Η ΑΝΩΓΗ  αποχαιρετά έναν μεγάλο Ανωγειανό, δημοσιεύοντας την συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Ορέστης  στην έντυπη ΑΝΩΓΗ και στο δημοσιογράφο της ΕΡΤ Γιάννη Φασουλά το Νοέμβριο του 2005.

 Η Ανωγειανή γη, τα χώματα της οποίας τόσο αγάπησε και τίμησε, θα “αγκαλιάσει” για πάντα τον Ορέστη Βρέντζο που “έφυγε” στα 88 του χρόνια, το Σάββατο 23 Οκτωβρίου. Τα Ανώγεια αποχαιρετούν έναν άνθρωπο αξιοπρεπή, με σεβασμό και ήθος, έναν από τους τελευταίους που έζησαν στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, κι έναν αυθεντικό καλλιτέχνη τους μετέπειτα, στο δύσκολο μετερίζι της ξυλογλυπτικής, όπου έδινε μορφή, εικόνα, συναίσθημα και ζωή στο ξύλο.

Ο Ορέστης Βρέντζος είχε δώσει μια μεγάλη συνέντευξη ζωής στην έντυπη ΑΝΩΓΗ και τον δημοσιογράφο της ΕΡΤ Γιάννη Φασουλά. Η συνέντευξη έγινε τον Νοέμβριο του 2005 όταν ο ίδιος ήταν 73 ετών. Στη μνήμη του “σκαλίσαμε” και εμείς τα δικά μας αρχεία, όπως και ο ίδιος σκάλιζε με αγάπη το ξύλο, και σας την παρουσιάζουμε, ευχαριστώντας τον Ορέστη για το μεγάλο έργο που προσέφερε στα αγαπημένα του Ανώγεια, αλλά και ευελπιστώντας να βρεθεί ο τρόπος ώστε όλο αυτό το έργο ζωής που σμίλεψε να βρεθεί στον αγαπημένο του τρόπο και με κάποιον τρόπο να εκτεθεί ως μουσειακό υλικό, πολύτιμο για τις επόμενες γενιές Ανωγειανών.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Ανωγειανός δημιουργός αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του και της καλλιτεχνικής του πορείας, σε μια εκ βαθέων συνέντευξη στην “ΑΝΩ ΓΗ”, τονίζοντας χαρακτηριστικά, “πως ότι όνειρο και να δω βοσκεύω στη Νίδα”…

Του αρέσει να σκαλίζει το ξύλο, να του δίνει άλλοτε ανθρώπινη μορφή και άλλοτε αφηρημένη, πάντα με σεβασμό προς τη φύση, όπως ο ίδιος τονίζει. Από βοσκός στον Ψηλορείτη, τη δεκαετία του 1950, είχε ανακαλύψει ότι τα χέρια του “πιάνουν”. Έφτιαχνε κουτάλια, σουβλομάνικα, μαχαίρια. Από τους βοσκότοπους της Νίδας βρέθηκε στην Αθήνα, ως υπάλληλος της ΔΕΗ. Τυχαία επισκέφθηκε μια έκθεση ξυλογλυπτικής και είπε μέσα του, ότι μπορεί κι αυτός να φτιάξει ίδια και καλύτερα έργα .Κι έτσι πραγματικά έγινε. Άρχισε σιγά-σιγά να ξεδιπλώνει το ταλέντο του.

Τα έργα του όμως παρέμεναν άγνωστα μέχρι που συναντήθηκε με τον τότε δημοσιογράφο και σημερινό βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Λιάνη, στο καμαρίνι του αείμνηστου Νίκου Ξυλούρη. Ο Ψαρονίκος μίλησε με τα καλύτερα λόγια για το έργο του Ορέστη, ο Λιάνης την επομένη δημοσίευσε μια συνέντευξη στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ”. Ο δρόμος για να γίνει γνωστή η δουλειά του καλλιτέχνη Ορέστη Βρέντζου άνοιξε. Η μια έκθεση έφερε την άλλη και τα έργα, μέσω και της ΔΕΗ ταξίδεψαν στο εξωτερικό. Ο Ορέστης είναι πια γνωστός και εκτός συνόρων.

