Οπλαρχηγός Εμμανουήλ Ξυλούρης – ή Ζιτζής Ανώγεια Μυλοποτάμου Εγεννήθη το 1834. Απεβίωσε 1914. Διεκρίθη εις τας κάτωθι μάχας εναντίον των Τούρκων. Μάχην Τυλίσσου Μαλεβυζίου 8-1866. Καμαριώτη Μυλοποτάμου 1-1867. Πυργού Μαλεβυζίου 27-1-1867. Δοξαρού Μυλοποτάμου 19-5-1867. Φραγκοκαστέλλου Σφακίων 24-6-1867. Τυλίσσου 7-1867. Κέρης Μαλεβυζίου 3-1868. Γάζην 9-1878. Σκαφιδαράς 6-8-1896. ΕΤΡΑΥΜΑΤΙΣΘΗ ΕΙΣ ΤΑΣ ΚΑΤΩΘΙ ΜΑΧΑΣ Δοξαρού 19-4-1867. Κέρης 3-1868. Γάζη 9-1878 Απέθανεν και εκηδεύθη δημοσία δαπάνη

 

Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΥΛΟΥΡΗΣ Η ΤΖΙΤΖΗΣ ΚΑΙ Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΕΙΟΥ  ΑΝΩ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ ΕΙΣ  ΣΦΑΚΙΑ

Αφού  ο  Ομέρ  Πασάς  μπήκε  στο  Λασίθι  στις  21  Μαΐου  1867  και  το  κατέλαβε,  άφησε  εκεί  ένα  μέρος  του  στρατού  του  και  τον  υπόλοιπο  επιβίβασε  στα  πλοία  και  αποβιβάστηκε  την  23ην  Ιουνίου  1867  στο  Φραγκοκάστελλο  της  Επαρχίας  Σφακίων.  Συγχρόνως και  άλλος  τουρκικός  στρατός  από  τα  Χανιά  κατευθύνθηκε εναντίον των  Σφακίων  για  να  τα  καταστρέψουν  τα  οποία θεωρούσαν  προπύργιο  της  επανάστασης όπως  ήταν  στην  πραγματικότητα.  Αμέσως  έτρεξαν  οι  άλλες  επαρχίες  Ρεθύμνης  όπως  και  οι  άλλες  δυτικές  επαρχίες  να  βοηθήσουν  τους  Σφακιανούς.  Πήγε  λοιπόν  και  ο  Αρχηγός  του  Άνω  Μυλοποτάμου  Μιχαήλ  Σκουλάς  με  τρακόσιους  Ανωγειανούς  επίλεκτους  άντρες  και  με  άλλους  200  Μυλοποταμίτες  στα  Σφακιά.  Εκεί  είχαν  φτάσει  με  τον  Κριάρη  οι  Σελινιώτες  και  με  τον  Πάνο  Κορωναίο  οι  εθελοντές  από  την  υπόλοιπη  Ελλάδα.  Οι  δυο  στρατοί  δεν είχαν  ενωθεί  ακόμη.  Οι  Σφακιανοί  απασχολούνταν  να  τακτοποιήσουν  σε  ασφαλή  μέρη  τις  οικογένειές τους.  Οι  Τούρκοι  είχαν  στην  κατοχή  τους  όλα  τα  μέρη  που  υπήρχε  νερό  και  οι  Έλληνες  με  δυσκολία  έβρισκαν  νερό.  Από τους  αρχηγούς  αποφασίστηκε  να  γίνει  επίθεση  κατά  του  Τούρκικου  στρατού  που  κατείχε  τις  δεξαμενές  του  νερού  (τις  στέρνες).  Διάταξε  λοιπόν  κατά  τις  διηγήσεις  των  Ανωγειανών  πρώτος  επίθεση  ο  Κριάρης  αλλά  φαίνεται  ότι  θεώρησαν  επικίνδυνη  την  επιχείρηση  και  δεν  υπάκουσαν.  Το  ίδιο  έγινε  και  με  τους  εθελοντές  του  Κορωναίου.  Ήρθε  έτσι  και  η σειρά  του  αρχηγού  Σκουλά  να  διατάξει  επίθεση.

