Ο Σωκράτης Κεφαλογιάννης μαζί με άλλους Ανωγειανούς νεαρούς στις ανασκαφές της Ζωμίνθου

Γράφει ο Δήμαρχος Ανωγείων Σωκράτης Κεφαλογιάννης

Αύγουστος 1990, πλατεία Αρμί, κατά τον εορτασμό της 46ησ επετείου από το ολοκαύτωμα των Ανωγείων. Ο πατέρας μου Σωκράτης Κεφαλογιάννης εκπλήρωσε μια μου επιθυμία, να μιλήσει στον καθηγητή κ. Σακελλαράκη ώστε να με πάρει εργάτη στην ανασκαφή της Ζωμίνθου.

Ο πατέρας μου ο ίδιος δεν το επιθυμούσε γιατί είχε μπακάλικο στο οποίο λόγο των σχολικών διακοπών του καλοκαιριού βοηθούσα εγώ και τα αδέλφια μου. Δεν ήθελε όμως να μου χαλάσει το χατίρι.

Εγώ το επιθυμούσα γιατί πολλοί συμμαθητές μου συμμετείχαν και άκουγα ιστορίες και αστείες στιγμές που θα ήθελα να ζήσω.

ο κ. Καθηγητής δεν μπορούσε να το αρνηθεί στον φίλο του Σωκράτη.

Πράγματι από Δευτέρα θα ανέβαινα στην δουλειά.

Ζώμινθος

Πρώτη μέρα εργασίας. Δεν θα ξεχάσω όταν με τοποθέτησε ο κ. Καθηγητής που είπε στον υπεύθυνο αρχαιολόγο του τομέα ότι είμαι υπό την προστασία του. Κατά την διάρκεια της ημέρας, μου έκανε την πρώτη παρατήρηση γιατί στον τοίχο που  ανέσκαπταν οι εργάτες και έσκαβαν ασταμάτητα, δεν ήταν επαρκώς καθαρισμένος κατά την φωτογράφιση.

Στο μεσημεριανό φαινόμουνα εντελώς «ψαρωμένος». Φάγαμε, ήταν πολύ όμορφα. Το βράδυ στο σπίτι ένοιωσα αδιαθεσία. Πιθανότατα τροφική δηλητηρίαση. Επανήλθα μετά από 2 μέρες.

Στιγμές

Είχα αλλάξει τομέα ήταν ένα δωμάτιο το οποίο υπό την επίβλεψη αρχαιολόγου έσκαπταν δύο ή τρία άτομα (εκεί γινόταν και οι εκπαιδεύσεις των νέων), την καθαριότητα είχα αναλάβει εγώ με τον συμμαθητή μου Μανόλη Σκανδάλη. Θυμάμαι μια μέρα είχαμε καθαρίσει τον χώρο από τα χώματα που έβγαζαν οι εργάτες με το μαχαιράκι και μόλις είχαμε καθίσει στο πλάι, δίπλα στον τοίχο. Τότε εμφανίστηκε ο κ. Καθηγητής, επιβλητικότατη μορφή. Απευθυνόμενος στον αρχαιολόγο ρώτησε γιατί εμείς καθόμαστε, «γιατί κάθονται αυτοί?», σηκώθηκα για να απαντήσω αλλά η απάντηση αποστομωτική «εσύ γιατί πετάγεσαι? σου μίλησα?». Αμέσως μόλις απομακρύνθηκε αρχίσαμε τον καθαρισμό του δωματίου. Πράγματι βγάλαμε πολύ χώμα!!!!.

