Τελευταία Νέα
Ω! Παναγιά μου Ανωγειανή που ‘σουν αυτή την ώρα…
Όντεν εβάναν τη φωθιά στα ξακουσμένα Ανώγεια…
Η 13η Αυγούστου αποτελεί για όλους τους Ανωγειανούς όπου γης η σπουδαιότερη ημέρα μνήμης και τιμής για τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων μας, καθώς εκείνη την μαύρη ημέρα ξεκίνησαν οι Ναζί φασίστες το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων 72 χρόνια πριν, ισοπεδώνοντας το χωριό από άκρη σ’άκρη, μην καταφέρνοντας όμως ούτε στο ελάχιστο να υποτάξουν το φρόνημα και την πίστη των κατοίκων του για Ελευθερία και Ανεξαρτησία. Οι Γερμανοί φασίστες έκαψαν 940 οικίες, δολοφόνησαν γέρους και ανήμπορους μέσα στο σπίτι τους, κατέστρεψαν, λεηλάτησαν, βεβήλωσαν εκκλησίες και ιερά του τόπου αλλά ουδέποτε έκαμψαν έστω και στο ελάχιστο την δίψα του Ανωγειανού για αντίσταση σε οποιαδήποτε μορφή κατοχής. Οι Γερμανοί αποχώρησαν από τα Ανώγεια στις 5 Σεπτεμβρίου αφήνοντας όρθιες αλλά βεβηλωμένες μόνο τις τρεις εκκλησίες. Χαλάσματα, πέτρες και μπάζα παντού, όπως και η μυρωδιά του θανάτου, αλλά οι Ανωγειανοί θα ορθοποδήσουν και μαζί με τους υπόλοιπους ελεύθερους πολίτες της Ευρώπης θα συντρίψουν λίγους μήνες αργότερα τον Χίτλερ και θα κερδίσουν την Ελευθερία τους.
“…Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου.”
Χανιά 13-8-44 0 Στρατηγός Διοικητής Φρουρίου Κρήτης X. ΜΙΛΛΕΡ
Η πλάκα στο Αρμί πάντα θα θυμίζει σε όλους μας την διαταγή ισοπέδωσης του αδίστακτου φρούραρχου Κρήτης Χ.Μίλλερ. Πέντε επειδή, πέντε αιτίες που με αυτές οι Γερμανοί θέλησαν να δικαιολογήσουν άλλη μια εγκληματική πράξη τους, την ισοπέδωση ενός χωριού, την εκτέλεση των κατοίκων, των ξεριζωμό των επιζησάντων. Πέντε επειδή, με ένα όμως, το σπουδαιότερο, να μην καταγράφεται στην διαταγή ισοπέδωσης: Επειδή οι Ανωγειανοί έχουν αδούλωτη και ανυπότακτη ψυχή..
Η εκτέλεση της διαταγής του Μίλλερ ήταν άμεση και στις 13 Αυγούστου 1944 άρχισε το κάψιμο και η ισοπέδωση των Ανωγείων, που κράτησε μέχρι τις 5 του Σετέμπρη.
Σημαντικός όγκος γερμανικού στρατού σενεπικουρούμενος από ένα ικανό αριθμό δοσίλογων-κεσταμπιτών καίνε τα πάντα και στη συνέχεια γκρεμίζουν τους εναπομείναντας τοίχους, αφού πρώτα λεηλατούν και αρπάζουν όσα πολύτιμα αγαθά υπήρχαν στο πλούσιο κεφαλοχώρι και υπήρχαν πολλά, τα οποία μεταφέρουν στα Σείσαρχα και από κει σε διάφορα γερμανικά κέντρα και σπίτια δοσίλογων.
Το μίσος και η βαρβαρότητα κατά τη διάρκεια των 22 ημερών ολοκαυτώματος των Ανωγείων ξεπερνά κάθε όριο λογικής και φαντασίας. Αρκετοί γέροντες και γυναίκες που έμειναν κρυπτόμενοι στο χωριό και άρρωστα παιδιά που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, καίγονται ή καταπλακώνονται από τα ερείπια και οποιοσδήποτε κινούμενος στόχος τίθεται στο στόχαστρο των Γερμανοκεσταμπιτών. Δύο παιδιά και είκοσι πέντε άντρες και γυναίκες εκτελούνται η καταπλακώνονται από τα χαλάσματα και είναι οι ακόλουθοι:
-Αεράκης Νικόλαος
-Βρέντζος Εμμανουήλ
-Βουιδάσκης Βασίλειος
-Βλατά Ελένη
-Κοκοσάλη Αμαλία
-Κουβίδης Μιχαήλ
-Καβλέντη Αγάπη
-Καλλέργη Αικατερίνη
-Καραίσκου Ειρήνη
-Ξυλούρης Στέφανος (παιδί 8 ετών)
-Ξυλούρης Κων/νος
-Ξυλούρης Ιωάννης
-Πατραμάνη Ελένη
-Πετροκόπος Κων/νος
-Πασπαράκη Ευαγγελία
-Σκουλάς Εμμανουήλ
-Σκουλά Όλγα
-Σκουλά Ανδρονίκη
-Σαλούστρου Αικατερίνη
-Σαλούστρου Ειρήνη
-Σαλούστρος Εμμανουήλ
– Σπαχή Αφροδίτη
-Χαχλιούτης Κων/νος (παιδί 14 ετών)
-Σπιθούρης Γεώργιος
-Παπαδιός Εμμανουήλ
-Κουτάντος Σωκράτης
-Κουταντος Ιωάννης
Από τα εκτελεστικά αποσπάσματα σώζονται δια της φυγής, τρεις Ανωγειανοί οι : Μιχάλης Ρούλιος, Στέφανος Χαιρέτης και Ιωάννης Σουλτάτος ή Αλισαβογιάννης.
Χαρακτηριστικό της τόλμης και της στωικότητας που οι Ανωγειανοί αντιμετώπιζαν το θάνατο, στις δύσκολες εκείνες ώρες της καταστροφής και του ολέθρου, είναι και το ακόλουθο περιστατικό: «Ο Αριστείδης Πασπαράκης ή Αλμπάτης, υπερήλικας κατά την περίοδο καταστροφής των Ανωγείων, διέμενε μόνος σε ένα μικρό σπιτάκι που είχε κτίσει σε αγρόκτημα του στο Μέσα Πλατάνι, κάτω από τα Σίσσαρχα. Μια μέρα τον επισκέφθηκε ο περιπλανώμενος, όπως και οι υπόλοιποι Ανωγειανοί, επίσης γέροντας Μιχάλης Παπαδιός η Τζιομιχάλης. Την ώρα που οι δύο γέροντες καθόταν στο σπιτάκι κατέφθασε ένας Γερμανός από τα Σίσαρχα και οργισμένος τους διέταξε να σηκωθούν για να τους εκτελέσει, να τους κάνει «καπούτ» όπως τους είπε. Και ο Αλμπάτης απευθυνόμενος στο Τζιομιχάλη.
