυο αδέλφια, ο Μιχάλης και ο Γιώργης Βρέντζος. Ένα γερμανικό στρατιωτικό απόσπασμα συλλαμβάνει τον Γιώργη. Τον κρατούν και αρχίζουν να τον ανακρίνουν. Κάποια στιγμή ακούγονται δυο πυροβολισμοί από μακριά. Ούτε ο Γιώργης, ούτε οι Γερμανοί ήξεραν τι συνέβαινε. Ο ψυχωμένος βοσκός του Ψηλορείτη, όμως, αρχίζει να καταστρώνει σχέδια απόδρασης. Εκμυστηρεύτηκε τις προθέσεις του σε δυο Ανωγειανούς που εκτελούσαν χρέη οδηγών του γερμανικού αποσπάσματος, στον Κουκιαδονικόλα και στον Χρονομιχάλη. Κανείς δεν γνωρίζει αν τον ενθάρρυναν ή αν προσπάθησαν να τον αποστρέψουν.
Είχε νυχτώσει, περνούσαν οι ώρες, κόντευε να ξημερώσει. Δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Κι όταν άρχισε να χαράζει η μέρα, ο Γιώργης βρήκε ευκαιρία και το έβαλε στα πόδια. Απέδρασε… Οι Γερμανοί δεν τον πήραν χαμπάρι. Άλλωστε, αυτά τα άγρια βουνά τα ήξερε σαν το σπίτι του, εκεί είχε μεγαλώσει και τα κατατόπια τα κάτεχε καλά.
Σαν έφτασε στο πατρικό του διαπιστώνει ότι ο αδελφός του, ο Μιχάλης, δεν ήταν εκεί. Άρχισε να κακοβάνει. Τον ψάχνει παντού. Ρωτά τους βοσκούς· τίποτα. Κανείς δεν τον είχε συναντήσει, κανείς δεν ήξερε. Η έγνοια είχε αρχίσει να τον βασανίζει. Συνεχίζει να ψάχνει και την επόμενη νύχτα ανεβαίνει στον Ψηλορείτη. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και άνθρωπος δεν φαινόταν πουθενά. Αρχίζει να φωνάζει με όλη τη δύναμή του
«Μιχάλη, Μιχάλη, Μπρε συ Μιχάληηηη»…
Τίποτα.
Ακούγαμε τον Βρέντζο να αφηγείται και νιώθαμε στα σωθικά μας την αγωνία του. Βρήκα κουράγιο να τον διακόψω:
– Τι νόμιζες, τι πίστευες; Πού θα μπορούσε να βρισκόταν ο Μιχάλης;
– Είχα ακούσει τους δυο απανωτούς πυροβολισμούς και είχε περάσει από το μυαλό μου ότι κάπου θα ήταν τραυματίας. Γι’ αυτό τον φώναζα. Περίμενα να τον ακούσω να απηλογάται, σχεδίαζα να τον πάρω, να τον κατεβάσω στο χωριό και να τον περιποιηθώ. Αλλά απόκριση δεν πήρα.
Ήταν μια νύχτα μαρτυρική. Το ίδιο και η επόμενη μέρα. Ο Γιώργης άρχισε να πιστεύει ότι ο αδελφός του είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς και ότι θα τον κρατούσαν σε κάποιο στρατόπεδο στο Ηράκλειο. Παίρνει το δρόμο και κατεβαίνει στη Χώρα. Μεταφέρω και πάλι τα λόγια του:
– Στο Ηράκλειο ήταν ένας Γκεσταμπίτης, ο Καψάλης. Τον ήξερα και πήγα στο σπίτι του. Είντα να δεις εκεί; Ουρές ο κόσμος απόξω, όλοι ήθελαν να τον δουν, να ρωτήσουν για κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο. Περίμενα κι εγώ τη σειρά μου να τον –ε- δω. Την ώρα που περίμενα θωρώ δυο άλλους Γκεσταμπίτες να μπαίνουν μέσα, ο Τζουλιάς και ο Στιβακτάκης, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ τα ονόματά τους. Τα ρούχα τους μύριζαν αιματίλα, ήταν βαμμένα. Κάθονται στο γραφείο κι αρχίζουν να λένε για τα κατορθώματά ντως. Λέει ο ένας, «εσκοτώσαμε μωρέ δυο αντρακλαράδες. Ο ένας ετινάχτηκε δυο μέτρα απάνω όταν του δίναμε τη χαριστική βολή». Αηδίασα και ταράχτηκα, δεν εμπόρου να τους ακούω άλλο, κόντεψα να λιγοθυμήσω κι εσηκώθηκα κι έφυγα άπραχτος.
Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει κι αρχίζει να περπατά στους δρόμους. Φτάνει στα Λιοντάρια. Κι εκεί τον περίμενε μια απρόσμενη συνάντηση. Βλέπει μπροστά του τον Κυριακομιχάλη από τις Καμάρες. Ήταν κουμπάροι.
Τον αγκαλιάζει.
«Κουμπάρε Γιώργη», του λέει, «χαίρομαι που σε βλέπω ζωντανό. Εμείς σε κατέχαμε σκοτωμένο, εμάθαμε στο χωριό πως σε σκότωσαν οι Γερμανοί».