Μέχρι σήμερα έχει φτιάξει περίπου 500 “κομμάτια”, σε κανένα όμως από αυτά, όπως ο ίδιος λέει, δεν θα δεις χαρούμενα πρόσωπα, όταν τον ρωτάμε το γιατί απαντάει πως αυτό είναι απόρροια της δυστυχίας μέσα στην οποία έζησε τα παιδικά του χρόνια.

Πολλά από τα έργα του είναι γυναικείες φιγούρες, του αρέσει όπως υπογραμμίζει να φτιάχνει γυναίκες στο ξύλο και να “παίζει” μαζί τους, γιατί όπως λέει με παράπονο δεν είχε τύχη να τις απολαύσει, ως νέος.

Ο Ορέστης Βρέντζος, τονίζει ιδιαίτερα  τη συμπαράσταση της γυναίκας του και των παιδιών του σε όλη αυτή  τη μεγάλη καλλιτεχνική πορεία που έχει διανύσει: “με στήριξε πολύ η γυναίκα μου, τα αγάπησε τα έργα μου, όπως τα αγάπησαν και τα παιδιά μου. Μου λένε καμιά φορά, “να μην πουλείς”.

Διατυπώνει την άποψη του για τους Ανωγειανούς, μέσα από το μάτι του καλλιτέχνη, λέγοντας ότι: “δεν σμιλεύονται με τίποτα”, βγάζοντας ταυτόχρονα το τοπικιστικό στοιχείο που έχει μέσα του, σημειώνοντας ότι “τέτοια ράτσα δεν υπάρχει πουθενά αλλού”.

Όνειρο του είναι να φτιάξει ένα Μουσείο στα Ανώγεια και να στεγάσει όλα του τα έργα, για να περνάει ο κόσμος μια μέρα “χωρίς εισιτήριο”, όπως λέει, να τα βλέπει. Έχει μάλιστα διατυπώσει προφορικά το αίτημα του στο Δήμο Ανωγείων.

Όπως αναφέρει, όπου και να πάει τα Ανώγεια, τον πληγώνουν. Μπορεί να ζει στην Αθήνα, όμως η σκέψη του είναι διαρκώς στο χωριό, τονίζοντας με νόημα, “ότι όνειρο και να ιδώ, βοσκεύω στη Νίδα”. 

Ορέστη πότε ξεκίνησες να σκαλίζεις;