Πριν  προλάβει  σ’αυτή  τη  μάχη  να  δώσει  τη  διαταγή  ο  Σκουλάς,  ο  πάντα  πρώτος  σ’όλες  τις  επιχειρήσεις  Τζιτζής  εξορμά  πρώτος  και  50  άλλοι  Ανωγειανοί  τον  ακολουθούν.  Με  μεγάλη  ταχύτητα  καταλαμβάνουν  το  λόφο  με  τις  δεξαμενές  των  Τούρκων.  Ο  Τζιτζής  ανεβαίνοντας  φώναζε :

-Απάνω  ντως  μωρέ !

Τον  λόφο  αυτό  οι  Σφακιανοί  προς  τιμή  του  Τζιτζή  τον  ονόμασαν  «του  Τζιτζή  το  Κεφάλι».  Αφού  κατέλαβαν  αυτό  το  καίριο  μέρος,  κατέβηκαν  και  άλλοι.  Έγινε  φοβερή  μάχη  και  οι  Τούρκοι  που  κατείχαν  τις  στέρνες  τράπηκαν  σε  φυγή  αφού  εγκατέλειψαν  τις  αποσκευές  τους  και  σκοτώθηκαν  πολλοί  απ’αυτούς.  Αλλά  οι  Έλληνες  δεν  κατάφεραν  να  κρατήσουν  πολύ  αυτές  τις  θέσεις,  γιατί  ο  εχθρός  έκανε  αντεπίθεση,  με  μεγαλύτερες  δυνάμεις  και  με  κανόνια.  Οι  Τούρκοι  εκτόπισαν  τους  Έλληνες  και  αναγκάστηκαν  οι  δικοί  μας  να  υποχωρήσουν.  Στην  διάρκεια  της  υποχώρησης  και  ενώ  οι  σφαίρες  των  εχθρών  έπεφταν  σαν  χαλάζι,  έπεσε  η  μαχαίρα του  Τζιτζή  από  το  σελάχι  του  χωρίς  να  το  αντιληφτεί.  Όταν  την  αναζήτησε  μετά  κάμποση  ώρα  και  διαπίστωσε  ότι  δεν  ήταν  στην  θέση  της  είπε :

-Έχασα  το  μαχαίρι  μου !

Χωρίς  να  χάσει  καιρό  επιστρέφει  και  βρίσκει  το  μαχαίρι  του.  Το  τοποθετεί  στη  θέση  του  και  τρέχοντας  προλαβαίνει  τους  συντρόφους  του  που  υποχωρούσαν.  Τότε  ο  Δημήτρης  Β.  Σμπώκος  του  είπε :

-Εγώ  Τζιτζή  δεν  θα  διακινδύνευα  τη  ζωή  μου  γι’αυτό  το  μαχαίρι!

-Μα  κι  εγώ  καπετάν  Δημήτρη  καλλιά’χα  να  μη  γύριζα  στ’Ανώγεια  ζωντανός  παρά  ν’αφήσω  το  μαχαίρι  μου  στα  Σφακιά!

Τον  ίδιο  το  Δημήτρη  Σμπώκο  άκουσα  να  διηγείται  το  παραπάνω  γεγονός  και  να  μου  λέει :

-Δεν  τον  εθαύμασα  τον  Τζιτζή  όταν  όρμησε  εναντίον  των  Τουρκών,  όσο  τον  εθαύμασα  όταν  εγύρισε  για  να  βρει  το  μαχαίρι  του.  Αυτός  ο  άνθρωπος  έχει  καρδιά  λιονταριού  και  φτερά  στα  πόδια  του,  έλεγε  ο  ίδιος.

Μεταξύ  αυτών  που ακολούθησαν  τον  Τζιτζή  ήταν  οι  Δημήτριος  Σμπώκος  και  Ιάκωβος  Πλουμής  ιεροδιάκονος  από  το  Γαράζο.  Στην  μάχη  των  Σφακίων  κανείς  Ανωγειανός  δεν  σκοτώθηκε.  Εξ’αιτίας  του  ανδραγαθήματος  του  Τζιτζή,  από  τον  Αρχηγό  Μιχάλη  Σκουλά  του  δόθηκε  το  δίπλωμα  του  οπλαρχηγού,  αλλά  δεν  το  δέχτηκε  από  μετριοφροσύνη.