Σάλεψε ο νους του· άρχισε να βάνει πιο βαθιά στο μυαλό του το κακό. Κουβέντα με τη κουβέντα κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί… Ένα στρατιωτικό απόσπασμα είχε ανεβεί στον Ψηλορείτη από τις Καμάρες. Για οδηγό τους οι Γερμανοί είχαν πάρει ένα κοπέλι, ένα βοσκάκι από το χωριό. Ήταν ανηψάκι ενός συντέκνου των Βρέντζηδω και γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Μετά την περιπολία στον Ψηλορείτη το βοσκάκι επέστρεψε στο χωριό ταραγμένο. Στους δικούς του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε γλιτώσει παρά τρίχα και ότι είχε ζήσει μια φρικτή εμπειρία στη Νίδα. Μπροστά στα μάτια του είχαν σκοτώσει ένα από τα πιο καλά παλικάρια των Ανωγείων, τον Γιώργη τον Βρέντζο. Ας φανταστούμε τώρα τη χαρά του Κυριακομιχάλη που έβλεπε μπροστά του τον άνθρωπο που νόμιζε σκοτωμένο! Αλλά ο Γιώργης δεν μπόρεσε να τη μοιραστεί αυτή τη χαρά με τον κουμπάρο του. Ήταν σίγουρος πια· λάθος είχε κάνει το κοπέλι. Τον σκοτωμένο δεν τον έλεγαν Γιώργη αλλά Μιχάλη!
Μ’ αυτόν τον απίστευτο τρόπο έμαθε, μακριά από τον Ψηλορείτη, την πιο θλιβερή είδηση που μπορούσε να ακούσει. Έτσι εξηγούσε τους πυροβολισμούς που είχε ακούσει όταν ήταν κρατούμενος και τον ανέκριναν οι Γερμανοί.
Πήρε πάλι το δρόμο για τα Ανώγεια. Πήγε από το δρόμο της Δαμάστας, σταμάτησε στο Γενί Γκαβέ, στο χωριό όπου ήταν εγκατεστημένος ο Γερμανός φρούραρχος, ο Σήφης – έτσι τον έλεγαν. Του μίλησε παλικαρίσια. Του είπε για ένα παλικάρι που χάθηκε, τον Μιχάλη τον Βρέντζο. Και για τις πληροφορίες που έλεγαν πως ο Μιχάλης ήταν ήδη νεκρός στη Νίδα. Παρέλειψε μόνο να του πει ότι ο Μιχάλης ήταν αδελφός του· προτίμησε να εμφανιστεί σαν απλός συγγενής, σαν ξάδελφος. Άρχισε να αραδιάζει επιχειρήματα· ο νεκρός δεν έπρεπε να μείνει άταφος, δεν το άντεχε κανείς Κρητικός να ξέρει πως ένα κουφάρι κείτεται στο χώμα άκλαυτο. Πείστηκε ο Γερμανός. Και τη μεθεπόμενη μέρα ξεκινούσε ένα απόσπασμα από το Γενί Γκαβέ. Οκτώ Γερμανοί στρατιώτες, ο Σήφης ο φρούραρχος, ο Γιώργης και μερικοί άλλοι στενοί συγγενείς από τα Ανώγεια. Μαζί τους και ο Λιοντρογιάννης, ο Ταμπακογιάννης, ο Μακρομιχάλης, ο Κουλογιάννης ο Δήμαρχος, ο Μπατζογιάννης, ο παπα-Γιώργης και ο Μανόλης ο Κωνιός που εκτελούσε χρέη διερμηνέα.
Ανέβηκαν στη Νίδα· δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν τον Μιχάλη πάνω από το οροπέδιο, κοντά στη Σπηλιάρα – το Ιδαίον Άντρο. Εξέτασαν το άψυχο σώμα. Οι υποψίες του Γιώργη ήταν βάσιμες, δυστυχώς. Τον είχαν σκοτώσει με δυο σφαίρες, όσοι και οι πυροβολισμοί που είχε ακούσει. Τα ρούχα του ήταν ξεσκισμένα, ο μπέτης του φαινόταν ξεγυμνωμένος· στο στήθος, πάνω στη ρόγα, ήταν καρφωμένος ένας κάλυκας. Μερικοί δεν άντεξαν στο θέαμα και ξέσπασαν σε λυγμούς. Ακόμη και ο Σήφης, ο Γερμανός φρούραρχος, συγκλονίστηκε. Δεν πίστευε στα μάτια του.
