Δεκατρία ολόκληρα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο ενός μεγάλου Ανωγειανού καλλιτέχνη, ενός αυθεντικού εκφραστή της μουσικής μας παράδοσης, του Μύρωνα Σκουλά.

Ήταν 1η Απριλίου του 2002 όταν στα Ανώγεια έφτασε το θλιβερό χαμπέρι του θανάτου ενός από τα αυθεντικά τέκνα του χωριού μας, χτυπημένου από την επάρατη νόσο.

Ο  Μύρος έφυγε σε ηλικία μόλις 48 ετών (γεννημένος το 1954) αλλά στο σύντομο ταξίδι της ζωής του κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλη την σφραγίδα του στην μουσική παράδοση όχι μόνο των Ανωγείων αλλά και ολόκληρης της Κρήτης.

 

”Θα το πιστέψω μόνο αν δω να κλείνει το μνημείο,

αλλιώς πρωταπριλιάτικο θα πω πως είναι αστείο..”

 

Δυστυχώς δεν ήταν ένα ψέμα και σύσσωμο το χωριό τον αποχαιρέτησε  με όλες τις τιμές που άρμοζαν στο φευγιό ενός μεγάλου μερακλή.

Ο Μύρος από μικρός έδειξε τη μεγάλη ικανότητα του να ”σκαρώνει” μαντινάδες και συμμετείχε από νεαρή ηλικία σε όλες τις παρέες και καντάδες του χωριού κοντά σε όλα τα ”ιερά” τέρατα της εποχής.

Γρήγορα θα ανοίξει τα δικά του δυνατά φτερά και θα μπει στον κόσμο της δισκογραφίας και θα γίνει γνωστός στο ευρύ κοινό.

Ο δίσκος ”Κρητική Καντάδα ” στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ,μαζί με τον Μιλτιάδη Σκουλά, έμεινε στην ιστορία και ουσιαστικά έφερε στην Κρητική μουσική το μαντολίνο, το οποίο καθιερώθηκε αργότερα στις δουλειές των περισσότερων Κρητών καλλιτεχνών.

 

”Για σένα έχω στη καρδιά Παλάτι και Μπαλκόνια,

Μπαξέ με διάφορα δεντρά και κελαιδούν τ’ αηδόνια..”

 

”Κάθε ηλιοβασίλεμα σ’ αναστορούμε φως μου,

γιατί το βλέπαμε μαζί μα εδά είμαι μοναχός μου..”

 

”Εγώ του κόσμου τσι χαρές θορρώ κι αναρρωτιούμε,

ίντα λογιώς αισθάνουντε εκείνοι που τσι ζούνε”

 

Μαντινάδες από το Μύρο για όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Τον έρωτα, τον πόνο, τη χαρά, τη λύπη, το γέλιο και το δάκρυ που καθήλωνε τον κόσμο όταν τις τραγουδούσε είτε στους δίσκους είτε στις παρέες με τη χαρακτηριστική φωνή του και το πάθος που απέπνεε.

Πέρα από την Κρητική Καντάδα  κυκλοφόρησε ακόμα τους δίσκους ”Τα Αορείτηκα”, ”Τα Μυστικά του Φεγγαριού ” ”Εγώ ‘χω δυνατά φτερά”και  ”Τα Νυχτοπερπατήματα”  που τον καθιέρωσαν στη συνείδηση του κόσμου ως ένα τεράστιο ερμηνευτή και ένα σπουδαίο μαντιναδολόγο.

 

”Απόψε μελαγχολικό επρόβαλλες φεγγάρι,

μοναχοπαίδι τ’ ουρανού τσι νύχτας κουμαντάρη..”

 

”Όσο κι αν είναι δυνατές οι μπόρες δε με πιάνουν,

γιατί χω δυνατά φτερά και στα ανοιχτά με βγάνουν..”

 

”Κρυφά του κόσμου ήθελα να ‘χω τα βάσανα μου,

μα δε μπορώ προδίδομαι στ’ αναστενάγματα μου…”

 

”Είναι καρδιές που εύκολα μια αγάπη λησμονούνε,

κι άλλες που θυσιάζονται για κάτι που αγαπούνε…”

 

Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Μύρος δεν ξέχασε ποτέ τη μεγάλη του αγάπη τα Ανώγεια, τα πρόβατα και το βουνό παράλληλα με την μουσική του πορεία. Ένας αυθεντικός καλλιτέχνης που μέχρι και σήμερα έχει φανατικούς θαυμαστές όλων των ηλικιών. Έφερε στην μουσική μας όχι μόνο το μαντολίνο αλλά κυρίως το πάθος ,την αυθεντικότητα και την αγάπη για την παρέα και το μερακλήκι που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής.