Τον  ίδιο  χρόνο  1867  δεν  μπόρεσα  να  εξακριβώσω  ποιο  μήνα  έγινε  και  άλλη  μάχη  δυτικά  των  χωριών  Μαλεβυζίου,  Τυλίσσου  και  Μονής  που  ήταν  σφοδρή  με  μεγαλύτερο  πείσμα  από  αυτήν  του Δοξαρού.  Στην  μάχη  αναδείχτηκαν πολλοί ήρωες  μεταξύ  των  οποίων  πολλοί  Ανωγειανοί  και  ιδίως  ο  Τζιτζής.

Στρατός  Τουρκικός  μαζί  με  τουρκοκρητικούς  γύρω  στις  12.000  πληροφορήθηκαν οι  Έλληνες  ότι  βγήκαν  νύχτα  από  το  Ηράκλειο  άλλά  δεν  γνώριζαν  ποια  διεύθυνση  θα  ακολουθήσουν.  Το  Αρχηγείο  Άνω  Μυλοποτάμου  μόλις  πήρε  την πληροφορία  ειδοποίησε  ότι  οι  Τούρκοι  έρχονται    και  να  τρέξουν  όλοι  οι  πολεμιστές  προς το  Μαλεβύζι.  Τα  γυναικόπαιδα  να  φύγουν  προς  τα  όρη.  Οι  Ανωγειανοί  έτρεξαν  πρώτοι  με  τους  Γωνιανούς  και  τα  ξημερώματα  είχαν  κατέβει  και  καταλάβει  τα  μέρη  έξω  από  τα  χωριά  Τύλισσος  και  Μονή.  Στο  μεταξύ  έφταναν  και  άλλοι  πολεμιστές  από  τα  διάφορα  χωριά  του  Άνω  Μυλοποτάμου.  Ο  αριθμός  των  Ελλήνων  έφτασε  τους  1000.  Οι  πολεμιστές  των  χωριών  Σίσες,  Φόδελε,  Αχλάδας,  Μονής,  Παντελεήμονος  μαζί  με  τους  Ροδιανούς  κατέβηκαν  και  έπιασαν  τα  στενά  του  Αλμυρού.  Ο  αρχηγός  Μιχάλης  Κόρακας  με  300  Μεσαρίτες  και  Μαλεβυζιώτες  είχε  καταλάβει  τα  μέρη  έξω  από  το  χωριό  Κορφές  και  Μονή  Ιεροσολύμων.  Ο  εχθρός  όπως  ανάφερα  πριν  βρισκόταν  έξω  από  την  Τύλισο  και  τη  Μονή.  Οι  πολεμιστές  των  δυο  στρατοπέδων  μόλις  βρέθηκαν  αντιμέτωποι  άρχισαν  να  ακροβολίζονται.

Ο  Ανωγειανός  Ζαχαρίας  Πλεύρης,  καθόταν  σ’ένα  βραχώδη  και  απότομο  λόφο  και  έραβε  το  στιβάνι  του  (δεν  είχε  αρχίσει  η  μάχη).  Πότε-πότε  τουρκικές  σφαίρες  περνούσαν  από  δίπλα  του.  Άρχισε  λοιπόν  να  φωνάζει :

-Να  σας  κουτσοβέλιδες !

Ενώ  έλεγε  αυτά  δέχτηκε  τουρκική  σφαίρα  στο  μέτωπο  και  έμεινε  νεκρός.  Ο  Τζιτζής  μαζί  με  έναν  εθελοντή  βρέθηκε  στην  πρώτη  γραμμή  του  πυρός.  Ο  εθελοντής  σύρνει  το  ξίφος  του  και  φωνάζει :

-Εμπρός  παιδιά,  μην  τα  φοβάστε  τα  βρωμόσκυλα!

