Για να αποτιμηθεί ορθά η  αρχαία ελληνική γραμματεία, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν,  πως αν και οι Έλληνες δεν υπήρξαν ο μόνος αρχαίος πολιτισμός,  που γνώριζε γραφή, η αρχαία ελληνική λογοτεχνία αποτελεί την  αρχαιότερη αναμφισβήτητη πηγή επίδρασης και έμπνευσης του σύγχρονου πολιτισμού.

Τα αρχαία ελληνικά κείμενα αποτελούν μνημεία του ανθρώπινου πολιτισμού και η σημασία τους δεν εξαντλείται στην λογοτεχνική τους αξία, αλλά και στο ρόλο τους ως τεκμήρια πολιτισμικών φαινομένων και πνευματικών κατακτήσεων.

Στη συζήτηση για τα αρχαία στο Νέο Λύκειο, στη Βουλή, αναδείχθηκε για μια ακόμη φορά, η αδυναμία της πολιτείας να οδηγήσει σε μια εξεύρεση λύσης για την επί της ουσίας σοβαρή διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ώστε οι μαθητές να αξιολογήσουν με κριτική σκέψη  το μάθημα των αρχαίων ελληνικών και να το αγαπήσουν.

Σε δέκα χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής αποτελεί μέρος του ωρολογίου προγράμματος στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Προφανώς, το γεγονός,  ότι οι ώρες διδασκαλίας της ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  είναι υπερδιπλάσιες από αυτές που προσφέρουν τα γυμνάσια της αντίστοιχης εκπαίδευσης στο εξωτερικό, δεν αρκεί  για να κάνει τους έλληνες μαθητές να ενδιαφερθούν για τα αρχαία και πολύ περισσότερο να τα κατανοήσουν και να τα αγαπήσουν. Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό θα έπρεπε να λειτουργούν οι δάσκαλοι των αρχαίων ελληνικών. Όχι να διδάξουν, μα να εμπνεύσουν την ανάγκη για μάθηση, να μη σταθούν στις λέξεις, αλλά  στα νοήματα πίσω από αυτές.

Ο καθηγητής  Δημήτρης  Λιαντίνης  αναφέρει στα «Ελληνικά» του το 1992: «Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δε θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε χρόνος, αλλά δε θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δε θα άκουγε όμως ούτε θα βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.
Γιατί; Απλά, γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις».

Τα αρχαία δεν τα μαθαίνουμε για να μιλάμε μεταξύ μας, αλλά για να μάθουμε το πώς σκέφτονταν, πως  ζούσαν και πως δημιουργούσαν οι πρόγονοί μας και να μπορέσουμε έτσι  να κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους είμαστε υπερήφανοι για αυτούς.

Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών μέσα από μετάφραση βοήθησε εποικοδομητικά την γνώση, αφού τα σπουδαία νοήματα των αρχαίων κειμένων γίνονται πιο εύκολα αντιληπτά μέσα από τη νέα ελληνική. Σε καμία όμως περίπτωση δεν θα έπρεπε οι Έλληνες  μαθητές  να σταματήσουν  να διδάσκονται την αρχαία ελληνική. Η ελληνική γλώσσα, με όλες τις διαφοροποιήσεις που έχει υποστεί, παραμένει  μια ενιαία γλώσσα για πάνω από 3.000 χρόνια.

Ο εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος,  σε αγόρευσή του το 1911 στην Βουλή, είπε: «Ακραδάντως πιστεύω ότι η γλώσσα του Ελληνικού λαού τόσο η καθαρή όσο και η δημοτική είναι μία γλώσσα η ελληνική –αυτή αύτη η αρχαία εν τη εξελίξει την οποίαν υπέστη».

Αντί επιλόγου θα δανειστώ τα λόγια του έτερου  μεγάλου κρητικού, του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος σε γράμμα του προς τον Μηνά Δημάκη, μοιράζεται τις ανησυχίες του για τη γλώσσα μας, μα και την πίστη του πως είναι νομοτελειακό οι Έλληνες να βρίσκουμε τελικά το δρόμο μας. Επίσης κρατώ και την ορθογραφία του!

« Το σώμα είναι γερό, το μιαλό δουλεύει, κρατώ αλάκαιρη την Ελάδα κάτω από τα βλέφαρά μου -και τίποτα θαρώ δε μου λείπει. Πρέπει, αλήθεια, νάμαστε περήφανοι. την σύμπτωση αφτή να γενηθούμε Έληνες. Και συν να νιόθουμε, κάθε στιγμή, σε κάθε μας λόγο, σε κάθε γραμμή και στίχο που γράφουμε, πως έχουμε μεγάλη ευθύνη.
Ο στοχασμός αφτός, τα τελευταία τούτα χρόνια, που γνώρισα από κοντά την παγκόσμια intelligentsia και είδα τους αντιπροσώπους της και τους μίλησα και τους έζησα, μου δίνει τη Μεγάλη Βεβαιότητα για την ασύγκρητη αξία της ράτσας μας. Γεννηθήκαμε άρχοντες. Φοβερή γη και ευθύνη».

Ιωάννα  Μπισκιτζή

Λέκτορας κλασικής φιλολογίας

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->