Τα Ανώγεια δεν τον ξεχνούν, τον έχουν πάντα ως ένα από τους κορυφαίους της μουσικής μας παράδοσης και του πολιτισμού μας.

Σίγουρα πάντως στο μέλλον αυτός ο τόπος θα πρέπει να τιμήσει περισσότερο  τον Μύρο με εκδηλώσεις στην μνήμη του ή με άλλους τρόπους καθώς πάντα το παρελθόν θα πρέπει να αποτελεί μια ισχυρή βάση για να προχωράμε και να δημιουργούμε ένα καλύτερο μέλλον.

 

”Σπάσε του πόνου σύννεφο η πίκρα να λιγάνει,

να βγει ο ήλιος τσι χαράς τη σκέψη να ζεστάνει..”

 

”Αγριολούλουδο τσ’ αυγής κι αξεμπουμπούκιαστο μου,

αχνοδροσουλιασμένο μου,φυντάνι ξομπλιαστό μου…”

 

”Όσο κι αν ζούμε χωριστά δε σ’ έχω αφήσει μόνη,

με τη δική σου ανάμνηση βραδιάζει ξημερώνει..”

 

Ένα από τα ποιήματα που έδειχναν και την μεγάλη ευαισθησία του είναι το παρακάτω:

 

”Βρήκα μια φωτογραφία με στο σπίτι πεταμένη,

που είχα βγάλει πιτσιρίκος κι ήτανε τσαλακωμένη..

Κι είχενε το πρόσωπο μου μιαν αθώα ξεγνοιασιά,

για δεν είχα νιώσει ακόμη πίκρες τσι ζωής κιαμιά..

 

Κι αναστέναξα και είπα : αχ! και να ‘μουνα παιδί,

να ξαναγυρίσω πάλι στην παλιά μας την αυλή..

Και να ‘ρθούν τα γειτονάκια η παρέα η παλιά,

και να παίξουν όπως τότε πάλι τα κρυφά πουλιά..

 

Κείνο το συλλογισμό μου παίρνει πίσω μια φωνή,

που άκουσα απ’ τη κουζίνα έτοιμο ήταν το φαί..

Και προβαίρνει το κοπέλι και εφώνιαζε ,

”μπαμπά έλα να φάμε” και λέω μετά…

 

Που να ξέρει το Κωστάκη που ‘χε σύρει τη φωνή,

πως κι αυτό θα λαχταρήσει να ξαναγενεί παιδί…

 

Αθάνατος στις καρδιές μας!

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΗ

Στον Ιερό Ναό της Παναγίας στο Περαχώρι μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία ο π. Ανδρέας Κεφαλογιάννης είπε τα παρακάτω λόγια για το μεγάλο Μύρων Σκουλά:

”Βαριά και συνάμα σκοτεινή η σημερινή μέρα για το Περαχώρι που αποχαιρετά ένα μυριάκριβο τέκνο του, για τα Ανώγεια που η μουσική σχολή τους χάνουν ένα ακόμα δάσκαλο, για την Κρήτη που δεν θα έχει πια την τύχη να ακούει να τραγουδούν τις χαρές της και τους καημούς της μέσα από την καθαρή φωνή του Μύρωνα Σκουλά.

Μέσα από το ταλέντο του και την αγάπη του για την καλή κρητική μουσική δημιούργησε μια νέα τάξη στα μουσικά δρώμενα της Κρήτης. Με το μαντολίνο και τη γεμάτη μεγαλοπρέπεια φωνή του έκανε όλους τους Κρητικούς τόσο των γενέθλιων τόπων όσο και της διασποράς να σιγοτραγουδούν εν είδη καντάδας, τους καημούς ,τους πόθους και τους έρωτες τους. Τους συντρόφευε στις πιο μοναχικές και μοναδικές στιγμές τους.

Ο Μύρων Σκουλάς με το νέο εκφραστικό μουσικό τρόπο που εισήγαγε στη μεγάλη μουσική σκηνή της Κρήτης έδωσε μια άλλη διάσταση στις κρητικές νότες, πετυχαίνοντας πολύ γρήγορα την δημιουργία μιας νέας μουσικής σχολής η οποία σύντομα βρήκε μιμητές και συνεχιστές κάτι που δηλώνει ότι το καινούριο που είχε γεννήσει άνοιγε νέους δρόμους και μονοπάτια που ο καθένας μας με τον τρόπο του ήθελε να τα περπατήσει.

Ο Μύρων δεν ήταν μόνο ένας ξεχωριστός καλλιτέχνης, ένας μοναδικός στο είδος του τροβαδούρος της κρητικής μουσικής,ήταν επίσης ένας καλός άνθρωπος, πολύ καλός Ανωγειανός που εξύψωσε με τη στάση του και τον τρόπο του το χωριό του, την οικογένεια του, την Κρήτη ολόκληρη.

