Ο Ξυλούρης Μανόλης ή Τζιτζής. Αυτήν τη μεγάλου μεγέθους φωτογραφία σε ξύλινη κορνίζα, είχε πάντοτε κρεμασμένη στο «καμαράκι» του ο Χριστομιχάλης Ξυλούρης.

Τα  πρώτα  νάματα  του  πολέμου  πήρε  από την  πρώτη  μάχη  με  τους  Άνω  Μυλοποταμίτες  και  άλλων  υπό  τον  Μιχάλη  Κόρακα  Μαλεβυζιώτων  στις  αρχές  της  επανάστασης  του  1866,  τον  Αύγουστο  γύρω  από  το χωριό  Τύλισσος.  Η  μάχη  αυτή  άρχισε  το  μεσημέρι  και έληξε  κατά  την  δύση  του  ήλιου.  Ήταν  πολύ  σκληρή  και  πολλές  φορές  ήρθαν  στα  χέρια  οι  Χριστιανοί  με  τους  Τούρκους.  Τους  ξεχώριζε  ο  Κόρακας,  έφιππος,  λέγοντας πάντα  την φράση  «Παναγιά  μου  στη  φοράδα  μου».

Στην  μάχη  της  Τυλίσου  τραυματίστηκαν  πολλοί  από  τους  Χριστιανούς  και  σκοτώθηκαν  ο  Νικόλαος  Βασιλείου  Σκουλάς,  (αδερφός  του  αρχηγού  Μιχαήλ  Σκουλά)  και  ο Παπα – Μιχάλης  Γαραζανός.  Ο  Στέργιος  Κεφαλογιάννης,  Ανωγειανός,  τραυματίστηκε  σοβαρά και  πέθανε  από  τα  τραύματά  του  μετά  τρεις  μέρες.  Το  σώμα  του  νεκρού Παπαγαραζανού  πάρθηκε  από  τους  Τούρκους,  αποκεφαλίστηκε  και  έφεραν  την  κεφαλή  του  στο  Ηράκλειο  πάνω  σε  κοντό  πάσαλο.  Την  επομένη  ημέρα  την  περιέφεραν  στην  αγορά  και  τους  δρόμους  υβρίζοντάς  την.  Όλοι  που  πήραν  μέρος  στην  μάχη  της Τυλίσσου,  όπως  άκουσα  τους  παλιούς  να  διηγούνται,  έδειξαν  μεγάλη  γενναιότητα.

Το  όνομα  του  Μανόλη  Ξυλούρη  ή  Τζιτζή  ακουγόταν  από  τα  στόματα  όλων  που

έπαιρναν  μέρος  σε  μάχες  μαζί  του.  Συχνά  άκουγε  κανείς  την  φράση :

-Δες  τε  μωρέ  τον  Τζιτζή,  παντού  είναι  πρώτος,  πρωτογλακηχτής! Θωρείτε  τον;  Θα  βγει πρωτοπαλίκαρο  των  Ανωγειανών  από  τους  σώκαιρούς  του!

Στις  17  Ιανουαρίου  του  επόμενου  έτους  1867,  έπεσε  πολύ  χιόνι  και  κάλυψε  τα

βουνά  της  Κρήτης,  μαζί  και  τα  ορεινά  χωριά  της  Επαρχίας  Μυλοποτάμου.  Ο  Ρεσίτ

Πασάς,  στρατιωτικός  διοικητής  του  μουσουλμανικού  στρατού  Ηρακλείου,  μαζί  με  τον  περιβόητο  Τουρκοκρητικό  Παπουτσαλή,  θεώρησαν  κατάλληλη  την  εποχή  να

πραγματοποιήσουν  την  εκστρατεία  που  σχεδίαζαν  πολύ  καιρό  εναντίον  των  Ανωγείων και  των  Ανωγειανών.  Γι’αυτό  το  σκοπό  συνεννοήθηκε  με  τον  ανώτερο  στρατιωτικό

διοικητή  Ρεθύμνης  Ομέρ  Πασά  να  εισβάλουν  μαζί  στην  Επαρχία  Μυλοποτάμου, όπου  είχαν καταφύγει  και  πολλά  γυναικόπεδα  των  όμορων  επαρχιών.  Αποφάσισαν  λοιπόν  ο

