Τοπικά
«Η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα, τεράστια ποσά για τις γερμανικές αποζημιώσεις, επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο…». Αυτό υποστηρίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικτύου Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών της Ελλάδας, περιόδου 1940- 1945, “ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ”, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας συλλογής, κωδικοποίησης, καταγραφής, ταξινόμησης και προστασίας του μεγάλου παλαιού και ιστορικού αρχειακού υλικού για τις περιόδους του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου πολέμου που έγινε, για πρώτη φορά, από την Επιτροπή του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Το ογδόντα σελίδων πόρισμα της Επιτροπής, την οποία όρισε ο υπουργός Οικονομικών, έχει παραλάβει και ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Το Δίκτυο υποστηρίζει πως άσχετα με δημοσιεύματα που αναφέρουν πως «η Γερμανία χρωστά στην Ελλάδα 162 δισεκατομμύρια ευρώ», ήρθε η ώρα, με βάση τα στοιχεία του πολυσέλιδου πορίσματος, να ολοκληρωθεί η μεγάλη εθνική μάχη για το ανοιχτό ζήτημα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων. «Στο εξής και με δεδομένη την ύπαρξη του πορίσματος όλοι οι εμπλεκόμενοι με τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων δεν μπορούν να παραμείνουν μόνο σε δηλώσεις», τόνισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Δικτύου Μαρτυρικών Πόλεων Σωκράτης Κεφαλογιάννης (δήμαρχος Ανωγείων).
Εξάλλου, σε ψήφισμα που εξέδωσε το Δίκτυο μετά και τις τελευταίες εξελίξεις αναφέρεται: «Τα τελευταία τρία, περίπου, χρόνια, με τη χώρα να περνά μια πρωτοφανή οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση, το ζήτημα της καταβολής των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων ήρθε, αναπόφευκτα, στο προσκήνιο, εξαιτίας και της απαράδεκτης και προκλητικής στάσης σημαντικού τμήματος του πολιτικού προσωπικού της Γερμανίας, απέναντι στη χώρα μας. Οι πολίτες και ειδικά όσοι προέρχονται από περιοχές που έζησαν στο πετσί τους τη ναζιστική θηριωδία, όπως είναι οι μαρτυρικές πόλεις και χωριά μας, δεν ξεχνούν, δεν λησμονούν, αλλά ζητούν δικαίωση».
Οι δήμαρχοι των Μαρτυρικών Πόλεων και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικτύου υποστηρίζουν: «Κόμματα και βουλευτές παρουσιάζουν όψιμο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο ζήτημα και ζητούν παρεμβάσεις, συζητήσεις στη Βουλή, τοποθετήσεις, διεκδικήσεις, όταν η πλειοψηφία τους μάλλον αδιαφορούσε όλο το προηγούμενο διάστημα. Ωστόσο, τούτη την κρίσιμη ώρα απαιτείται ουσία και όχι επικοινωνία. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση, τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, οι πολιτικοί αρχηγοί και οι βουλευτές οφείλουν να ξεκαθαρίσουν, επιτέλους, τη θέση τους και να προσδιορίσουν σαφώς και χωρίς φοβικά σύνδρομα τη στάση τους, μετά και την ολοκλήρωση της έρευνας της ορισθείσας Επιτροπής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και τη σύνταξη του πορίσματός της».
Για τον λόγο αυτόν το Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλων ζητάει από όλους να αναλάβουν συγκεκριμένες, απτές, πρωτοβουλίες, με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για να διεκδικήσουν αυτά που η χώρα και οι πολίτες της δικαιούνται και όπως χαρακτηριστικά τονίζεται «να μην κρύβονται πίσω από γενικόλογες δηλώσεις, που προσβάλλουν τη νοημοσύνη κάθε πολίτη». Σημειώνοντας δε ότι είναι παγκόσμια συνείδηση πως η καταστροφή -υλική και ανθρώπινη- που προκάλεσε η Γερμανία στην Ελλάδα, αλλά και στις άλλες χώρες, ήταν απαράμιλλης σκληρότητας, το Δίκτυο αναφέρει πως η Γερμανία, εκτός από τις αποζημιώσεις των θυμάτων των μαρτυρικών πόλεων και χωριών, εξακολουθεί να χρωστάει στην Ελλάδα, τόσο το κατοχικό δάνειο και τις επανορθώσεις που σχετίζονται με την -κατά τη διάρκεια της κατοχής- καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, όσο και με τις αποζημιώσεις που συνδέονται με τους αρχαιολογικούς θησαυρούς και τα πολιτιστικά αγαθά που έκλεψαν ή λεηλάτησαν οι Γερμανοί.
Σύμφωνα με τους δημάρχους των Μαρτυρικών Πόλεων, Σωκράτη Κεφαλογιάννη (Ανώγεια), Γιώργο Λαζουρά (Καλάβρυτα), Γεώργιο Βογιατζή (Αμφίπολη), Αναστάσιο Χατζηλαζάρου (Δοξάτο), Ιγνάτιο Καϊτεζίδη (Πυλαία – Χορτιάτης), Παρασκευή Βρυζίδου (Εορδαία), Σταυρούλα Μπότση – Μπραΐμη (Σούλι), Ευστάθιο Γιαννούλη (Νικ. Σκουφά), Γεώργιο Κοτρώνια (Λαμία), Ευθύμιος Παπαευθυμίου (Μακρακώμη), Παύλος Μπαριτάκης (Βιάννος), Γεώργιο Δερμιτζάκη (Κάνδανος – Σέλινο), Παναγιώτη Σκοτινιώτη (Βόλος), Ιωάννη Πατσαντάρα (Δίστομο), Γεώργιο Πασχόπουλο (Ελασσόνα): «Τα εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας, δεν παραγράφονται, όσο και αν το προσπαθούν συγκροτημένα, επί δεκαετίες, όλες ανεξαιρέτως οι γερμανικές κυβερνήσεις, αλλά και εγχώριες πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα, με τη διαχρονική στάση και συμπεριφορά τους, εκτός και εντός Ελλάδας. Επομένως, ο αγώνας, ειδικά τούτη την ώρα της μεγάλης εθνικής δοκιμασίας, πρέπει να συνεχιστεί με αμείωτη ένταση και αξιοπρέπεια. Το οφείλουμε στην Ιστορία μας. Το οφείλουμε στη μνήμη των νεκρών μας, αλλά και στο παρόν και στο μέλλον της χώρας μας».
Επισημαίνουν δε ότι «επιβάλλεται, η ελληνική κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα να λάβουν ξεκάθαρη θέση και να θέσουν ευθέως και να διεκδικήσουν την καταβολή των τεράστιων οφειλών της Γερμανίας προς τη χώρα μας και τους πολίτες μας, για τις καταστροφές, τις λεηλασίες και τα ολοκαυτώματα που διέπραξαν οι Γερμανοί κατακτητές, στην περίοδο της κατοχής στη χώρα μας και στις μαρτυρικές πόλεις και χωριά μας».
«Όλες οι τελευταίες εξελίξεις οδηγούν ώστε η επί δεκαετίες εκκρεμότητα των αποζημιώσεων να κλείσει», τόνισε στο ΑΠΕ- ΜΠΕ, ο κ. Κεφαλογιάννης και προσέθεσε: «Τώρα πια το ζήτημα παίρνει την πλέον επίσημη μορφή του και θα υπάρξει λύση, είτε με θετική έκβαση για την χώρα μας, είτε με αρνητική. Οφείλουμε πρωτίστως ως Έλληνες να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στη μνήμη αλλά και τη δικαίωση όλων όσων αγωνίστηκαν για ιδανικά και αξίες. Ως Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων θα προσφέρουμε όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία και βοήθεια στην επίσημη πολιτεία, η οποία πρέπει να δώσει τη μάχη για το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων και των διεκδικήσεων».