Ο  Τζιτζής  του  λέει  να  κρυφτεί  αλλά  αυτός  επαναλαμβάνει  τα  ίδια.  Δεν  πρόλαβε  όμως  να  ξαναπεί  την  φράση,  τραυματίζεται  σοβαρά  στο  μηρό  και  φωνάζει :

-Βρε  παιδιά  μη  μ’αφήσετε  να  με  πάρουν  τα  σκυλιά!

Εκεί  βρέθηκες  να  πολεμά  ο  Ιωάννης  Χαιρέτης  και  τον  σήκωσε.  Τον  πήγε  σε  ασφαλές  μέρος  έξω  από  την  μάχη  και  έδεσε  τις  πληγές  του.  Αφού  γέμισε  το  όπλο  του  και  τον  τοποθέτησε  σε  μέρος  ασφαλές  από  τις  σφαίρες  του  εχθρού,  ξαναγύρισε  στη  μάχη.  Στο  μεταξύ  πολεμώντας  γενναία  ο  Τζιτζής  βρέθηκε  αντιμέτωπος  μ’έναν   τουρκοκρητικό.  Η  απόστασή  τους  ήταν  πενήντα  μέτρα.  Πυροβολούσαν  ο  ένας  τον  άλλο  αρκετή  ώρα.  Στο  τέλος  ο  Τζιτζής  αποφάσισε  να  δώσει  τέλος  σ’αυτή  τη  σκηνή.  Υπολόγισε  ότι,  μετά  το  άδειασμα  του  όπλου  του  τουρκοκρητικού  και  το  ξαναγέμισμά  του,  μπορούσε  να  τον  προλάβει  και  να  τον  σκοτώσει.  Άφησε  τον  Τούρκο  και  πυροβόλησε  και  με  ένα  άλμα  πλησίασε  τον  ξερότοιχο,  το  ορμητήριο  του  Τούρκου.  Σπρώχνει  τον  τοίχο  ο  οποίος  πέφτοντας  τον  πλακώνει.  Ορμά  κατόπιν  και  τον  σφάζει.  Παίρνει  τα  όπλα  του  Τούρκου και  προσπαθεί  να  του  πάρει  και  τα  υποδήματα.  Όπως  διηγείται  ο  ίδιος,  μετά  από  τις  δικές  μας  παρακλήσεις,  επειδή  οι  σφαίρες  του  εχθρού  έπεφταν  γύρω  του  σαν  βροχή  (μία  μάλιστα  τον  βρήκε  στα  ρούχα  του  χωρίς  να  του  προξενήσει  βλάβη),  δεν  κατάφερε  να  του  πάρει  παρά  μόνο  το  ένα  στιβάνι.  Μας  είπε  ο  ίδιος  ότι :

-Έπρεπε  πρώτα  να  του  κόψω  την  κεφαλή  και  έπειτα  να  γυρεύω  τα  στιβάνια  του,  αλλά  τα  ζήλεψα  επειδή  ήταν  καινούρια.

Δίπλα  του  τραυματίζεται  ο  Κωνσταντίνος  Στεφάνου  Χαιρέτης  στο  μηρό.  Τον  παίρνει  και  τον  απομακρύνει  από  το  πεδίο  της  μάχης  και  επιστρέφει  στην  προηγούμενη  θέση  του.  Αυτή  τη  φορά  κρατά  διπλό  οπλισμό,  τα  όπλα  του  και  τα  όπλα  του  Τουρκοκρητικού  που  έσφαξε  και  ένα  στιβάνι.

Η  μάχη  εξακολουθούσε  με  πείσμα  και  από  τις  δυο  μεριές  μέχρι  τις  μεσημβρινές  ώρες  οπότε  άρχισαν  να  λιγοστεύουν  τα  πυρομαχικά  των  Ελλήνων  και  να  αραιώνουν  οι  πυροβολισμοί  των  δικών  μας  ενώ  των  εχθρών  έπεφταν  σαν  χαλάζι.  Οι  Τούρκοι  πήραν  θάρρος  απ’αυτό και  έκαναν  ορμητική  αντεπίθεση.  Οι  ντόπιοι  Τουρκοκρητικοί  που  υποστηρίζονταν  από  τον  τακτικό  τούρκικο  στρατό  και  με  το  πυροβολικό.  Σ’αυτήν  την  επίθεση  του  στρατού  και  του  πυροβολικού  και  μη  έχοντας  πυρομαχικά  δεν  μπόρεσαν  να  αντέξουν  οι  Έλληνες  και  υποχώρησαν.  Οι  Τούρκοι  τους  καταδίωξαν  μέχρι  την  κορυφή  του