Ομέρ  που  βρισκόταν στο  Ρέθυμνο  να  εισβάλει  στον  Μυλοπόταμο  με  όλες  του  τις  δυνάμεις  από  τα  δυτικά  και  ο  Ρεσίτ  από  τα  ανατολικά.  Την  νύχτα  της  17ης  Ιανουαρίου  ο  Ρεσίτ  Πασάς  με  16.000  τακτικό  στρατό  και  πολλούς  Τουρκοκρητικούς  ξεκίνησε  από  το  Ηράκλειο  και  τα ξημερώματα  της  18ης  Ιανουαρίου  περνούσαν  δίπλα  από  το  χωριό  Αστυράκι.  Οι Χριστιανοί  είχαν  τις  πληροφορίες  τους  για  την  σχεδιαζόμενη  εκστρατεία  και  είχαν  πιάσει  επίκαιρες  θέσεις  για  να  αποκρούσουν  τον  εχθρό.  Ο  Αρχηγός  του  Μαλεβυζίου Παυλής  Ντεντιδάκης  με  πεντακόσιους  γενναίους  Μαλεβυζιώτες  είχε  καταλάβει  το χωριό  Γωνιές  για  να  αποκρούσει  τον  εχθρό  αν  ερχόταν  από  τον δημόσιο  δρόμο  του  Σκλαβοκάμπου  και  να  κατορθώσει  έτσι  να  ανακόψει  την  πορεία του  προς  τα  Ανώγεια.

Οι  Μιχάλης  Σκουλάς,  Μιχάλης  Κόρακας  (αυτός  βρέθηκε  στ’Ανώγεια  κατά  τύχη),  και  ο  Πετροπουλάκης  με  διακόσιους  εθελοντές  από  την  Ελλάδα,  μαζί  με  πεντακόσιους

Ανωγειανούς,  Καμαριωτιανούς,  Δαμαστιανούς,  Αξικούς  και  Ζωνιανούς  είχαν  καταλάβεει  τα  μέρη  ανατολικά  του  χωριού  Αστυράκι.  Αν  ο  εχθρός  ερχόταν  από  τα  μέρη  του βουνού  Στρούμπουλα,  να  εμποδίσουν  την  διάβασή  του  από  τον  Καμαριώτη  προς  τα  Ανώγεια.

Οι  Χριστιανοί  όμως  δεν  υπολόγισαν  σωστά  την  δύναμη  του  εχθρού  την  οποία  δεν

πίστευαν  ότι  θα  είναι  πάνω  από  3.000.  Βρέθηκαν  όμως  μπροστά  σε  εξαπλάσιους  εχθρούς,  πολύ  καλά  εξοπλισμένους  και  δεν  μπόρεσαν  ν’αντέξουν  στην  πρώτη  ορμή  του  εχθρού.  Παρά  λίγο  να  συλληφθούν  πολλοί  ζωντανοί.

Ο  Ανωγειανός  Βασίλειος  Νιώτης  ή  Λαγκάς  βρέθηκε  μέσα  σε  μια  μάντρα  μαζί  με  άλλους  και  πολεμώντας  απεγνωσμένα  δεν  αντιλήφθηκε  την  αναχώρηση  των  συντρόφων  του.  Αμέσως  κυκλώθηκε  από  ομάδα  Τούρκων.  Ένας  φίλος  του  ο  Διονύσιος

Μονοφατσιώτης  του  φώναξε  «επαδά  σαι  και  συ  Βασίλη;  Στάσου  να  μη  σε  σκοτώσουν».  Ο  Μανόλης  Ξυλούρης  ή  Τζιτζής  που  βρισκόταν  δίπλα  στη  σκηνή,  χωρίς  να  λογαριάσει  τον  κίνδυνο,  ορμά  εναντίον  των  Τούρκων  που  είχαν  περικυκλώσει  τον  Νιώτη,  τους  προκαλεί  σύγχυση  και  βρήκε  έτσι  ευκαιρία  ο  Νιώτης  να  φύγει.  Αυτό  το  γεγονός μου  το  διηγήθηκε  ο  ίδιος  ο  Νιώτης  και  μου  επιβεβαίωσε  ότι  ο  Τζιτζής,  ο  σωτήρας  του,  εσκότωσε  μάλιστα  και  ένα  Τούρκο.  Αυτό  είναι  και  το  πρώτο  ανδραγάθημα του  Τζιτζή.

