Γράφει στην ΑΝΩΓΗ, ο Δημήτρης Σαλούστρος  του Ζαϊμη

 Τι γυρεύω στις βιβλιοθήκες?

Στα σκονισμένα ράφια διπλωμένοι κείτονται

οι έρωτες των άλλων και εγώ που μόλις τώρα

στις αθώες λευκές σελίδες χαράζομαι,

δεν ξέρω πώς αλήθεια να σε παραλείψω,

να μη σε παραδώσω

στην κακόγουστη αναλγησία της σκόνης!

Ω, να έπιανε το χέρι μου να σε ζωγράφιζα,

στις συλλαβές, φοβούμαι, χάνεται το φως!

 Μπορεί από το άρωμα των υακίνθων μεθυσμένος ή πάλι από τον ίλιγγο του ύψους καθώς το σπίτι του στο φρύδι του γκρεμού να ξύπνησε ένα ξημέρωμα ο Γιάννης ο Μπρίνταλος, του Τιμολέω και να είπε «διάολε και γιατί όχι;» και έριξε την πρόταση να γίνουν τα καφενεία στα Ανώγεια ένα παράλληλο αναγνωστήριο.

Μα θα μου πείτε βιβλιοθήκη στο καφενείο; Εδώ καλά καλά δε χωρούν οι θαμώνες, που όλο και αβγαταίνουν από την καλπάζουσα ανεργία, τη μηχανοποίηση της όποιας παραγωγής και την πάγια ανάγκη, τι τα θες, να ξεφύγει κανείς από τη μέγγενη του σπιτιού, που όπως χρόνια τώρα είχε παρατηρήσει ο Βίλχεμ Ράιχ έχει γίνει μηχανή νευρώσεων.

Και όμως βρίσκω την ιδέα εξόχως απλή και μπορεί με λίγη στήριξη να γίνει και ουσιωδώς λειτουργική.

Χωρίς να εμποδίζει σε τίποτε την παραδοσιακή λειτουργία του καφενείου, όπου ο Ανωγειανός πήγαινε και με πρόσχημα τον καφέ, μιλώντας κριτικάροντας σατιρίζοντας ή αυτοσαρκαζόμενος, ζητούσε ουσιαστικά συναναστροφή, πάει να πει αυτοεπιβεβαίωση, ένα είδος κοινωνικής αναγνώρισης, που ακριβώς γιατί ο τόπος είναι  του ύψους, αλλά στενός και τα μέτρα ανελαστικά είχε το ειδικό της βάρος και μετρούσε ως πιστοποιητικό κοινωνικής καταλληλότητας, σε αυτόν το χώρο, λοιπό, το βιβλίο, που θα βρίσκεται πια μια χεριά απόσταση μπορεί παράλληλα  και διακριτικά να τον προστατεύσει από την πλήξη της επανάληψης- ίδιοι άνθρωποι ίδια σχόλια, προβλέψιμοι τρόποι.

Ύστερα πρέπει να ξεπεραστεί και το άλλο εμπόδιο: οι θαμώνες του Ανωγειανού καφενείου είναι εν πολλλοίς άνθρωποι κάποιας ηλικίας, ξωμάχοι και κατασταλαγμένοι, πού καιρός και μάτια και διάθεση για νέες αναζητήσεις κι ο φόβος με τα λόγια του Καβάφη μην ίσως και «το φως θάναι μια νέα τυραννία, ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.» που συνοδεύει πάντα όσους τολμούν να ανοίξουν ένα παράθυρο.

Όλα τούτα σωστά και μετρημένα, όμως εδώ μιλούμε για ανθρώπους, που ποτέ δε χώρεσαν στο μέτρο. Το ότι τυχαίνει να έχουν όλοι άποψη κι αμετακίνητη δε σημαίνει ξεροκεφαλιά, σημαίνει αντίσταση στο κοινότροπο, αλλά το βιβλίο κινεί τη σκέψη κι η σκέψη από μόνη της είναι επαναστατική!

Τι λοιπόν πιο ταιριαστό στην ψυχοσύσταση ανθρώπων, που και για λόγους αισθητικούς δε σκύβουν το κεφάλι;

Όσο για τις αντικειμενικές δυσκολίες, όσων δεν ξέρουν γράμματα ή δυσκολεύονται στην ανάγνωση τι πιο ψυχαγωγικό και παρεϊστικο από τις μικρές σε μέλη και  χρονική  έκταση αναγνώσεις απάνω στο δοκιμασμένο μοντέλο της αλληλοδιδακτικής, που τόσο σοφά αξιοποιούσαν οι παλαιότεροι.