Το έργο που αφήνει πίσω του είναι σπάνιο ,μοναδικό, αθάνατο και συνάμα οδηγός για όλους όσοι αγαπούν τη μουσική, το τραγούδι, την ίδια τη ζωή. Κι ο Μύρων τα αγαπούσε όλα αυτά για αυτό ανθρώπους σαν αυτόν δε θα πρέπει μονάχα να τους κλαίμε αλλά κυρίως να τους γλεντάμε όπως μας γλέντιζε κι αυτός χρόνια τώρα σε αυτό το ψεύτη κόσμο.

Αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστε Μύρωνα ας είναι ελαφρύ το ανωγειανό χώμα που θα σε σκεπάσει, που τόσο πολύ αγάπησες”.

 

Ολοκληρώνοντας αυτό το αφιέρωμα σας παραθέτουμε μερικά λόγια για τον Μύρο από τον Σταύρο Βιτώρο ή Αγκούτσακα:

 

Ήταν  κι ο Μύρος ο Σκουλάς μια εποχή και κείνος

και μερακλής και γλεντιστής και τσι γενιάς του κρίνος

Την τελευταία του μηνός  εμύσεψε  του Μάρτη

στο μεσοστράτι τσι ζωής και τούτοσάς ραχάτι

Κηδεύτηκε Πρωταπριλιά την μέρα του ψομάτου

πάει καιρός για να βλαστεί ακόμη το όνομα του

Άφηκε πίσω εποχή  κι αυτός σαν τον Κουμούχη

πενήντα χρόνια του τουνά η φεύγα του απού χει

Του Μύρο πάνε δώδεκα κι ο κύρης του φευγάτος

με καρδιοχτύπια στο κορμί απάνω του γεμάτος

Αν είχε χρόνους τσι χασε γιατί χασε το γιό του

κι’ άλλα παιδιά χει μα τονα τον είχε ακριβό του

Τα μερακλίκια του χωριού  χάσαν τον μερακλή τους

τον ποιητή τον στοχαστή τον Καραμπουζουκλή τους

Χάσανε τον αέρα τους το νάμη τον μπροστάρη

και εγλέντα κι οντε ναι κανε και η τον αρωστάρη

Βγήκε στο τάφο του Στραβού  καντάδα κι έκαμε του

πριν βάλουνε το σώμα του ποκάτω του τσιμέντου

Τσι μερακλήδες τσι καλούς δε τσι κλαίγε τσι γλέντα

να χα  το χώμα αλαφρύ ποκάτω που τη πέτρα

Έχει τον Γιώργη Φασουλά εδά η το γαμπρό του

να χει να λέει κι ο γαμπρός και για τον πεθερό του

Επήρε κόρη μερακλή  και μερακλή χει  κύρη

κι ήταν το άστρο του μπελή ως πού ψηλά θα γύρει

Έχεις τον κύρη σου τουδά  και πια δεν είσαι μόνος

που μύσεψε και  κόλα του και ο δικός σου πόνος

Ξημέρης και Σουβλόκωστας Στραβός Σταματογιάννης

καλοί  λυράρηδες τουδά  καντάδες για να κάνεις

Κίτρος και Φουναδόκωστας και Καραμουζαντώνης

νε μεν κι αυτοί αλλα και σύ πια θα τσι ξεφαντώνεις

Κουρκούτης Μυροδόκωστας Ξυλούρης  Ρουλιογιώργης

και Κοντογιάννης Κυρικλής Πλουσής Ζαφειρογιώργης

Με το Κουμούχη, Νεοκλή και Μηναδομανόλη

που  το  γλεντίσαν  το χωριό  οσάν τ ’ασκί τους όλοι

Πλουσομιχάλης Σοφοκλής Μαυρόκωστα Μιχάλη

κουμπάρε αν είναι σαν τηνε  η ζωή  που λένε , η άλλη

Κιαν έχει Μύρο και τουδά Λιβάδι Αρμί Μειντάνι

να μη ξεχάσω να σου πώ και τον Μπαντουρογιάννη

Από γλετζέδες όσους θές οι καλοί τουδά ναι όλοι

με ύστερο η τον Σκουλά του Κίκη το Μανόλη

κι ο Μπάχλης είναι έτουδα και ο Σαμολογιάννης

Πωλομανόλης και Χουμάς παρέες για να κάνεις

Κι ο Τζαβολιός κι ο Καφατσής  κι  ο Μάγκας και ο Πώλος

ο μερακλίκιος ο καλός τουδά ναι ο κόσμος όλος

 

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->