• Επιστολή στην ΑΝΩΓΗ -Δημήτρης Σαλούστρος του Ζαΐμη, Φιλόλογος

Ήμαρτον Κύριε,

αλλά, εμείς εδώ, δυο Αναστάσεις προσδοκούμε,

κάθε που είναι να διορθώσουμε ένα θάνατο.

Μη συγχωρέσεις Κύριε, την απληστία μας.

Να μη χορταίνουμε μαύρο

μ’ ένα περίσσο  χάρο μας φορτώνει!

  1. Ένοικοι πάλι της ομίχλης…!

Σαν σε χορό Αρχαίας Τραγωδίας τρία χρόνια μετά, μαυροφορέθηκε    πάλι το χωριό, θόλωσε πάλι ο νους και η ψυχή μας, αδιευκρίνιστο ακόμη για ποιου βαθμού ασήμαντη αφορμή, μετά το Μανώλη, όλοι ντυμένοι στα πένθιμα, να πρέπει να  θρηνούμε το Λευτέρη, να θρηνούμε το Γιώργη κι αύριο ποιος ξέρει ποιόν, αν δεν αλλάξουμε μυαλά.

Άνοιξη καιρός  και τότε και τώρα κι εμείς σαν από μοίρα κακή, σαν από κάποια ιθαγενή νομοτέλεια…. ένοικοι πάλι της ομίχλης.

Στρέφω το βλέμμα, όλοι θαρρείς φονιάδες, όλοι θύματα! Ξέρω αυτό είναι παράδοξο  και άδικο αλλά εδώ είναι Ανώγεια  « και  ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας», που στην περίπτωσή μας θα πει: το να θες να είσαι αυτόνομος, έχει το τίμημά του.

«Όμορφη και παράξενη πατρίδα», για σένα μιλούν λοιπόν οι ποιητές!

Για την ομορφιά του τόπου, παρήγορα μίλησαν κι άλλοι, δε θα σας κουράσω, ξέρω μπορούμε να αντέξουμε ακόμη περισσότερους αδόκητους θανάτους, ακόμη περισσότερους ξεριζωμούς και στάχτες και ορφάνια και ζωές ρημαγμένες κι αυτό είναι,  που με τρομάσσει περισσότερο, κάποια άλλη στιγμή ίσως μιλήσουμε για την Ανωγειανή Άνοιξη, τώρα είναι η ώρα να κοιταχτούμε στα μάτια.

Τι έχουμε, λοιπόν, να πούμε στις χαροκαμένες γυναίκες, τις αδελφές, τις δικασμένες σε ισόβιο πένθος, ποιο δίκιο παράγει άδικους χαμούς, ποια μοίρα? Στα αδέλφια τα άλλα, που απόμειναν, και που μέσα σε μια νύχτα πρέπει να ανέβουν από το βάθος της θλίψης στο ύψος της συγνώμης, τί έχουμε να πούμε?

Η Ανωγειανή μάνα προπάντων, που χρόνια τώρα καλείται να συμβολίσει την αμετάθετη πέτρα, ως πότε θα έρχεται στον ύπνο μας με το βαθύ παράπονο της θείας της Αφροδίτης, που από αιτίες άλλες θρήνησε απανωτούς θανάτους, ως πότε το βαθύ παράπονο  : «εξεβαρέθηκα, μωρέ παιδί μου, να μου λεν’ οι αθρώποι συλλυπητήρια»!

Κοινωνικό είναι το υπέδαφος του κακού κι η ρίζα έχει τη βαθειά της ιστορία, όμως οι καιροί προχώρησαν, κάποια στιγμή ξεμείναμε από τους παλιούς βαρβάρους  άλλαξαν ωστόσο τα ηρωικά πρότυπα και είναι τουλάχιστον αναχρονισμός να τους αναζητούμε ανάμεσό μας. κι είναι στ’ αλήθεια θλιβερό, άνθρωποι τόσο οξυδερκείς, που δεν κατάλαβαν την ειρωνεία του ποιητή, όταν απορημένος τάχα ρώταγε: «και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους?»