Ένας αητός τω Βρέντζηδω σκότωσε το Μαγιάση
κι όλοι μαζί φωνάξαμε η χέρα του ν’ αγιάσει
Μέσα στο δικαστήριο γιατί ’χενε σκοτώσει
κι έπρεπε οπωσδήποτε αίμα κι αυτός να δώσει.
_______________________
Σαν τέτοιες μέρες, πριν από 66 χρόνια, στα μέσα του Απρίλη του 1947, δικαζόταν από το Δικαστήριο των δοσιλόγων Ηρακλείου ο γκεσταμπίτης-συνεργάτης των Ναζί, Μαγιάσης. Στις 30 του μήνα ο ανωγειανός Γιώργης Βρέντζος και κατά κόσμον «Τηγανίτης» (στην Κρήτη και ιδίως στο Μυλοπόταμο, συνηθίζουν πολύ τα παρανόμια, δηλαδή τα παρατσούκλια) μπαίνει στο ακροατήριο και ορμά προς το εδώλιο, καταφέρνοντας δυο μαχαιριές στην κοιλιακή χώρα του συχαμένου προδότη! Αιτία; Ο Μαγιάσης κάρφωσε τον αδελφό του Τηγανίτη, Βρεντζομιχάλη, στους Ναζί, διότι είχε δώσει ψωμί και νερό στους ΕΛΑΣίτες (προφανώς πρόκειται για τα τμήματα των καπετάνιων Σμπώκου και Ποδιά). Ο Βρεντζομιχάλης πλήρωσε την πράξη του αυτή με την εκτέλεσή του στο οροπέδιο της Νίδας, στον Ψηλορείτη, από τους Σουμπερίτες.
Να πως παρουσίασε το γεγονός η κρητική εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη» της Πρωτομαγιάς1947: «Χθες το πρωί δικαζόταν στο Δικαστήριο Δοσιλόγων Ηρακλείου ο γνωστός προδότης Μαγιάσης για την εκτέλεση του Μιχαήλ Βρέντζου από τ’ Ανώγεια που είχε κάμει ο ίδιος στη Νίδα. Κατά την ώρα της συνεδριάσεως στις 11.30΄ περίπου και ενώ εξεταζόταν ο μάρτυρας κατηγορίας και αδελφός του εκτελεσθέντος Γεώργιος Βρέντζος γύρισε και κτύπησε δυο φορές με μαχαίρι τον κατηγορούμενο δοσίλογο στην κοιλιακή χώρα. Αμέσως δε κατέθεσε στην έδρα του δικαστηρίου το μαχαίρι και παραδόθηκε στη φρουρά της αίθουσας. Ο Μαγιάσης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Τα τραύματά του είναι βαρύτατα».
Ανασύρουμε λοιπόν στην ιστορική μνήμη –ως έχουμε χρέος-τη μοναδική συνέντευξη, που είχε παραχωρήσει στο Νίκο Ψυλλάκη το φθινόπωρο του 1982 (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Κρητικές Εικόνες”), ο άνθρωπος που είχε πάρει εκδίκηση για την εκτέλεση του αδελφού του, ο θρυλικός «Τηγανίτης».
____________________________
Καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι με τα ποτήρια γεμάτα ρακή ζούσαμε όλοι στιγμές αμηχανίας. Δεν ήξερα πώς να αρχίσω, δεν ήξερα καν αν έπρεπε να αρχίσω, αν ήταν σωστό που είχα φτάσει μέχρι εκεί και ιδιαίτερα τέτοια βραδιά. Ωστόσο, ο ίδιος ο Γιώργης ο Βρέντζος στάθηκε και πάλι γενναίος.
«Αποφάσισα να σου μιλήσω», μου είπε, χωρίς να εκφέρει κανένα επειδή, κανένα διότι. Έτσι απλά· αποφάσισε να μιλήσει. Φαίνεται πως ο Καλομοίρης είχε κάνει καλή δουλειά, αν και δεν έμαθα ποτέ τι ακριβώς είχαν πει οι δυο τους.
Έτσι άρχισε η κουβέντα. Κρατούσα σημειώσεις και ένα μικρό φορητό μαγνητόφωνο. Ο λόγος του ήταν σταθερός, το βλέμμα του διαπεραστικό· νόμιζα πως το παρελθόν και το παρόν συμπλέκονταν στη σκέψη του, δημιουργώντας ένα αδιάσπαστο σύνολο. Δεν έμοιαζε τόσο με αφήγηση ο λόγος του, όσο με μια ζωντανή περιγραφή γεγονότος που γινόταν εκείνη την ώρα.
Παρακολουθούσαμε συγκλονισμένοι τα λόγια του. Αν υπήρχε κάποιος Σοφοκλής στον Ψηλορείτη, ίσως να έγραφε μια καινούργια Αντιγόνη. Θα καταλάβαινε ότι οι αξίες του πολιτισμού μας δεν ξεχνιούνται και δεν χάνονται. Ο Γιώργης ο Βρέντζος μου μιλούσε για το χρέος απέναντι στο νεκρό. Οι Ναζί είχαν σκοτώσει τον αδελφό του. Δηλαδή, ποιοι Γερμανοί, ο Μαγιάσης τον είχε σκοτώσει και τον είχε παρατήσει άταφο στον Ψηλορείτη. Για μια βδομάδα οι αέρηδες της Νίδας έδερναν το άψυχο σώμα του. Τα όρνια καραδοκούσαν. Σαν το έμαθε ο Γιώργης έψαχνε να βρει τρόπο να τον θάψει, να αποδώσει τις πρέπουσες τιμές. Όπως γίνεται σε κάθε νεκρό.
Κοίταξα την κορνίζα με τις μαντινάδες του Δακανάλη. Έλεγε ορθά κοφτά πως ο Μαγιάσης έπρεπε «αίμα κι αυτός να δώσει». Προσπαθούσα να καταλάβω αν εκείνο που είχε οπλίσει το χέρι του Βρέντζου ήταν οι νόμοι του γδικιωμού ή μήπως η ιδιότυπη φιλοπατρία με την οποία ήταν γαλουχημένοι οι Κρητικοί. Άλλωστε, ο άγραφος και απαράβατος νόμος που κρατούσε από τον αιώνα των κρητικών επαναστάσεων, τον 19ο, επέβαλε στον κάθε πατριώτη να γίνει αυτόκλητος τιμωρός του προδότη. Ομολογώ πως δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα και να κατανοήσω τα κίνητρα. Ίσως να ήταν και τα δυο μαζί…
Έγραψα το ρεπορτάζ την επόμενη μέρα. Κι αυτό με δυσκολία. Σκεφτόμουν ότι δεν έπρεπε να διαψεύσω τις προσδοκίες αυτού του ανθρώπου, να μην προδώσω την απρόσμενη εμπιστοσύνη του. Σκεφτόμουν, ακόμη, ότι οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές και πως 35 χρόνια δεν φτάνουν για να γίνει ιστορία κάποιο περιστατικό, όσο σημαντικό και να ’ναι. Απλώς οι προφορικές διηγήσεις το μετουσιώνουν σε θρύλο. Έτσι εξηγούσα όλες εκείνες τις εκδοχές που ακούγονταν σχεδόν παντού στο νησί για τον Κρητικό που μπήκε στο δικαστήριο και έκοψε το κεφάλι του προδότη.
