Του Γιώργη Α Καλομοίρη , Υποψ Διδάκτορας Πολιτιστικού Σχεδιασμού

Η έννοια του Ξένου, του Ικέτη και του Ασύλου απασχολούν τον άνθρωπο ήδη από τις αρχαίες κοινωνίες, οι οποίες φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό δημιουργούν ένα πρώτο παγκοσμιοποιημένο δίκτυο αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ικέτης και η τελετουργία της Ικεσίας φέρεται να αποτελούσαν άγραφους νόμους με θεία προέλευση καθώς προστάτης τους ήταν ο ίδιος ο βασιλιάς των θεών Δίας. Σήμερα, σε μια μικρή ορεινή κομώπολη  της Ελλάδας , τα Ανώγεια στην Κρήτη πάνω στο σταυροδρόμι ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, μπορεί να μελετήσει κανείς τον ρόλο που έπαιξε το πρώτο ίσως κέντρο φιλοξενίας για  ανήλικους πρόσφυγες από εμπόλεμες περιοχές,  ανακαλύπτοντας ίσως τη χαμένη σύνδεση της αρχαίας Ικεσίας και τη σύγχρονη μέσα ακόμα και από τη διαχρονική αξία της άυλης πολιτιστικής κληρονομιά του Ψηλορείτη. Ο Ψηλορείτης ως η αρχαία Ίδη , κρυφύγετο του Κρηταγενή Δία στη διάσωση απ τον πατέρα του Κρόνο , περιβάλλεται από πολλές κοινότητες οι οποίες λειτουργούν ως κοιτίδες μνήμης ενός μακρινού ακόμα όμως ζωντανού παρελθόντος. Μέσα από τη πολιτισμική ανάμνηση και αφήγηση  καθώς και την κοινωνική αλληλεπίδραση οι κοινότητες αυτές διατηρούν ένα ένα διαχρονικό και ενεργό σύστημα αξιών πάνω στη βάση της αλληλεγγύης, της κοινωνικής αποδοχής και της ιστορικής συνείδησης. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε πρόσφυγες και τοπικό πληθυσμό σε ένα διάστημα 20 χρόνων  αποτελεί ίσως το βασικότερο τμήμα στο παζλ κατανοησης του προσφυγικού φαινομένου  μέσα από την πολιτισμική προσέγγιση των λαών και την ανάγκη καταγραφής , διάσωσης και διάδοσης των στοιχείων που συνθέτουν τη μεταξύ μας άγραφη ακόμα συχνότητα επικοινωνίας. 

«Κλῦθι, ἄναξ, ὅτις ἐσσί· πολύλλιστον δέ σ᾽ ἱκάνω 
φεύγων ἐκ πόντοιο Ποσειδάωνος ἐνιπάς.

αἰδοῖος μέν τ᾽ ἐστὶ καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσιν
ἀνδρῶν ὅς τις ἵκηται ἀλώμενος, ὡς καὶ ἐγὼ νῦν
σόν τε ῥόον σά τε γούναθ᾽ ἱκάνω πολλὰ μογήσας.
ἀλλ᾽ ἐλέαιρε, ἄναξ· ἱκέτης δέ τοι εὔχομαι εἶναι.»

(Όμηρου Οδύσσεια, ε’ Ραψωδία στ. 497-504)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

 «Επάκουσε, όποιος κι αν είσαι, ποταμέ βασιλικέ μου.
Προσπέφτω, χίλιες φορές παρακαλώ σε, γλίτωσέ με
από την απειλή του ποσειδώνιου πελάγου.
Πρέπει, πιστεύω, κι οι αθάνατοι θεοί να τον σπλαχνίζονται
όποιον παραδαρμένος τούς ζητά το έλεός τους.
Ένας που έπαθε πολλά κι εγώ, τώρα στα γόνατά σου πέφτω,
ποταμέ μου, ζητώ να μ᾽ ελεήσεις, βασιλιά μου.
Ικέτης σου είμαι, και το ομολογώ.» 

Ομήρου,  Οδύσσεια, ε’ Ραψωδία  497-504 Μτφρ. Δ. Ι Μαρωνίτης.

1.1 Η Ικεσία και ο Ικέτης ως άγραφοι νόμοι της συλλογικής πολιτισμικής μας μνήμης.