- Σήκω, μουρέ, στάσου ανατολικά και κάμε το σταυρό σου. Μια φορά, μουρέ,
θα ποθάνουμε, ας ποθάνουμε σήμερο!!
Ο Γερμανός τους έβγαλε στον οψιγιά, πάνω από το σπιτάκι κι εκεί έχοντας γυρισμένη την πλάτη προς τον εκτελεστή, περίμεναν τη βολή.
Οι στιγμές περνούσαν βασανιστικές χωρίς ο Γερμανός να πραγματοποιεί την απειλή του.
Κάποια στιγμή ο Αλμπάτης γύρισε και είδε το Γερμανό να έχει κατεβασμένο το όπλο και τον άκουσε να του λέει:
-Νιξ παππού, καπούτ σήμερο. Αύριο καπούτ!
Κι ο Αλμπάτης
-Έπαε θαν είμαι γω και αύριο μονό να ‘ρθέις.
Την επάυριο οι δύο γέροντες πήγαν στις συκιές που ήταν απέναντι στο σπιτάκι να βρούν κανένα σύκο να το φάνε και να ξεπεινάσουν και αφού βοσκήθηκαν ο Αλμπάτης λέει στο Τζιομιχάλη:
-Αιντε, μουρέ, Μιχάλη να πάμε στο σπιτάκι γιατί μπορεί να ρθεί κείοσες, εννοώντας το Γερμανό. Άμεσα όμως πήρε την απάντηση.
Για γροίκα είντα λέει! Εγώ δε πάω!
Αργότερα ο Αλμπάτης διηγούμενος το περιστατικό στους Σαρχιανούς τους είπε ότι γύρισε στο σπιτάκι και :
-Έκεια τονε περίμενα πολλή ώρα, μα δεν εγύρισε ο κερατάς .
Οι Γερμανοί ανερχόμενοι από διάφορα σημεία για να πραγματοποιήσουν το ολοκαύτωμα των Ανωγείων συνέλαβαν 31 άντρες από διάφορα χωριά το Μαλεβυζίου και Μυλοποτάμου και Ανωγειανούς, τους μετέφεραν στα Σείσαρχα κι από κεί καθημερινά τους χρησιμοπιούσαν ως αγωγιάτες για να μεταφέρουν τα πάσης φύσεως υλικά αγαθά, που άρπαξαν από το χωριό πριν γκρεμίσουν και κάψουν τα σπίτια του.
Στις 22 Αυγούστου θεωρώντας ότι δε χρειαζόνταν άλλο τους αγωγιάτες, πήραν την απόφαση να τους εκτελέσουν. Από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευή Σεισάρχων όπου οι αγωγιάτες διέμεναν, υπό φρούρηση, παρελαμβαναν ένα-ένα και οδηγώντας τον στο ρυάκι, 150 περίπου μέτρα νοτιοανατολικά των Σεισάρχων, τους έστηναν στην άκρη μικρού γκρεμού και τους εκτελούσαν. Ευνόητο ότι, ο 31ος πρέπει να θεωρηθεί ότι εκτελέστηκε 31 φορές.
Τι βαρβαρότητα!!
α ονόματα των εκτελεσθέντων είναι χαραγμένα σε απλό και ωραίο μνημείο στην πλατεία των Σεισάρχων , στην κορυφή του οποίου είναι γραμμένη η μαντινάδα του Βασίλη Καλομοίρη, γιού εκτελεσθέντα, η οποία μας λέει:
«Στη θύελλα του φασισμού
Που τη φωθιά σκορπίζει,
Μόνο με αίμα το δεντρό
Της λεφτεριάς ανθίζει!»
Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες και 7 Ανωγειανοί οι ακόλουθοι:1)Πατραμάνης Εμμανουήλ, 2)Καλομοίρης Γεώργιος, 3)Καλομοίρης Κων/νος, 4) Μανουράς Ευγένιος, 5) Κοκοσάλης Νικόλαος, 6)Καραμπίνης Χαράλαμπος και 7) Σκουλάς Κων/νος.
Μια μέρα πριν την εκτέλεση των πατριωτών στα Σείσαρχα στις 21-8-1944, οι Γερμανοί πραγματοποιούν κλοιό στο Καμαράκι Μαλεβυζίου και συλλαμβάνουν μέσα σ’ αυτό και στην ευρύτερη περιοχή του 24 άνδρες, τους οποίους οδηγούν στον ανατολικό πόρο του φαραγγιού των Γωνιών όπου τους εκτελούν πλην του Ιωάννη Σουλτάτου, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει και να σωθεί κατά την ώρα της εκτέλεσης. Μέσα στους 23 εκτελεσθέντες συμπεριλαμβάνονται και τρεις Ανωγειανοί οι :1) Μαυρόκωστας Βασίλειος 2) Παπαδιός Ιωάννης και 3)Σουλτάτος Μιχαήλ.
Την ίδια περίοδο, άλλο γερμανικό απόσπασμα ερευνώντας το Ζωνιανό αόρι συλλαμβάνει 4 Ζωνιανούς τους : 1) Κων/νο Παρασύρη ή Κάτσουνα 2) Κάββαλο Γεώργιο 3) Κλίνη Μιχαήλ 4) Κλίνη Ιωάννη τους οποίους οδηγεί στη θέση Ρουσαλίμνη και από κει στην πορεία τους προς τ΄ Ανώγεια, σταματά λίγο πιο πάνω από αυτά και τους εκτελεί στη θέση «Πετριάς» και ακόμη 3 Παπαδιούδες Ανωγειανοι: Παπαδιός Στυλιανός, Παπαδιός Εμμανουήλ και Παπαδιός Νικόλαος ευρισκόμενοι στο Στρούμπουλα και μη αντέχοντας τη πείνα, κατεβαίνουν στην Τύλισσο για να βρούν κάτι να φάνε, συλλαμβάνονται από τους Γερμανούς στη θέση «Αλώνια» και εκτελούνται επί τόπου.
Πάράλληλα με το ολοκαύτωμα των Ανωγείων πραγματοποιείται και το ολοκαύτωμα της Δαμάστας. Τριάντα νέοι Δαμαστιανοί εκτελούνται στη θέση «Κερατίδι» και τρεις ακόμη 2 γυναίκες και 1 άντρας χάνουν της ζωή τους κατά την περίοδο του σαμποτάζ και της καταστροφής της Δαμάστας.