Η ιδέα να πάει το βουνό στο Μωάμεθ  για τα Ανώγεια θα έλεγα πως δε ξενίζει και τόσο, αν σκεφτούμε πως το Ανωγειανό καφενείο δε προσφερόταν ποτέ για να σκοτώσει κανείς την ώρα του, καθώς ήταν σημείο υποδοχής των ξένων και χώρος ζύμωσης του καινούριου με το παλιό.

Το βιβλίο σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα κομίσει το καταλυτικό επιχείρημα στις αδιέξοδες αντεκδικήσεις, αυτό που οι τεχνίτες της πειθούς αποκαλούν « έξωθεν καλή μαρτυρία» και είτε είναι η γνώμη ενός άλλου Ανωγειανού, γιατί η πρώτη σκέψη είναι, θαρρώ, το όλο εγχείρημα να στηριχθεί πρώτα σε βιβλία όσων συγχωριανών μπήκαν στην περιπέτεια της γραφής και ύστερα της Κρήτης, της Ελλάδας και γενικότερα, είτε οποιουδήποτε άλλου οικουμενικού πνεύματος, θα διευρύνει τα όρια της συζήτησης και θα αμβλύνει την άκαμπτη βεβαιότητα πως η αλήθεια μπορεί να διατηρεί τη φρεσκάδα της ακόμη και ταριχευμένη στο κεφάλι μας.

Να προσθέσω ακόμη, το δικαίωμα στη μοναξιά παρέα με ένα άλλο μοναχικό πνεύμα, γιατί τέτοιοι είναι όλοι όσοι γράφουν, χωρίς περιττές μετακινήσεις και το περισπούδαστο ύφος που χαρακτηρίζει τους καθ’ έξιν αναγνώστες, για να πειστεί και ο τελευταίος ότι ο φυσικός χώρος του βιβλίου είναι εκεί που βρίσκονται όσοι το έχουν ανάγκη και εν τέλει οι εν δυνάμει  αναγνώστες.

Το καφενείο λοιπόν όχι μόνο δεν κινδυνεύει από τη φιλαναγνωσία, αλλά ίσα ίσα θωρακίζεται, πιστεύω, από τη μοιραία μετεξέλιξή του σε kafe, όπου χάνει εκτός από το Ελληνικό του όνομα και την κατάληξή του και την υφή και το άρωμά του από την αβελτηρία να παύει να  συνομιλεί με το παρελθόν και να γίνεται χώρος όπου σταυλίζονται ανώνυμοι, που πάνε να δουν και να δείξουν, όχι να μάθουν, να πουν και να ακούσουν.

Και είναι τέτοια η έκταση του φαινομένου, που σε ένα τέτοιο kafe πρωτεύουσας στη Στέρεα Ελλάδα οι ιδιοκτήτες υπέβαλαν αίτημα προς το Δημοτικό Συμβούλιο να μετακινήσει προς μια άκρη την προτομή του Αθανάσιου Διάκου με το αιτιολογικό ότι εμπόδιζε, λέει «την ανάπτυξη των τραπεζοκαθισμάτων»! Η απάντηση του Δημοτικού Συμβουλίου ήταν η πρέπουσα, αλλά δεν έχει πια και τόση σημασία!

Τέλος η ανάγνωση ενός καλογραμμένου βιβλίου, οπουδήποτε κι αν γίνεται, επιφυλάσσει στον επαρκή  αναγνώστη μια σπάνια χαρά, που τη λέμε αισθητική απόλαυση και που θα μπορούσε από μόνη της να είναι κίνητρο ικανό, που αν το ανακαλύψουμε, θα μπορούσε να μας πάρει από παντού και να μας πάει ως τις γραμμές του!

Χαίρε ποτέ, λοιπόν Ιωάννη του δέτη, για την επίκαιρη ιδέα, καθώς που πάνε να μας κάνουν ακροατές και θεατές της ζωής μας.

Συγχαίρω, προσυπογράφω και στηρίζω.

Κι αν τόσο πια δε γίνουμε σοφοί απ’ τα βιβλία τουλάχιστον να μη μας λείψει η γλυκιά των ταξιδιών μελαγχολία!

 

 

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->