Από τη μακρινή  αρχαιότητα η έννοια του Ξένου, του Ικέτη και του Ασύλου δείχνουν να απασχολούν τις κοινότητες του αρχαίου κόσμου ο οποίος ήδη από πολυ νωρίς στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου διαμόρφωσε μια πρώτη σχεδόν παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. (E. Klain/2014) 

Σε αυτή τη δικτυωμένη λεκάνη του Μεσογειακού κόσμου ήδη από την 14η χιλιετία πριν τον Χριστό, ενυπάρχουν τελετουργίες, συστήματα οργάνωσης και εθιμικά γνωρίσματα τα οποία η πολιτισμική συλλογική μνήμη και η προφορική σκυτάλη μετέφερε στα επόμενα χρόνια ώστε να καταγραφούν και να έρθουν στο σήμερα ως σπαράγματα μιας μυθικής εποχής.(J.Assman/1999)

Η Ικεσία αποτελεί μια κυρίαρχη εθιμική τελετουργία, η οποία διατηρείται μέχρι τις μέρες μας ως ένα  πλέον θεμελιώδες νομικό δικαίωμα, Η προέλευση του όμως το αναγάγει σε ένα διαχρονικά ενεργό και οικουμενικό στοιχείο της άυλης πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Συγκεκριμένα πρόκειται για τη διαδικασία αναζήτησης και έκκλησης ασύλου από τον έχων κίνδυνο άνθρωπο (ικέτη) προς τον έχοντα τη δυνατότητα παροχής προστασίας (προστάτη). Η παράδοση της Ικεσίας με ρίζα προέλευσης τη συλλογική πολιτισμική μας μνήμη και φάινεται να ανακαλέιται στο σήμερα με απαρχή το ήδη προελληνικό (Μινωική εποχή) υποσεινήδητο του εθιμικού μας δικαίου. Η ασυλία ως κατάσταση απόδοσης προστασίας και εξελικτικού αποτελέσματος  της ικεσίας στο τυπικό της μοτίβο συγκροτεί ένα ολοκληρωμένο στάδιο και τελετουργικό. Κατά την ικεσία και ασυλία ο ξένος διωκώμενος από έναν ή περισσότερους εχθρούς αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον τόπο του αναζητώντας καταφύγιο στο βωμό μιας άλλης κοινότητας ,στους κόλπους  της οποία ζητά να γίνει αποδεκτός αφού σωθεί απ τον διώκτη του.(D.Kareli/2018)

Οι δυο προαναφερόμενες αλληλένδετες τελετουργίες, ουσιαστικά αποτελούν μια ιδιαίτερη μορφή αίτησης προστασίας του ικέτη από ένα πρόσωπο , μια κοινότητα ή ένα ιερό, που είτε λόγω κοινωνικής θέσης είτε λόγω κάποιας ειδικής περίστασης  βρίσκονταν σε πιο ισχυρή θέση, όντες ικανοί να του παράσχουν βοήθεια. (D.Kareli/2018).

Οι τελετουργίες αυτές ως άγραφος νόμος ανάγονται στην σφαίρα δικαιοδοσίας της θείας πρόνοιας, καθώς προστάτης των ικετών και του θεσμού της ικεσίας θεωρείται o ίδιος ο Δίας. Ο βασιλιάς των θεών με τα κυρίαρχα προσωνύμια  Ικέσιος και  Ξένιος περιβάλλει με την οργή του όποιον δε σεβαστεί έναν ανώτατο ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους εθιμικό θεσμό. Στον θεσμό αυτό προσδίδεται άλλωστε καθολική εμβέλεια μιας και πρώτος ο Δίας βρέθηκε ως βρέφος στη θέση του ικέτη στην προσπάθεια της μητέρας του Ρέας να αποφύγει τη βρεφοκτονία και τον κανιβαλισμό από τον πατέρα του Τιτάνα Κρόνο.(Psilakis/1996)

Οι πρώτες αναφορές στον θεσμό της Ικεσίας εντοπίζονται σε μυκηναϊκές πινακίδες σε Γραμμική Β Γραφή από τα ανάκτορα της Πύλου και της Κνωσσού, ωστόσο η ανάλυση του εθιμικού ακόμα νόμου της Ικεσίας καταγράφεται ως διαδικασία από τον Όμηρο στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Στα δυο παραπάνω έπη, η Ικεσία ξεδιπλώνεται με τη μορφή της εθιμικής  τελετουργίας και παρουσιάζεται σε αρκετές περιπτώσεις που περιλαμβάνουν διαφορετικές μορφές και μοτίβα. Από τον Βασιλιά Πρίαμο που ως ικέτης εκπληπαρεί τον Αχιλλέα να παραλάβει το σώμα του νεκρού γιου του Έκτορα ώστε  να του αποδώσει τις απαράιτητες νεκρικές τιμές μέχρι τον Οδυσσέα που επαννηλημένα ως ναυαγός και ανέστιος ξένος ,γίνεται ικέτης θεών και ανθρώπων ανά τους τόπους που εκτυλίσσεται η ιστορία του.(D.Kareli/2018).