O Nίκος Kαζαντζάκης γράφει για την καταστροφή
H λεηλασία των Aνωγείων κράτησε από τις 13 Aυγούστου μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου του ’44 Tον Ιούλιο του 1945, ένα σχεδόν χρόνο μετά την καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς Ναζιστές, ο Νίκος Καζαντζάκης θα επισκεφθεί τα Ανώγεια ως υπεύθυνος της Κεντρικής Επιτροπής για τη διαπίστωση των Γερμανικών ωμοτήτων κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κρήτη. Mετά από εντολή της κυβέρνησης και με τη βοήθεια των Ι. Κακριδή, Ι. Καλιτσουνάκη και Κ. Κουτουλάκη κατέγραψε το χρονικό της καταστροφής.
«Το μεγαλύτερον χωρίον της Κρήτης, τα ΑΝΩΓΕΙΑ, εις τα σύνορα των νομών Ηρακλείου και Ρεθύμνης, με 940 οικίας και 4.000 κατοίκους έρχεται χρονολογικώς πρώτον των κατά την περίοδον ταύτην καταστραφέντων σοινικισμών της νήσου. Οι Γερμανοί δεν είχον εγκαταστήσει εδώ μόνιμον φυλάκιον, μόνον μπλόκα έκαμνον από καιρού εις καιρόν. Το πρώτον έγινεν εις τας 16/2/42, οπότε, καταζητούντες 8 άτομα, συνέλαβον τα 5 εξ αυτών και άλλους 4, τους οποίους εφυλάκισαν επί δύο μήνας. Η εις το χωρίον επιβληθείσα εξ αρχής αγγαρεία ήτο να προσέρχονταιι καθ’ εκάστην 500 άνδρες και να εργάζωνται διά λογαριασμόν των Γερμανών. Οι Ανωγειανοί όμως, δεν προσήρχοντο, διότι ως λαός, ποιμενικός κυρίως, δεν ηδύνατο να εγκαταλείψουν τα ποίμνιά των. Ο αριθμός ούτος ηλαττώθη κατόπιν εις το ήμισυ, και πάλιν όμως οι κάτοικοι ουδεμίαν προθυμίαν έδειχναν να συμμορφωθούν προς την διαταγήν. Φυλακίσεις γερόντων και γυναικών του χωρίου εν Ρεθύμην προς εκβιασμόν, ουδέν αποτέλεσμα έσχον. Δι αυτό εξεδόθη απόφασις κατά τας αρχάς του 1943, να κατεδαφιστούν 16 οικίαι των Ανωγείων προς σωφρονισμόν και προειδοποίησιν.
Επειδή την διαταγήν αυτή ο Φρούραρχος Ρεθύμνης, απόγονος του κατά την μάχην του Πέτα τραυματισθέντος φιλέλληνος στρατηγού Νόρμαν, δεν έσπευσε να την εκτελέση, αλλ’ ελθών εις τα Ανώγεια, εζήτησε φιλικώς να πείσει τους κατοίκους να υπακούσουν εις την διαταγήν της αγγαρείας, μετετέθη αμέσως εκ της θέσεως του. Τον Μάϊον του 1943, εις νέαν εξόρμησιν των Γερμανών, εφονεύθησαν 3 βοσκοί, μεταξύ των οποίων και ο 13ετής Βασ. Κ. Ξυλούρης, απήχθησαν δε και 2.000 αιγοπρόβατα εις τας 19/8/1943 συνελήφθησαν 9 άνδρες (4 εκ της οικογενείας Κουνάλη, 4 εκ της οικογ. Σμπώκου και εις Σταυράκης ονόματι), εξ ων 2 εδραπέτευσαν οι λοιποί ενεκλείθησαν εις τας φυλακάς Αγίας, αποστελλόμενοι δε ύστερον εις την Γερμανίαν, επνίγησαν καθ’ οδόν. Εις τας 3/9/43, έγινε νέα εξόρμησις καθ ήν οι Γερμανοί απήγαγον όσα αιγοπρόβατα συνήντησαν (4-5000), τον δε ποιμένα Μιχ. Βρέντζον, αφού τον εχρησιμοποίησαν ως οδηγόν, διέταξαν να φύγη έπειτα, πυροβολήσαντες δε εκ των όπισθεν εφόνευσαν. Εις τας 13/2/44 εκύκλωσαν πάλιν το χωρίον και συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους εις το σχολείον συμπαρέλαβον 11 άνδρας με την δικαιολογίαν ότι εδοκίμασαν να φύγουν. Τι απέγιναν οι άνδρες ούτοι, δεν εγνώσθη. Λέγεται ότι ετυφεκίσθησαν εις θέσιν Καρτερός.
Εις τας 7/8/44 ήλθεν ο διαβόητος δια την ωμότητά του γερμανός επιλοχίας «Σήφης», φρούραρχος του Γενή-Κααβέ με απόσπασμα τεσσάρων γερμανών και τεσσάρων ιταλών, συνέλαβον όσας γυναίκας και παιδίαα εύρον, και αγρίως ξυλοκοπούντες αυτά τα ωδήγησαν προς το Γενή-Κααβέ με την κατηγορίαν ότι οι άνδρες δεν εδέχοντο να πηγαίνουν εις την αγγαρείαν.
Ολίγον όμως έξω του χωρίου τους προσέλαβο οι αντάρται, εφόνευσαν τους άνδρας του αποσπάσματος και απηλευθέρωσαν τα γυναικόπαιδα. Την επομένην έγινεν το σαμποτάζ της Δαμάστας υπό Ανωγειανών, καθ’ ό εκάησαν 3 γερμανικά αυτοκίνητα και εφονεύθησαν περί τους 15 Ιταλούς, αιχμαλωτισθέντων και 7. Την επομένην, 9/8 ήλθον, περί τους 60 Γερμανούς εις τα Ανώγεια οι άνδρες έλειπον, αλλ’ αι γυναίκες τους περιεποιήθησαν’ οι Γερμανοί εφέρθησαν μετά μεγάλης προσηνείας, εις ουδεμίαν διαρπαγήν προέβησαν, εζήτουν μόνον από τας γυναίκας πληροφορίας περί της κατά του αποσπάσματος του «Σήφη»’ επιθέσεως των ανταρτών.
Εις τας 12/8 το εσπέρας οι άνδρες του χωρίου ειδοποιηθέντες ότι έρχονται πολλοί Γερμανοί, έφυγον, και ούτω προελήφθησαν πολλαί εκτελέσεις. Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Κααβέ, όποθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης. Μετά ταύτα προέβησαν εις γενικής λεηλασίαν του χωρίου-πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπιτα ανετινάσσετο διά δυναμίτιδος. Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωϊαν επανήρχοντο. Το μέγεθος της λεηλασίας θα κατανοήση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου.
Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και Ι. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν. Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραϊσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των. Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. Ι. Σαλούστρον.
Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ. Οι Γερμανοί κατέστρεψαν και τα 4 τυροκομεία της περιοχής και απήγαγον τα ποίμνια των κατοίκων όσα δεν ηδυνήθησαν να συμπαραλάβουν, τα εφόνευσαν. Σήμερον από τας 940 οικίας των Ανωγείων δεν έχει απομείνει ούτε μία το νεόδμητον σχολείον ανετινάχθη, αι 3 εκκλησίαι, τας οποίας οι Γερμανοί είχον μεταβάλει εις σταύλους, έχουν επίσης υποστή ζημίας εκ ωτν πέριξ ανατινάξεων. Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής»…
Δεν είναι ιστορικά εξακριβωμένο πότε ακριβώς τέθηκαν τα θεμέλια του οικισμού των Ανωγείων. Πολλοί υποστήριξαν ότι οι πρώτοι οικιστές των Ανωγείων ήταν κάτοικοι της γειτονικής αρχαίας πόλης Αξού και ότι στ’ Ανώγεια μετανάστευσαν οι πιο πολλοί κάτοικοι της πόλης αυτής μετά την καταστροφή της από του Ενετούς. Άλλοι πάλι έχουν την άποψη ότι οι Ανωγειανοί είναι κατευθείαν απόγονοι των αρχαίων Κουρητών και ιδαίων Δακτύλων. Το θέμα αυτό, της ίδρυσης των Ανωγείων, αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο όχι μόνο της ιστορικής, αλλά και της αρχαιολογικής έρευνας.
Της περίοδο της Ενετοκρατίας τα Ανώγεια ήταν το μεγαλύτερο χωριό της Επαρχίας Μυλοποτάμου (μαρτυρία ότι Ενετοί εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό αποτελεί το ενετικό κτίσμα του Τσίπουρα).
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπάρχει πλούσιο ιστορικό υλικό που καταδεικνύει τη συμμετοχή των κατοίκων στον αγώνα για τη λευτεριά, διαθέτοντας μια πλειάδα εκλεκτών καπετάνιων αρματολών με σημαντική δράση σε όλη την περιοχή του Μυλοποτάμου. Τα Ανώγεια υπήρξαν επαναστατικό κέντρο την περίοδο αυτή και το 1822 για πρώτη φορά στην ιστορία τους πυρπολήθηκαν από το Σερίφ Πασά. Το 1866 ο Ρεσίτ Πασάς απέτυχε να καταλάβει τα Ανώγεια αφού αποκρούστηκε από τους κατοίκους του. Όμως το Μάϊο του 1867 τα Ανώγεια πυρπολήθηκαν για δεύτερη φορά. Ο πόλεμος των Ανωγειανών κατά των Τούρκων υπήρξε συνεχής και αδιάλειπτος.
Με την είσοδο του 20ου αιώνα και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα οι Ανωγειανοί δίνουν το παρόν το κάλεσμα της πατρίδας. 78 νεκροί των πολέμων 1900-1940.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος βρίσκει του Ανωγειανούς στις επάλξεις. Συγκροτούν δυο ένοπλες αντάρτικες ομάδες την ΕΑΟ “Ο Ψηλορείτης” και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ προσφέροντας αξιοθαύμαστες υπηρεσίες.
Τόσο τολμηρή υπήρξε η προσφορά των Ανωγείων στον αγώνα κατά των κατακτητών που τ’ Ανώγεια για τρίτη φορά στην ιστορία τους, 13 Αυγούστου 1944, πυρπολούνται από τους Γερμανούς. Νεκροί αλβανικού πολέμου:19. Νεκροί κατοχής: 122.
“..και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ..”
Για μια ακόμη φορά ο διαβολικός ρόλος της Αγγλικής Διπλωματίας όπως τον μεταφέρει οΕλληνας Ηρωας Κίμων Ζωγραφάκης ή Blacκman (ο οποίος σε αντίθεση με Κάποιους άλλους που υπηρέτησαν στον Αγγλικό Στρατό και δέχθηκαν τιμές και το διατρανώνουν κιόλας) τους έφτυσε κατάμουτρα λέγοντας είμαι Ελληνας και από την Ελλάδα θα τιμηθώ.
Όταν οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα των Ανωγείων στο σχολείο στη θέση Αρμί, με σκοπό να τα οδηγήσουν έξω και μακριά από το χωριό τους, όπως και έγινε οδηγώντας τα στο Πέραμα, πολύ λίγο τους ενδιέφερε η κατάσταση της υγείας των. Η βιασύνη τους να κάψουν και να λεηλατήσουν το χωριό ήταν μεγαλύτερη από το να δώσουν σημασία στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ένας αριθμός Ανωγειανών, γερόντων και γυναικών.Μεταξύ τους και η Αλεξάνδρα Φασουλά. Έγκυος, περιμένοντας να γεννήσει το πρώτο παιδί της από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα. Οδηγήθηκε και αυτή στο Αρμί και υποβλήθηκε στο μαρτύριο της εξαντλητικής πορείας που ακολούθησαν οι Ανωγειανές μέχρι να φτάσουν στο Πέραμα.
Η ίδια διηγείται:”..το 1942 αρραβωνιαστήκαμε με τον Κωστή, το 1943 στεφανωθήκαμε και το 1944 μας εδιώξανε οι Γερμανοί από το χωριό. Το ‘χάμε σύστημα. Αν ήθελα γαυγίζουνε οι σκύλοι εξέραμε ότι ερχόντουσαν οι Γερμανοί. Το φωνάζανε μετά στο χωριό.
-Γερμανοί έρχουνται! Γερμανοί έρχουνται!
Εκείνο το πρωινό ακούστηκε ότι ήρθανε οι Γερμανοί στο χωριό και είπανε να συγκεντρωθούμε όλες οι γυναίκες στο Δημοτικό σχολείο. Εγώ δεν επήγα αμέσως. Το ‘πα τση γειτόνισσας επειδή ήμουνε ετοιμόγεννη να γεννήσω. Κι άλλες φωρές που μας είχανε φωνάξει οι Γερμανοί δεν επήγαινα. Μου λέει η γειτόνισσα κάτσε και μη ‘ρθεις. Αλλά τελευταία ήρθανε τρεις Γερμανοί και μου λένε παρτί! Είπα ντως ότι δεν μπορώ, τώρα θα γεννήσω μα αυτοί με πήρανε. Μας συγκεντρώνουνε όλα τα γυναικόπαιδα στο σχολείο και τε μας εβάνουνε μπροστά το μεσημέρι. Και πηγαίναμε και πηγαίναμε με τα πόδια, που να πρωτοπάς. Κάθε δέκα γυναίκες ήτονε και ένας Γερμανός εμένα με είχανε τρεις στη μέση. Στο “Βαθύ Στενό” μας εφήκανε να πιούμε νερό. Εγώ ήμουνε με την μάνα και την πεθερά μου. Είδα ένα και φόριε τρία γαλόνια. Λέω ότι αυτός είναι αξιωματικός και αποφασίζω να πάω να του μιλήσω. Μου σύρνουνε τση φωνές η μάνα μου και η πεθερά μου, θα σε σκοτώσουνε μόνο μη πας μου λέγανε. Εγώ ήμουνε αποφασισμένη, δεν εμπορούσα να πηγαίνω άλλο με τα πόδια και λέω ντως ότι θα πάω κι ας με σκοτώσουνε. Επήγα και ο Γερμανός μου λέει τι θέλεις εσύ;Του λέω να με αφήσετε εδώ, δεν το βλέπεις ότι θα γεννήσω; Αυτός ήξερε λίγο τα Ελληνικά. Αυτός μου λέει όχι εδώ. Να κοιτάζεις να μ’αφήνεις πίσω σου. Θα σ’αφήσω στο Γενί Γκαβέ, στο Πέραμα, όχι εδώ.