Κοινωνικό είναι το ζήτημα να θαρρείς πως με τα όπλα γίνεσαι πιο Ανωγειανός,  γιαυτό μιλούμε, όσοι έχουμε φωνή, δεν είμαστε καλοθελητές και δε δικάζουμε, με πόνο σκάβουμε ως μέσα την ψυχή μας, να βρούμε το αρχαίο κοίτασμα, κείνο που έκανε εκείνον το Δωρικό  Ανωγειανό να αξιώσει από δικαστήριο  να αρκεστεί στο λόγο της τιμής του λογαριάζοντάς  τον βαρύτερο όρκο από το να απλώσει χέρι σε Ευαγγέλιο!

Ψάχνουμε να βρούμε και το απόστημα, που κακοφόρμισε!

Ας μην κρυβόμαστε, η οπλοκατοχή, η οπλοφορία, η οπλοχρησία στην Κρήτη γενικότερα και πρωτίστως στα Ανώγεια από μιας αρχής τελεί υπό καθεστώς ιδιόμορφου ασύλου. Καθεστώς πολιτικό, αλλά και καθεστώς ηθικό και απόκτησε «κοινωνική νομιμοποίηση» ως το αδιαπραγμάτευτο τάχα μέσο να υπερασπιστούμε όσα μπορούν να χωρέσουν στην ευρύχωρη έννοια , που με μια λέξη τη λέμε Τιμή.

Πορευτήκαμε τόσους αιώνες στην αντίληψη μιας ανυπακοής απέναντι στις τυραννίες και τους κατακτητές και μας έμεινε κουσούρι να πεταγόμαστε στον ύπνο μας κάθε που βλέπαμε στολή, κάθε που ακούγαμε το ποδοβολητό του νόμου στο καλντερίμι. Όμως νισάφι πια.

Ο ισχυρός έτσι κι αλλιώς έχει το νόμο του, ο άλλος νόμος, ο θετός, είναι το μόνο αποκούμπι των ανίσχυρων και εμείς δεν έχουμε άλλη δύναμη, απ’ τη  σοφία των παθημάτων. Η αντίσταση απέναντι στον τύραννο είναι υπαγόρευση της συνείδησης ακριβώς για την αποκατάσταση της νομιμότητας. Προϊόν της αντίστασης είναι ο νόμος και αυτόν τον πανάκριβο νόμο έχουμε όλοι υποχρέωση να τον σεβόμαστε.

Κείνοι, που τάχα διερμηνεύοντας την ψυχή μας,  ξεσκονίζοντας έναν αρχειοθετημένο ανδρισμό, ξέμειναν να οριοθετούν με  τα κουμπούρια λίγο διαφιλονικούμενο Ψηλορείτη, δεν  είναι μόνο νομικά ανακόλουθοι, γιατί από το νόμο απορρέουν όλων μας τα δικαιώματα, αλλά και ηθικά έκθετοι, γιατί καταπατούν το «κοινωνικό συμβόλαιο» σύμφωνα με το οποίο περιορίζουμε ένα μέρος της ελευθερίας μας, για να διασφαλίσουμε την υπόλοιπη. Άλλη ελευθερία δεν υπάρχει.

Είναι καιρός οι αυτόβουλοι αυτοί διαχειριστές των δικαίων και των δικαιωμάτων μας να πάψουν να εξαργυρώνουν ακάλυπτες ηθικές επιταγές.

Όλοι οι άλλοι εμείς από την άλλη, που ως μέχρι χθες  χαμένοι κάπως στα περί παράδοσης, πότε κρυφά χειροκροτώντας, πότε αγανακτώντας  χλιαρά, πότε το κόστος μιας διχόνοιας λογαριάζοντας, το θρέψαμε το φίδι μες στον κόρφο μας, είναι καιρός να καταδικάσουμε απερίφραστα και φωναχτά  ό,τι- έστω σιωπηρά- στο όνομά μας καταπατεί νόμους και γνήσιες παραδόσεις.

Αν σήμερα δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε τι ακριβώς μας γίνεται με την οπλο-εμμονή και την οπλο-λαγνεία, πρέπει να βάλουμε όλα αυτά στο νου μας. Αν η πολιτεία, το κόστος το πολιτικό προδήλως μετρώντας, καν δε διανοείται να θέσει θέμα αφοπλισμού των Κρητών εν γένει, να ξέρετε, αυτά είναι κι αυτή, που αναμασεί. Και είναι γιαυτό τώρα, που αναδρομικά τρομάξαμε, που πρέπει μόνοι και διπλά να προσπαθήσουμε.

Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, με θλίψη συλλογίζομαι μην έχει δίκιο και σ’ αυτό ο αθεόφοβος εκείνος  Ιρλανδός ο Όσκαρ Ουάιλντ, όταν διατύπωνε το βλάσφημο αφορισμό πως «η τιμωρία είναι η απάντηση του θεού στις προσευχές μας» τις ρηχές να προσθέσω εγώ, μη βγάλουμε και το Θεό αμαρτωλό.

  1. Τα λάθος προβλήματα χρειάζονται «άλλες» λύσεις!

Πριν λίγο θάψαμε  τα τελευταία θύματα των όπλων  και θέλω να το πω, δεν παρηγορούν πλέον τα ειλικρινή συλλυπητήρια κι η συμπαράσταση και η πάνδημη συμμετοχή στις νεκρώσιμες ακολουθίες, αναγκαία  και ανθρώπινα όλα αυτά, αλλά είναι απόλυτη ανάγκη να μπούμε και στο νομικό πολιτισμό.

Δεν αρκεί ούτε η εδραία πεποίθηση πως το χωριό έχει τους ανθρώπους με το αναγκαίο κύρος και τα κοινωνικά αντανακλαστικά για να αποτρέπει  κάθε φορά τη διαιώνιση του μίσους και να κρατιέται ενωμένο. Αυτό είναι πάντα το πρώτο, αλλά είναι μόνο η αποφυγή του χειρότερου.

Αυτή η ιλαροτραγωδία με την αυτοδικία και τους περιφερόμενους παλληκαράδες επιβάλλεται να σταματήσει εδώ, καλά τα λόγια κυρίως για να απομυθοποιηθεί ο τοξικός μύθος πως ο Ανωγειανός οφείλει να είναι επίφοβος, αλλά χρειάζονται πράξεις για να  βρει ο καθένας το ρόλο του και ενωμένοι και χωρίς υποτιμήσεις και χωρίς υπερβολές να συνεχίσουμε τις παραδόσεις, που τιμούν και μεγαλύνουν τα Ανώγεια.

Στην αντιμετώπισή του το ζήτημα θα χρειαστεί την αγωνία και τον προβληματισμό όλων μας. Προς αυτήν την κατεύθυνση καταθέτω κάποιες πρώτες σκέψεις:

Υπάρχουν, νομίζω δυο-τρεις παράμετροι, που δεν πρέπει να μας διαφύγουν.

Η πρώτη ότι, όσοι οπλοφορούν δεν είναι όλοι  ανεγκέφαλοι αλαζόνες, υπάρχουν και εκείνοι, που μην έχοντας άλλο τρόπο να προστατεύσουν την περιουσία τους- μιλώ για τους βοσκούς και τα κοπάδια τους- από την κλεψά- το άλλο μεγάλο αγκάθι-  αναγκάζονται να οπλιστούν και να πάρουν κάποτε το νόμο στα χέρια τους.

Γιατί και χωρίς να θέλει να κάνει κανείς το δικηγόρο του διαόλου πρέπει να παραδεχτεί  πως  στ’  Αόρι, που δε φτάνει το χέρι του νόμου, ο άλλος τρόπος να σε Σέβονται είναι να σε Φοβούνται. Αυτό δε θα πει πως νομιμοποιούνται, είναι όμως οι πρώτοι, που θα ήσαν πρόθυμοι να κάνουν τα όπλα κειμήλια  και τίποτα άλλο, αν πρώτα η πολιτεία και στην περίπτωσή μας ο Δήμος αναλάμβανε πειστικά να τους προστατεύσει.

Η προστασία αυτή- κι εδώ ανοίγει το κεφάλαιο των παρεμβάσεων- θα μπορούσε να κινηθεί σε τέσσερεις άξονες:

Να Κτηματογραφηθεί ο  Ανωγειανός  Ψηλορείτης.

