Το μήλο λένε θα πέσει κάτω από τη μηλιά και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιβεβαίωσης της εν λόγω παροιμίας είχαμε πριν λίγες ημέρες με την βράβευση της  Κατερίνας-Μαρίας Μανουρά, κόρης του Ανωγειανού ποιητή Κωστή Μανουρά (Προσφύρη) και της Ελένης Σηφάκη, στον 34ο Παγκρήτιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, που διοργάνωσε ο σύνδεσμος Φιλολόγων του Νομού Χανίων. Η 16χρόνη Κατερίνα-Μαρία, μαθήτρια του 7ου ΓΕΛ Ηρακλείου πήρε το δεύτερο βραβείο στην κατηγορία των μαθητών Λυκείου, με το ποίημα της “Ο Πλάτανος τ’αέρα” το οποίο θα σας παρουσιάσει σήμερα η ΑΝΩΓΗ και δείχνει τον δρόμο στα σχολεία που μπορούν στοχευμένα και ανάλογα με την κλίση του κάθε ενός, να ωθήσουν τους μαθητές τους σε δραστηριότητες παρόμοιες πέραν της εκπαιδευτικής ύλης, αναδεικνύοντας τα ταλέντα και τις ευαισθησίες τους. Ο συγκεκριμένος διαγωνισμός απευθύνεται σε μαθητές και μαθήτριες εφηβικής ηλικίας σχολικών μονάδων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κρήτης και περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες διαγωνιζομένων: μαθητές Γυμνασίου, μαθητές Λυκείου και ενήλικους μαθητές.

Η εκδήλωση βράβευσης πραγματοποιήθηκε  στην Δημοτική Πινακοθήκη την Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018 (Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης),σε μια βραδιά με επίσημο  με προσκεκλημένο τον ποιητή Μιχάλη Γκανά. Η τελετή βράβευσης διοργανώθηκε από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Νομού Χανίων, την Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, τον Δήμο Χανίων, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων. Η ίδια δεν παρευρέθηκε στην εκδήλωση λόγω κάποιων υποχρεώσεων της  και έτσι το βραβείο της θα σταλεί και θα της παραδοθεί στο σχολείο της από τους καθηγητές της.Η ΑΝΩΓΗ εύχεται στην Κατερίνα-Μαρία καλή συνέχεια στα σχολικά θρανία, και πάντα να ακολουθεί και να κάνει αυτό που αγαπάει. Απευθύνουμε τα θερμά συγχαρητήρια εκ μέρους ολόκληρης της κοινωνίας των Ανωγείων στην ίδια και την οικογένεια της.
Αναλυτικά τα αποτελέσματα του 34ου Παγκρήτιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού:

Μαθητές Λυκείου:
1ο βραβείο: Αναστασία Παλιεράκη (ΓΕΛ Ελ. Βενιζέλου)
2ο βραβείο: Αικατερίνη – Μαρία Μανουρά (7ο ΓΕΛ Ηρακλείου)
3ο βραβείο: Ελίζα Μπελτράμε (3ο ΓΕΛ Χανίων)
Έπαινος: Ίριδα Λαμπροπούλου (3ο ΓΕΛ Ηρακλείου)

Μαθητές Γυμνασίου:
1ο βραβείο: Μαρία – Μαρίνα Μοναχού (2ο Γυμνάσιο Ρεθύμνου)
2ο βραβείο: Ειρήνη Δουλαβέρη (5ο Γυμνάσιο Χανίων)
3ο βραβείο: Πόπη Ραφτοπούλου του Χρήστου (3ο Γυμνάσιο Ιεράπετρας)
Έπαινος: Μαρία Βεργετάκη, (6ο Γυμνάσιο Ηρακλείου) και
Κατερίνα Παπαδάκη (2ο Γυμνάσιο Ελ. Βενιζέλου)

Μαθητές ενήλικοι :
Έπαινος: Νίνα – Ιωάννα Κουκουλάκη (1ο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Χανίων) και Στράτος Τραχανατζής (1ο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Χανίων)

Τα μέλη των κριτικών επιτροπών ήταν:
Μαθητές Λυκείου:
Ιωάννης Δημητρακάκης: επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Παν. Κρήτης
Αργυρώ Λουλαδάκη: δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ποιήτρια
Ελπίδα Χελιουδάκη: φιλόλογος, μεταπτυχιακό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Μαθητές Γυμνασίου:
Ελένη Μαρινάκη: ποιήτρια
Ιωάννα Καπή: φιλόλογος, μεταπτυχιακό Νεοελληνικής Φιλολογίας
Ελένη Καρτσωνάκη: φιλόλογος