Οι  Έλληνες  οπισθοχώρησαν  από τις  θέσεις  τους  και  οι  Τούρκοι  άρχισαν  να  τους  καταδιώκουν.  Οι  Χριστιανοί  ήλθαν και  οχυρώθηκαν  στα  φυσικά  οχυρά  μέρη  μεταξύ  των  χωριών  Μετόχι  και  Καμαριώτη  από  το όρος  Σαρακηνό  μέχρι  το  βουνό  Αλισφάκα.  Στο  μεταξύ  έφτασαν  και  άλλοι  Έλληνες  από  τα  γύρω  χωριά  και  η  δύναμη  των  Ελλήνων  έφτασε  τους  700  άντρες  εκτός  των  500  Μαλεβυζιωτών  που  ήταν  με  τον  Παύλο  Ντεντιδάκη  οχυρωμένοι  στο  χωριό  Γωνιές.  Στις  νέες  τους  θέσεις  οι  Έλληνες  πολεμούσαν  ακλόνητοι  σαν  βράχοι.  Όπως  μου  διηγούνται  άνθρωποι  που  έλαβαν  μέρος  σ’αυτήν  την  γιγαντομαχία,  μάταια  ο  εχθρός  επιχειρούσε  επιθέσεις  την  μία  κατόπιν  της  άλλης.  Οι  εχθροί  αποδεκατίζονταν  από  τους  Χριστιανούς.  Μέχρι  το  μεσημέρι  εκείνης  της  ημέρας  οι  Τούρκοι  έκαναν  έξι  οπισθοχωρήσεις  και  οι  αξιωματικοί  αναγκάστηκαν  να  τους  χτυπούν  με  τα  σπαθιά  τους  σκοτώνοντας  αρκετούς.  Το  μεσημέρι  βλέποντας  ο  αρχηγός  των  Μαλεβυζιώτων  Ντεντιδάκης  ότι  ο  εχθρός  δεν  παρουσιαζόταν  προς  τις  Γωνιές  και  ότι  άδικα  έμενε  εκεί,  σπεύδει  προς  τον  Καμαριώτη.  Σε  μισή  ώρα  φτάνει  στο  πεδίο  της  μάχης  από  την  αριστερή  πλευρά  του  εχθρού.  Ρίχνει  μία  ομοβροντία  πυροβολισμών  και  ο  εχθρός  άρχισε  πάλι  να  οπισθοχωρεί.  Οι  Έλληνες  παίρνοντας  θάρρος  βγήκαν  από  τα  χαρακώματά τους  και  ορμούν  εναντίον  των  Τούρκων.  Σ’αυτή  την  επίθεση  ένας  εθελοντής  από  τους  Έλληνες,  ο  γιατρός  Βασιλείου,  ορμά  και  σκοτώνει  τον  Τούρκο  σημαιοφόρο  και  παίρνει  την  σημαία  των  Τούρκων.  Επιστρέφοντας  όμως  πίσω  στα  χαρακώματα  τον  σκοτώνουν  οι  Τούρκοι.  Στην  εξόρμηση  των  Ελλήνων  σκοτώθηκε  ο  Ανωγειανός  Γεώργιος  Καλλέργης  και  ένας  Κρουσανιώτης  Κουκουλάκης.  Ο  αρχηγός  Παύλος  Ντεντιδάκης  τραυματίστηκε  στο  μηρό  και  πέθανε  κατόπιν  στο  χωριό  Κράνα  Μυλοποτάμου  όπου  ήταν  το  χειρουργείο  και  που  εκεί  μεταφέρθηκε  για  θεραπεία.  Ο  τραυματισμός  του  αρχηγού  Ντεντιδάκη  έφερε  σύγχυση  και  οι  Έλληνες  αποθαρρύνθηκαν  και  ιδίως  οι  Μαλεβυζιώτες.  Γιατί  πολλοί  Μαλεβυζιώτες  έσπευσαν  να  απομακρύνουν  τον  τραυματία  αρχηγό  τους  από  τον  τόπο  της  μάχης  και  να  τον  μεταφέρουν  στον  γιατρό  στο  χωριό  Κράνα.  Οι  Τούρκοι  αντιλήφθηκαν  την  σύγχυση  που  επικράτησε  μεταξύ  των  Ελλήνων,  προ  πάντων  οι  Τουρκοκρητικοί,  έγιναν  πιο επιθετικοί  αλλά  οι  Έλληνες  τους  απέκρουαν  με  γενναιότητα.  Στις  τρεις  η  ώρα  μετά  το  μεσημέρι  παρουσιάστηκε  έλλειψη  πολεμοφοδίων,  φυσιγγίων  και  γι’αυτό  αποφασίστηκε  από  τους  αρχηγούς  Μιχάλη  Σκουλά,  Μιχάλη  Κόρακα  και  Πετροπουλάκη  να  σχηματιστεί  επιτροπή  από  Καμαριωτιανούς  για  να  πάει  στον  Ρεσίτ  Πασά  και  να  δηλώσει  υποταγή  μήπως  έτσι  σωθούν  οι  κάτοικοι  από  τη  σφαγή  και  το  χωριό  από  την  καταστροφή.  Παραπέρα  αντίσταση  θεωρήθηκε  αδύνατη.  Πραγματικά  σχηματίστηκε  Επιτροπή  οπό  τους  δυο  ιερείς  του  Καμαριώτη  Βασίλη  Παπαδάκη  και  Μανόλη  Παπαδάκη  και  από  δύο  πολίτες  τον  Μανόλη  Π.  Απλαδά  και  Βασίλη  Παπαδάκη.  Σήκωσαν  λευκή  σημαία  και  πήγαν  στο  εχθρικό  στρατόπεδο  και  παρουσιάστηκαν  στον Ρεσίτ  Πασά.  Η  μάχη  είχε  σταματήσει  αλλά  οι  Τούρκοι   εδίσταζαν  να  προχωρήσουν  και  να  καταλάβουν  το  χωριό  φοβούμενοι  μην  πέσουν  σε  παγίδα.  Η  επιτροπή  είπε  στον  Πασά  ότι  εμείς  δεν  είμαστε  επαναστάτες  αλλά  επειδή  φοβηθήκαμε  τους  επαναστάτες  αναγκαστήκαμε  να  μείνομε  στα  σπίτια  μας.  Ένας  ντόπιος  Τούρκος  λέει  τότε  στον  Ρεσίτ  Πασά  «Πασά  μου  μην  τον  ακούς,  προσπαθούν  να  μας  σύρουν  στον  Καμαριώτη  και  να  μας  καταστρέψουν».  