Σωρού.  Ο  Καπετάν  Μιχάλης  Κόρακας  αφού  είδε  ότι  ο  σκοπός  των  Τούρκων  ήταν  να  εισβάλουν  στον  Μυλοπόταμο  και  ότι  η  παραμονή  του  στις  Κορφές  ήταν  πλέον  περιττή,  εβάδισε  προς  το  μέρος  που  γινόταν  η  μάχη.  Φάνηκε  ξαφνικά  απέναντι  της  αριστερής  πλευράς  των  Τούρκων  που  καταδίωκαν  τους Έλληνες  από  το  βουνό  Κεργιάς  και  έριξε  μια  ομοβροντία.  Μόλις  οι  Τούρκοι  άκουσαν  την  ομοβροντία  του  Κόρακα  υποχώρησαν  και  τράπηκαν  σε  άτακτη  φυγή  καταδιωκόμενοι  τώρα  από  τους  δικούς  μας.  Όπως  διηγούνται  κατόπιν  και  ακούσαμε  από  τους  ίδιους  τους  μαχητές,  επειδή  δεν  είχαν  φυσίγγια  έριχναν  κατά  των  υποχωρούντων  Τούρκων  πέτρες.  Ο  Γεώργιος  Ανδρέου Μανουράς  ή  Ζωνός  από  τα  Ανώγεια  στον  κατήφορο  του  βουνού  κυνηγούσε  ομάδα  Τούρκων  και  τους  έριχνε  συνέχεια  πέτρες  μέχρι  της  θέσης  Σκασολείβαδο.

Ο  γοργοπόδαρος  και  γενναίος  Τζιτζής  κυνηγώντας  άλλη  ομάδα  Τούρκων  κατάφερε  να  την παρασύρει  σε  ενέδρα  που  είχαν  στήσει    οι  εξίσου  γενναίοι  Ανωγειανοί  Κωνσταντίνος  Σμπώκος  και  Νικόλαος  Κονιός.  Ορμά  ο  Κωνσταντίνος  Σμπώκος  και  πιάνει  ένα  με  τον  οποίο  μάχεται  απεγνωσμένα.  Οι  σύντροφοί  του  Τούρκοι  προσπαθούσαν  να  τον  ελευθερώσουν  από  τα  χέρια  του.  Ο  Νικόλαος  Κονιός  αφήνει  την  καταδίωξη  των  άλλων  και  τρέχει  προς  το  μέρος  της  πάλης  του  Σμπώκου  και  του  Τούρκου.  Επιστρέφει  και  ο  Τζιτζής  για  βοήθεια  αλλά  ο  Τούρκος  είχε  αποκάμει  και  σφάζεται  από  τον  Σμπώκο.  Στην  μοιρασιά  του  οπλισμού  του  Τούρκου  ο  Σμπώκος  παίρνει  την  πολεμική  μαχαίρα  και  ο  Κονιός  το  όπλο.  Ο  Τζιτζής  προτίμησε  το  κεφάλι  γιατί  είχε  ήδη  δυο  όπλα.  Ενώ  γινόταν  αυτά  έφτασαν  τρέχοντας  με  τον  αρχηγό  Κόρακα  500  Μεσσαριτομαλεβυζιώτες.  Δίνουν  φυσίγγια  στους  Ανωγειανούς  και  ορμούν  και  αυτοί  σαν  λιοντάρια  κατά  του  εχθρού,  τον  οποίον  καταδίωξαν  μέχρι  το  χωριό  Τύλισσος.  Εκεί  σταμάτησε  η  καταδίωξη  του  εχθρού  ο  οποίος  υπέστη  μεγάλες  απώλειες.  Στην  μάχη  αυτή  σκοτώθηκαν  δυο  Έλληνες  ο  Ζαχαρίας  Πλεύρης  Ανωγειανός  και  ο  εθελοντής  Σπύρος  όπου  τραυματίστηκε  στην  αρχή  της  μάχης  και  πέθανε  από  την  αιμορραγία  του  τραύματός  του.  Τραυματίστηκαν  περίπου  και  πενήντα  Έλληνες  ελαφρά  χωρίς  να  διατρέξουν  κίνδυνο.