Η ιστορία μας λοιπόν αρχίζει στα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, στον Ψηλορείτη. Δεν ήταν λίγοι οι βοσκοί που βρίσκονταν στα βουνά· ανάμεσά τους και τα δυο αδέλφια, ο Μιχάλης και ο Γιώργης Βρέντζος. Ένα γερμανικό στρατιωτικό απόσπασμα συλλαμβάνει τον Γιώργη. Τον κρατούν και αρχίζουν να τον ανακρίνουν. Κάποια στιγμή ακούγονται δυο πυροβολισμοί από μακριά. Ούτε ο Γιώργης, ούτε οι Γερμανοί ήξεραν τι συνέβαινε. Ο ψυχωμένος βοσκός του Ψηλορείτη, όμως, αρχίζει να καταστρώνει σχέδια απόδρασης. Εκμυστηρεύτηκε τις προθέσεις του σε δυο Ανωγειανούς που εκτελούσαν χρέη οδηγών του γερμανικού αποσπάσματος, στον Κουκιαδονικόλα και στον Χρονομιχάλη. Κανείς δεν γνωρίζει αν τον ενθάρρυναν ή αν προσπάθησαν να τον αποστρέψουν.
Είχε νυχτώσει, περνούσαν οι ώρες, κόντευε να ξημερώσει. Δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Κι όταν άρχισε να χαράζει η μέρα, ο Γιώργης βρήκε ευκαιρία και το έβαλε στα πόδια. Απέδρασε… Οι Γερμανοί δεν τον πήραν χαμπάρι. Άλλωστε, αυτά τα άγρια βουνά τα ήξερε σαν το σπίτι του, εκεί είχε μεγαλώσει και τα κατατόπια τα κάτεχε καλά.
Σαν έφτασε στο πατρικό του διαπιστώνει ότι ο αδελφός του, ο Μιχάλης, δεν ήταν εκεί. Άρχισε να κακοβάνει. Τον ψάχνει παντού. Ρωτά τους βοσκούς· τίποτα. Κανείς δεν τον είχε συναντήσει, κανείς δεν ήξερε. Η έγνοια είχε αρχίσει να τον βασανίζει. Συνεχίζει να ψάχνει και την επόμενη νύχτα ανεβαίνει στον Ψηλορείτη. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και άνθρωπος δεν φαινόταν πουθενά. Αρχίζει να φωνάζει με όλη τη δύναμή του
«Μιχάλη, Μιχάλη, Μπρε συ Μιχάληηηη»…
Τίποτα.
Ακούγαμε τον Βρέντζο να αφηγείται και νιώθαμε στα σωθικά μας την αγωνία του. Βρήκα κουράγιο να τον διακόψω:
– Τι νόμιζες, τι πίστευες; Πού θα μπορούσε να βρισκόταν ο Μιχάλης;
– Είχα ακούσει τους δυο απανωτούς πυροβολισμούς και είχε περάσει από το μυαλό μου ότι κάπου θα ήταν τραυματίας. Γι’ αυτό τον φώναζα. Περίμενα να τον ακούσω να απηλογάται, σχεδίαζα να τον πάρω, να τον κατεβάσω στο χωριό και να τον περιποιηθώ. Αλλά απόκριση δεν πήρα.
Ήταν μια νύχτα μαρτυρική. Το ίδιο και η επόμενη μέρα. Ο Γιώργης άρχισε να πιστεύει ότι ο αδελφός του είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς και ότι θα τον κρατούσαν σε κάποιο στρατόπεδο στο Ηράκλειο. Παίρνει το δρόμο και κατεβαίνει στη Χώρα. Μεταφέρω και πάλι τα λόγια του:
– Στο Ηράκλειο ήταν ένας Γκεσταμπίτης, ο Καψάλης. Τον ήξερα και πήγα στο σπίτι του. Είντα να δεις εκεί; Ουρές ο κόσμος απόξω, όλοι ήθελαν να τον δουν, να ρωτήσουν για κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο. Περίμενα κι εγώ τη σειρά μου να τον –ε- δω. Την ώρα που περίμενα θωρώ δυο άλλους Γκεσταμπίτες να μπαίνουν μέσα, ο Τζουλιάς και ο Στιβακτάκης, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ τα ονόματά τους. Τα ρούχα τους μύριζαν αιματίλα, ήταν βαμμένα. Κάθονται στο γραφείο κι αρχίζουν να λένε για τα κατορθώματά ντως. Λέει ο ένας, «εσκοτώσαμε μωρέ δυο αντρακλαράδες. Ο ένας ετινάχτηκε δυο μέτρα απάνω όταν του δίναμε τη χαριστική βολή». Αηδίασα και ταράχτηκα, δεν εμπόρου να τους ακούω άλλο, κόντεψα να λιγοθυμήσω κι εσηκώθηκα κι έφυγα άπραχτος.
Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει κι αρχίζει να περπατά στους δρόμους. Φτάνει στα Λιοντάρια. Κι εκεί τον περίμενε μια απρόσμενη συνάντηση. Βλέπει μπροστά του τον Κυριακομιχάλη από τις Καμάρες. Ήταν κουμπάροι.
Τον αγκαλιάζει.
«Κουμπάρε Γιώργη», του λέει, «χαίρομαι που σε βλέπω ζωντανό. Εμείς σε κατέχαμε σκοτωμένο, εμάθαμε στο χωριό πως σε σκότωσαν οι Γερμανοί».
Σάλεψε ο νους του· άρχισε να βάνει πιο βαθιά στο μυαλό του το κακό. Κουβέντα με τη κουβέντα κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί… Ένα στρατιωτικό απόσπασμα είχε ανεβεί στον Ψηλορείτη από τις Καμάρες. Για οδηγό τους οι Γερμανοί είχαν πάρει ένα κοπέλι, ένα βοσκάκι από το χωριό. Ήταν ανηψάκι ενός συντέκνου των Βρέντζηδω και γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Μετά την περιπολία στον Ψηλορείτη το βοσκάκι επέστρεψε στο χωριό ταραγμένο. Στους δικούς του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε γλιτώσει παρά τρίχα και ότι είχε ζήσει μια φρικτή εμπειρία στη Νίδα. Μπροστά στα μάτια του είχαν σκοτώσει ένα από τα πιο καλά παλικάρια των Ανωγείων, τον Γιώργη τον Βρέντζο. Ας φανταστούμε τώρα τη χαρά του Κυριακομιχάλη που έβλεπε μπροστά του τον άνθρωπο που νόμιζε σκοτωμένο! Αλλά ο Γιώργης δεν μπόρεσε να τη μοιραστεί αυτή τη χαρά με τον κουμπάρο του. Ήταν σίγουρος πια· λάθος είχε κάνει το κοπέλι. Τον σκοτωμένο δεν τον έλεγαν Γιώργη αλλά Μιχάλη!
Μ’ αυτόν τον απίστευτο τρόπο έμαθε, μακριά από τον Ψηλορείτη, την πιο θλιβερή είδηση που μπορούσε να ακούσει. Έτσι εξηγούσε τους πυροβολισμούς που είχε ακούσει όταν ήταν κρατούμενος και τον ανέκριναν οι Γερμανοί.
Πήρε πάλι το δρόμο για τα Ανώγεια. Πήγε από το δρόμο της Δαμάστας, σταμάτησε στο Γενί Γκαβέ, στο χωριό όπου ήταν εγκατεστημένος ο Γερμανός φρούραρχος, ο Σήφης – έτσι τον έλεγαν. Του μίλησε παλικαρίσια. Του είπε για ένα παλικάρι που χάθηκε, τον Μιχάλη τον Βρέντζο. Και για τις πληροφορίες που έλεγαν πως ο Μιχάλης ήταν ήδη νεκρός στη Νίδα. Παρέλειψε μόνο να του πει ότι ο Μιχάλης ήταν αδελφός του· προτίμησε να εμφανιστεί σαν απλός συγγενής, σαν ξάδελφος. Άρχισε να αραδιάζει επιχειρήματα· ο νεκρός δεν έπρεπε να μείνει άταφος, δεν το άντεχε κανείς Κρητικός να ξέρει πως ένα κουφάρι κείτεται στο χώμα άκλαυτο. Πείστηκε ο Γερμανός. Και τη μεθεπόμενη μέρα ξεκινούσε ένα απόσπασμα από το Γενί Γκαβέ. Οκτώ Γερμανοί στρατιώτες, ο Σήφης ο φρούραρχος, ο Γιώργης και μερικοί άλλοι στενοί συγγενείς από τα Ανώγεια. Μαζί τους και ο Λιοντρογιάννης, ο Ταμπακογιάννης, ο Μακρομιχάλης, ο Κουλογιάννης ο Δήμαρχος, ο Μπατζογιάννης, ο παπα-Γιώργης και ο Μανόλης ο Κωνιός που εκτελούσε χρέη διερμηνέα.