Τότε  ένας  αντιπρόσωπος  των  κατοίκων,  ο  ιερέας  Παπαμανόλης,  λέει  στον  Πασά  «Πασά  εφέντη  μου  πως  θα  σας  καταστρέψωμεν  αφού  δεν  έχομεν  ούτε  ένα  φυσίγγι».  Μόλις  άκουσαν  την  δήλωση  αυτή  οι Τούρκοι  διέταξαν  έφοδο  και  μπήκαν  στον  Καμαριώτη.  Για  την  δήλωσή  του  αυτή,  δόθηκε  αργότερα  η  μομφή  της  προδοσίας,  στον  ιερέα.  Το  διάστημα  των  διαπραγματεύσεων  οι  αρχηγοί  Σκουλάς  και  Κόρακας  αναχώρησαν  για  τα  Ανώγεια  και  ο  Πετροπουλάκης  με  τους εθελοντές  του  για  την  επαρχία  Αμαρίου.  Κατά  την  μετάβασή  τους  στο  Αμάρι  μέσα  από  τα  χιόνια  οι  περισσότεροι  πέθαναν  από  το  κρύο  και  την  πείνα.  Κι  ενώ οι  Τούρκοι  έμπαιναν  στον  Καμαριώτη  κατέβηκε  από  το  μετερίζι  του  ο  ατρόμητος  Κωνσταντίνος  Σμπώκος  και  έκανε  τον  Τουρκοκρητικό.  Ζήτησε  φυσίγγια  για  να  γεμίσει  το  τουφέκι  του  και  του  έδωσαν.  Παρέμεινε  μεταξύ  των  Τούρκων,  άγνωστος,  γύρω  στις  δυο  ώρες  και  αφού  νύχτωσε  έφυγε  και  ήρθε  στα  Ανώγεια  ενώ  οι  συγγενείς  του  τον  νόμιζαν  σκοτωμένο.  Ο  Ρεσίτ  Πασάς  κατά  τους  Καμαρωτιανούς  ήταν  χριστιανός  και  πιάστηκε  σκλάβος  κατά  την επανάσταση  του  1821.  Η  καταγωγή  του  ήταν  από  τα  Μετόχια  Καμαριώτη  και  από  την οικογένεια  των  Κοτσίφιδων.  Και  καθώς  μου  διηγείται  ο  Αθανάσιος  Μεσαριτάκης,  ο  πατέρας  του  τον  αναγνώρισε  και  πήγε  στο  Ηράκλειο  και  παρουσιάστηκε  σ’αυτόν  αλλά  ο  Ρεσίτ  Πασάς  αρνήθηκε  ότι  ήταν  γιος  του  και  τον  έδιωξε.  Τα  γυναικόπαιδα  των  Ανωγείων  και  οι  γέροντες,  λόγω  του  χιονιού,  βρισκόταν  μέσα  στο  χωριό  και  περίμεναν  τον  θάνατο  μεταξύ  των  οποίων  ήμουν  κι  εγώ  που  γράφω  αυτό  το  κείμενο,  πέντε  χρονών  τότε.  Την  επόμενη  μέρα  άρχισαν  οι  Τούρκοι  ν’ανεβαίνουν  στ’Ανώγεια.  Το  χωριό  ήταν  έρημο  από άντρες.  Αποφάσισε  λοιπόν  ο  αείμνηστος  Παπα-Μιχάλης  Σκουλάς  ή  Παπαμιχαλάκης  μόνος  του  κι  αφού  σήκωσε  λευκή  σημαία  να  παρουσιαστεί  στην  είσοδο του  χωριού  στον  Πασά.  Ενώπιόν  του  δήλωσε  υποταγή  εξ’ονόματος  δήθεν  όλων  των  κατοίκων  Ανωγειανών.  Μπήκαν  λοιπόν  οι  Τούρκοι  στο  χωριό  και  έπιασαν  να  μείνουν  στα  περισσότερα  σπίτια  και  εμείς  οι  κάτοικοι,  δηλαδή  τα  γυναικόπαιδα,  στριμωχτήκαμε  στους  αχυρώνες  σαν  τις  σαρδέλες  στο  κουτί.  Την  επόμενη  μέρα  έφτασε  κι  ο  Ομέρ  Πασάς  στα  Ανώγεια  αφού  διέσχισε  τον  Μυλοπόταμο  με  άλλους  16.000  στρατιώτες.  Κατά  την παραμονή  του  στρατού  στα  Ανώγεια,  (δεν  θυμούμαι  πόσες  μέρες  έμειναν),  ο  περιβόητος  Παπουτσαλής  ήθελε  να  κάνει  γενική  σφαγή  των  κατοίκων  και  να  κάψει  το  χωριό.  Είπε  απευθυνόμενος  στον  Ρεσίτ  Πασά  περίπου  τα  εξής  «Αν  θέλεις  Πασά  εφέντη μου  να  μην  επαναστατήσει  η  Κρήτη  από  τον  Πετρέ  και  πώδε,  να  βγάλεις  την  αγκάθα  τουτηνιέ  από  τη  μέση»,  εννοώντας  τα  Ανώγεια.  Ο  Ρεσίτ  Πασάς  πείστηκε  και  διέταξε  σφαγή  των  κατοίκων  και  το  σύνθημα  δόθηκε  με  τις  σάλπιγγες.  Στον  στρατό του  Ρεσίτ  υπήρχαν  χριστιανοί  Κόπτες  και  το είπαν  στους  κατοίκους  με  δάκρυα  στα  μάτια.  Ο  Ομέρ  Πασάς  όταν  άκουσε  το σύνθημα  της  σφαγής  αφού  διάταξε  τον  στρατό  του  να  είναι  σε  επιφυλακή  προσκάλεσε  σαν  ανώτερος  που  ήταν  τον  Ρεσίτ  Πασά  και  ζήτησε  να  μάθει  την  αιτία  της  σφαγής  που  διάταξε  ο  ίδιος.  Αφού  έμαθε  την  αιτία  είπε  στον  Ρεσίτ  ότι  εγώ  δεν  έχω  εντολή  από  τον  Αφέντη  μου  να  κάνω  σφαγές  σε  ραγιάδες  που  υποτάσσονται  και  να  γνωρίζεις  ότι  θα  με  βρεις  αντιμέτωπο  αν  σφάξεις  τους  κατοίκους.  Άλλωστε  αν  θέλεις  να  κάμεις  σφαγές  να  τις  κάνεις  στην  περιφέρεια  του  Ηρακλείου  και  του  Λασιθίου.  Έτσι  αποφεύχθηκε  η  σφαγή.