Μετά  την  κατάπαυση  της  μάχης  οι  μαχητές  με  τον  Κόρακα  και  το  Σκουλά  κουρασμένοι,  επειδή  η  μάχη  είχε  κρατήσει  όλη  την  ημέρα,  πεινασμένοι  και  διψασμένοι,  αφού  ούτε  νερό  δεν  εύρισκαν  στο  μέρος  όπου  έγινε  η  μάχη,  αποφάσισαν    να  ανεβούν  και  να  στρατοπεδεύσουν  στο  χωριό  Γωνιές.  Εκεί  το  βράδυ  ο  Κωνσταντίνος  Σμπώκος,  Νικόλαος  Κονιός  και  ο  Εμμανουήλ  Ξυλούρης  ή  Τζιτζής  παρουσίασαν  ο  πρώτος  την  μάχαιρα,  ο  Κονιός  το  όπλο  και  ο  Τζιτζής  τα  όπλα  και  το  στιβάνι  του  πρώτου  Τούρκου  και  την  κεφαλή  του  δεύτερου  στον  αρχηγό  Κόρακα.  Ο  Κόρακας  προσφέρθηκε  να  δώσει  σ’αυτούς  σαν  βραβείο  ένα  χρυσό  νόμισμα  ναπολεόνι.  Εκεί  άρχισαν  ένα  αγώνα  μετριοφροσύνης  μεταξύ  τους.  Ο  ένας  έλεγε  ότι  το  νόμισμα  ανήκει  στον  Τζιτζή,  ο  άλλος  ότι  το  βραβείο  ανήκει  στο  Σμπώκο.  Ο  γενναίος  Σμπώκος  επιμένει  και  λέει  ότι  αν  έλειπε  ο  Τζιτζής  εμείς  τον  Τούρκο  δεν  προλαβαίναμε  να  τον  πιάσουμε  και  αυτός  πρέπει  να  πάρει  το  βραβείο.  Στο  τέλος  το  βραβείο  δόθηκε  στον  Εμμανουήλ  Ξυλούρη  ή  Τζιτζή.

Σ’αυτή  τη  φοβερή  μάχη  πήρε  μέρος  με  δικές  τους  σημαίες  ο  παλαίμαχος  τουρκοφάγος  Σταυρούλης  Νιώτης  και  ο  Γεώργιος  Ξετρύπης  σαν  οπλαρχηγοί.  Στην  μάχη,  κατά  τις  διηγήσεις  αυτών  που  συμμετείχαν,  διακρίθηκαν  ο  Γρηγόριος  Εμμανουήλ  Σπιθούρης  και  κατά  τους  τελευταίους  απελευθερωτικούς  αγώνες  του  1897  συναρχηγός  Ανωγείων,  ο  Κωνσταντίνος  Β.  Σκουλάς,  Εμμανουήλ  Θ.  Σκανδάλης,  Ιωάννης  Γ.  Χαιρέτης  ή  Λαλές, Βασίλειος  Εμμ.  Πλεύρης,  Γεώργιος  Δ.  Κεφαλογιάννης,  Εμμανουήλ  Σαλούστρος  ή  Αρναουτομανόλης,  όλοι  Ανωγειανοί  και  αυτοί  που  ανάφερα  πριν,  ο  Τζιτζής,  ο  Κωνσταντίνος  Σμπώκος  και  ο  Νικόλαος  Κονιός.

Τον  ίδιο  χρόνο  1867  έγιναν  και άλλες  μάχες  εναντίον  των  Τούρκων,  με  μικρότερη  σημασία  στις  οποίες  πήραν  μέρος  Ανωγειανοί  και οι  σχετικές  πολεμικές εκθέσεις  από  το  Αρχηγείο  Άνω  Μυλοποτάμου  στέλνονταν  τότε  στην  επιτροπή  Άμυνας  που  είχε  συσταθεί  στην  Αθήνα.  Από  τις  εκθέσεις  αυτές  μπορεί  ο  ιστορικός  να  πάρει  πιο  ακριβείς  πληροφορίες.