Όπως φαίνεται μέσα από την αρχαιοελληνική δραματουργία του Αισχύλου (Ικέτιδες,Τήλεφος, Ευμένηδες) , του Ευριπίδη (Ηρακλείδες, Ικέτιδες) και του Σοφοκλή (Οιδίπους επί Κολωνώ) η οποία έπεται των αναφορών του Ομήρου, το μοτίβου της Ικεσίας διατηρείται τουλάχιστον μέχρι και τον 3ο αι π.Χ ως κατεξοχήν άγραφος νόμος απόδοσης φιλοξενίας, προστασίας, ειρήνευσης με καθολικό χαρακτήρα και εμπεδομένη στη συλλογική μνήμη τη θεϊκή προέλευση και θωράκιση. Η ικεσία ως τελετουργία δεν αποκτά ξεκάθαρη νομική υπόσταση παρότι η ασυλία αναφέρεται σε πλήθος διαταγμάτων και επιγραφικών πηγών που αφορούν τους ξένους για την εκάστοτε κοινότητα ,ως το προνόμιο που παραχωρείται και εξασφαλίζει την προστασία ζωής και περιουσίας του ατόμου. Είναι γεγονός άλλωστε ότι η ικεσία και η ασυλία αποτελούν κατασκευές που σφυρηλάτησε ως άγραφους μεν πολιτικούς δε θεσμούς η συλλογική μνήμη, οι οποίοι πέρασαν από διάφορες περιόδους και στάδια με προσπάθειες οριοθέτησης, ελέγχου και περιορισμού της καθολικής εμβέλειας , προστασίας και ισχύος που παρείχαν. Παρότι λοιπόν σε ορισμένες περιπτώσεις οι εκάστοτε κρατικές κοινότητες κατάφεραν να προσδώσουν νομική υπόσταση ενίοτε και αναίρεση σε πράξεις ικεσίας και ασυλίας δεν κατάφεραν να δαμάσουν την πρωτοκαθεδρία της έναντι της εθιμικής παράδοσης που διατηρούσε ως σκυτάλη η συλλογική μνήμη και το κοινωνικό γίγνεσθαι. 

Τα ελληνιστικά χρόνια ως ένα σημαντικό μεταίχμιο για τον αρχαίο κόσμο ,αποτελούν την τελική περίοδο  εξάπλωσης και ανάπτυξης του άγραφου αυτού θεσμού του οποίου το δικαίωμα και η χρήση αυξάνεται και έρχεται ως συνέπεια της έξαρσης των  εμφύλιων συγκρούσεων ανάμεσα στα βασίλεια των επιγόνων του Μ. Αλεξάνδρου . Η ικεσία και η ασυλία στα ελληνιστικά χρόνια λαμβάνουν περισσότερο από ποτέ άλλοτε έναν διακρατικό χαρακτήρα που ξεφεύγει από το άτομο και περνάει στη συγκροτημένη συλλογικότητα. 

Η συνέχεια και η ολοκήρωση του πρώτου μεγάλου κύκλου των παταπάνω τελετουργιών που βρίσκονται στο μετάιχμιο πολιτικής και εθιμικής παράδοσης έρχεται με τους Ρωμαίους και την εποχή κυριαρχίας της Pax Romana . Η περίοδος διαμόρφωσης ενός συγκεντρωτικού κράτους βασισμένου στο ρωμαϊκό δίκαιο θεωρεί την ικεσία εμπόδιο με αποτέλεσμα τόσο αυτή όσο και η ασυλία να οριοθετούνται δραστικά και να αναγνωρίζονται πλέον αυστηρά σε συγκεκριμένους  χώρους λατρείας , ορισμένα μόλις παννελήνιας εμβέλειας ιερά.

Οι μέχρι πρότινος εστίες των  ιδιωτικών οίκων, οι εκπρόσωποι κοινοτήτων , τα ιερά πόλεων, τα αγάλματα θεών καθώς και πανελλήνια ιερά τα οποία αποτελούσαν πλειάδα τόπων ικεσίας έπαψαν να έχουν αυτή τη λειτουργία, με την ικεσία και την ασυλία να περνάνε σε μια φιλτραρισμένη και άκρως περιορισμένη περίοδο διαχείρισης. 

Η πλήρης μετάβαση από το μοντέλο των ομόσπονδων κοινοτήτων και πόλεων κρατών σε αυτό της αυτοκρατορίας με σαφή κεντρική διοίκηση ελέγχου η οποία σταθεροποιείται με τη Ρωμαϊκή κατάκτηση, φέρεται να έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη σύνεπεια. 

Παρά τον περιορισμό της και τη διαχρονική αλλαγή της χρήσης και της εμβέλειας της ,η ικεσία συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας να αποτελεί μια δυνητική κατάσταση στην οποία μπορεί να περιέλθει ο καθένας ερχόμενος για διαφορετικούς λόγους σε άκρως δυσχερή θέση που να χρειάζεται βοήθεια  με κίνδυνο που να απειλεί τον οίκο, την πατρίδα ακόμα και τη ζωή του. (D.Kareli/2018).

1.2 Η Ίδα το διαχρονικό άβατο ενός κατατρεγμένου θεού.


Ως πρώτος Ικέτης του ιερού βουνού της Ίδας, ο Κρηταγενής Δίας τον οποίο φυγαδευμένος από τη μάνα του Ρέα στη προστασία ενός θιάσου δαιμόνων , των Κουρητών και των Ιδαίων δακτύλων, όρισε το ορεινό και σπληλαιώδες κρυσφήγετο του ως άσυλο θεών και ανθρώπων.