Μετά  απ’αυτά  ο  Ρεσίτ  αναχώρησε  για  το  Ηράκλειο και  ο  Ομέρ  για  το  Ρέθυμνο.  Στην  μάχη  του  Καμαριώτη  οι  Έλληνες  πολέμησαν  με  τόση  αυταπάρνηση  και  ηρωισμό  ώστε  είναι  αδύνατο  να  κρίνει  κανείς  τον  γενναιότερο.  Οι  Τούρκοι  είχαν  πολλές  απώλειες  σε  σκοτωμένους  και  τραυματίες  γιατί  σε  όλη  την  διάρκεια  της  μάχης  ήταν  οι  επιτιθέμενοι.  Τους  σκοτωμένους  και  τους  τραυματίες  τους  μετέφεραν  αμέσως  στο  Ηράκλειο.

Στα  τέλη  του  Απρίλη  του  ίδιου  έτους 1867,  οι  Τούρκοι  βγήκαν  από  το  Ηράκλειο  και ήλθαν  στον  Άγιο  Μύρωνα.  Το  Αρχηγείο  του  Άνω  Μυλοποτάμου  στρατοπέδευσε  στην  Τύλισσο  και  έμεινε  εκεί,  μαθαίνοντας  την  έξοδο  των  Τούρκων,  για  να  τους  αντιμετωπίσει  και  να  ανακόψει  την  πορεία  τους  προς  τον  Μυλοπόταμο.  Κάποιοι  από  τους  Έλληνες  είχαν  κατέβει  από  το  στρατόπεδό  τους  κοντά  στο  χωριό  Καβροχώρι.  Εκεί  έγινε  μικρή  αψιμαχία  μεταξύ  αυτών  και  των  άλλων  Ελλήνων  που  είχαν  παραμείνει  στο  Γάζι  να  προσέχουν  τους  Τούρκους.  Κατά  το  μεσημέρι,  οι  Τούρκοι  που  βρισκόταν  στον  Άγιο  Μύρωνα, προχώρησαν  με  σκοπό  να  καταλάβουν  τον  Κρουσώνα.  Στο  χωριό  Πυργού  άρχισε  σκληρή  μάχη  μεταξύ  των  Τούρκων  και  των  Κρουσανιωτών  και  Μαλεβυζιωτών.  Μόλις  άκουσαν  τους  πρώτους  πυροβολισμούς  οι  Έλληνες  που  βρισκόταν  στην  Τύλισσο  έτρεξαν  προς  το  μέρος  που  γινόταν  η  μάχη.  Η  πρώτη  ομάδα  αποτελούνταν  από  πενήντα  περίπου  επίλεκτους  γοργοπόδαρους  Ανωγειανούς  μεταξύ  των  οποίων  ήταν  και  οι  Εμμανουήλ  Ξυλούρης  ή  Τζιτζής,  ο  Αντώνης  Σκουλάς  ή  Παπαδαντώνης,  ο  Ιωάννης  Χαιρέτης  ή  Λαχές  και  ο  Γεώργιος  Ιωάννου  Μανουράς  ο οποίος  και  σκοτώθηκε  αμέσως  με  την  πρώτη  επίθεση  που  έκαναν.  Σε  λίγο  έφτασαν  και οι  υπόλοιποι  Άνω  Μυλοποταμίτες  και  αφού  ενώθηκαν  με  τους  Κρουσανιώτες  και  τους  Μαλεβυζιώτες  στράφηκαν  εναντίον  του  εχθρού  αναγκάζοντάς  τον  να  υποχωρήσει  κατά  την  δύση  του  ήλιου  στον  Άγιο  Μύρωνα  και  έτσι  έληξε  αυτή  η  μάχη.