Ανέβηκαν στη Νίδα· δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν τον Μιχάλη πάνω από το οροπέδιο, κοντά στη Σπηλιάρα – το Ιδαίον Άντρο. Εξέτασαν το άψυχο σώμα. Οι υποψίες του Γιώργη ήταν βάσιμες, δυστυχώς. Τον είχαν σκοτώσει με δυο σφαίρες, όσοι και οι πυροβολισμοί που είχε ακούσει. Τα ρούχα του ήταν ξεσκισμένα, ο μπέτης του φαινόταν ξεγυμνωμένος· στο στήθος, πάνω στη ρόγα, ήταν καρφωμένος ένας κάλυκας. Μερικοί δεν άντεξαν στο θέαμα και ξέσπασαν σε λυγμούς. Ακόμη και ο Σήφης, ο Γερμανός φρούραρχος, συγκλονίστηκε. Δεν πίστευε στα μάτια του.
Μεταφέρω λέξη προς λέξη την αφήγηση του Γιώργη του Βρέντζου:
– Ο Γερμανός φρούραρχος σάστισε και μας είπε: «Δεκατέσσερα χρόνια είμαι στη Γκεστάμπο. Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της. Ξέρω καλά τι πρέπει να κάνομε και σας λέω ότι τούτον εδώ τον άνθρωπο δεν τον εσκότωσε Γερμανός. Αν τον σκότωσε Γερμανός, εγώ σκίζω όλα τα βιβλία μου». Αυτά πάνω – κάτω μας είπε όταν είδε τον κάλυκα καρφωμένο πάνω στη ρώγα του αδερφού μου και ήθελε να απολογηθεί, να πει πως οι Γερμανοί δεν βασανίζουν νεκρούς. Ανοίξαμε ένα λάκκο δίπλα στην εκκλησία της Ανάληψης, είδα και τον ίδιο τον φρούραρχο να σκάφτει. Τον θάψαμε· εγώ δεν άντεχα να μην τον αγγίξω, πρόλαβα και τον ακούμπησα στο χέρι. Το δέρμα του εμαδούσε…»
Πρώτο μέλημα του Γιώργη ήταν τώρα να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί. Δεν δυσκολεύτηκε. Βρήκε το βοσκάκι από τις Καμάρες· τα ήξερε όλα. Και τα έκανε χαρτί και καλαμάρι. Κουμάντο στο γερμανικό απόσπασμα έκανε ένας Έλληνας, ο Μαγιάσης. Πιάσανε τον Μιχάλη, τον ανακρίνανε…
– Λέει του ο Μαγιάσης: «Εσύ Βρέντζο ετάισες πέρυσι τους αντάρτες». Απαντά του ο Μιχάλης πως δεν εκάτεχε ποιοι ήτανε, λέει του, εμείς στον τόπο μας το έχομε συνήθεια, παρατήρημα, να φιλεύγομε και να φιλοξενούμε κάθε περαστικό και δεν ρωτούμε ούτε ποιος είναι, ούτε πού πάει. Ο Μαγιάσης επέμενε, λέει του πως εκάτεχε ότι ήτανε αντάρτες. Και ο Μιχάλης επέμενε, δεν ήξερα, του λέει. Ήξερες, λέει ο ένας, δεν ήξερα λέει ο άλλος, ήξερες επιμένει ο Μαγιάσης. Τελικά του λέει: Όταν σου λέω, πήγαινε στην πίσσα, θα πηγαίνεις στην πάνω μπάντα, στην κορφή κι όταν σου λέω, πήγαινε στον παράδεισο, θα έρχεσαι κοντά μου. Στην πάνω μπάντα έστεκε ένας Γερμανός με ταχυβόλο. Έτσι έγινε. Ο Μαγιάσης έβαλε τον αδερφό μου να πηγαίνει πάνω – κάτω, πάνω – κάτω. Άνοιξε δρομάκι να πηγαινόρχεται. Πάνω – κάτω, πάνω – κάτω συνέχεια. Στα στερνά αγανάκτησε και διαμαρτυρήθηκε. Τραβά τότε το πιστόλι ο Μαγιάσης και τον πυροβολεί στ’ αυτί. Τον ρίχνει κάτω, του δίνει και τη χαριστική βολή. Το κοπέλι από τις Καμάρες, το κουμπαράκι μας τα θώρειε όλα αυτά. Για να μη μαρτυρήσει βγάνει ο Μαγιάσης το όπλο να το σκοτώσει. Ξεσηκώθηκαν τότε οι Γερμανοί, αντέδρασαν, δεν τον άφησαν να το κάνει και το κοπέλι εγλίτωσε…
Πέρασαν οι μέρες, έφυγαν οι Γερμανοί, ήρθε η μέρα της απελευθέρωσης. Στο μυαλό του Γιώργη δεν υπήρχε άλλη σκέψη από την εκδίκηση. Δεν άντεχε να μην πάρει πίσω το αίμα· ήθελε με κάθε τρόπο και κάθε θυσία να σκοτώσει τον προδότη.
– Όχι, δεν ήθελα να κάμω βεντέτα, δεν είχα εγώ οικογενειακά, ήθελα να τον σκοτώσω γιατί δεν είχε δικαίωμα να ζει, όχι μόνο γιατί είχε σκοτώσει τον αδελφό μου. Ξέρεις πόσους λάκκους είχε ανοίξει ο Μαγιάσης; Πόσα κοπέλια είχε αφήσει ορφανά, πόσες γυναίκες χήρες; Τρακόσους εξήντα δυο μετρημένους είχε σκοτώσει στην Κρήτη, τρακόσους εξήντα δυο…
Έμαθε ότι ο «λεγάμενος» (έτσι τον αποκάλεσε) είχε συλληφθεί στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση και ότι τον είχαν στείλει στην Κρήτη για να δικαστεί. Άρχισε να τον ψάχνει. Κατεβαίνει στο Ηράκλειο, βρίσκει τον τρόπο να προμηθευτεί ρούχα ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, τα φορά και βγαίνει στους δρόμους. Με αυτή τη στολή μπορούσε να πάει παντού. Σε τμήματα της χωροφυλακής, σε κρατητήρια, παντού· όλο και κάπου θα έβρισκε τον κρατούμενο δοσίλογο… Χρόνια μετά θυμόταν πως ήταν δύσκολο· δεν μπορούσε να μιμηθεί ούτε το ζάλο, ούτε το ύφος του χωροφύλακα.
– Ντύθηκα χωροφύλακας αλλά δεν εκάτεχα να προπατώ με αυτή τη στολή, μου φαινόταν πως με ξάνοιγαν όλοι στο δρόμο. Κατάφερα να μπω στη φυλακή χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα. Εγύρισα όλα τα κελιά, είδα άλλους γκεσταμπίτες, είδα κρατούμενους, πουθενά ο Μαγιάσης. Τον είχανε στην απομόνωση.