Μεταφέρω λέξη προς λέξη την αφήγηση του Γιώργη του Βρέντζου:
– Ο Γερμανός φρούραρχος σάστισε και μας είπε: «Δεκατέσσερα χρόνια είμαι στη Γκεστάμπο. Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της. Ξέρω καλά τι πρέπει να κάνομε και σας λέω ότι τούτον εδώ τον άνθρωπο δεν τον εσκότωσε Γερμανός. Αν τον σκότωσε Γερμανός, εγώ σκίζω όλα τα βιβλία μου». Αυτά πάνω – κάτω μας είπε όταν είδε τον κάλυκα καρφωμένο πάνω στη ρώγα του αδερφού μου και ήθελε να απολογηθεί, να πει πως οι Γερμανοί δεν βασανίζουν νεκρούς. Ανοίξαμε ένα λάκκο δίπλα στην εκκλησία της Ανάληψης, είδα και τον ίδιο τον φρούραρχο να σκάφτει. Τον θάψαμε· εγώ δεν άντεχα να μην τον αγγίξω, πρόλαβα και τον ακούμπησα στο χέρι. Το δέρμα του εμαδούσε…»
Πρώτο μέλημα του Γιώργη ήταν τώρα να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν δυσκολεύτηκε. Βρήκε το βοσκάκι από τις Καμάρες· τα ήξερε όλα. Και τα έκανε χαρτί και καλαμάρι. Κουμάντο στο γερμανικό απόσπασμα έκανε ένας Έλληνας, ο Μαγιάσης. Πιάσανε τον Μιχάλη, τον ανακρίνανε…
– Λέει του ο Μαγιάσης: «Εσύ Βρέντζο ετάισες πέρυσι τους αντάρτες». Απαντά του ο Μιχάλης πως δεν εκάτεχε ποιοι ήτανε, λέει του, εμείς στον τόπο μας το έχομε συνήθεια, παρατήρημα, να φιλεύγομε και να φιλοξενούμε κάθε περαστικό και δεν ρωτούμε ούτε ποιος είναι, ούτε πού πάει. Ο Μαγιάσης επέμενε, λέει του πως εκάτεχε ότι ήτανε αντάρτες. Και ο Μιχάλης επέμενε, δεν ήξερα, του λέει. Ήξερες, λέει ο ένας, δεν ήξερα λέει ο άλλος, ήξερες επιμένει ο Μαγιάσης. Τελικά του λέει: Όταν σου λέω, πήγαινε στην πίσσα, θα πηγαίνεις στην πάνω μπάντα, στην κορφή κι όταν σου λέω, πήγαινε στον παράδεισο, θα έρχεσαι κοντά μου. Στην πάνω μπάντα έστεκε ένας Γερμανός με ταχυβόλο. Έτσι έγινε. Ο Μαγιάσης έβαλε τον αδερφό μου να πηγαίνει πάνω – κάτω, πάνω – κάτω. Άνοιξε δρομάκι να πηγαινόρχεται. Πάνω – κάτω, πάνω – κάτω συνέχεια. Στα στερνά αγανάκτησε και διαμαρτυρήθηκε. Τραβά τότε το πιστόλι ο Μαγιάσης και τον πυροβολεί στ’ αυτί. Τον ρίχνει κάτω, του δίνει και τη χαριστική βολή. Το κοπέλι από τις Καμάρες, το κουμπαράκι μας τα θώρειε όλα αυτά. Για να μη μαρτυρήσει βγάνει ο Μαγιάσης το όπλο να το σκοτώσει. Ξεσηκώθηκαν τότε οι Γερμανοί, αντέδρασαν, δεν τον άφησαν να το κάνει και το κοπέλι εγλίτωσε…
Πέρασαν οι μέρες, έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθε η μέρα της απελευθέρωσης. Στο μυαλό του Γιώργη δεν υπήρχε άλλη σκέψη από την εκδίκηση. Δεν άντεχε να μην πάρει πίσω το αίμα· ήθελε με κάθε τρόπο και κάθε θυσία να σκοτώσει τον προδότη.
– Όχι, δεν ήθελα να κάμω βεντέτα, δεν είχα εγώ οικογενειακά, ήθελα να τον σκοτώσω γιατί δεν είχε δικαίωμα να ζει, όχι μόνο γιατί είχε σκοτώσει τον αδελφό μου. Ξέρεις πόσους λάκκους είχε ανοίξει ο Μαγιάσης; Πόσα κοπέλια είχε αφήσει ορφανά, πόσες γυναίκες χήρες; Τρακόσους εξήντα δυο μετρημένους είχε σκοτώσει στην Κρήτη, τρακόσους εξήντα δυο…
Έμαθε ότι ο «λεγάμενος» (έτσι τον αποκάλεσε) είχε συλληφθεί στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση και ότι τον είχαν στείλει στην Κρήτη για να δικαστεί. Άρχισε να τον ψάχνει. Κατεβαίνει στο Ηράκλειο, βρίσκει τον τρόπο να προμηθευτεί ρούχα ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, τα φορά και βγαίνει στους δρόμους. Με αυτή τη στολή μπορούσε να πάει παντού. Σε τμήματα της χωροφυλακής, σε κρατητήρια, παντού· όλο και κάπου θα έβρισκε τον κρατούμενο δοσίλογο… Χρόνια μετά θυμόταν πως ήταν δύσκολο· δεν μπορούσε να μιμηθεί ούτε το ζάλο, ούτε το ύφος του χωροφύλακα.
– Ντύθηκα χωροφύλακας αλλά δεν εκάτεχα να προπατώ με αυτή τη στολή, μου φαινόταν πως με ξάνοιγαν όλοι στο δρόμο. Κατάφερα να μπω στη φυλακή χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα. Εγύρισα όλα τα κελιά, είδα άλλους γκεσταμπίτες, είδα κρατούμενους, πουθενά ο Μαγιάσης. Τον είχανε στην απομόνωση.