Ο  Ομέρ  Πασάς  αφού  επιχείρησε  πολλές  φορές  κατά  την  άνοιξη  του  1867  να εισβάλει  στα  Σφακιά  και  απέτυχε,  στράφηκε  με  τον στρατό  του  ανατολικά,  για  να  καταστρέψει  τα  άλλα  κέντρα  των  επαναστατών.  Πέρασε  πολεμώντας  από  τις  επαρχίες  του  Ρεθύμνου  και  στρατοπέδευσε  στο  χωριό  Αγγελιανά  Μετόχια.  στις  17  του  Μάη.  Το  Αρχηγείο  Άνω  Μυλοποτάμου,  μαθαίνοντας  την  εισβολή  του  Ομέρ  στον  Μυλοπόταμο,  διάταξε  τα  γυναικόπαιδα  των  Ανωγείων  να  εκκενώσουν  το  χωριό,  να  κρύψουν  όσα  από  τα  πράγματά  τους  μπορούν  και  να  φύγουν  προς  τα  όρη.  Ταυτόχρονα  συγκεντρώθηκαν  όλοι  που  μπορούσαν να  φέρουν  όπλα  και  όλοι  όσοι  μπορούσαν  να  δώσουν  βοήθεια  στους  πολεμιστές.  Στρατοπέδευσαν  στο  χωριό  Γαράζο  και  περίμεναν  τον  Ομέρ  Πασά.  Ο  στρατιωτικός  διοικητής  Ηρακλείου  Ρεσίτ  Πασάς  γνώριζε  ότι  οι  Ανωγειανοί  και οι  άλλοι  Μυλοποταμίτες  έχουν  στρέψει  την  προσοχή  τους  προς  τον  Ομέρ  που  βαδίζει  εναντίον τους  από  την  δύση  και  επομένως  τα  σύνορα  Μυλοποτάμου  Μαλεβυζίου  θα  είναι  αφρούρητα.  Αναχώρησε  λοιπόν  την  νύχτα  της  17ης  προς  18η  Μαΐου  με  1500  στρατιώτες  και  Τουρκοκρητικούς.  Τα  ξημερώματα  τον  αντιλήφτηκαν  οι  Δαμαστιανοί  σκοποί  να  περνά  την  είσοδο  του  Αγίου  Γεωργίου  και  να  κατευθύνεται  στο  οροπέδιο  του  Στρούμπουλα.  Ένας  από  τους  σκοπούς  έφυγε  και  ήρθε  και  το  ανήγγειλέ  στην  Δαμάστα.  Από  εκεί  ένας  άλλος  έφυγε  να  ειδοποιήσει  τον  Αρχηγό  Μιχάλη  Σκουλά  ότι  οι  Τούρκοι  έρχονται  στον  Στρούμπουλα  και  θα  φτάνουν  τώρα  στην  Δαμάστα.  Ο  Αρχηγός  είπε  στον  αγγελιοφόρο  ότι  αυτό  το  πράγμα  που  του  λέγει  είναι  αδύνατο  γιατί  θα  με  ειδοποιούσε  ο  Ηρακλής  (σ.σ.  Κοκκινίδης).  Οι  Δαμαστιανοί  έστειλαν  και  άλλο αγγελιοφόρο  στο  Γαράζο,  ένα  Γαραζανό  εγκατεστημένο  στην  Δαμάστα  (Σαλνταχού  το  παρατσούκλι  του)  και  μόλις  έφτασε  λαχανιασμένος λέει  στον  Αρχηγό :

-Κύριε  Αρχηγέ,  οι  Τούρκοι  μπήκανε  στη  Δαμάστα  και άκουσε  τον πόλεμο  που γίνεται.