Το άσυλο του νεογέννητου Δία απότελεσε το ίερο άβατο της σπηλιάς του Ιδαίου Άντρου στα 1550μ. υψόμετρο με την αίγα Αμάλθεια,  τη νύμφη Μέλισσα, τους Κουρήτες, τους Ιδάιους δακτύλους και άλλες μυθικές υβριδικές οντότητες να αναλαβάνουν την ανατροφή, την προστασία και επιμέλεια του νεοαφιχθέντα θεικού πρόσφυγα. (Psilakis/1996, Sakellarkis 2011).

Πόσο κοινό μοτίβο στις θρησκείες η δοκιμασία της φυγής και φυγάδευσης ,η οποία προέρχεται ως αναγκαιότητα εκδίωξης και κινδύνου που ανάγει το προσφυγικό φαινόμενο σε διαχρονική ίσως αξία κρίσης, πίστης και μετάβασης από μια κατάσταση σε μια άλλη.

Ο Κρηταγενής Δίας μεγάλωνοντας εκπλήρωσε την προφητεία εκθρόνισης του πατέρα του Κρόνου της οποίας η απειλή  τον έστειλε ικέτη στο Ιδαίο Άντρο. Το θεικό βρέφος ως ενήλικας θεός πλέον, κυριάρχησε στη Μεγάλη Μάχη έναντι του πατέρα του σε μια συμμαχία θεών έναντι Τιτάνων, μιας γενιάς έναντι μιας άλλης. Ο ίδιος ο Δίας αναδείχθηκε ένθρονος βασιλιάς που από ξένος και ικέτης μετουσιώνεται εκτός των άλλων σε Ξένιο και Ικέσιο προστάτη  ασυλίας. Η μάχη επικράτησης του Δία έναντι του Κρόνου γνωστή ως Τιτανομαχία αποτέλεσε έναν πόλεμο ανάμεσα σε δυο παρατάξεις θεών που συμβολίζει τη διαδοχή των θεϊκών γενεών . Το νικηφόρο αποτέλεσμα της μάχης αυτής φέρνει τον Δία και το δωδεκάθεο κυρίαρχους,με την εγκαθίδρυση ενός περισσότερο ανθρωπομορφικού μοντέλου εξουσίας.(.A.Toynbee/2011, Psilakis/1996)

Η Ίδα καθιερώθηκε στη συλλογική πολιτισμική μνήμη ως ιερό και ως άβατο  μυστηρίων τα οποία προσέλκυαν προσκυνητές από όλο τον αρχαίο κόσμο ώστε να γνωρίσουν τον τόπο που ανέθρεψε τον ικέτη ΚρηταγενήΘεό. Ο μύθος της αρχαίας Ίδας συνεχίστηκε καθώς  ως σημερινός Ψηλορείτης φιλοξένησε στις πλαγιές, τις κορφές και τις κοινότητες που τον περιβάλλουν καταδιωκόμενους, χαϊνηδες, επαναστάτες και αντάρτες, παράνομους έρωτες ακόμα και ζωοκλέφτες, διατηρώντας παράλληλα την αντίφαση του ορεινού πετρώδες άβατου που ανέδειξε τη φιλο-ξενία σε μυθικής προέλευσης συλλογική τελετουργία.

Δε μοιάζει τυχαίο άλλωστε που σε αυτούς τους τόπους στην αυγή της 2ης χιλιετίας μ.Χ ο Δήμος Ανωγείων με την ομώνυμη κοινότητα στα 800 περίπου μέτρα υψόμετρο στον Ψηλορείτη,  σαν να ξανάπιασε το μίτο της ιστορίας απ την αρχή θεμελιώνοντας το πρώτο κέντρο φιλοξενίας ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων από περιοχές τις οποίες καταδίωκε ο πόλεμος.

Έτσι με την σφραγίδα του ελληνικού κράτους κυρίως όμως θέληση της ίδιας της τοπικής κοινωνίας, ξεκίνησε μια ιστορία που η μνήμη της άυλης πολιτιστικής του κληρονομιάς του ίδιου του τόπου σφυρηλατεί αδιάκοπα στο αέναο  των πέρασμα των χρόνων.

  1. Το κέντρο ασυνόδευτων ανηλίκων αιτούντων ασύλου από εμπόλεμες περιοχές ως στοιχείο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του Ψηλορείτη.

Η έννοια του προσφυγικού φαινομένου αναμφίβολα δεν αποτελούσε θέμα στην ημερήσια ατζέντα της Ελλάδας στις αρχές του 2000. Ο πρόσφυγας, ο μετανάστης ακόμα και ο πόλεμος, επρόκειτο για έννοιες και μνήμες  προερχόμενες από ένα μακρινό γεωγραφικό κυρίως όμως χρονικό πλαίσιο το οποίο θα λέγαμε πως δεν απασχολούσε την καθημερινότητα του Έλληνα.