“Όταν ήμουνα βοσκός στον Ψηλορείτη, έβλεπα τις παραστάσεις στα ξύλα και στις πέτρες. Εγώ νόμιζα όμως ότι τα βλέπει όλος ο κόσμος και έλεγα στον εαυτό μου: Γιατί να μην φτιάξουν οι άλλοι και να τα φτιάξω εγώ. Έφτιαχνα κάνα κουτάλι, κάνα σουβλομάνικο, κάνα μαχαίρι και του έβανα μανίκια. Δεν γνώριζα ότι είχα ταλέντο για αυτά τα πράγματα, γιατί πίστευα ότι τα είχε όλος ο κόσμος. Όταν πήγα στην Αθήνα, εκεί κατά σύμπτωση βρέθηκα σε μια έκθεση ξυλογλυπτικής, που είχε προκαλέσει ντόρο. Είπα λοιπόν μέσα μου, μα μπορώ να τα κάνω και εγώ αυτά. Για μένα θέλω να σου υπογραμμίσω, ότι ουδείς είναι καλλιτέχνης, καλλιτέχνης είναι η φύση, από εκεί αντλεί όλος ο κόσμος. Είμαι φυσιολάτρης και αποκαλύπτω αυτό που έχει δημιουργήσει η φύση, με μεγάλο σεβασμό και χωρίς να την κακοποιώ ποτέ. Πήγα λοιπόν μετά από μερικές μέρες στον Διόνυσο και βρήκα ένα κομμάτι αγριελιά. Έχει σημασία πως το βρήκα. Έκανα μια βόλτα στο βουνό, κάποια στιγμή γλίστρησα, πιάστηκα από ένα κλαρί, κι αυτό ξεπατώθηκε. Έπιασα λοιπόν και έφτιαξα από την κάτω μεριά του ένα κριαράκι. Το πήγα σπίτι και μόλις το είδε η γυναίκα μου μου λέει:”τι είναι αυτό;”. Την άλλη μέρα πήγα και πάλι στο Διόνυσο βρήκα ένα ξύλο και έφτιαξα μια γυναίκα γυμνή. Αυτά είναι τα δυο πρώτα έργα μου, τα έχω κρατήσει και δεν τα πουλάω. Στη συνέχεια έφτιαχνα κομμάτια αλλά ήταν στην αφάνεια. Μιλάμε για τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μέσα σε ένα χρόνο είχα φτιάξει καμιά τριανταριά κομμάτια. Είχα δώσει ένταση στον εαυτό μου και όπου έβλεπα ξύλο το σκάλιζα”.

Η δουλειά σου πως έγινε γνωστή;

“Έτυχε, και συναντηθήκαμε στο καμαρίνι του Νίκου του Ξυλούρη, με τον τότε δημοσιογράφο και σήμερα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ  το Γιώργο το Λιάνη, Του λέει ο Νίκος δείχνοντας εμένα, ¨’οτι έτοσες είναι αδερφοκτός μου, αδελφός μου και είναι ξυλόγλυπτης και κάνει ωραία έργα”. Μου πήρε μια συνέντευξη και τη δημοσίευσε  μαζί με μια φωτογραφία μου στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ”. Στη συνέχεια ήρθε ένας άλλος δημοσιογράφος, ο Αχιλλέας Χατζόπουλος στο σπίτι και προσπαθούσε επί τρεις ώρες να με πείσει να κάνω μια έκθεση. Εγώ ούτε που το είχα στο μυαλό μου. Ντρεπόμουνα. Δεν νόμιζα ότι έκανα κάτι σπουδαίο… Εν τέλει με έπεισε, λέγοντας μου ότι θα γίνει έκθεση  στην γκαλερί “Αγκάθι” στην οδό Μυθύμνης στην πλατεία Αμερικής. Η έκθεση έγινε με 25 έργα. Στα εγκαίνια πουλήθηκαν τα περισσότερα. Τα έργα που πήγα, τα περισσότερα από αυτά δεν τα πούλαγα, αλλά ο γκαλερίστας ήθελε να βγάλει…

Ένα έργο πολύ ωραίο πήρε ο Αντώνης ο Περιστέρης (ιδιοκτήτης σήμερα του κρητικού κέντρου ΚΑΣΤΡΟ στην Αθήνα), με την ονομασία “τα στοιχειά του Ψηλορείτη”, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ότι ήταν δικά μου. Και να σκεφθείς ότι είμαστε πολύ καλοί φίλοι. Μετά έμαθε ότι το έργο ήταν δικό μου”.

Ακολούθησαν κι άλλες εκθέσεις;