Ο  γνωστός  ήρωας  Σταυρούλης  Νιώτης  που είχε  δράσει  κατά  την  διάρκεια  της  επανάστασης  του  1821  στην  Κρήτη  και  στην  Πελοπόννησο  κατά  των  Τούρκων  και  αυτός  που  έριξε  πλέον  των  100  Τούρκων  στο  μικρό  οροπέδιο  του  Στρούμπουλα  σε  ένα  ταύκο  που  υπάρχει  εκεί  και  ονομάζεται  «του  Σκουλαδά»  τα  κόκαλα  των  οποίων  βρίσκονται  ακόμη  μέσα  σ’αυτόν,  αν  και  ήταν  εβδομήντα  ετών  μόλις  άρχισε  η  επανάσταση  του  1866,  έτρεξε  με  τους  γιους  του  Αριστείδη  και  Γεώργιο,  και  οι  δυο  σε  νεαρή  ηλικία  και  ήρθε στην ιδιαίτερή  του  πατρίδα  τα  Ανώγεια.  Σήκωσε  δική  του  σημαία  με  σημαιοφόρο  τον  Ανωγειανό  Ιωάννη  Γ.  Χαιρέτη,  νέο  γενναίο  και  γρήγορο  στα  πόδια.  Δεν  είχε  ξεχάσει  ο  Σταυρούλης  Νιώτης  τα  παλιά  του  λημέρια  στο  Στρούμπουλα  και  στην  διάρκεια  της  επανάστασης  έμενε  εκεί  με  επίλεκτο σώμα  Ανωγειανών.  Κατά  τον  Μάρτιο  του  1868  όταν  πληροφορήθηκε  ότι  οι  Τούρκοι  του  Ηρακλείου  ετοιμάζουν  εκστρατεία  πιθανότατα  εναντίον  του  Μυλοποτάμου  έσπευσε  να  ειδοποιήσει  γι’αυτό  τον  αρχηγό  Μιχάλη  Σκουλά  παρακαλώντας  τον  να  τρέξει  με όσους πολεμιστές  μπορούσε  να  μαζέψει.

Γράφει  ο  Νιώτης  του  Σκουλά  την  Πέμπτη  του  Λαζάρου

στα  καστρινά  να  κατεβεί  τους  Τούρκους  να  ντακάρουν

γράφει  ο  Νιώτης  του  Σκουλά  και  ο  Γιώργης  ο  Ξετρύπης

και  του  Σμπωκοβασίλη  οι  γιοι  ο  Κώστας  κι  ο  Δημήτρης

Αυτά  λέει ο  ποιητής  του  ποιήματιος  του  σκοτωμένου  Παπακρανιώτη.  Μόλις  έλαβε  την επιστολή  ο  Σκουλάς  του  παλαίμαχου  ήρωα  Σταυρούλη  Νιώτη  ειδοποίησε  τα  περίχωρα  των  Ανωγείων  «όσοι  πιστεύουν  στον  Θεόν  και  αγαπούν  την  πατρίδα,  εις  τον  Στρούμπουλον,  διότι  επόρισαν  από  την  χώραν  οι  Τούρκοι  και  έρχονται  για  τα  Ανώγεια».  Αυτός αναχώρησε  αμέσως  με  τους  Ανωγειανούς  και  πολύ  πρωί  έφτασε  στη  θέση  Ασύνακτο  βόρεια  της  Τυλίσσου.