Η πεθερά μου λέει να πάμε μέχρι τον Αήμονα που ‘χάμε μια συντέκνισσα και να του πω να με αφήσει εκεί. Λέω του Γερμανού να με αφήσει στον Αήμονα. Αυτός ο Γερμανός ήτονε καλός, λίγο ηλικιωμένος και εδέχτηκε. Από την άλλη μεριά όμως ήτονε ένας κοντός, αδύνατος, ένας ψακωμένος Γερμανός και με ξάνοιγε άγρια. Εγώ νόμιζα ότι θα κάνω το παιδί εκείνη τη στιγμή γιατί ήμουνε και πρωτόγεννη και δεν ήξερα. Σ’όλο το δρόμο έλεγα Παναγία μου και βοήθησε με! και ο ψακωμένος Γερμανός μου φώναζε, παρτί, πόλεμος, άντε! και κάθε φορά μου παίζε μια στον ώμο με το όπλο. Εγώ του ‘λέγα πήγαινε μπροστά, είναι ανάγκη να πηγαίνομε μαζί; Αλλά αυτός δεν εκαταλάβαινε ήντα του ‘λέγα. Ο άλλος Γερμανός ο ηλικιωμένος μου ‘λέγε συνέχεια τι κρίμα εσύ! Μόλις περπατούσαμε λίγο εγώ κάθε είκοσι μέτρα να σταθώ γιατί δεν εμπόρουνα. Να ‘ρθεί πάλι ο κοντός να μου κάνει τα ίδια, να με σπρώχνει και να μου φωνάζει παρτί! Φύγε από μπροστά μου του ‘λέγα συνέχεια αλλά αυτός το ίδιο βιολί εβάστουνε συνέχεια. Τίποτα αυτός εκεί. Με χίλια βάσανα εκατάφερα και φτάξαμε στον Αήμονα. Όταν επροβάλαμε στο χωριό τον έχασα τον ηλικιωμένο Γερμανό και λέω ήντα θα γενώ τώρα. Εκοίταζα γύρου γύρου και μ’είδε από απόσταση και έρχεται. Μου λέει σταμάτα. Ο άλλος με χτύπουνε να προχωρώ. Ο Γερμανός που ήρθε κοντά βγάνει δυο σοκολάτες και μου λέει να τση φάω που είναι για τον πόνο και να μ’αφήσει όπου θέλω. Εγώ τση σοκολάτες τσι δώκα του κουνιάδου μου του Ζαχαρία που το σύρναμε μαζί μας κοπέλι δέκα χρονών ήτονε τότε. Όταν εφτάξαμε στον Αήμονα μας εφήκανε όλο τον κόσμο να πιούμε νερό. Αύγουστος μήνας, μεσημέρι. Άμα πέρασε λίγη ώρα ξανοίγω να ιδώ τον αξιωματικό και δεν τον έβλεπα πάλι. Ώφου και ήντα θα γενώ έλεγα. Μια στιγμή πάλι τον είδα να έρχεται από μακριά.
Ο κοντός ήτονε συνέχεια δίπλα μου. Μου λεει παρτί. Πήγαινε του λέω δεν βλέπεις ότι δεν μπορώ να πορπατώ; Μου κουμπίζει το όπλο απάνω μου και μου λέει πάλι παρτί! Εγώ έκλαιγα και να τον άλλο και μου λέει γιατί κλαις; Του λέει η μάνα μου δε βλέπεις παιδί μου να τη σκοτώσει θέλει. Γυρίζει ο αξιωματικός και του λέει σακραμέντο! Και τόνε διώχνει. Του λέω σε παρακαλώ άσε με εδώ στο χωριό. Εμπήκαμε σε ένα στενό και μας άφησε. Εξαιτίας μου μείνανε πολλές γυναίκες. Γιατί του λέει η πεθερά μου ότι θέλουμε βοήθεια από γυναίκες, θέλουμε μαμή και έτσι εμείναμε η πεθερά μου, η μάνα μου, μια θεία μου και δυο τρεις άλλες συγγενείς. Οι Γερμανοί ήρθανε δυο τρεις φορές και μας λέγανε παρτί αλλά ο αξιωματικός τση διώχνε. Όντεν εφύγαμε από τα Ανώγεια είχα πάρει ένα τυρί για τη γέννα μου και το σήκωνε η πεθερά μου. Έρχεται και μου λέει να του πάω το τυρί του Γερμανού μα βγαίνει του. Κόβγω το μισό τυρί και του το πάω και μου λέει όχι, δική σου μαντζαρία εμείς έχομε. Όταν εξεκουραστήκανε λίγο οι γυναίκες και εφέυγανε από τον Αήμονα με τση Γερμανούς πάλι πορεία ήρθε και με χαιρέτηξε. Η μάνα μου τόνε ρώτηξε αν χαλάσουνε το χωριό κι αυτός μας είπε μπαμ, μπαμ όλο κάτω. Τότε έβγαλε μια φωτογραφία από το τσεπάκι του και μου δείχνει τη γυναίκα του. Μου λέει ότι και η γυναίκα του ήτονε όπως κι εγώ έγκυος. Γι’αυτό με λυπήθηκε και μένα. Σου λέει αλάμπηλήρη ήντα να πάθει κι η δική του εκεί που είναι. Και ήθελε ο Θεός και εφύγανε και μας αφήκανε κειδά πέρα.