Την ίδια περίοδο στο μακρινό Αφγανιστάν η έννοια του πολέμου αποκτά χαρακτηριστικά διαρκείας, κλιμακούμενης σφοδρότητας και ετερονομίας με αποτέλεσμα να αναγκάζει πλήθος αμάχων πολιτών και ασυνόδευτων ανηλίκων στην αναζήτηση μιας ουσιαστικήςρεζέρβας ζωής και επιβίωσης.(.G.Sbokos/2019)

Αλήθεια ποια όμως η σύνδεση στην περίπτωση μας ;

Η  Ελλάδας των αρχών του 2000 τι σχέση έχει με τη μέγγενη του πολέμου στο Αφγανιστάν με κρίκο διασύνδεσης μια πολύ μικρή κωμόπολη στην ορεινή Κρήτη, τα Ανώγεια;

Το φαινόμενο της πεταλούδας της παγκοσμιοποίησης ίσως να επιχειρούσε να εξηγήσει γιατί στα Ανώγεια, την ποιμενική κατά βάση κωμόπολη των 2500 περίπου εγγεγραμμένων κατοίκων, η χώρα φαινομενικά έμοιαζε να ξεπληρώνει ένα μικρό μολις γραμμάτιο φιλοξενίας και υποδοχής προς τα Ηνωμένα Έθνη. 

Όμως όχι, η έννοια του ασύλου σε αυτόν τον μικρό τόπο φέρεται να ξεπερνά το θεσμικό πλαίσιο των νόμων του κράτους και των υποχρεώσεων της πολιτείας για να αγγίξει υποσυνείδητα την προϊούσα μορφή της ικεσίας και ασυλίας  που η συλλογική κοινή μνήμη διατήρησε αιώνες σε ένα τελικά πολύ ισχυρότερο, άγραφο σχεδόν μυθικό ,δίκαιο αρχών και κανόνων. 

Στα Ανώγεια της Κρήτης, έναν ορεινό, ιστορικό και πολύ μικρό πληθυσμιακά δήμο της Ελλάδας στην καρδιά του Ψηλορείτη, μια πρωτοβουλία λίγων φάινεται να προσεγγίζει τα κοινά πολεμικά και αφηγηματικά βιώματα ως μηχανισμό αποδοχής των πολλών. Η λογική των παράλληλων βιωμάτων πάνω στο ιστορικό αφήγημα του προσφυγικού, συνέβαλε στο να στεριώσει στα Ανώγεια ένα από τα πρώτα κέντρα υποδοχής ασυνόδευτων ανήλικων μεταναστών ζητούντων άσυλο από εμπόλεμες περιοχές. Η αρχική εγγύηση της λειτουργίας του κέντρου ήταν μάλιστα υπό την αιγίδα  του ΕΙΝ (Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, το οποίο έχει συγχωνευθεί στο ΙΝΕΔΙΒΙΜ) του Υπουργέιου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Ευρωπαϊκού ταμείου για τους Πρόσφυγες.(Ploumaki-Oikonomoy/2009)

Η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε εκτός των άλλων και ένα πείραμα κοινωνικής και πολιτιστικής συνύπαρξης πάνω στην αλληλεπίδραση του τοπικού πληθυσμού με τους ανήλικους πρόσφυγες που ήρθαν από εμπόλεμες περιοχές λειτουργώντας σε μεγάλο βαθμό ως υπενθύμιση της ιστορικής ανατομίας και εμβάθυνσης  του ίδιου του τόπου. Σε μια εποχή φαινομενικής ευμάρειας των αρχών του 2000 , ένας τόπος φέρεται να αναλογίζεται το παρελθόν του. 

Τα Ανώγεια έχουν στο ιστορικό ενεργητικό τους επιφορτιστεί με ένα πρόσημο φυγάδευσης, , προστασίας,  κάλυψης επαναστατικών κινήσεων και εσωτερικής προσφυγικής μετακίνησης. Οι συνέπειες της δράσης τους που αποτυπώνονται στις διαταγές και τα αντίποινα καταστροφής  του χωριού ,τα οποία δημιούργησαν σταδιακά ένα ισχυρό κοινωνικοιστορικό dna βασισμένο σε ενέργειες που στηρίζουν την ιστορική ανταπόδωση προς κάθε τι που θεωρούν ότι προσομοιάζει στην περίπτωση τους.  

Στις αρχές του 2000 στα Ανώγεια, έχοντας ακόμα πολλούς εν ζωή μάρτυρες της τρίτης και μεγαλύρερης καταστροφής τους (από τους Ναζί  στις 13/8/1944 όπου διατάχθηκε η ολοσχερή καταστροφή του χωριού με τους κατοίκους να γίνονται οι ίδιοι πρόσφυγες στα γειτονικά χωριά), αποτέλεσαν πρόσφορο και ιδανικό πεδίο ανάπτυξης  ενός κοινωνικού και συλλογικού αφηγήματος υποστήριξης , αποδοχής και φιλοξενίας μιας δομής προσφύγων. Η δομή αυτή θα ήταν το κέντρο υποδοχής Ανωγείων το οποίο θα φιλοξενούσε ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες από εμπόλεμες περιοχές.  Τόσο το γεγονός του πολέμου όσο και το γεγονός ότι επρόκειτο για παιδιά σφυρηλάτησε ένα πανίσχυρο πλέγμα προστασίας και ενσωμάτωσης σε μια κοινωνία στην οποία η ιστορική υπενθύμιση ως ρητορική και η επίκληση στο συναίσθημα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αρχικώς επιτυχή έκβαση του εγχειρήματος.