” Η ΔΕΗ όπου εργαζόμουνα, είχε εκθεσιακό χώρο στην οδό Χαλκοκονδύλη. Μια μέρα πήγα σε μια έκθεση ενός ζωγράφου ονόματι Μήτρακας, ήταν συνάδελφος στη ΔΕΗ. Εκεί ήταν και ο τότε διοικητής της ΔΕΗ Αγγελόπουλος. Να σημειωθεί ότι εγώ είχα ρωτήσει πότε μπορώ να κάνω έκθεση εκεί και μου είπανε ότι αυτό μπορεί να γίνει μετά από δυο χρόνια. Έρχεται λοιπόν ένας συνάδελφος και μου λέει:” δώσε τις φωτογραφίες με τα έργα σου να τις δείξουνε στο διοικητή”. Του δίνω τις φωτογραφίες και πήγε και του τις έδειξε. Μόλις τις είδε ο διοικητής ρώτησε “ποιος είναι αυτός”. “Να, ο κ.Βρέντζος”.Με φώναξε και με ρώτησε “εσύ τα κάνεις αυτά;”, “εγώ τα κάνω”, του απαντάω. Καλεί αμέσως τον υπεύθυνο της αίθουσας  και του λέει: “Μετά τον Μήτρακα, ο Βρέντζος”. Προσπάθησε να φέρει αντίρρηση ο υπεύθυνος, αλλά ο διοικητής της ΔΕΗ ήταν απόλυτος:” Είπα μετά τον Μήτρακα, δεν ξέρω τι…θα κάνεις, θα εκθέσει τα έργα του ο Βρέντζος”. Το δε αύριο με φωνάξανε να ετοιμαστώ, γιατί μετά από είκοσι μέρες θα γινόταν η έκθεση”.

Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη αναγνώριση του έργου σου μέσα από τη ΔΕΗ;

“Κάνω την έκθεση και γίνεται χαμός, παρότι κάποιοι συνάδελφοι, όταν με έβλεπαν σε κάποιες στιγμές ελεύθερες να κρατάω κάποιο ξύλο και να πελεκώ, μου έλεγαν…”τι βλακείες είναι αυτές που κάνεις;”. Όταν έβλεπαν όμως, την απήχηση του έργου μου, ερχόντουσαν οι ίδιοι και…έλεγαν, “μα μεις το βλέπαμε το ταλέντο σου”. Και βέβαια μου δίνανε την ευκαιρία για να τους…πειράξω. Έκανα στη συνέχεια διάφορες εκθέσεις, μια από αυτές στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Συνολικά έχω κάνει γύρω στις 15 εκθέσεις, όμως τις αποφεύγω γιατί οι γκαλερίστες ζητάνε…τη μάνα τους και τον πατέρα τους”.

Εκτός Αθηνών έκανες εκθέσεις;

“Στη Σουηδία. Μεταξύ 200 καλλιτεχνών που ήταν στη ΔΕΗ, η επιχείρηση διάλεξε εμένα, για να στείλει στη Στοκχόλμη. Με φώναξαν και μου είπαν, “θα πας στη Σουηδία”. “Μα πως θα γίνει, τα έργα χρειάζονται κάποια προστασία για να μετακινηθούν”, τους εξήγησα. Μου έφτιαξε ειδικά κουτιά η ΔΕΗ, τα ασφάλισε και τα έστειλε οδικώς στη Στοκχόλμη. Η έκθεση είχε μεγάλη επιτυχία. Εκτενείς ήταν οι αναφορές στο σουηδικό Τύπο”.

Ορέστη, πόσα έργα έχεις φτιάξει μέχρι σήμερα;

“Δεν τα έχω μετρήσει, αλλά υπολογίζω ότι πρέπει να είναι γύρω στα 500 κομμάτια”.

Αυτά τα 500 κομμάτια, τι απεικονίζουν;

“Ότι εγέννησε η φύση. Βέβαια το 70% είναι ανθρώπινες φιγούρες σε οποιαδήποτε στάση”.

Από που αντλείς την έμπνευση σου;

“Από τη φύση. Να σου επισημάνω κάτι σημαντικό, έργο δικό μου, με γελαστή μορφή δεν θα δεις”.