Το βράδυ ήρθε ο άντρας μου με τον Σταυρακοβασίλη να με ιδούνε. Είχανε ρωτήξει και εξέρανε που είμαστε. Μόλις ενύχτωσε και ήρθανε εφωνάξανε κάποιοι, Γερμανοί! Και φεύγουνε και δεν τσ’ είδαμε καθόλου. Εμείς επήγαμε και μείναμε στο σχολείο του Αήμονα και επερίμενα να γεννήσω. Μετά δυο μέρες ήρθε στον Αήμονα ο γούμενος ο Δακανάλης τση μονής Χαλέπας. Του ‘πάνε οι Αημονιώτες ότι είναι μια γυναίκα Ανωγειανή να γεννήσει και με κάλεσε και πήγα στο μοναστήρι που έμενε ένας συγγενής του γιατρός, Δακανάλης κι αυτός. Και πήγαμε με τη μάνα μου. Στο μοναστήρι ήτονε πολλοί ανθρώποι και μας επήγανε σε ένα αχεριώνα. Και σε δυο μέρες αρχινά η γέννα. Ούτε κρεβάτι ούτε πράμα. Χάμε στο χώμα εγέννησα. Και έκανα ένα αγόρι. Αλλά δεν ήτονε τυχερό και επέθανε. Εκατέβηκε λουροδεμένο και επέθανε.Εκατέβηκε λουροδεμένο και εχάθηκε. Όλα τα φταίνε οι Γερμανοί. Από την ταλαιπωρία του δρόμου και την προπατηξά εχάθηκε το κοπέλι. Αν ήμουνε στο σπίτι μου δεν ήθελα χαθεί. Από το μοναστήρι κάθε μέρα ργροικούσαμε μπουμ μπουμ και εφαίνουντανε οι καπνοί που ανατινάζανε οι Γερμανοί το χωριό. Εγώ εγέννησα τέσσερις μέρες μετά που εφύγαμε από το χωριό, 17 Αυγούστου του 1944 και ήμουνε τότες 22 χρονών. Το ίδιο βράδυ τση γέννας ήρθε ο πεθερός μου και του λέω:
-Εχαλάσανε οι Γερμανοί το σπίτι μας;
-Σήμερο που έχασες το γιο σου εχαλάσανε και οι Γερμανοί το σπίτι, μου ‘πε.
Εγώ όταν ήρθα στο χωριό το σπίτι το γνώρισα από μια μουριά που είχε απ’ έξω. Στη Γερμανία επήγα και έκαμα ένα χρόνο. Ήταν η κόρη μου εκεί και ήθελα να κάνει εγχείρηση χολή και είχε δυο μικρά παιδιά. Και μου λέει να ρθείς μαμά να με βοηθήσεις. Εκεί που έμενε στη γειτονιά ήσανε όλοι Γερμανοί. Πολλές φορές εκατέβαινα να πάρω γράμματα από το γραμματοκιβώτιο και ένας γέρος Γερμανόςκουτσός έβγαινε μπροστά μου και μου έλεγε:
-Καπούτ οι κρέτα! Στην Κρήτη ετραυματίστηκε και εκουτσάθηκε μας έλεγε.
Κι εγώ του ‘λέγα:
-Μα ήντα γυρεύγετε εσείς κι ήρθετε στην Κρήτη!
Γιώργος Καλογεράκης
Στα πλαίσια των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου Ανωγειων, “Πέτρας Πολιτισμός”, ο Πολιτιστικός σύλλογος παρουσιάζει φεστιβάλ χορού Ανώγεια -Πόντος, μια μουσικοχορευτική σύμπραξη, σήμερα Παρασκευή στις 9.30 μ.μ στην πλατεία Αρμί.
Στο Κρητικό μέρος παίζουν οι μουσικοί:
Nταγιαντάς Μενέλαος: Λύρα, Λυράκι, Τραγούδι
Χαιρετης Βασίλης (Γιαλαφτης): Λαούτο σόλο
Θωμάς Μπολάκης: Κιθάρα
Νταγιαντας Νίκος: Ρυθμικό λαγούτο
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 13ης Αυγούστου 2016
Σάββατο 13 Αυγούστου 2016
Στο μαρτυρικό μας χωριό, πριν από 72 χρόνια συντελέστηκε μια μεγάλη τραγωδία, η οποία σημάδεψε τις ζωές όλων εκείνων, που αγωνίστηκαν και αντιστάθηκαν στα Γερμανικά στρατεύματα της Κατοχής. Μια τραγωδία που σφράγισε τις ζωές των κατοίκων, οι οποίοι πάλεψαν να επιβιώσουν μέσα από τα χαλάσματα.
Ώρα 10: 30 π.μ.: Επίσημη Δοξολογία στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννη.
Ώρα 11: 00 π.μ.: Επιμνημόσυνος δέηση στην πλατεία Αρμί, στο χώρο του Ηρώου.
Εκφώνηση του Πανηγυρικού της ημέρας από τον κ. Μαργαρίτη Γεώργιο, καθηγητή Σύγχρονης Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , με τίτλο «Τo μαρτυρικό 1944: Ευρώπη – Ελλάδα – Ανώγεια».
Απόσπασμα από το τραγούδι της Ειρήνης Αναγνωστάκη με τίτλο «Ω! Παναγιά μου Ανωγειανή» και από το μοιρολόι « Ο θρήνος για το Μανώλη» .
Tραγούδι :Λουδοβίκος των Ανωγείων, Αλίκη Ζωγράφου, Δακανάλη Μαρίνα.
Μουσικοί: λύρα – Κοντογιάννης Γιώργης, κιθάρα – Μυτακίδης Αντώνης, αφήγηση – φυσαρμόνικα –Μπαρδάκης Μανώλης.
Κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο της πλατείας Αρμί.
Ενός λεπτού σιγή.
Ανάκρουση Εθνικού Ύμνου.
Πέρας Τελετής.
Ώρα 21: 30 μ.μ.: Θέατρο «Νίκος Ξυλούρης», θα ακολουθήσει η εκδήλωση ‘’ΜΥΘΟΙ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ’’ υπό την επιμέλεια του Λουδοβίκου των Ανωγείων.
Παρακαλείστε για τον σημαιοστολισμό των δημοσίων κτηρίων, καταστημάτων και κατοικιών
Την ερχόμενη Δευτέρα 15 Αυγούστου θα πραγματοποιηθεί στα Ανώγεια στο θέατρο “Νίκος Ξυλούρης”, η μεγάλη συναυλία του φετινού καλοκαιριού, με την σπουδαία ερμηνεύτρια Γλυκερία να έρχεται στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Δήμου Ανωγείων “Πέτρας Πολιτισμός”. Η εκδήλωση θα ξεκινήσει στις 9.30 μ.μ και η τιμή εισόδου έχει οριστεί στα 10 ευρώ.