Αναμφίβολα υπήρξε και ο αντίλογος, οι φοβίες και ο γενικότερος προβληματισμός. Στις μικρές  κλειστές κοινωνίες όπως η περίπτωση μας ,τέτοιου είδους  προβληματισμοί γίνονται ευκολότερα ηχηροί και ορατοί.  Η σταδιακή όμως τριβή της καθημερινότητας, η πρώτη μορφή ενσωμάτωσης που προσέφερε το σχολείο, κυρίως όμως οι ντόπιοι διαμεσολαβητές αρκετοί από αυτούς εργαζόμενοι στο ίδιο κέντρο, κατάφεραν με τον καιρό να προσδώσουν την ουσιαστική πνοή καθιέρωσης των παιδιών ως μιας ξεχωριστής με τις ιδιαιτερότητες της κοινωνικής ομάδας στον κοινωνικό και  παραγωγικό ιστό του τόπου.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στα 20 χρόνια παρουσίας του έμψυχου δυναμικού του κέντρου στα Ανώγεια υπήρξαν μεγάλες  δυσκολίες βιωσιμότητας,  δυσχέρειες γραφειοκρατίας, εναλλαγές διοίκησης και νομικού καθεστώτος καθώς και πλήθος από αδυναμίες προσέγγισης ζωτικών ζητημάτων που είχαν ανάγκη πολύπλευρης αντιμετώπισης. Παρόλα αυτά η πολιτισμική ζύμωση και συχνότητα που καλλιεργήθηκε ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και τους πρόσφυγες έχει αφήσει το δικό της δείγμα γραφής το οποίο κανένας θεσμικός μέχρι στιγμής φορέας δεν έχει προσεγγίσει και αναλύσει επιστημονικά.  

Το προσφυγικό φαινόμενο σε αυτό το διάστημα της εικοσαετίας κατάφερε την ώσμωση σε έναν ορισμένο βαθμό της περιοχής ώστε  να δει έξω απ το κουτί της, ενεργοποιώντας ταυτόχρονα συλλογικότητες και πρωτοβουλίες οι οποίες αλληλεπιδρούν με  τη νέα πραγματικότητα. Είναι σημαντικό ωστόσο να αναφερθεί πως μεγάλο μέρος της τοπικής κοινότητας το έμψυχο δυναμικό του κέντρου υποδοχής καλύπτονταν από έναν αόρατο θόλο ενώ η ίδια η λειτουργία του κέντρου έχει περάσει από βαθιές κρίσεις αντιμετώπισης δομικών ζητημάτων.  

Τα Ανώγεια και οι ορεινές κοινότητες που περιβάλλουν τον Ψηλορείτη συγκροτούνται κατά βάση από ποιμενικές και αγροτικές κοινωνικές ομάδες οι οποίες διαμόρφωσαν διαχρονικά τον παραγωγικό ιστό και την πολιτιστική φυσιογνωμία του ίδιου του τόπου. Είναι γεγονός που στις ίδιες θέσεις που έβοσκαν τα πρόβατα τους οι Μινωίτες και οι Μυκηναίοι συνεχίζουν να υπάρχουν βοσκοί διατηρώντας εν πολλοίς ένα συνεχές τελετουργικό μοτίβο με προσμίξεις, εθιμικά γνωρίσματα και άγραφους κανόνες τους οποίους η συλλογική πολιτιστική μνήμη διατηρεί , επιβάλει και επναπροσεγγίζει στα νέα δεδομένα που προκύπτουν.(O.Rackham &J. Moody/2004)

Μέσα από αυτό το μωσαϊκό συλλογικής μνήμης , ιστορικών βιωμάτων και ισχυρού μυθολογικού αφηγήματος  επαναδιατυπώθηκε ουσιαστικά η έννοια της ικεσίας και ανάδυσης του ξένου και ανέστιου  σε ξένιο και οικείο σε μια άγραφη τελετή αποδοχής, φιλοξενίας και κοινού ή παράλληλου κώδικα βιωμάτων. 

Η άυλη πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί με τη σειρά της το εναλλακτικό πεδίο διερεύνησης, προσέγγισης και αλληλεπίδρασης του προσφυγικού φαινομένου με τους τόπους υποδοχής και τις κοινότητες ενσωμάτωσης των προσφύγων. Όλα αυτά σε ένα μοντέλο που υπερασπίζεται την ενσωμάτωση με όρους ισότητας δικαιωμάτων μα και ευθυνών και όχι με όρους κράτησης και “καυτών σημείων” που ως ωρολογιακή ανθρώπινη βόμβα ξεριζώνουν κάθε ένστικτο λογικής και συνύπαρξης.