Απογοητευμένος πετά τα ρούχα του χωροφύλακα και αρχίζει να σχεδιάζει άλλους τρόπους. Το μυαλό του δεν ησύχαζε ούτε στιγμή. Κάπως έτσι έφτασε η μέρα της δίκης. Τριάντα Απριλίου του 1947 (ο Γιώργης μου έλεγε πως ήταν το 1946, αλλά η μετέπειτα έρευνα κατέδειξε ότι η δίκη έγινε ένα χρόνο μετά). Τα μέτρα ασφαλείας αυστηρότατα. Η χωροφυλακή ήξερε ότι κινδύνευαν οι δοσίλογοι και έλεγχε εξονυχιστικά τον κάθε Κρητικό που περνούσε την πόρτα της δικαστικής αίθουσας. Έψαχναν μέσα στα στιβάνια, στις μασχάλες, στις ζώνες, παντού. Ο Γιώργης ήταν μάρτυρας κατηγορίας. Δικηγόρος πολιτικής αγωγής ήταν ο συγχωριανός και θείος του, ο Βασίλης ο Βρέντζος. Πρωί – πρωί τον καλεί στο γραφείο του και του παίρνει με το ζόρι το όπλο και ένα στιλέτο που κρατούσε· τα άφησε πάνω στο δικηγορικό γραφείο και έφυγαν μαζί για το δικαστήριο. Μεταφέρω και πάλι τα λόγια του:
– Τον εξεγέλασα. Επήγα στην αγορά, βρίσκω ένα καλό μαχαίρι, βάνω το μαχαιρά να το ακονίσει να κόβει σαν ξυράφι, το παίρνω και φεύγω. Φτάνω στο δικαστήριο, αλλά πώς να περάσω; Περίμενα καρτερικά να κάμουν διάλειμμα και να αδειάσει η αίθουσα. Την ώρα αυτή σταμάτησαν οι έλεγχοι. Σιμώνω στην πόρτα, την ανοίγω λίγο – λίγο, κανείς δεν ήταν μέσα, προλαβαίνω και καρφώνω το μαχαίρι στο μαδέρι, στην πίσω μεριά, στο κούφωμα της πόρτας, αλλά κάτω χαμηλά για να μη φαίνεται. Σε λίγο ξανάρχισε η δίκη, πήγα κι εγώ, με έλεγξαν, έψαξαν ακόμη και στα τακούνια τω στιβανιώ μου. Δεν ηύραν τίποτα, πέρασα στο διάδρομο, όχι μέσα στην αίθουσα, περιμένοντας την ευκαιρία να αρπάξω το μαχαίρι. Ο πρόεδρος φώναζε έναν – ένα τους μάρτυρες: Χριστομιχάλης Ξυλούρης, Στεφανογιώργης Δραμουντάνης, Παπαγιάννης Σκουλάς κι άλλοι, κι άλλοι. Ήταν να φωνάξει το όνομα του Γιώργη του Δραμουντάνη, αλλά κάνει λάθος και φωνάζει «Γεώργιος Βρέντζος», μπαίνω μέσα, σιμώνω και τότε καταλαβαίνει ο Πρόεδρος ότι έκανε λάθος. Μου λέει να φύγω και να φέρουν τον Δραμουντάνη. Απάνω στη σύγχυση σκύβω πιάνω το μαχαίρι και ξαναβγαίνω στο διάδρομο χωρίς να με δει κανείς. Σε λίγη ώρα έρχεται η σειρά μου, με φωνάζουν, μπαίνω στην αίθουσα και θωρώ τον κακούργο να κάθεται και να τον προστατεύουν οι χωροφύλακες.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά άρχιζε η κατάθεση… Τον ρωτά ο Πρόεδρος, «τι γνωρίζετε διά την εκδικαζομένην υπόθεσιν, κύριε μάρτυς;» Απάντηση καμιά. Σαν να μην άκουγε, να μην επικοινωνούσε· αλλού ήταν εκείνου ο νους του. Ξαναρωτά ο Πρόεδρος: «Κύριε μάρτυς, καταλάβατε τι σας ρώτησα;» Ο Γιώργης κουνά το κεφάλι, «ναι, ναι, εκατάλαβα», λέει. «Τι γνωρίζετε, λοιπόν;» Πάλι σιωπή. Και αναστάτωση. Όλοι τον κοιτάζουν καθώς στέκεται σχεδόν αποσβολωμένος μπροστά στους δικαστές. Αρχίζει να ψελλίζει κάτι μισόλογα, μασημένα. «Μα δεν έχετε εδώ το μυαλό σας, κύριε μάρτυς;» ξαναλέει απορημένος ο Πρόεδρος. Και φυσικά δεν το είχε. Τότε ακριβώς κάνει ένα βήμα πίσω. Όλοι τον κοιτάζουν. Σαν αστραπή τραβά το μαχαίρι και το καρφώνει με δύναμη στην κοιλιά του Μαγιάση. Χώνεται η λεπίδα στο σώμα του.