Η Γλυκερία γεννήθηκε στις Σέρρες και συγκεκριμένα στο χωριό Άγιο Πνεύμα. Από πολύ μικρή δέχθηκε μουσικά ερεθίσματα από την οικογένειά της με συνέπεια το τραγούδι να ριζώσει μέσα της σε πολύ μικρή ηλικία. Η πρώτη της εμφάνιση στην Ελληνική μουσική σκηνή ήταν το 1974 στην ταβέρνα Ληττώ στην Πλάκα. Ο πατέρας και ο θείος της έπαιζαν ερασιτεχνικά μπουζούκι. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου το λαϊκό και το δημοτικό τραγούδι είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Σμυρναϊκά, που αντηχούσαν από τα γραμμόφωνα μερακλήδων Μικρασιατών προσφύγων του χωριού, αλλά και βαριά λαϊκά, που στάλαζαν παράπονα με τις βροντερές και νταλκαδιάρικες συνάμα φωνές των Παγιουμτζή, Τσαουσάκη, Καζαντζίδη και Περπινιάδη. Έχει κυκλοφορήσει πλήθος προσωπικών δίσκων και πολλές συμμετοχές σε δίσκους συναδέλφων της.
Όταν εκαίγαν το χωριό ήτανε μαύρη μέρα…
Κι ο Στεφανής του Μπαμπακιό πήρε την πρώτη σφαίρα….
Με τη μαντινάδα του αυτή ο Χαράλαμπος Σκουλάς (Χουμάς) απέδωσε πριν αρκετά χρόνια με τον καλύτερο τρόπο την απίστευτη Ναζιστική θηριωδία και βαρβαρότητα που έζησαν και τα Ανώγεια ,που αποτέλεσαν ένα από τα πολλά κομμάτια του παζλ που συνέθεταν την εικόνα της καταστροφής και των δεινών που έφερε η Κατοχή στην μαρτυρική Χώρα μας.
Δυο μέρες πριν την μεγάλη γιορτή της Παναγίας,εκείνη τη μαύρη Κυριακή στις 13 Αυγούστου 1944, 8 η ώρα το πρωί ήταν η στιγμή που οι Ναζί έδειξαν το πιο βάρβαρο πρόσωπο τους.
Όχι δεν ήρθαν μόνο για να ισοπεδώσουν ένα τόπο που αποτέλεσε κέντρο Αντίστασης και αδούλωτου πνεύματος.
Δεν ήρθαν μόνο για να φοβίσουν ,να λεηλατήσουν,να σπάσουν το ηθικό των κατοίκων,που για το μόνο που πάλευαν ήταν η Ελευθερία τους και η υπερηφάνεια τους.
Ήρθαν και για να σκοτώσουν… Όχι μόνο αυτούς που πίστευαν ότι τους απειλούσαν, αλλά ακόμα και αμάχους.
Ο Στεφανής ήταν ένα μικρό 8χρόνο παιδί… Έπαιζε στο Περαχώρι με φίλους του, την ώρα που οι Γερμανοί κύκλωναν το χωριό. Ανέβαιναν μια ανηφόρα με παιδικά γέλια και χαμόγελα όταν ένας απλός στρατιώτης θυμήθηκε την εκπαίδευση του στα Ες-Ες που πρόσταζε να μην υπάρχει έλεος, ανθρωπιά, κανόνες…
Πυροβόλησε και σκότωσε τον μικρό Στεφανή. Η σφαίρα τον σκότωσε επί τόπου, εκεί όπου από το 2006 στέκει και το μνημείο για τον θάνατο του στα Ανώγεια. Το μνημείο ενάντια στην τυφλή βία. Ενάντια στον πόλεμο και τον Φασισμό.
Αφήνουμε τον Γιαννάκο Ξυλούρη με τα συγκλονιστικά λόγια του τότε στα αποκαλυπτήρια του μνημείου, να εξιστορήσει και να συγκινήσει όλους μας με τα λόγια του για αυτή τη θυσία που σημάδεψε το χωριό.
1944, 13 Αυγούστου, προπαραμονή της Παναγίας, ημέρα Κυριακή, 8 η ώρα το πρωί, στην Πλάκα, εδώ ακριβώς που στέκω, στο Περαχώρι, στ’ Ανώγεια του Πάνω Μυλοπόταμου, στην Κρήτη μια παρέα παιδιών 6- 7- 8 χρονών τρέχουν ή ετοιμάζονται να παίξουν.… Οι Γερμανοί τα βλέπουν γιατί έχουν κυκλώσει το χωριό και ετοιμάζονται να το κάψουν… Μπορεί να’ παιζαν τα «ζα» με τα κέρατα που καθένα είχε μαζέψει, και που τα μοίρασαν μεταξύ τους, μπορεί να μοιράζονταν σε ομάδες για να παίξουν «Χαΐνηδες», μπορεί να’ παιζαν «Αρμάδες» ή να άρχιζαν με το «θα μετρήσω ως το 10 κι όποιος βγει θα τα φυλά» και να έπαιζαν «Καμνηστά», μπορεί να μοιράζονταν σε ομάδες και να ‘παιζαν «Κλέφτες και Χωροφυλάκους». Παιδιά που ετοιμάζονταν να παίξουν ήσαν, και τη νύχτα κουρασμένα από τον ολοήμερο κάματο του παιχνιδιού τους μπορεί κοιτώντας τα άστρα να ονειρεύονταν τον κόσμο που είχε πλάσσει η παιδική φαντασία τους. Ένας κόσμος με παιχνίδια για παιδιά…θα ήταν … ή έπρεπε να ήταν, τα όνειρά τους…Αυτό θυμήθηκαν οι Ναζί όταν είδαν το Στεφανή να ανηφορίζει, οι Ναζί δεν φοβήθηκαν τον Στεφανή που ήταν κι αυτός ένα άοπλο παιδί, την «Ανηφόρα» που είχε πάρει και την «Ανάτασή» του τρόμαξαν.
Άξιον Εστί τα Κόκκινα Σημάδια…
Στο πρόσωπο του Στεφανή οι Ναζί έβλεπαν και πυροβολούσαν την αδούλωτη Ανωγειανή ψυχή. Πυροβολώντας όμως τον Στεφανή δεν σκότωσαν μόνο ένα παιδί 8 χρονών που ήθελε να παίξει…Στο πρόσωπο του Στεφανή σκόπευαν και ήθελαν να σκοτώσουν: Κάθε έννοια ελευθερίας. Κάθε έννοια Τιμής. Κάθε έννοια Ανθρώπινης Αξιοπρέπειας. Κάθε έννοια Δικαίου. Κάθε έννοια Αλήθειας. Κάθε παιδική Ελπίδα και κάθε παιδικό Όνειρο. Άξιον Εστί, τα Κόκκινα σημάδια που άφησε το αθώο, και τίμιο παιδικό αίμα του Μικρού Στεφανή, στη Πλάκα στο Περαχώρι.
Σημάδια που θα θυμίζουν τις Αιώνιες Αξίες της Τιμής, της Ελευθερίας, της Αλήθειας και της Αξιοπρέπειας. Άξιον Εστί, το αθώο, τίμιο αίμα του που ποτίζει τις ελπίδες και τα όνειρα των παιδιών όλου του κόσμου.