Γιατί;

“Γιατί εγώ έζησα στη δυστυχία. Έζησα την Κατοχή, έζησα τις μαυροντυμένες γυναίκες, έζησα με ανθρώπους που είχαν βιβλικά χαρακτηριστικά. Δηλαδή ξερακιανοί, μακροπρόσωποι. Έχω φτιάξει πολλές γυναίκες σε πολλές στάσεις. Γιατί τις φτιάχνω; Γιατί δεν τις χόρτασα όταν ήμουνα νεαρός και τις χορταίνω τώρα στα ξύλα και τις βλέπω. Ζούσα στα Ανώγεια και η γυναίκα ήταν απαγορευμένος καρπός…”

Η οικογένεια σου σε στήριξε σε όλη αυτή την πορεία;

“Αυτό το μεγάλο έργο μου, “Η δημιουργία του Κόσμου”, το είχα στο χολ ενός σπιτιού που νοίκιαζα για δυο χρόνια και το πελέκουνα. Πελέκαγα στη κουζίνα, στην τραπεζαρία, γιατί δεν είχα χώρο. Η γυναίκα μου μου έλεγε μην στεναχωριέσαι, ενώ δεν με άφηνε να πατήσω το χαλί, την ίδια ώρα που θα λα πέσουνε τα πελεκούδια απάνω, δεν την ενοχλούσαν. Με στήριξε πολύ η γυναίκα μου, τα αγάπησε τα έργα μου, όπως τα αγάπησαν και τα παιδιά μου. Μου λένε καμιά φορά, “να μην πουλείς”…

Ορέστη έχεις ήδη φτιάξει 500 έργα. Σκέφτηκες τη δημιουργία ενός χώρου στα Ανώγεια, για να στεγάσεις τη δουλειά σου, προκειμένου οι επόμενες γενιές να έχουν τη δυνατότητα να βλέπουν αυτά τα αριστουργήματα;

“Όχι μόνο το έχω σκεφθεί, αλλά είναι και η μεγάλη μου επιθυμία, αλλά δεν το έχω κατορθώσει μέχρι σήμερα που είμαι 73 ετών. Έχω πάει στο Δήμο Ανωγείων, ζητώντας να βρεθεί ένας χώρος, όχι μόνο για μένα, υπάρχουν κι άλλοι σπουδαίοι καλλιτέχνες στα Ανώγεια για να εκθέσουμε, αναδεικνύοντας τόσο το χωριό όσο και τη δουλειά μας. Προσπαθώ να βρω ένα οικόπεδο για να φτιάξω μια αίθουσα όπου θα στεγάσει, όχι μόνο τα ξυλόγλυπτα, αλλά θα πρέπει να σου πω ότι είμαι και συλλέκτης όλων των παλαιών εργαλείων που υπάρχουν όπως: αλέτρια, δρεπάνια, τσικάλια, πιθάρια κ.α. Όνειρο μου είναι να φτιάξω ένα Μουσείο για να περνάει ο κόσμος, “τζάμπα χωρίς εισιτήριο, για να τα βλέπει”. Τις προτάσεις μου τις έχω μεταφέρει προφορικά στο Δήμο”.

Οι Ανωγειανοί σε στήριξαν;

“Επί Δημαρχίας Κλάδου, έκανα μια έκθεση με μεγάλη απήχηση”.

Ποια είναι η άποψη σου για τους Ανωγειανούς;

“Άκου να δεις, ο Ανωγειανός δεν σμιλεύεται. Τι εννοώ; Θα σου πω ότι έχω γυρίσει όλη την Κρήτη, την Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά δεν υπάρχει τέτοια ράτσα, είναι εγωιστικό που το λέω, αλλά το πιστεύω. Έχουμε και εμείς ελαττώματα, όμως τα καλά που έχουμε υπερτερούνε. Μπορεί να λείπω από τα Ανώγεια, αλλά η σκέψη μου είναι διαρκώς στο χωριό. Ότι όνειρο και να ιδώ, βοσκεύω στη Νίδα. Απής επήρα τη σύνταξη μου από τη ΔΕΗ, έρχομαι στο χωριό από την 1η Ιουνίου και φεύγω τέλος Οκτωβρίου”.

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->