Ο Βρέντζος νιώθει το κεφάλι του να βουίζει· ένας χωροφύλακας τον είχε χτυπήσει με τον υποκόπανο του όπλου· άλλος ένας τον χτυπά στο χέρι, το δεξί· μαραίνεται. Αλλά το πείσμα δεν τον αφήνει. Πιάνει τη λαβή με το άλλο χέρι, το αριστερό· δεύτερη μαχαιριά… αίματα, φωνές, ο Μαγιάσης λυγίζει, οι δικαστές αποχωρούν, κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει τι έγινε τότε στο δικαστήριο. Οι χωροφύλακες είναι έτοιμοι να δράσουν, ίσως να τον χτυπούσαν πιο βαριά, ίσως και να τον σκότωναν ακόμη· τόσο δύσκολες ήταν αυτές οι μέρες. Την ώρα εκείνη ακούγεται η φωνή ενός άλλου χωροφύλακα, Κλάδο τον έλεγαν, «μην τον πειράξετε γιατί έχουν ζώσει οι Ανωγειανοί το δικαστήριο». Ψέματα το έλεγε. Αλλά αυτό το ψέμα έκανε τα πνεύματα να ηρεμήσουν. «Θέλω τον Εισαγγελέα», ακούγεται η φωνή του Βρέντζου. Το μαχαίρι το κρατούσε ακόμη στο χέρι του. Σαν ήρθε ο Εισαγγελέας, πλησίασε με θάρρος. Παρέδωσε το ματωμένο μαχαίρι και δήλωσε πως δεν θέλει να κάνει κακό σε κανέναν άλλο.
– Του είπα να με δικάσει, να με συλλάβει, να κάνει ό,τι λέει ο νόμος. Εγώ ήμουν ήρεμος πια, είχα ξαλαφρώσει, είχα κάνει αυτό που έπρεπε. Γυρίζω πίσω και θωρώ ανθρώπους να κλαίνε από χαρά και συγκίνηση, άλλοι με χειροκροτούσαν, άλλοι φώναζαν μπράβο. Με έκλεισαν στη φυλακή και με πήγαν στα Χανιά για να δικαστώ.
Ο Βρέντζος θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία· από την αρχή ως το τέλος. Στις «Κρητικές Εικόνες» του 1982 έγραφα πως όλες αυτές οι λεπτομέρειες «δεν είναι δυνατόν να χωρέσουν στον περιορισμένο χώρο του περιοδικού». Το ίδιο λέω και σήμερα.
Στα Χανιά, στο δικαστήριο, ο Βρέντζος παρακολουθούσε τη δίκη του σχεδόν αδιάφορος. Ο Εισαγγελέας είχε προτείνει την ενοχή και την θανατική καταδίκη του. Αλλά και πάλι ένα απρόβλεπτο γεγονός ήρθε να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Ο Καπετάν Γύπαρης έφτασε στο δικαστήριο, έβγαλε ένα χαρτί, το παρέδωσε. Ήταν μια απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής. Ο Βρέντζος θυμόταν πως η απόφαση καλούσε τους Κρητικούς να σκοτώσουν τον Μαγιάση και τους άλλους γκεσταμπίτες. Επομένως, δεν επρόκειτο για ένα φονικό· το θεώρησαν ως καθήκον απέναντι στην πατρίδα. Ο Βρέντζος αθωώθηκε. Γύρισε στο χωριό του σαν ήρωας. Κι από τότε κάθε χρόνο ανηφόριζε στη Νίδα τη μέρα της Ανάληψης για να κάνει το μνημόσυνο του αδελφού του.
Λίγα χρόνια μετά τη συνέντευξη ο Γιώργης ο Βρέντζος πέθανε. Πήγε να συναντήσει τον αδελφό του και τους άλλους μάρτυρες του αγώνα.
Φέτος το καλοκαίρι που βρέθηκα στη Νίδα συνάντησα τον Γιάννη τον Καλομοίρη, στο περίπτερο του Στελή του Σταυρακάκη, μαζί με μια παρέα Ανωγειανών. Δεν τον γνώρισα. Αλλά και δεν χρειάστηκε πολύ για να θυμηθώ τον άνθρωπο που με είχε βοηθήσει το φθινόπωρο του 1982, νέο δημοσιογράφο τότε, να ζήσω μια μοναδική στιγμή· την πρώτη και τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο πρωταγωνιστής μιας από τις πιο παράξενες μετακατοχικές ιστορίες, ο ήρωας των ανωγειανών και των καστρινών θρύλων.
Ο Μαγιάσης… «ΕΛΑΣίτης»
Δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ πότε και πώς είχε συλληφθεί ο Μαγιάσης και κάτω από ποιες συνθήκες οδηγήθηκε στο δικαστήριο δοσιλόγων. Το έμαθα τυχαία φέτος από ένα φίλο που ασχολείται συστηματικά με την ιστορία αυτής της περιόδου. Και το δημοσιεύω εδώ γιατί ίσως να φωτίζει μια ακόμη πλευρά της ιστορίας.