Απογοητευμένος πετά τα ρούχα του χωροφύλακα και αρχίζει να σχεδιάζει άλλους τρόπους. Το μυαλό του δεν ησύχαζε ούτε στιγμή. Κάπως έτσι έφτασε η μέρα της δίκης. Τριάντα Απριλίου του 1947 (ο Γιώργης μου έλεγε πως ήταν το 1946, αλλά η μετέπειτα έρευνα κατέδειξε ότι η δίκη έγινε ένα χρόνο μετά). Τα μέτρα ασφαλείας αυστηρότατα. Η χωροφυλακή ήξερε ότι κινδύνευαν οι δοσίλογοι και έλεγχε εξονυχιστικά τον κάθε Κρητικό που περνούσε την πόρτα της δικαστικής αίθουσας. Έψαχναν μέσα στα στιβάνια, στις μασχάλες, στις ζώνες, παντού. Ο Γιώργης ήταν μάρτυρας κατηγορίας. Δικηγόρος πολιτικής αγωγής ήταν ο συγχωριανός και θείος του, ο Βασίλης ο Βρέντζος. Πρωί – πρωί τον καλεί στο γραφείο του και του παίρνει με το ζόρι το όπλο και ένα στιλέτο που κρατούσε· τα άφησε πάνω στο δικηγορικό γραφείο και έφυγαν μαζί για το δικαστήριο. Μεταφέρω και πάλι τα λόγια του:
– Τον εξεγέλασα. Επήγα στην αγορά, βρίσκω ένα καλό μαχαίρι, βάνω το μαχαιρά να το ακονίσει να κόβει σαν ξυράφι, το παίρνω και φεύγω. Φτάνω στο δικαστήριο, αλλά πώς να περάσω; Περίμενα καρτερικά να κάμουν διάλειμμα και να αδειάσει η αίθουσα. Την ώρα αυτή σταμάτησαν οι έλεγχοι. Σιμώνω στην πόρτα, την ανοίγω λίγο – λίγο, κανείς δεν ήταν μέσα, προλαβαίνω και καρφώνω το μαχαίρι στο μαδέρι, στην πίσω μεριά, στο κούφωμα της πόρτας, αλλά κάτω χαμηλά για να μη φαίνεται. Σε λίγο ξανάρχισε η δίκη, πήγα κι εγώ, με έλεγξαν, έψαξαν ακόμη και στα τακούνια τω στιβανιώ μου. Δεν ηύραν τίποτα, πέρασα στο διάδρομο, όχι μέσα στην αίθουσα, περιμένοντας την ευκαιρία να αρπάξω το μαχαίρι. Ο πρόεδρος φώναζε έναν – ένα τους μάρτυρες: Χριστομιχάλης Ξυλούρης, Στεφανογιώργης Δραμουντάνης, Παπαγιάννης Σκουλάς κι άλλοι, κι άλλοι. Ήταν να φωνάξει το όνομα του Γιώργη του Δραμουντάνη, αλλά κάνει λάθος και φωνάζει «Γεώργιος Βρέντζος», μπαίνω μέσα, σιμώνω και τότε καταλαβαίνει ο Πρόεδρος ότι έκανε λάθος. Μου λέει να φύγω και να φέρουν τον Δραμουντάνη. Απάνω στη σύγχυση σκύβω πιάνω το μαχαίρι και ξαναβγαίνω στο διάδρομο χωρίς να με δει κανείς. Σε λίγη ώρα έρχεται η σειρά μου, με φωνάζουν, μπαίνω στην αίθουσα και θωρώ τον κακούργο να κάθεται και να τον προστατεύουν οι χωροφύλακες.
Λίγα δευτερόλεπτα μετά άρχιζε η κατάθεση… Τον ρωτά ο Πρόεδρος, «τι γνωρίζετε διά την εκδικαζομένην υπόθεσιν, κύριε μάρτυς;» Απάντηση καμιά. Σαν να μην άκουγε, να μην επικοινωνούσε· αλλού ήταν εκείνου ο νους του. Ξαναρωτά ο Πρόεδρος: «Κύριε μάρτυς, καταλάβατε τι σας ρώτησα;» Ο Γιώργης κουνά το κεφάλι, «ναι, ναι, εκατάλαβα», λέει. «Τι γνωρίζετε, λοιπόν;» Πάλι σιωπή. Και αναστάτωση. Όλοι τον κοιτάζουν καθώς στέκεται σχεδόν αποσβολωμένος μπροστά στους δικαστές. Αρχίζει να ψελλίζει κάτι μισόλογα, μασημένα. «Μα δεν έχετε εδώ το μυαλό σας, κύριε μάρτυς;» ξαναλέει απορημένος ο Πρόεδρος. Και φυσικά δεν το είχε. Τότε ακριβώς κάνει ένα βήμα πίσω. Όλοι τον κοιτάζουν. Σαν αστραπή τραβά το μαχαίρι και το καρφώνει με δύναμη στην κοιλιά του Μαγιάση. Χώνεται η λεπίδα στο σώμα του.
Ο Βρέντζος νιώθει το κεφάλι του να βουίζει· ένας χωροφύλακας τον είχε χτυπήσει με τον υποκόπανο του όπλου· άλλος ένας τον χτυπά στο χέρι, το δεξί· μαραίνεται. Αλλά το πείσμα δεν τον αφήνει. Πιάνει τη λαβή με το άλλο χέρι, το αριστερό· δεύτερη μαχαιριά… αίματα, φωνές, ο Μαγιάσης λυγίζει, οι δικαστές αποχωρούν, κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει τι έγινε τότε στο δικαστήριο. Οι χωροφύλακες είναι έτοιμοι να δράσουν, ίσως να τον χτυπούσαν πιο βαριά, ίσως και να τον σκότωναν ακόμη· τόσο δύσκολες ήταν αυτές οι μέρες. Την ώρα εκείνη ακούγεται η φωνή ενός άλλου χωροφύλακα, Κλάδο τον έλεγαν, «μην τον πειράξετε γιατί έχουν ζώσει οι Ανωγειανοί το δικαστήριο». Ψέματα το έλεγε. Αλλά αυτό το ψέμα έκανε τα πνεύματα να ηρεμήσουν. «Θέλω τον Εισαγγελέα», ακούγεται η φωνή του Βρέντζου. Το μαχαίρι το κρατούσε ακόμη στο χέρι του. Σαν ήρθε ο Εισαγγελέας, πλησίασε με θάρρος. Παρέδωσε το ματωμένο μαχαίρι και δήλωσε πως δεν θέλει να κάνει κακό σε κανέναν άλλο.
– Του είπα να με δικάσει, να με συλλάβει, να κάνει ό,τι λέει ο νόμος. Εγώ ήμουν ήρεμος πια, είχα ξαλαφρώσει, είχα κάνει αυτό που έπρεπε. Γυρίζω πίσω και θωρώ ανθρώπους να κλαίνε από χαρά και συγκίνηση, άλλοι με χειροκροτούσαν, άλλοι φώναζαν μπράβο. Με έκλεισαν στη φυλακή και με πήγαν στα Χανιά για να δικαστώ.
Ο Βρέντζος θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία· από την αρχή ως το τέλος. Στις «Κρητικές Εικόνες» του 1982 έγραφα πως όλες αυτές οι λεπτομέρειες «δεν είναι δυνατόν να χωρέσουν στον περιορισμένο χώρο του περιοδικού». Το ίδιο λέω και σήμερα.