Στις ανταρτοσύνες…
«Αυτές τις μνήμες επικαλέστηκα για άλλη μια φορά, δυο βδομάδες πριν, από την Μαρτυρική Μάνα, τη Μάνα του Στεφανή, για να ξορκίσω και να τιθασεύσω το θράσος, για να μπορώ να σταθώ σήμερα μπροστά σας. -Πες μου θεία την ρώτησα, σεβόμενος την φόρτιση της στιγμής, «έξε μέρες το κοπέλι άταφο μέσα στην εκκλησά, κι ο άντρας σου; Ο άντρας σου που ήτανε;» -Ο άντρας μου παιδί μου ήταν στις Ανταρτοσύνες,! τρεις φορές ήρθε να το θάψει μα τον επεριμένανε οι σκύλοι με τα ταχυβόλα. Ο πληθυντικός του ουσιαστικού όπως ακούστηκε, όχι μέσα από το στόμα της, αλλά μέσα από τα τρίσβαθα της ψυχής της, ήρθε όχι μόνο για να τονίσει την ουσιαστική έννοια του, αλλά να συνοψίσει την πεμπτουσία που συνέθετε τον λόγο ύπαρξής της, ως Ανωγειανή, ως Ελληνίδα και ως Πανανθρώπινη μάνα. Για μια στιγμή φοβήθηκα, τρόμαξα, κατάλαβα πως η μαυροφορεμένη αγράμματη μικρομάνα που ήταν δεν ήταν, είκοσι επτά χρονών τότε με τον Στεφανή μπροστά της νεκρό, ένα άλλο παιδί στην αγκαλιά, το τρίτο να την κρατεί από το φουστάνι, έγκυος 8 μηνών και με ένα τσουβάλι ρούχα της γέννας στην πλάτη, είχε βαθιά συνείδηση και αναγνώριζε το βάρος που είχε πέσει στις πλάτες του Αντάρτη άντρα της. Ήξερε η Μπαμπακιούδαινα πως ο άντρας της σήκωνε στους ώμους τον Αγώνα και την αγωνία ολόκληρης της Φυλής του, και το ‘βγαλε αυθόρμητα χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, ήξερε πως «οι Θερμοπύλες, η Σαλαμίνα, ο Μαραθώνας, το Μανιάκι, το Μεσολόγγι, το Αρκάδι, συνιστούν τις αξίες του Αντάρτη άντρα της, ήξερε πως είναι η ιστορία του, πως συγκροτούν το είναι του, πως δημιουργούν το χαρακτήρα του, όπως και όλων των Ελλήνων εκείνων που θητεύουν στις έννοιες της έγνοιας για τον άλλον και της θυσίας για ελευθερία.» (901, Γλέζος)
Στις «Ανταρτοσύνες»!, είπε, ήταν ο άντρας της.Κι εγώ, ακόμα και τώρα που σας μιλώ, προσπαθώ να ανασύρω από τη μνήμη μου και να μαζέψω όλα τα ουσιαστικά που έμαθα στα 20 χρόνια στα θρανία και στα 30 χρόνια στα σχολεία για να βγάλω νόημα και ουσία και να καταλάβω αυτό που φυσικά, αυθόρμητα, αβίαστα, αβασάνιστα, μονολεκτικά, μου είπε η Ανωγειανή μάνα.
-Στις Ανταρτοσύνες!! είπε.
Ο πληθυντικός του ουσιαστικού «Ανταρτοσύνες» ξανά λέω, βάρυνε περισσότερο παρά όλο το πλήθος των ουσιαστικών που γνώριζα από όλα τα διαβάσματά μου. Έβαλα μέσα τη Ρωμιοσύνη, την Αντρειοσύνη, την Δικαιοσύνη, την Καλοσύνη, την Μεγαλοσύνη, την Ιεροσύνη, την Παλικαροσύνη, την Ντομπροσύνη, την Αδελφοσύνη, μα ακόμα νιώθω πως δεν ισοφάριζαν το βάρος που είχε πέσει στις πλάτες του Μπαμπακιό, ήξερα βαθιά μέσα μου, πως ήταν ασήκωτο αυτό που αυτός ζούσε και πως ήταν κάτι παραπάνω από όλα αυτά που εγώ είχα διαβάσει.
Και λέω ασήκωτο γιατί πιστεύω πως λείπει κάτι που εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω ακόμα και τώρα που σας μιλάω, και που με κάνει να φοβάμαι αλλά και συνάμα να χαίρομαι που αυτή η μάνα με λέει και εμένα παιδί της.
1940: Σκοτώνεται ο αδελφός Κώστας στην Αλβανία.
1944: Σκοτώνεται ο Στεφανής από τους Ναζί.
1945: Πεθαίνει η Ανδρονίκη, το νεογέννητο της κατοχής.
Και το 1947: πεθαίνει ο άντρας της, κι αυτή μόνη και μόνο 30 χρονών με τρία παιδιά να αναστήσει. Και τα ανάστησε…
Πέτρωσε ο πόνος στην όψη της Υφήλιας Μάνας».
Καταραμένοι αυτοί που κάνουν πόλεμο…
Ξέρω όμως, πως αυτοί, θειά Μπαμπακιούδαινα, που σκότωσαν τον Στεφανή μας, εδώ στην Πλάκα, αυτοί οι ίδιοι σκοτώνουν και τα παιδιά στη μέση Ανατολή. Τα ονόματα μόνο άλλαξαν, Τότε τους λέγαμε Ναζί…. Τώρα …Τώρα….
Παρεμβαίνει μαγνητοφωνημένη η φωνή της Μάνας που κάνει ευχή και κατάρα: Την κατάρα μου σ’ αυτούς που κάνουν Πόλεμο, και την Ευχή μου σ’ αυτούς που Αγωνίζονται για την Ειρήνη)…….Κι αν ποτέ, σας βγάλει ο δρόμος από τα Ανώγεια, από το Περαχώρι, περάστε από το φτωχικό της Ζαφειρένιας, της Μπαμπακιούδαινας, να πείτε, της μάνας του Στεφανή, της Υφήλιας μάνας και έχει αυτή ακόμα και Αποθέματα Κουράγιου και Περισσεύματα Αγάπης και Ψυχικό Μεγαλείο να γλυκαίνει τον πιο αβάσταχτο Ανθρώπινο πόνο για τα εγκλήματα που έχετε διαπράξει εναντίον της Ανθρωπότητας…και ίσως σας σ υ γ χ ω ρ έ σ ε ι…….».
«Έτσι, μωρέ, πρέπει να ξεκίνησε
και ο Παπαφλέσσας»