Μετά την απελευθέρωση ο περιβόητος Μαγιάσης παρίστανε… τον αντιστασιακό. Φόρεσε στολή αντάρτη, έβαλε στο καπέλο του το σήμα του ΕΛΑΣ και άρχισε να κυκλοφορεί στην Αθήνα, εκεί που κανείς δεν γνώριζε για τη δράση του στην Κρήτη. Έτσι… λεβέντη και περιβεβλημένο με το κλέος του ήρωα τον συνάντησε ένας Κρητικός, ονόματι Μαμαλάκης, στην Ομόνοια. Ο Μαμαλάκης συνεργαζόταν με ένα ναυτιλιακό πρακτορείο, μάλλον ήταν οικογενειακή επιχείρηση και ασχολούνταν με μεταφορές από και προς την Κρήτη με ιδιόκτητα καΐκια. Το κλίμα στην Αθήνα ήταν παράξενο. Κόσμος πολύς στους δρόμους, οι Έλληνες έβγαιναν από μια μεγάλη περιπέτεια η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον ήταν έκδηλη. Όπως ήταν έκδηλη και η σύγχυση.
Ο Μαγιάσης μπήκε στο πρακτορείο και άρχισε να διαπραγματεύεται τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ελαιολάδου από την Κρήτη στην Πελοπόννησο. Κανείς δεν ξέρει με ποιόν τρόπο είχε αποκτήσει τόσο λάδι. Ή, μάλλον, όλοι υποψιαζόμαστε. Αν και η πείνα θέριζε τις ανθρώπινες ζωές οι συνεργάτες των κατακτητών είχαν τον τρόπο τους.
Έτριβε τα μάτια του ο Μαμαλάκης. Δεν πίστευε ότι ο άνθρωπος που είχε μπροστά του ήταν ο μακελάρης της Κρήτης, και μάλιστα ντυμένος με στολή αντάρτη. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος του δοσίλογου. Αντί να διαπραγματευτεί τη μεταφορά ο ναυτιλιακός πράκτορας, φρόντισε να ενημερώσει τον ΕΛΑΣ ή κάποιον άλλο. Έτσι συνελήφθη ο Μαγιάσης…
Με ιδιαίτερη λαμπρότητα τίμησαν τα Ανώγεια την ιστορική επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1821 όπου οι Έλληνες ύψωσαν το λάβαρο της Επανάστασης για να αποτινάξουν από πάνω τους τον Τουρκικό ζυγό.
Πλήθος Ανωγειανών συγκεντρώθηκαν σήμερα το πρωί στην πλατεία Αρμί, παρά τον δυνατό άνεμο που πνέει και στα Ανώγεια από τα ξημερώματα.
Αρχικά τελέστηκε δοξολογία στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη και στην συνέχεια ο εκπαιδευτικός κ. Στέφανος Κατσιλίανος ανέπτυξε το ιστορικό της ημέρας.
Ακολούθησε κατάθεση στεφάνων στο ηρώο του ανωγειανού αγωνιστή , εκ μέρους του Δήμου Ανωγείων ,του Αστυνομικού τμήματος, της εθνικής αντίστασης και του Λυκείου-Γυμνασίου και Δημοτικού σχολείου.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με παρέλαση της μαθητιώσας νεολαίας με τους μικρούς και μεγάλους μαθητές να εισπράττουν το θερμό χειροκρότημα των παρευρισκόμενων.
Χρόνια πολλά σε όλους τους Έλληνες.
Ο πανηγυρικός λόγος από τον καθηγητή Στέφανο Κατσιλιάνο
(Ο βασικός κορμός του λόγου αυτού ανήκει σε συνάδελφο καθηγητή, ο οποίος τον εκφώνησε πριν από 4 χρόνια
σε λύκειο της Αθήνας (2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών).
Ελαφρώς τροποποιημένος και προσαρμοσμένος, στα σημερινά δεδομένα, εκφωνήθηκε από τον κ. Στέφανο Κατσιλιάνο, καθηγητή Φυσικής Αγωγής του Σταυράκειου Γυμνασίου Ανωγείων, την 25η Μαρτίου 2013.)
Ο λόγος αυτός απευθύνεται σε μαθητές. Όσοι από εσάς όμως θεωρούν ότι η ζωή συνεχίζει να τους διδάσκει, σήμερα θα λέγονται «μαθητές». Οι υπόλοιποι θα λέγονται «δάσκαλοι».
«Αγαπητέ μαθητή,
Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραΐσκάκη, αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο του Ολυμπιακού.
Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το 21, αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ και την ΑΕΚ.
Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο. Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα…
Τι να λένε σε σένα; Σε εσένα που ßιάζεσαι να φύγεις, να πας για καφέ, στο Facebook ή για κάτι άλλο. Άσε που έχεις και την κουραστική παρέλαση των50 μέτρωννα ακολουθεί…
Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά.
Εγώ ο δάσκαλος που δουλεύω στο ελληνικό σχολείο, σε εσένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία ή και περισσότερα χρόνια, θα σου µιλήσω σταράτα για να σου εκφράσω δυο σκέψεις µου.
Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις, οι µαθητές που δίδαξα φέτος, στην συντριπτική τους πλειονότητα µε σεßάστηκαν, αν και δεν ανταποκρίθηκαν όλοι στις απαιτήσεις του µαθήµατος.
Αρκετοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές δε µε σεßάστηκαν, µε προσέßαλαν με έργα, µε λόγια, µε ύßρεις, δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος, που µε σόκαρε, που µε έßαλε σε µελαγχολικές σκέψεις.
Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει πως κάτι σαθρό υπάρχει στο νεοελληνικό σχολείο, πως εκτός του γνωστικού ελλείµµατος το σχολείο μας σήμερα χωλαίνει δραµατικά και στο ηθικοπλαστικό του έργο, στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων, της συνείδησης και του ήθους.
Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας, των «μεγάλων», των δασκάλων σας και των γονιών σας. Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση, πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα, θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν, θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας, θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση, θα σας γεράσουν πρόωρα.
Η πρωτόγνωρη οικονομική κρίση που διέρχεται ο τόπος δυστυχώς θα αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της στο χρόνο και θα στιγματίσει και επόμενες γενιές. Τι βολικό όμως που η κυριαρχία της οικονομικής κρίσης επισκίασε τη γενική κρίση αξιών, αρχών και ήθους που πολύ καιρό τώρα βιώνουμε σε κάθε πτυχή της ατομικής, οικογενειακής και κοινωνικής μας ζωής. Άλλωστε, η πρώτη αποτελεί προιόν και παράγωγο της δεύτερης, καθώς τα σκάνδαλα, οι κλεψιές και οι μίζες γίνονται από ανθρώπους καταρχήν ανήθικους και ασυνείδητους.
Αν όµως θέλετε µια συµßουλή από ένα δάσκαλο,
σκεφτείτε το παράδειγµα του Μακρυγιάννη, που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα πενήντα σχεδόν, για να καταλάßει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη. Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο και έµαθε πέντε κολλυßογράµµατα, για να µας πει την ιστορία του ßίου του, το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών. Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο.
Και µπορείς πολύ πιο νέος από το στρατηγό Μακρυγιάννη να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε, το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας, τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.
Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από το νόθο γιο μιας καλογριάς, τον Γιώργη Καραϊσκάκη. Ηταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς, αλλά είχε αυτό που µάθαµε σαν µπέσα, ήταν πάνω απ´ όλα ντόμπρος και µπεσαλής.
Αυτό θα θέλαμε να έχετε κι εσείς.
Υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα.
Να αναλαµßάνετε τις ευθύνες σας,
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον, να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.
Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου, του Νικηταρά. Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης, συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του κι έπειτα φυλακίστηκε, για να χαθεί σ’ ένα στενοσόκακο του Πειραιά, σχεδόν τυφλωµένος, πάµπτωχος και εγκαταλειµµένος από όλους. Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα. Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει από την κυßέρνηση µια πλούσια σύνταξη, απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείßει πολύ καλά, λέγοντας ψέµατα, για να µην προσßάλει την πατρίδα του.
Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά.
Και ειρωνικό ίσως, καθώς οι σημερινοί «επαναστάτες» ή έστω αυτοί που κρατούν τα ηνία της χώρας μας, ζητούν από το λαό θυσίες, εξαθλίωση και αίμα, ενώ στα δικά τους βασιλικά «θέλω» δεν κάνουν καμία έκπτωση.
Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα. Μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας, να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα για σας και για το μέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε.
Ξέρω, καταλαßαίνω, αντιλαµßάνοµαι πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική. Όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών, της εποχής στην οποία µεγαλώνετε.
Όµως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της, περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.
Κι όταν ßλέπω την εποχή µας να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση και την τηλεοπτική ανία, να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας, μόνο σε εσάς ελπίζω, στην ειλικρινή σας διάθεση να αγωνιστείτε, να αντισταθείτε,να πολεµήσετε,να νικήσετε.
Και από σεβασμό σε αυτούς που το έπραξαν 200 χρόνια πριν χωρίς κανένα αντάλλαγμα.
Μη µας απογοητεύσετε!!»
Ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο ενημερωτικό φυλλάδιο θα ενημερώνει πλέον τους επισκέπτες του Ιδαίου Άντρου δίνοντας τους πληροφορίες στα Ελληνικά αλλά και στα Αγγλικά για τον τόπο που επισκέπτονται, την ιστορία του από την αρχαιότητα έως σήμερα ενώ θα λειτουργεί και ως χάρτης για τους ξένους αλλά και τους Έλληνες επισκέπτες.
Το πληροφοριακό αυτό έντυπο είναι πλέον έτοιμο από τον Δήμο Ανωγείων και την Εφορία Σπηλαιολογίας και Παλαιοανθρωπολογίας Νότιου Ελλάδος και έρχεται να ακολουθήσει μετά από την ολοκλήρωση των εργασιών επίσκεψης ανάδειξης και πληροφόρησης στο Ιδαιον Άντρο, την πολυτελή έκδοση ¨ οι θησαυροί του Σπηλαίου ¨ από τις εκδόσεις ”Μίλητος”.