Στα Χανιά, στο δικαστήριο, ο Βρέντζος παρακολουθούσε τη δίκη του σχεδόν αδιάφορος. Ο Εισαγγελέας είχε προτείνει την ενοχή και την θανατική καταδίκη του. Αλλά και πάλι ένα απρόβλεπτο γεγονός ήρθε να αλλάξει τη ροή των πραγμάτων. Ο Καπετάν Γύπαρης έφτασε στο δικαστήριο, έβγαλε ένα χαρτί, το παρέδωσε. Ήταν μια απόφαση του Συμμαχικού Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής. Ο Βρέντζος θυμόταν πως η απόφαση καλούσε τους Κρητικούς να σκοτώσουν τον Μαγιάση και τους άλλους γκεσταμπίτες. Επομένως, δεν επρόκειτο για ένα φονικό· το θεώρησαν ως καθήκον απέναντι στην πατρίδα. Ο Βρέντζος αθωώθηκε. Γύρισε στο χωριό του σαν ήρωας. Κι από τότε κάθε χρόνο ανηφόριζε στη Νίδα τη μέρα της Ανάληψης για να κάνει το μνημόσυνο του αδελφού του.
Λίγα χρόνια μετά τη συνέντευξη ο Γιώργης ο Βρέντζος πέθανε. Πήγε να συναντήσει τον αδελφό του και τους άλλους μάρτυρες του αγώνα.
Φέτος το καλοκαίρι που βρέθηκα στη Νίδα συνάντησα τον Γιάννη τον Καλομοίρη, στο περίπτερο του Στελή του Σταυρακάκη, μαζί με μια παρέα Ανωγειανών. Δεν τον γνώρισα. Αλλά και δεν χρειάστηκε πολύ για να θυμηθώ τον άνθρωπο που με είχε βοηθήσει το φθινόπωρο του 1982, νέο δημοσιογράφο τότε, να ζήσω μια μοναδική στιγμή· την πρώτη και τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο πρωταγωνιστής μιας από τις πιο παράξενες μετακατοχικές ιστορίες, ο ήρωας των ανωγειανών και των καστρινών θρύλων.
Ο Μαγιάσης… «ΕΛΑΣίτης»
Δεν είχα αναρωτηθεί ποτέ πότε και πώς είχε συλληφθεί ο Μαγιάσης και κάτω από ποιες συνθήκες οδηγήθηκε στο δικαστήριο δοσιλόγων. Το έμαθα τυχαία φέτος από ένα φίλο που ασχολείται συστηματικά με την ιστορία αυτής της περιόδου. Και το δημοσιεύω εδώ γιατί ίσως να φωτίζει μια ακόμη πλευρά της ιστορίας.
Μετά την απελευθέρωση ο περιβόητος Μαγιάσης παρίστανε… τον αντιστασιακό. Φόρεσε στολή αντάρτη, έβαλε στο καπέλο του το σήμα του ΕΛΑΣ και άρχισε να κυκλοφορεί στην Αθήνα, εκεί που κανείς δεν γνώριζε για τη δράση του στην Κρήτη. Έτσι… λεβέντη και περιβεβλημένο με το κλέος του ήρωα τον συνάντησε ένας Κρητικός, ονόματι Μαμαλάκης, στην Ομόνοια. Ο Μαμαλάκης συνεργαζόταν με ένα ναυτιλιακό πρακτορείο, μάλλον ήταν οικογενειακή επιχείρηση και ασχολούνταν με μεταφορές από και προς την Κρήτη με ιδιόκτητα καΐκια. Το κλίμα στην Αθήνα ήταν παράξενο. Κόσμος πολύς στους δρόμους, οι Έλληνες έβγαιναν από μια μεγάλη περιπέτεια η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον ήταν έκδηλη. Όπως ήταν έκδηλη και η σύγχυση.
Ο Μαγιάσης μπήκε στο πρακτορείο και άρχισε να διαπραγματεύεται τη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ελαιολάδου από την Κρήτη στην Πελοπόννησο. Κανείς δεν ξέρει με ποιόν τρόπο είχε αποκτήσει τόσο λάδι. Ή, μάλλον, όλοι υποψιαζόμαστε. Αν και η πείνα θέριζε τις ανθρώπινες ζωές οι συνεργάτες των κατακτητών είχαν τον τρόπο τους.
Έτριβε τα μάτια του ο Μαμαλάκης. Δεν πίστευε ότι ο άνθρωπος που είχε μπροστά του ήταν ο μακελάρης της Κρήτης, και μάλιστα ντυμένος με στολή αντάρτη. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος του δοσίλογου. Αντί να διαπραγματευτεί τη μεταφορά ο ναυτιλιακός πράκτορας, φρόντισε να ενημερώσει τον ΕΛΑΣ ή κάποιον άλλο. Έτσι συνελήφθη ο Μαγιάσης…
Από τους καθηγητές και τους μαθητές του 3ου ΓΕΛ Περιστερίου λάβαμε και δημοσιεύουμε την πρόσκληση για όλους τους Ανωγειανούς της Αθήνας ,στην παρουσίαση του ενδέκατου τεύχους του περιοδικού τους ”Της Γάτας Το Κουδούνι”, στο οποίο υπάρχει εκτενές αφιέρωμα στις μαρτυρικές πόλεις και στα Ανώγεια. Η παρουσίαση θα γίνει αύριο Τετάρτη 10 Απριλίου στις 1.30 μ.μ στον χώρο του σχολείου στο Περιστέρι. Το πρόγραμμα παρουσιάζει η Αναστασία Λουκά ενώ στο μουσικό μέρος θα είναι ο Δημήτρης Καρόκης.
Την επιμέλεια της πρόσκλησης έχει ο Κώστας Καμίτσης.
Είναι λοιπόν μια καλή ευκαιρία για όσους Ανωγειανούς μπορούν, να παρευρεθούν στην εκδήλωση στην οποία ο τόπος μας θα έχει ιδιαίτερες αναφορές από τις εμπειρίες των μαθητών στα Ανώγεια.
Στην υλοποίηση ενός νέου προγράμματος αντιμετώπισης της ανεργίας προχωρούν τοπικοί φορείς, οι οποίοι μέσα από την «Αναπτυξιακή Σύμπραξη Συν-κοινωνία Απασχόλησης» επιχειρείται να δοθεί μια ουσιαστική βοήθεια σε εκατό άτομα, τα οποία δεν εργάζονται.
Η επίσημη παρουσίαση του προγράμματος έγινε χθες το μεσημέρι στο Εργατικό Κέντρο Ρεθύμνου από τους εκπροσώπους της «Αναπτυξιακής Σύμπραξης» και συγκεκριμένα τον Δήμαρχο Ανωγείων και πρόεδρο του ΑΚΟΜΜ-ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ Α.Α.Ε. ΟΤΑ κ. Σωκράτη Κεφαλογιάννη, τον Πρόεδρο του Ε.Κ.Ρ. κ. Γιώργο Νικολιδάκη, τον Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Σκεύο Παπαϊωάννου και τον Διευθυντή του ΑΚΟΜΜ – ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ ΟΤΑ Α.Ε. κ. Δημήτρη Πατακό. Στην «Αναπτυξιακής Σύμπραξης» συμμετέχουν ακόμα οι Δήμοι Αμαρίου, Αγίου Βασιλείου και Μυλοποτάμου, η Ένωση Ξενοδόχων Νοτίων Περιοχών Ν. Ρεθύμνου και το Κ.Ε.Κ. Ανάπτυξη Κρήτης.
Ο Δήμαρχος Ανωγείων επισήμανε ότι το πρόγραμμα αυτό προβλέπει μια «πολυσύνθετη συμβολή» στην κοινωνία και επισήμανε τη δυνατότητα που δίδει σε ανέργους για να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση και να μπουν στην παραγωγική διαδικασία.
Από την πλευρά του ο Καθηγητής κ. Παπαϊωάννου τόνισε ότι το Πανεπιστήμιο Κρήτης είναι ανοικτό και επιθυμεί τη δημιουργική εμπλοκή του στην επίλυση των προβλημάτων της καθημερινότητας του πολίτη, λέγοντας ότι «Θέλουμε να βοηθήσουμε ουσιαστικά στην επιτυχή έκβαση του προγράμματος κατά της ανεργίας».