Σε  λίγη ώρα  έφτασαν  και  άλλοι  πολεμιστές  από  τον  Άνω  Μυλοπόταμο  και  λέει  ο  ποιητής :

στ’Ασύναχτο  ποπανωθιά  εμαζευτήκανε  όλοι

κι  είπαμε  την  παράκληση  με  τον  Παπαμανόλη

δηλαδή  τον  Παπακρανιώτη.  Λέει  επίσης ο  ποιητής  ότι  είπε  ο  Παπακρανιώτης :

Ώρα’ ναι  για  τον  πόλεμο  και  να  ντακαριστούμε

ή  όλοι  να  πεθάνουμε  ή  να  λευτερωθούμε

Οι  Τούρκοι  γύρω  στις  10.000  τακτικός  στρατός  και  ντόπιοι  Τουρκοκρητικοί  με  αρχηγό  τον  περιβόητο Παπουτσαλή  ανέβαιναν  τα  υψώματα  της  Κέρης.  Μόλις  τους  αντιλήφτηκαν  οι  Έλληνες  όρμησαν  εναντίον  τους  και  έγινε  μάχη  σώμα  με  σώμα  και  τραυματίζεται  ο  Παπακρανιώτης  ελαφρά  στο  χέρι  αλλά  εξακολουθεί  αν  και  τραυματίας  να  μάχεται  στην  πρώτη  γραμμή  μαζί  με  τον  Μανόλη Ξυλούρη  ή  Τζιτζή  και  των  υπολοίπων  Ανωγειανών  σαν  λιοντάρι.  Λέει  λοιπόν  ο  ποιητής :

Άχι  σαν  εβαρίστηκε  γιάντα  να  μην  καθίσει

μόνο  ζυγώνει  την  Τουρκιά  για  να  την  καταλύσει

Στην  κρίσιμη  αυτή  στιγμή  της  μάχης  ο  Παπακρανιώτης,  αλίμονο,  δέχτηκε  άλλες  δυο  σφαίρες  στο  στήθος  και  πέφτει  νεκρός.  Την  ίδια  στιγμή  τραυματίζεται  και  ο  Μανόλης  Ξυλούρης  ή  Τζιτζής.  Η  σφαίρα  τον  χτύπησε  στο  εσωτερικό  του  αριστερού  βραχίονα  και  πέρασε  από  την  ωμοπλάτη,  δημιουργώντας  του  δυο  διαμπερή  τραύματα  στο  χέρι  και  στην  ωμοπλάτη.  Το  τραύμα  στο  χέρι,  του  άφησε  μια  βαθιά  ουλή,  η  οποία  φαινόταν από  ικανή  απόσταση.  Ο  Παπακρανιώτης  και  ο  τραυματίας  Τζιτζής  απομακρύνθηκαν  αμέσως  από  τους  συμπολεμιστές τους  Ανωγειανούς  για  να  πει  ο  ποιητής :

…εκεί’σαν  οι  Ανωγειανοί  το  παινεμένο  ασκέρι

μαζί  ζυγώνουν  την  Τουρκιά  στα  σώπατα  της  Κέρης

εκεί’σαν  οι  Ανωγειανοί  όταν  τον  εσκοτώσαν

και  τ’άρματά  του  πήρανε κι  αυτοί  τον  εσηκώσαν…

Σ’αυτήν  τη  μάχη  κανείς  δεν  σκοτώθηκε  από  τους  δικούς  μας  εκτός  του  ήρωα  Παπακρανιώτη.  Τραυματίστηκαν  όμως  πολλοί  και  ελαφρά  ο  Μανόλης  Ξυλούρης  ή  Τζιτζής.  Το  τραύμα  του  δεν  του  άφησε  καμιά  αναπηρία.  Τέλος  οι Τούρκοι  αναγκάστηκαν  να  υποχωρήσουν  και  οι  Έλληνες  από  τα  φρύδια της  Κέρης  τους  φώναζαν  «σταθείτε  αγάδες  να  λογαριαστούμε,  που’θελα πάτε ;».

Η  μάχη  αυτή,  αν  και ήταν  ολιγόωρη,  κατέληξε  υπέρ  των  Ελλήνων  γιατί  το  μέρος  ήταν βοηθητικό  και  γιατί  ερχόταν  η  νύχτα.  Οι  Έλληνες  ανέβηκαν από  κει  και  στρατοπέδευσαν  στο  οροπέδιο  του  Στρούμπουλα.  Την  επόμενη  μέρα  άφησαν  βαρδιάνους  (σκοπούς)  και  μετέφεραν  τον  νεκρό  Παπακρανιώτη  στον  Καμαριώτη  και  τον  κήδεψαν.

 

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->