Να Νομιμοποιηθεί το υφιστάμενο «ιδιοκτησιακό» καθεστώς με το νόμο της χρησικτησίας και με τίτλους ιδιοκτησίας.

Να ενισχυθεί με περιπολίες η αστυνόμευση του χώρου και τέλος

Να ενθαρρυνθεί η ίδρυση, από τους βοσκούς της Κρήτης μακάρι και πάντως των Ανωγείω,ν Ταμείου Αλληλοβοήθειας βασισμένο στην Αρχαιοελληνική αντίληψη: « ο τρώσας και ιάσεται» ( ο που σε λάβωσε θα σε γιατρέψει) από το οποίο να αποζημιώνεται κάθε αποδεδειγμένη  ζωο-απώλεια από κλεψά ή άλλη ατιμία.

Η βασική ωστόσο παράμετρος, που αφορά στην ευρύτερη αντιμετώπιση του ζητήματος, έχει να  κάνει με τη σοβαρή μελέτη της Φύσης του προβλήματος και του Τρόπου παρέμβασης κι εδώ είναι τα πιο δύσκολα.

Ως προς το πρώτο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα λάθος πρόβλημα  με την έννοια  πως ένα έγκλημα δεν πρέπει να πάψει να θεωρείται έγκλημα ακόμη κι αν επικαλείται λόγους Τιμής, πολύ δε περισσότερο, όταν η Τιμή χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα. Και στα λάθος προβλήματα κι ένας πρωτοετής των κοινωνικών επιστημών μπορεί να βεβαιώσει πως δεν υπάρχουν σωστές λύσεις, που θα πει το πρόβλημα είναι που χρειάζεται διόρθωση!

Είναι σαν τον ανόητο πυρετό, που αναίτια,  επιμένει την ώρα που η ασθένεια, την οποία εσήμαινε, έχει προ πολλού θεραπευτεί και που σταματά μόνο αν πάψεις να του δίνεις σημασία.

Χρειάζονται λοιπόν «επινοητικότερες λύσεις». Οι προφανείς: να προχωρήσει η πολιτεία σε κατάσχεση όπλων, ή πάλι να ζητηθεί από τους κατόχους να τα παραδώσουν, είναι αψυχολόγητες, εν προκειμένω ανεδαφικές και θα οδηγήσουν στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα η πρώτη και σε «ηρωική άρνηση» η δεύτερη, καθώς για την Ανωγειανή ανυπότακτη ψυχή «καταθέτω τα όπλα» σημαίνει ντροπιάζω την ιστορία μου, παραιτούμενος από κάθε δικαίωμα σε αγώνα και προσδοκία ηθικής δικαίωσης.

Κι ακόμη δεν πρέπει να διαφύγει και μια άλλη ιδιαιτερότητα:

Όποιοι αναλάβουν τον αναγκαίο διάλογο, πρέπει να ξέρουν πως αυτός ο διάλογος θα είναι εξορισμού ανάπηρος, για  το βασικό λόγο ότι η άλλη πλευρά αδυνατεί να εμφανιστεί και να εκφράσει άποψη, αφού αυτό αυτόματα θα σήμαινε ομολογία  ενοχής.  Αυτή είναι άλλωστε και η αιτία, που ενώ μιλούν όλοι, που καταφέρονται εναντίον της οπλοκατοχής, κανείς από την άλλη μεριά δεν την υποστήριξε φανερά.

Συνεπώς ένας διάλογος μεταξύ «συνομιλητών», που συμφωνούν, δεν φαίνεται να έχει λόγο ύπαρξης. Για να έχει πρέπει να βρεθεί τρόπος να μην αγνοηθεί η άλλη πλευρά, κι εδώ είναι ο κόμπος: πως δηλαδή «δίνοντας λόγο» στους παράνομους δεν θα εκληφθεί ως αναγνώριση στο  «δικαίωμα» της ασυδοσίας, ή πάλι να φανεί ως αναδρομική «άφεση αμαρτιών».