«Υποστηρίζουμε το πρόγραμμα και κάθε άλλη πρωτοβουλία στήριξης της εργασίας» δήλωσε ο πρόεδρος του εργατικού κέντρου κ. Νικολιδάκης και ακολούθως ο Διευθυντής του ΑΚΟΜΜ – ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ ΟΤΑ Α.Ε. κ. Δημήτρης Πατακός παρουσίασε τα δεδομένα του προγράμματος.
Το «Τοπικό Σχέδιο Απασχόλησης Ενδοχώρας Ν. Ρεθύμνης» εντάσσεται στη δράση «Τοπικά Σχέδια για την Απασχόληση Προσαρμοσμένα στις Ανάγκες των Τοπικών Αγορών Εργασίας» της κατηγορίας Παρέμβασης «Ενεργητικές Πολιτικές Απασχόλησης» του Θεματικού Άξονα Προτεραιότητας «Διευκόλυνση της πρόσβασης στην Απασχόληση», του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού 2007-2013», το οποίο συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.
Μπορούν να συμμετέχουν άνεργοι, εγγεγραμμένοι στα Μητρώα Ανεργίας του ΟΑΕΔ και με κάρτα ανεργίας σε ισχύ. Επίσης νέοι Επιστήμονες όπως ιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, δικηγόροι, μηχανικοί που είναι απόφοιτοι Πανεπιστημιακών, Πολυτεχνικών Σχολών και ασφαλισμένοι στον Ο.Γ.Α .
Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί επίσης οι ενδιαφερόμενοι/ες να είναι κάτοικοι των Δήμων Αγίου Βασιλείου, Αμαρίου, Ανωγείων και Μυλοποτάμου.
ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Η πράξη αποτελεί μια Ολοκληρωμένη Πρόταση ενεργειών και δράσεων, που στόχο έχει την αποτελεσματική ενσωμάτωση στην εργασία 100 ωφελουμένων. Από αυτούς =50 ωφελούμενοι θα είναι γυναίκες και 20 ωφελούμενοι θα είναι νέοι κάτω των 25 ετών.
Τα αναμενόμενα αποτελέσματα της πράξης είναι 25 ωφελούμενοι να τοποθετηθούν σε θέσεις απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και 75 ωφελούμενοι θα αναπτύξουν ατομική η συλλογική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Με σειρά από δράσεις, μελέτες και εκπαιδευτικά προγράμματα, οι ωφελούμενοι θα έχουν λοιπόν την ευκαιρία να μπουν στην παραγωγική διαδικασία και να αντιμετωπίσουν τη λαίλαπα της ανεργίας, την οποία σήμερα βιώνουν.
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν τα έντυπα των αιτήσεων, την παρούσα πρόσκληση καθώς και πρόσθετες πληροφορίες στην ιστοσελίδα τους Α.Σ:www.topsa.akomm.gr , καθώς και στα σημεία που θα υποβληθούν οι αιτήσεις.
Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στην Πράξη μπορούν, αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου – εφόσον η εξουσιοδότηση έχει θεωρηθεί ως το γνήσιο της υπογραφής τους από δημόσια αρχή – να καταθέτουν τα δικαιολογητικά συμμετοχής από την Τετάρτη 3 Απριλίου έως την Παρασκευή 10 Μαΐου 2013 ως εξής:
1. Δημοτικό κατάστημα Δήμου Αγίου Βασιλείου (Σπήλι). Υπεύθυνη κα Κλειδή Μαρία, τηλ. 2832340205. Ώρες υποβολής αιτήσεων 8.00-14.00
2. Δημοτικό κατάστημα Δήμου Αμαρίου (Αγία Φωτεινή). Υπεύθυνος κος Λουτριανάκης Γιώργος, τηλ. 2833340217-8. Ώρες υποβολής αιτήσεων 8.00-14.00.
3. ΚΕΚ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΡΗΤΗΣ, Πάνορμο. Υπεύθυνη κα Μαρία Καλλιγιάννη, τηλ.2834051237. Ώρες υποβολής αιτήσεων 9.30-15.30
4. ΑΚΟΜΜ-ΨΗΛΟΡΕΙΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ Α.Ε ΟΤΑ, Ανώγεια. Υπεύθυνος κος Νίκος Σαρχιανάκης, τηλ. 2834031402. Ώρες υποβολής αιτήσεων 9.00-15.30
Προς του κατοίκους του Δήμου Ανωγείων
Το κλιμάκιο της αιμοδοσίας του Γ.Ν. «ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ-ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ» Ε.Ε.Σ θα βρίσκεται στον Δήμο Ανωγείων προκειμένου να προσφέρετε αίμα
Το Σάββατο 13 Απριλίου 2013
Πρωί 09:00 – 13:00
Απόγευμα : 17:00 – 20:00
Κυριακή 14 Απριλίου 2013
Πρωί – Απόγευμα 10:00-17:00
Η αιμοδότηση είναι προσφορά ΑΓΑΠΗΣ, ΕΛΠΙΔΑΣ, ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΖΩΗΣ και θα επιθυμούσαμε την μέγιστη συμμετοχή των κατοίκων των Ανωγείων, που είναι οι πρωτεργάτες στη δράση μας αυτή και με την δική σας συμβολή θα χτίσουμε την ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ της χώρας μας σε αίμα.
Οι κάτοικοι των Ανωγείων να γνωρίζουν ότι αιμοδοτώντας μπαίνουν στην μεγάλη οικογένεια της Αιμοδοσίας και χαίρουν και κάποιων ευεργετημάτων ελάχιστων βέβαια για την μεγάλη προσφορά ζωής που πραγματοποιούν δίνοντας αίμα.
- Τους προσφέρεται κάρτα εθελοντή αιμοδότη με την οποία δύνανται να καλύψουν με αίμα, τον εαυτόν τους και τους συγγενείς τους.
- Γίνεται σε αυτούς έλεγχος για λοιμώδη νοσήματα και εάν χρειαστεί και περαιτέρω εξειδικευμένος ιολογικός έλεγχος.
- Προσφέρεται ΔΩΡΕΑΝ πλήρης Βιοχημικός και αιματολογικός έλεγχος (Checkup)ανά έτος, στο Νοσοκομείο μας και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, ενημέρωση και καθοδήγηση του αιμοδότη από τον ιατρό της Αιμοδοσίας.
- Ο αιμοδότης θα έχει (όποτε χρειαστεί συμπαράσταση και βοήθεια για εισαγωγή στο Νοσοκομείο μας για χειρουργική επέμβαση, διερεύνηση, έλεγχο με παρεμβατικές ή παρακλινικές εξετάσεις.
Να γνωρίζουν οι αιμοδότες ότι ο ιατρός της αιμοδοσίας τηρεί αυστηρά το ιατρικό απόρρητο και εάν προκύψει κάποιο πρόβλημα υγείας σε αυτόν, ο ιατρός τον καθοδηγεί για την αντιμετώπιση του.
Βεβαίως επιθυμούμε και ο αιμοδότης να είναι ειλικρινής ώστε με τον σύγχρονο εργαστηριακό έλεγχο των μονάδων, θα έχουμε ΑΣΦΑΛΕΣ ΑΙΜΑ για μετάγγιση.
Η συνεργασία του Νοσοκομείου μας με τον Δήμο σας ξεκίνησε με πρωτοβουλία της κας Γεωργάκη Βούλας νοσηλεύτριας και Προέδρου του Σωματείου εργαζομένων του Νοσοκομείου μας, αλλά πάνω από όλα φίλη των Ανωγείων και συνεχίζεται με την εξόρμηση από το τμήμα της Αιμοδοσίας μας.