Τότε  ο  αρχηγός  αντί  να  τρέξει  να  καταλάβει  τα  επίκαιρα  σημεία  και  να ανακόψει  την  πορεία  των  Τούρκων  οδήγησε  τους  Ανωγειανούς  προς  τα  Ανώγεια  για  να  προφυλάξει  τα  παιδιά.  Μόλις  ανέβηκαν  τον  Γαραζανό  λόφο  τον  λεγόμενο  Κούλε  άκουγαν  πλέον  πολύ  καθαρά  τους  πυροβολισμούς  (γιατί  λίγοι  Δαμαστιανοί  και  Σεισανοί  παρακολουθούσαν  τους  Τούρκους  και  τους  παρενοχλούσαν).  Ο  Ανωγειανός  Εμμανουήλ  Κουτάντος  ή  Σκιόπος  απευθυνόμενος  προς  τους  άλλους  Ανωγειανούς  λέει :

-Που  πηγαίνομε,  δεν  γρικούμε  τον  θρήνο  που  γίνεται  και  σκοτώνονται  τα  αδέρφια  μας ;

Δεν  πρόφτασε  αν  τελειώσει  τις  φράσεις  που  έλεγε  και  οι  γενναίοι  γοργοπόδαροι  Ανωγειανοί  ορμούν  τρέχοντας  και  καταλαμβάνουν  τον  δρόμο και  κυκλώνουν  την  οπισθοφυλακή  του  εχθρού  μαζί  με  τα  μεταγωγικά.  Έπεσαν  στα  χέρια  τους  γύρω  στους  200  Τούρκοι  και  100  μεταγωγικά  ζώα  με  πολεμικό  υλικό  και  τρόφιμα.  Οι  Ανωγειανοί  ήρθαν  στα  χέρια με  τους  Τούρκους  τους  οποίους  σκότωσαν  και  κανείς  δεν  θα  σωζόταν  εάν  δε  νύχτωνε.  Το  κύριο  σώμα  του  στρατού  του  Ρεσίτ  πασά  είχε  προσπεράσει  όταν  κατέβηκαν  οι  Ανωγειανοί  και  κατασκήνωσαν  στον  λόφο του  Δοξαρού.  Οι  Έλληνες  όταν  έπεσε  η  νύχτα  μάζεψαν  τους  σκοτωμένους  και  τους  τραυματίες  και  ανέβηκαν  στην  Ιερά  Μονή  Χαλέπας.  Αφού  ξεκουράστηκαν  λίγες  ώρες  ετοιμάζονταν  να  κατεβούν  και  με  αιφνιδιασμό  να  επιτεθούν  στον  στρατό του  Ρεσίτ  Πασά.  Δυστυχώς  ενώ  ήταν  έτοιμοι  να  ξεκινήσουν  ο  Πάνος  Κορωναίος  παρατήρησε  ότι  στο  τουρκικό  στρατόπεδο  είχαν  ανάψει  πολλές  φωτιές  και  αμέσως  είπε  «Μας  εγέλασαν οι  Τούρκοι».  Ο  Ρεσίτ  αφού  άναψε  τις  φωτιές,  την  νύχτα  κατέβηκε  και  ενώθηκε  με  τον  στρατό  του  Ομέρ  Πασά,  στα  Αγγελιανά  Μετόχια.  Κατά  την  μάχη  του  Δοξαρού  σκοτώθηκαν  ο  Δημήτρης  Σπαχής,  ο  Γεώργιος  Σπιθούρης  και  ο  Ζαχαρίας  Εμμ.  Σπιθούρης  ο  οποίος τραυματίστηκε  θανάσιμα  και  πέθανε μετά  δέκα  μέρες.  Τραυματίστηκε  ελαφρά και  ο  Τζιτζής  ενώ  έσφαζε  ένα  Τούρκο  στην  πρώτη  έφοδο.  Επίσης  τραυματίστηκαν  οι  αδερφοί  Κωνσταντίνος  και  Δημήτρης  Β.  Σμπώκοι,  Ζαχαρίας  Γ.  Ξυλούρης  και  άλλοι.  Πολλές  φορές  μετά  από   τις  δικές  μου  παρακλήσεις  ο  μακαρίτης  ο Τζιτζής  μου  διηγιόταν  και  έλεγε  ότι  στην  μάχη  του  Δοξαρού,  οι  Ανωγειανοί  και  οι  εθελοντές  του  Κορωναίου  έδειξαν  τέτοιο  ηρωισμό  ώστε  δεν  μπορούσε  να  διαλέξει  τον  καλύτερο.  «Εθαύμασα  πολλούς  Ανωγειανούς  εθαύμασα  και  τον  πατέρα  σου  όταν  επήρε  από  το  μέσον  των  Τούρκων  τον  τραυματία  Ζαχαρία  Σπιθούρη»  μου  έλεγε  ο  Τζιτζής  και  εννοούσε  τον  Ιωάννη  Στεφ. Χαιρέτη.

Κατά  τους  πιο  μέτριους  υπολογισμούς  σκοτώθηκαν  και  τραυματίστηκαν  από τους  Τούρκους  πάνω  από  300.  Παρέλειψα  να  αναφέρω  ότι  μεταξύ  των  άλλων  δικών  μας  τραυματιών  που  δεν  ήταν  Ανωγειανοί ήταν  οι  αδερφοί  Εμμανουήλ  και  Νικόλαος  Κουτεντές  και  ο  Ιωάννης  Σακουλίδης.