Και κάτι ακόμη, όποιοι κατ’ έθος  κρατούν όπλο ο νους και η ψυχή τους πάσχουν από κάποιαν ασθένεια της όρασης, αν έβλεπαν καθαρά κι αν η ψυχή τους ήταν ανοιχτή σε συναίσθηση του τί αυτό συνεπάγεται, θα είχαμε λύσει το πρόβλημα όλων των ένοπλων αναμετρήσεων κι ο χρόνιος εθισμός κάνει την απεξάρτηση, αν μη τι άλλο υπόθεση μακρού χρόνου.

Αυτά δεν τα λέω για να αποθαρρυνθούμε, αλλά για να μην περιμένουμε ότι ένα τόσο σύνθετο και χρόνιο ζήτημα θα λυθεί αύριο, αίφνης με μέτρα καταστολής: κραυγές και αφορισμούς, ή πάλι με ευχές και αναλύσεις.

Όμως  είναι πολύ ελπιδοφόρο ότι για πρώτη φορά στα χρόνια μας Σύσσωμη η Ανωγειανή Κοινωνία δείχνει τόσο συγκλονισμένη και άτομα και Σύλλογοι και φορείς ο ένας μετά τον άλλο δηλώνουν τη θέληση αλλά και την πίστη πως αυτό το πρόβλημα είναι δικό μας και μόνοι εμείς μπορούμε να το λύσουμε.

Η Ζωή και τα λίγα γράμματα μου έμαθαν πως  οι σπασμένες φωνές ξέρουν μονάχα να θρηνούν. Ενώνω, λοιπόν, τη φωνή μου με κάθε καλοπροαίρετη φωνή στο πνεύμα, που λίγο πολύ περιγράφηκε.

Δίνω μεγάλη έμφαση στο ρόλο, που μπορούν να διαδραματίσουν:

Πρώτα ο Δήμος, που οφείλει να έχει το γενικό χειρισμό, και οι  Πολιτιστικοί Σύλλογοι, των Ανωγείων και της Αθήνας, που έχουν ένα ιστορικό εκτόπισμα.

Ύστερα και κυρίως τα Νιάτα του τόπου, ( οι Μαθητές, οι Ανωγεια- Νέοι της Χαΐμαλίνας, οι Σκακιστές, οι Αθλητές(….Α ναι και η Γυναίκα,  σε όλες τις εκδοχές της, που έχουμε αφήσει αναξιοποίητη) ακόμη τα Σχολειά, η Εκκλησία και τα μέσα πληροφόρησης, οι επιστήμονες, οι σκεπτόμενοι άνθρωποι και καλλιτέχνες, πρεσβευτές του Ανωγειανού Τρόπου.

Και  τελευταία ο Σύλλογος, που πρώτος κάλεσε σε Συστράτευση. Μιλώ για το Σύλλογο  των Αποφοίτων του Σταυράκειου Γυμνασίου, του Σχολειού, που μας έμαθε ανάγνωση και γραφή και που προς τιμή του Γενναιόδωρου Δωρητή του από πέρυσι μαζί με άλλους φίλους ιδρύσαμε στη μνήμη του και στον οποίο αναθέσαμε το ρόλο να μας θυμίζει πως τα πάντα, ως και ο τρόπος, που φουμάρουμε τον καπνό μας, είναι πρωτίστως θέμα Αγωγής.

Προσθέσετε όποιους ξέχασα κι Ενώνω τη Φωνή μου.

 

Υ.Γ  Πόσο επίφοβες, ή μάταιες μπορούν να γίνουν κάποτε οι πράξεις της αριθμητικής σκέφτομαι: Τη διαίρεση, δόξα σοι Παναγιά μου Περαχωριανή, την αποφύγαμε. Όμως και η πρόσθεση, χωρίς να είναι κακόβουλη, μου φαίνεται άνευρη και μηχανιστική. Όταν λέω ενώνω τη φωνή μου, δεν εννοώ αθροιστικά, όσες φωνές, ή ήχοι και να προστεθούν δεν κάνουν μια Συμφωνική Ορχήστρα, για να γίνει αυτό  χρειάζεται Σύνθεση και κάθε Σύνθεση χρειάζεται Ενορχηστρωτή, χρειάζεται Συνθέτη. Δουλειά του Δήμου, θαρρώ, μαζί με την «αιγίδα» και γι αυτό να γνοιαστεί.

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->