Για οποιαδήποτε διευκρίνιση επικοινωνήστε:
ΑΒΡΑΜΗ ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΒΟΥΛΑ ΠΑΓΩΝΗ ΜΑΡΙΑ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΡΙΑ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΕΞΟΡΜΗΣΕΩΝ
ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Ν.ΕΕΣ
ΤΗΛ.6932358473 ΤΗΛ: 6939220000 ΤΗΛ:6974278246
Ο πολιτισμός, ισχυρίζεται ο Εντγκάρ Μορέν, παράγει βαρβαρότητα , κυρίως κατακτητική και κυριαρχική. Η ελληνική κουλτούρα, ωστόσο, διείσδυσε στο εσωτερικό του ρωμαϊκού κόσμου, που είχε μετατραπεί σε αυτοκρατορία. Εξού η περίφημη ‘ρήση του ποιητή: «Η ηττημένη Ελλάδα νίκησε τον άγριο κατακτητή της». Έτσι η βαρβαρότητα γέννησε πολιτισμό.
Στην Κρήτη, κατά τους δύο πρώτους αιώνες της βενετοκρατίας, η πολιτισμική επικοινωνία, ανάμεσα στους βενετούς και τους κρητικούς, ήταν αδύνατη κυρίως λόγω των συνεχών επαναστάσεων των αδούλωτων κρητικών . Η εκπαίδευση των Κρητικών για περισσότερα από διακόσια χρόνια γινόταν αποκλειστικά με το πνεύμα της παράδοσης, που μετέφεραν οι βυζαντινοί λόγιοι, οι οποίοι είχαν κατακλύσει το νησί μετά την πτώση της Πόλης. Τα πρώτα γράμματα, δηλαδή ανάγνωση και γραφή, διδάσκονταν από ιδιωτικούς δασκάλους, που παρέδιδαν μαθήματα κατ’ οίκον, σε διδακτήρια με μικρό αριθμό μαθητών και σε σχολεία, που λειτουργούσαν σε μοναστήρια ή ήταν εξαρτημένα από την Εκκλησία. Το επίπεδο της διδασκαλίας ήταν υψηλό, όμως η παιδεία στη βενετοκρατούμενη Κρήτη παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθηση μετά τα μέσα του 15ου αιώνα, οπότε εδραιώνεται η βενετική κυριαρχία και καταλαγιάζουν τα επαναστατικά κινήματα. Η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών στην Κρήτη ανέδειξε τον Μάρκο Μουσούρο, τον πρώτο εκδότη των «Απάντων» του Πλάτωνα και άλλων αρχαίων κειμένων, τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τον μεγαλύτερο ζωγράφο όλων των εποχών τον Γεώργιο Χορτάτση, τον Βιτσέντζο Κορνάρο, κ.ά..
Οι ιδιωτικοί δάσκαλοι είχαν επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος της εκπαίδευσης στις κρητικές πόλεις, ωστόσο υπήρχαν και σχολεία, όπου η διδασκαλία γινόταν δωρεάν, όπως το ελληνικό σχολείο που ιδρύθηκε στον Χάνδακα με πρωτοβουλία του καρδινάλιου Βησσαρίωνα και λειτούργησε όλο τον 16ο αιώνα, κάτω από τον έλεγχο των φιλενωτικών, και το σχολείο της καθολικής αρχιεπισκοπής, από το οποίο αποφοιτούσαν οι μέλλοντες ιερωμένοι της Καθολικής Εκκλησίας. Εκκλησιαστικά σχολεία είχαν ιδρυθεί και στις επισκοπές Ρεθύμνης και Χανίων. Δωρεάν παρεχόταν η εκπαίδευση και στις μεγάλες καθολικές μονές του Χάνδακα. Τέτοιο δημόσιο σχολείο υπήρχε στη μονή του Αγίου Φραγκίσκου των Φραγκισκανών, από το οποίο είχε αποφοιτήσει, μετά τα μέσα του 14ου αιώνα, ο Κρητικός Πέτρος Φιλάργης, που ύστερα από μια λαμπρή εκκλησιαστική σταδιοδρομία εκλέχθηκε Πάπας με το όνομα Αλέξανδρος Ε΄ (1409-1410).
‘Ετσι, η βαρβαρότητα της βενετικής κατοχής συνετέλεσε στο να συναντηθούν δημιουργικά η ελληνοβυζαντινή παράδοση με την λατινοϊταλική. Από τα μέσα του 16ου αιώνα, εκατοντάδες Κρητικών συνέρρεαν για ανώτερες σπουδές στα μεγάλα Πανεπιστήμια της Βόρειας Ιταλίας και κυρίως στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, ένα από τα αρχαιότερα του κόσμου. Στο Πανεπιστήμιο αυτό, υπολογίζεται ότι κατά το διάστημα 1500-1700, τουλάχιστον χίλιοι κρητικοί σπούδασαν νομική και ιατρική. Οι τρεις Ακαδημίες, που ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία σπουδασμένων στην Ιταλία, η Ακαδημία των Vivi στο Ρέθυμνο, των Stravaganti στον Χάνδακα και των Sterili στα Χανιά, βοήθησαν στην πνευματική άνθηση της Κρήτης, ενώ αρκετοί Κρητικοί παρέμειναν στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, σταδιοδρομώντας εκεί σε υψηλά αξιώματα. Η Κρήτη έλαβε αλλά και έδωσε πολλά, ενώνοντας τον ελληνισμό της παλιάς βυζαντινής Ανατολής με τον ανερχόμενο ελληνισμό της αναγεννησιακής Δύσης ενώ συνέχισε να προσφέρει και μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους το 1669, αφού οι Κρήτες πρόσφυγες μετέφεραν τον πολιτισμό τους στα Επτάνησα ή εγκαταστάθηκαν σε τουρκοκρατούμενες ελληνόφωνες περιοχές, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ανάπτυξη του Ελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος οδήγησε στην Επανάσταση του 1821.
Η παιδεία λοιπόν του κρητικού λαού, που συνυπάρχει με την περηφάνια, το πείσμα, και την αδούλωτη ψυχή των κρητικών, είναι αυτή που αναγνωρίζει και ο μέγιστος Νίκος Καζαντζάκης, όταν λέει πως όταν νιώθεις πως έχεις χρέος να κάμεις ό,τι μπορείς, για να σώσεις αυτό το λαό, εκείνος βλέπει την προσπάθειά σου με ειρωνεία και περιφρόνηση. Δεν έχει την ανάγκη κανενός για να σωθεί. Σώζει, δεν σώζεται. Ένα μονάχα σου μένει τότε: να δοκιμάσεις να γίνεις άξιος αυτού του λαού, να κερδίσεις τη δύναμη της δικής του ψυχής, που ποτέ δεν καταδέχτηκε ν’ απατήσει τον εαυτό της ή τούς άλλους και που πάντα τολμάει ν’ αντικρύζει, πρόσωπο με πρόσωπο, τη θεά εκείνη που δεν κάνει χατίρια και δεν κάθεται στα πόδια κανενός: την αγέλαστη κι’ αδάκρυτη θεά, την ευθύνη.
Ιωάννα Μπισκιτζή
λέκτορας κλασικής φιλολογίας
Πηγές: 1)Ν. Μ. Παναγιωτάκη, Η παιδεία κατά τη βενετοκρατία, «Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός»
2)Στυλιανού Αλεξίου, Η κρητική λογοτεχνία κατά τη βενετοκρατία, «Κρήτη: Ιστορία και Πολιτισμός»,1988
3)Έρευναι εν Βενετία. ΙΙ. Περί της Ακαδημίας του Χάνδακος και της πνευματικής ζωής εν Κρήτη κατά τον 16ον και 17ον αιώνα, «Θησαυρίσματα», τόμ. 5 (1968)