Το σπήλαιο του Ιδαίου Άντρου είναι ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες ανάπτυξης του πολιτισμικού πλούτου του Δήμου Ανωγείων όπου τα τελευταία χρόνια γίνονται σημαντικές προσπάθειες ώστε να αναδειχθεί περισσότερο και να γίνει πιο εύκολα προσβάσιμο και επισκέψιμο. Η περιοχή μπορεί με τις κατάλληλες υποδομές να γίνει Φάρος του τουρισμού στον τόπο μας και να συμβάλει αποφασιστικά στην τουριστική ανάπτυξη της περιοχής.
Το Ιδαίο Αντρο είναι ένα από τα σπουδαιότερα λατρευτικά σπήλαια στην Κρήτη και άκμασε στην αρχαιότητα (4.000 π.Χ. μέχρι 1ο μ.Χ. αιώνα), ενώ θεωρείται αντίστοιχης αξίας με τα μεγαλύτερα πανελλήνια ιερά.
Τη φήμη του το Ιδαίο Αντρο, αντλούσε από το μύθο που θέλει το Δία, πατέρα και θεό των θεών να έχει γεννηθεί και ανατραφεί εδώ. Η σπηλιά Ιδαίο Αντρο βρίσκεται στην ανατολική πλαγιά του όρους Ίδη στο κέντρο της Κρήτης, σε υψόμετρο 1498 μέτρα. Το σπήλαιο βρίσκεται 20 χιλιόμετρα από τα Ανώγεια και λίγα μέτρα ψηλότερα από το οροπέδιο Νίδα.
Μπαίνοντας στο Ιδαίο Αντρο θα βρεθείτε στην κεντρική αίθουσα που έχει 40 μέτρα μήκος και 50 μέτρα πλάτος. Η αίθουσα αυτή έχει ανασκαφεί δύο φορές, μια το 1885 από τον Federico Halbherr και το 1982 από τον Γιάννη Σακελλαράκη.
Το Ιδαίο Αντρο, η σπηλιά της Ίδης δηλαδή, λέγεται ακόμα Σπηλιάρα της Βοσκοπούλας. Οι ντόπιοι λένε ότι κοντά στη σπηλιά τάφηκε η γυναίκα του Χαρίδημου (άρχοντας της Γόρτυνας, συναγωνιστής του Ερωτόκριτου) που ενώ κυνηγούσε στον Ψηλορείτη τη σκότωσε κατά λάθος, όπως γράφει ο Βιτσέντζος Κορνάρος στον Ερωτόκριτο .
Ένα άλλο όνομα για το Ιδαίο Αντρο είναι ΑρκέσιονΑντρο. Άρκεσις σημαίνει βοήθεια. Στο Ιδαίο κατέφευγαν οι προσκυνητές ώστε να ζητήσουν τη βοήθεια του Δία, ο οποίος σύμφωνα με το μύθο είχε και ο ίδιος βοηθηθεί στο παρελθόν και γλίτωσε το θάνατο.
Ένας από τους προσκυνητές στο Ιδαίο υπήρξε ο σπουδαίος σοφός της αρχαιότητας από τη Σάμο, ο Πυθαγόρας. Αναφέρεται ότι είχε λάβει μέρος στις τελετές στο Ιδαίο και μάλιστα είχε μυηθεί στα μυστήρια που γίνονταν προς τιμή του Κρητικού Δία. Για τα μυστήρια στο Ιδαίο δεν γνωρίζουμε τίποτα συγκεκριμένο, καθώς οι επιλεγμένοι μύστες (μυημένοι) ήταν υποχρεωμένοι να μην μιλάν για αυτά στο ευρύ κοινό.
Ο Πυθαγόρας περιγράφει στην είσοδο του Ιδαίου ένα βωμό λαξευμένο στο φυσικό βράχο, που μπορεί κάποιος να δει και σήμερα, ενώ μέσα στην σπηλιά αναφέρει ότι υπήρχε ένας μεγαλοπρεπής ελεφαντοστέινος θρόνος προς τιμή του Δία, ο οποίος δεν σώζεται πια.
Στο Ιδαίο κάθε χρόνο γίνονταν γιορτές αρχικά προς τιμή του θεού της βλάστησης που πέθαινε και ξαναγεννιόταν σύμφωνα με τον κύκλο των εποχών. Τη θέση του μινωίτη θεού της βλάστησης πήρε λίγο αργότερα ο Κρηταγενής Δίας, ο ντόπιος νεαρός Δίας, ο οποίος σύμφωνα με τον τοπικό μύθο πέθαινε και ξαναγγενιόταν κάθε χρόνο. Στη διάρκεια των τελετών οι προσκυνητές κρεμούσαν αναθήματα στα κλαδιά μιας λεύκης μπροστά από την είσοδο του Ιδαίου, όπως αναφέρει ο Θεόφραστος.
Ακόμα και ο Μίνωας, ο μυθικός βασιλιάς της Κνωσού, ερχόταν σαν προσκυνητής στο ιερό του Ιδαίου κάθε 9 χρόνια, όπως μας πληροφορεί ο μύθος, για να πάρει τους ανανεωμένους νόμους από τον πατέρα του το Δία.