Στη μελέτη περίπτωσης μας παρά τη διαφορά γλώσσας και φαινομενικά κουλτούρας η πολιτισμική διάχυση έχει ξεχωριστό ρόλο στην κατανόηση των λαών ανιχνεύοντας τα κοινά μοτίβα,  ενθαρρύνοντας τη συνεργασία και τις γέφυρες επικοινωνίας του τοπικού με τον προσφυγικό πληθυσμό.

Ένα ισχυρό νομικό με οικουμενική εμβέλεια κέιμενο το οποίο βάζει σε συγκέκριμενη εισαγωγική βάση τα παραπάνω είναι η Σύμβαση για την άυλη πολιτιστική κληρονομιά όπως αυτή συντάχθηκε  και επικυρώθηκε από την UNESCO στα  2003.

Οι συνεχείς βελτιωτικές  τοποποιήσεις του αρχικού κειμένου της σύμβασης με επίκεντρο την 11η Σύνοδο της Ουνέσκο για την άυλη πολιτιστική κληρονομιά τον Οκτώμβριο του  2016 στο Παρίσι, ενέταξαν ειδικό κεφάλαιο (απόφαση 15) για την προσφυγική κρίση και την ανάγκη διαφύλαξης πολιτιστικών στοιχεών  λαών οι οποίοι διώκονταν λόγω εμπόλεμης κατάστασης. (D. Kalfopoulou/K Papadopoulou/2019)

Στην τροποποίηση αυτή δόθηκε προτεραιότητα  στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά των εκπατρισμένων – προσφύγων με την ευρύτερη αποδοχή ότι η πολιτιστική ταυτότητα λαών όπως οι Ιρακινοί, οι Σύροι, οι Αφγανοί και οι Πακιστανοί κινδυνεύει να αλλοιωθεί και αφανιστεί. Είναι γεγονός άλλωστε πως πέραν της καταδίωξης, οι συνεχείς μετακινήσεις και διασπάσεις των παραπάνω λαών  επηρεάζουν την ίδια την έκφραση της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς τους ,η οποία χάνεται καθώς διαταράσσεται η συλλογική μνήμη και οι ίδιοι εντάσσονται  σε μια νέα τάξη πραγμάτων στις νέες κοινότητες που επιχειρούν να ενσωματωθούν.

Κλείνοντας, έχει ιδιαίτερη σημασία η πολυτομεακή εξέταση της πολιτιστικής προσέγγισης που έχει προκύψει μέσα από την αλληλεπίδραση των προσφυγικών ομάδων με τον τοπικό πληθυσμό των Ανωγείων στο διάστημα της εικοσαετούς παρουσίας προσφύγων που έζησαν στην περιοχή.

Μέσα από την επιστημονική διερεύνηση θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναδειχθεί ο ρόλος της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και η σημασία της ιστορικής μνήμης ως μοχλού διαμόρφωσης ενός ενεργού μηχανισμό διαχείρισης του προσφυγικού φαινομένου με την εμπλοκή των ίδιων των κοινοτήτων και του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Μέσα από την ιστορική συνείδηση και την πολιτισμική μνήμη του λαού μας χτίζεται σταδιακά και εκμαιεύεται ως πράξη καθήκοντος η ίδια η έννοια της αλληλεγγύης, της αποδοχής και της συνεργασίας. Ταυτόχρονα για τις μικρές κοινότητες έχει ευρύτερες προεκτάσεις μια πράξη ή ενέργεια που ευνοεί το κοινό καλό και δεν αμαυρώνει την ίδια τη φήμη του ίδιου του τόπου. 

 Στα Ανώγεια, η τελευταία αυτή παράμετρος, της φήμης, του ονόματος του τόπου είχε και έχει  καθοριστική σημασία ως προς την καθιέρωση του κέντρου υποδοχής στη πολιτισμική μνήμη καθώς και την καθημερινότητα. Αυτή η σημασία στήριξης του ονόματος,  επέφερε σε πολύ μεγάλο βαθμό και μια γενικευμένη φίλα προσκείμενη στο προσφυγικό ζήτημα κοινή γνώμη. Μια κοινή γνώμη η οποία δεν είναι ασύνδετη με έναν ιδιότυπο τοπικισμό που παρουσιάζει η περιοχή ο οποίος είναι ρητορικά συνυφασμένος με την αντιφασιστική και αντιναζιστική ιδεολογία βάζοντας ως σημεία ορόσημο τα χρόνια της αντίστασης 1941-1944. Η υιοθέτηση μιας ιδιότυπης τοπικιστικής θεώρησης η οποία αντιστρατεύεται σθεναρά σε επίπεδο ορισμών τον ρατσισμό και τον εθνικισμό, έρχεται ως αντιστάθμισμα διατήρησης της τοπικής ιστορικής μνήμης και του πατριωτικού καθήκοντος απόδοσης τιμής προς τους προγόνους και τα θύματα των απελευθερωτικών αγώνων. 