Δεν ήταν 5 λεπτά που είχαμε καθίσει και επέστρεψε ο κ. Καθηγητής. Ήπιος μίλησε και σε μας. Απευθυνόμενος στον αρχαιολόγο τον ρώτησε αν εμείς καθαρίσαμε, ο αρχαιολόγος απάντησε καταφατικά αλλά ο κ. καθηγητής ξύνοντας το μποτάκι του στο χώμα, χώμα έβγαλε – τι να έβγαζε! είπε ότι δεν καθάρισε καλά και έδωσε εντολή να ξανά καθαρίσουμε. Ευτυχώς δεν πέρασε κατά την διάρκεια της ημέρας γιατί θα κάναμε την ανασκαφή με τα σκουπάκια…

Είχε τελειώσει η ανασκαφή και είχαμε μείνει καμιά εικοσαριά εργάτες, μου άρεσε γιατί θεώρησα ότι με είχε εκτιμήσει. Ελπίζω να ήταν αυτό και όχι λόγο του μπαμπά μου που σεβόταν απεριόριστα και ήταν και ο «αποκλειστικός» του μπακάλης.

Ήμουν, ίσως, ο μοναδικός μικρός που με μια παρέα 50άρηδων Ανωγειανών είχαμε μείνει για να φτιάξουμε το καλντερίμι για την πηγή της Ζωμίνθου. Θυμάμαι που μια μέρα εκεί που εργαζόμαστε είχε έρθει ο καθηγητής. Στραβοπάτησε σε πέτρα? ξεκόλλησε η πέτρα? τίποτα από τα δύο? δεν ξέρω.

Ίσχυσε η φράση ” ποιός είδε το θεό και δεν φοβήθηκε”. Θυμάμαι εγώ δεν ταράχθηκα γιατί ήμουν ο τελευταίος τροχός της αμάξης, αλλά θυμάμαι και παρατηρούσα την όλη σκηνή. Είχα την αίσθηση ότι δεν γινόταν από νεύρα όλα αυτά αλλά είχαν το σκοπό τους.

Δεύτερη μεγάλη ικανοποίηση ένοιωσα όταν στο τέλος μείναμε δέκα περίπου νεαροί και δεχθήκαμε μαθήματα συντήρησης αρχαιοτήτων στο πολύκεντρο. Από τον Τάσο και την σύζυγο του, του μουσείου Ηρακλείου… ήταν κάτι το μαγευτικό πέρασα πολύ όμορφα.

Το φθινόπωρο θυμάμαι του ίδιου έτους άρχισε μια αντιδικία με τους εργαζόμενους και τον καθηγητή. Θυμάμαι υπέγραψα σε μια επιστολή στις εφημερίδες.

Μετά από χρόνια συνάντησα τον κ. καθηγητή στην Σταδίου, εγώ δούλευα σε μια εταιρία στην Αθήνα τότε. Τον πλησίασα και τον χαιρέτησα. Δεν ξέρω αν με γνώρισε. Εγώ του συστήθηκα. Δεν έχασα την ευκαιρία να του ζητήσω συγνώμη. Μόνο αυτό.

πέρασαν τα χρόνια ο κ. Σακελλαράκης επανήλθε στα Ανώγεια στην Ζώμινθο και στο Ιδαίο. Εγώ έγινα Δήμαρχος και με αυτή την αιτία αρχίσαμε να κουβεντιάζομε πολύ. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι πολλά πράγματα αξίζουν στην ζωή και ας μην τα ολοκληρώσουμε ποτέ εμείς, αλλά κάποιοι άλλοι.

Σήμερα 6 Ιουλίου 2010 είκοσι χρόνια μετά βρέθηκα ως δήμαρχος στην πρώτη ημέρα έναρξης των ανασκαφών της Ζωμίνθου. Καθόμασταν στο τραπέζι με την κ. Εφη, τον Γιάγκο, τον Γιώργο το Ρούλιο, το Βασίλη τον Φασουλά και κάποιος τράβαγε με την κάμερα. Φώναξε τον Μανόλη του Μαρίνου να καθαρίσει το τασάκι. Έγινε μια σκηνή όπου ο κ. καθηγητής με την ίδια αυστηρότητα μπόλιαζε τον Μανόλη εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία για να πορευθεί ντρέτα στην ζωή του. Όπως έκανε και ο Μπάμπης του Κάργα παραδίπλα μπολιάζοντας την αγριαχλαδιά. Πόσο χρήσιμος είναι σκέφτηκα,  ” γλυκιά που είναι η ζωή ” είπε.

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->