Την  επόμενη  ημέρα  και  αφού  είχαν  ενωθεί ο  στρατός  του  Ομέρ  με  τον  στρατό  του  Ρεσίτ  ξεκίνησαν  από  τα  Αγγελιανά  Μετόχια  καίοντας  και καταστρέφοντας  ότι  συναντούσαν.  Ανέβαιναν  προς  τ’Ανώγεια  έχοντας  αντικειμενικό  σκοπό  την  καταστροφή  του  χωριού.  Πέρασαν  από  τα  χωριά  Χουμέρι,  Κρασούνα,  Αυδανίτες.  Απ’όπου  κι  αν  περνούσαν  δέχονταν  επιθέσεις  από  τους Χριστιανούς  που  κρύβονταν  σε  ασφαλή  μέρη.  Τέτοια  καταστροφή  πάθαιναν  από  τις  ενέδρες  ώστε  οι  Τούρκοι  αναγκάζονταν  να  εγκαταλείπουν  τους  νεκρούς  τους  άταφους. Οι  Ανωγειανοί  και οι  υπόλοιποι  Άνω  Μυλοποταμίτες  αφού  τακτοποίησαν  τα  παιδιά  τους  κατέβηκαν  και  περίμεναν  τον  εχθρό  στο  χωριό  Άγιος  Ιωάννης.  Εκεί  έγινε  σφοδρή  και  πεισματώδης  μάχη.  Δεν  μπορούσαν  όμως  να  αντέξουν  στον  όγκο  του  εχθρού  γιατί  τους  τελείωναν  τα  πυρομαχικά  και  αναγκάστηκαν  να  υποχωρήσουν.  Τους  ήταν  αρκετό  να  παρεχοχλούν  τον  εχθρό.  Οι  Τούρκοι  βάδιζαν  προς  τ’Ανώγεια.  Πέρασαν  από  το  χωριό  Αξός  που  ήταν  έρημο  και  το  πυρπόλησαν.  Τα  γυναικόπαιδα  της  Αξού  όπως  και  πολλά  Ανωγειανά  είχαν  καταφύγει  σε  σπήλαιο  μεταξύ  Αξού  και  Ζωνιανών,  «Της  Λάμας  το  σπήλαιο».  Εκεί  είχαν καταφύγει  και  γέροντες  και  ένας  δεκαεξαετής  νέος  Ηλίας  Πλατυποδίτης.  Περνώντας  δίπλα  από  το  σπήλαιο  οι  Τούρκοι  αντιλήφτηκαν  μια  γυναίκα  στην  είσοδό  του.  Αμέσως  άρχισαν  να  σκαρφαλώνουν  για  να  μπουν  στην  σπηλιά.  Ο  Ηλίας,  μόλις  αντιλήφτηκε  τον  πρώτο  Τούρκο  να  πλησιάζει,  τον  πυροβόλησε  στο  μέτωπο  και  τον  γκρέμισε  κάτω.  Οι  σύντροφοί  του  μόλις  τον  είδαν  να  γκρεμίζεται  τράπηκαν  σε  φυγή  εγκαταλείποντάς  τον  μαζί  με  τον  οπλισμό  του.  Ο  Ηλίας,  αφού  είδε  από  τις  πολεμίστρες  τους  εχθρούς  να απομακρύνονται,  πήρε  θάρρος  και  άρχισε  να  φωνάζει  «γιαγύρετε  μωρέ  να  τονε  πάρετε».  Όλος  ο  στρατός  πέρασε  από  τα  Ανώγεια  χωρίς  όμως  να  σταματήσει.  Έκαψε  περίπου  100  σπίτια  που  βρισκόταν  στο  βόρειο μέρος  του  χωριού,  πολλά  από  τα οποία  κατάφεραν  να  σβήσουν  οι  Ανωγειανοί  μετά  το  πέρασμα  του  εχθρού.  Φαίνεται  παράδοξο  πως  ο  Ομέρ  δεν  σταμάτησε  να  καταστρέψει  τ’Ανώγεια  αφού  αυτός  ήταν  ο αντικειμενικός  του  σκοπός.  Λέγεται  ότι  βιάστηκε  να  περάσει  ημέρα  τον  Σκλαβόκαμπο  επειδή  φοβήθηκε  μήπως  του  είχαν  στήσει  εκεί  ενέδρα.  Είχε  υπ’όψιν  του  και  το  πάθημα  του  Λαδαογλού  κατά  το  1821.  Έτσι  λοιπόν  ο  Ομέρ  Πασάς  και ο  Ρεσίτ  Πασάς  μπήκαν  στο  Ηράκλειο  ντροπιασμένοι  και  από  εκεί  στράφηκαν  εναντίον  των  Ανατολικών  Επαρχιών.

 

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->