Αυτή η φαινομενική αντίφαση της υιοθέτησης ενός ιδιότυπου τοπικισμού με πατριωτικές προεκτάσεις ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος εκ πρώτης όψεως με τον εθνικισμό , τον ρατσισμό και τον Ναζισμό αρνούμενος να αποτελέσει παρακλάδι τους, αποτελεί ένα ενδιαφέρον ζήτημα διεπιστημονικής προσέγγισης το οποίο θα είχε σημασία να διερευνηθεί και σε παραλληλισμό με αντίστοιχες ισχυρές τοπικά  και κλειστές σε διαπολιτισμικό επίπεδο κοινωνίες. 

Ουσιαστικά αυτό το ιστορικό κληροδότημα διαχρονικών αγώνων αντίστασης σε διαδοχικές μορφές κατακτησης  (Οθωμανοί, Ναζί) σε συνδυασμό με το άσυλο και ορεινό άβατο που προσέφερε ο Ψηλορείτης από τις παρυφές του μύθου μέχρι την ποιμενική καθημερινοτητα, οδήγησαν στην οικοδόμησης ενός τοπικού brand name (όνομα αναγνωρισιμότητας) από το οποίο οποιαδήποτε πράξη αποκλεινει, τροφοδοτεί ένα nomen non grata (ανεπιθύμητο όνομα)που ισοδυναμεί με χτύπημα στις ρίζες του ίδιου του τόπου και της ομαλής διαδοχής στην ιστορική του σκυτάλη. 

Αυτή η ιστορική σκυτάλη του τόπου, μέσα και από τη συγκριτική και διαπολιτισμική μελετη της περιοχής αποτέλει ίσως αντικείμενο καταγραφής, διάχυσης και αλληλεπίδρασης μέσα από τα δεδομένα και τις δυνατότητες της ψηφιακής εποχής.

Ο ρόλος ενός ψηφιακού αποθετήριου άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και ανίχνευσης πολιτιστικών  στοιχείων  με τον ενεργό ρόλο  cultural mediators / πολιτιστικών διαμεσολαβητών θα είχε διεπιστημονικό ενδιαφέρον παρατήρησης. Συγκεκριμένα η εμπλοκή τόσο του τοπικού παράγοντα όσο και ανθρώπων που κατά κάποιο τρόπο έχουν γνωρίσει και τις δυο κουλτούρες , θα μπορούσε να προσδώσει μια νέα κατανόηση  και γνώση του να ξανασυστηθούμε με τον τόπο μας  και ταυτόχρονα να γνωρίσουμε τι συμβαίνει έξω από αυτόν.

Το ψηφιακό αποθετήριο άυλης διαπολιτισμικής κληρονομιάς με απαρχή το προσφυγικό φαινόμενο θα ήταν μια προσπάθεια στην οποία εμπλέκονταν ταυτόχρονα η επιστημονική έρευνα , οι σύγχρονες τεχνολογίες και η διάδραση προσφυγικού και τοπικού ανθρώπινου δυναμικού της εκάστοτε κοινότητας. Στις βασικές στοχεύσεις αυτής της τριμερούς σύμπραξης θα ήταν η διάσωση ,η διάδοση και η καταγραφή στοιχείων άγραφης πολιτιστικής κληρονομιάς που ανιχνεύοντας το τοπικό, μπορούν να προσεγγίσουν το  διαπολιτισμικό με το οικουμενικό αντικείμενο.

Η κυκλική πορεία των πραγμάτων στη διαχρονία των εποχών την οποία κοινότητες γεωγραφικά απομακρυσμένες ίσως ακόμα να διασώζουν ως σπαράγματα ανάμνησης, ξεκινά και ολοκληρώνεται στο αν τελικά ο ξένος είναι εκείνος ο θεόσταλτος ανέστιος ικέτης στη θέση του οποίου ο καθένας μας δυνητικά βρίσκεται.

Ίσως ο Καζαντζάκης να είχε δίκιο όταν ερμήνευσε τον ξένο στο νησί της Κρήτης αναστοχαζόμενος την προέλευση του Ξένιου, τα συστατικά του μύθου σε μια διάσταση  ανοικτών συναισθημάτων στην ετυμολογία που έδωσε  στο πλέον αυτοαναφορικό του έργο, την Αναφορά στον Γκρέκο :

«Ο ξένος είναι ακόμα στην Κρήτη ο άγνωστος Θεός και όλες μπροστά του οι πόρτες και οι καρδιές ανοίγουν».

Ίσως αυτή την κατάσταση  μένει για μας να εντοπίσουμε την άγραφη ακόμα συχνότητα κοινής επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς, δικτυώνοντας το αόρατο νήμα στο χώρο , τον χρόνο και τον άνθρωπο.

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->