Μαθητές ενήλικοι:
Δημήτρης Βλαχοδήμος: δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Σμαράγδη Γαλημιτάκη: φιλόλογος, μεταπτυχιακό Κλασικής Φιλολογίας
Δημήτριος Παπαδρακάκης: φιλόλογος

Το ποίημα “Ο Πλάτανος τ’ αέρα” το οποίο έγραψε με το ψευδώνυμο “Αρετή” η Ανωγειανή μαθήτρια Κατερίνα-Μαρία Μανουρά

 ΤΙΤΛΟΣ: Ο πλάτανος τ’ αέρα

Σαν βγήκ’ ο ήλιος στα βουνά και τα δεντρά φωτίσαν,

κάτσανε στ’ άνθη μέλισσες, πέρδικες πεταρίσαν,

     αέρας κρύος έλουσε τα φύλλα του  πλατάνου

κι επέσαν  απ’ τσι κλάδους του στση γης το χώμα ‘πάνου.

     Ήτονε δέντρο γέρικο και δε πολυβαστούσε,

χρόνος δεν τού ‘μενε πολύς ακόμα που θα ζούσε.

     Και σαν το χτύπανε ο Βοριάς οι κλάδοι του δακρύζαν

κι εστέναζεν ο πλάτανος καθ’ ώρα που λυγίζαν.

     «Άρχοντ’ αγέρα» του ‘λεγε «στέρεψε λίγο λίγο,

μα δε μου μένουνε πολλά σεφέρια πριν να φύγω.

     Χαρά σου κάνει που λυγάς τσι κλάδους μου έναν ένα

 κι όντε γελάς δε σκέφτεσαι πριν από ‘σε κιανένα».

     Οντ’  άκουσε του πλάτανου  το κλάημα ο αέρας,

φουριόζος τ’ ανταπάντησε στο δειλινό τση μέρας

     και τα πουλιά που στέκανε στσι κλώνους φοβηθήκαν

κι εκείνα που πετούσανε, μες στα δεντρά σταθήκαν·

     «Χρόνους πολλούς εφύσουνα και θα φυσώ κι ακόμη

και δεν εστάθηκα ποτές σ’ ενούς δεντρού τη γνώμη.

    Μού ‘δωσ’ ο Θιός τη δύναμη και τη βουλή να κρίνω

αν θα λύγω τ’ αδύναμα, τα δυνατά ν’ αφήνω.

       Αμοναχός σου τό ‘χεις πει, σεφέρια μπλιο δεν έχεις

και λόγος δε χωρά, θαρρώ, περίσσα να  ξετρέχεις.

     Καιρός σου γέροντα λοιπόν τόπο να ‘λευτερώσεις

και σ’ ένα πιο γερό δεντρό τον ήλιο σου να δώσεις.

      Άδικα πίνεις το νερό, άδικα φως σε λιάζει,

πράμα δε δίνεις χρήσιμο κι η ώρα σου σε βιάζει».

     Εδάκρυζεν ο γέροντας όσο ο βοριάς μιλούσε,

μα σαν ετέλιωσ’ έστεσε το δάκρυ που κυλούσε·

     και τον κορμό ντου εστέλιωσε κι η γης τόνε φοβήθη

και το βουνό εσείσθηκε σαν το δεντρό απεκρίθη.

    Στην εμιλιά του ζωντανά πολλά, τον σεβαστήκαν

και τη θωριά του μια στιγμή δεν τήνε λυπηθήκαν:

     «Χίλια δυο δίκια άρχοντα έχεις με τη μεριά σου,

άδικ’ αφού ‘μαι γέροντας ρουφώ την αναπνιά σου.

    Μια που ξερόφυλλα ‘χω μπλιο στσι κλάδους κρεμασμένα

κι εκείνα πέφτουνε στση γης το χώμα ένα κι ένα.

     Κείνους τσι κλάδους τσι ξερούς γέρος κορμός στηρίζει,

π’ αδίκως πίνει το νερό τση γης που τον ποτίζει,

     μα γάτεχε πως τα ξερά που τα λυγάς γι’ αστείο,

καθένα φέρνει πάνω του κι ένα βαρύ φορτίο.

     Φέρνουν ζωές που κελαηδούν κι άλλες που πεταρίζουν

κι ακάνιαστα μες τσι φωλιές ‘ναθρέφουν και ταγίζουν!

     Για χάρη ‘κείνων των πουλιών παρακαλώ ν’ αρνέψεις,

και τσι φωλιές που κουβαλώ να μη τσι καταστρέψεις.

     Για ‘μένα δε σ’ το ζήτηξα να μην ξαναφυσήξεις,

μα τα πουλιά ‘πο πάνω μου πρόσεχε να μη ρίξεις».

Μοιραστείτε το

-

-->