“Σε χίλιες βιόλες κόκκινες, κόκκινη βιόλα να ‘σαι,

η μυρωδιά σου θα με βρει και θα μου δείξει ποια ‘σαι..”

Την Πέμπτη 29 Αυγούστου στις 8 μ.μ στην πλατεία στο Περαχώρι, θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Ανωγειανού ποιητή Σταύρου Βιτώρου ή “Αγκούτσακα” με τίτλο ‘Σε χίλιες βιόλες κόκκινες”, μια συρραφή των ωραιότερων μαντινάδων και ποιημάτων του που επιμελήθηκε ο Σταύρος Τζανής. Πρόκειται για την δεύτερη συγγραφική παρουσία του Σταύρου Βιτώρου, μετά το καλοκαίρι του 2014 όπου είχε εκδοθεί το βιβλίο “Στου Τσουρολιό το δέτη” όπου εκτός του ίδιου συμπεριελάμβανε μαντινάδες του αείμνηστου πατέρα του Κώστα (Βιτωρόκωστα) και των αδελφών του Μανόλη, Γιάννη και Βασίλη.

Συντονιστής στην βραδιά της παρουσίασης θα είναι ο Γιώργος Βιτώρος, ενώ για το βιβλίο θα μιλήσουν ο ποιητής Κώστας Μανουράς ή “Προσφύρης” και ο σκηνοθέτης Λευτέρης Χαρωνίτης. Την μουσική επιμέλεια της εκδήλωσης θα έχει ο γνωστός Ανωγειανός λυράρης Λευτέρης Καλλέργης με το συγκρότημα του. Η καινούρια αυτή έκδοση διατίθεται στο δισκοπωλείο Αεράκης στο Ηράκλειο και κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις <<Σείστρον>>.

ΣΕ ΧΙΛΙΕΣ ΒΙΟΛΕΣ ΚΟΚΚΙΝΕΣ

Ο Σταύρος Τζανής από τον Καμαριώτη, ένας εξαιρετικός φίλος των Ανωγείων επιμελήθηκε την έκδοση και επέλεξε τις μαντινάδες και τα ποιήματα που εκδόθηκαν ανάμεσα σε ένα τεράστιο υλικό που έχει εδώ και δεκαετίες ο Σταύρος Βιτώρος.”Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, νιώθεις πως στάθηκες για ώρες μπροστά σε έναν πίνακα λαϊκής ζωγραφικής και σχημάτισες μέσα σου τη ζωή ενός τόπου κι ενός ανθρώπου, γιατί ο λόγος του είναι σαν ημερολόγιο..” αναφέρει χαρακτηριστικά στον πρόλογο του στο βιβλίο ο Σταύρος Τζανής δίνοντας την καλύτερη περιγραφή για τις “Χίλιες βιόλες κόκκινες”, ένα όμορφο μπουκέτο από τη ζωή του Σταύρου και την οπτική του απέναντι στα πράγματα και το χωριό του, τα Ανώγεια.Στο βιβλίο εκτός του προλόγου του Σταύρου Τζανή, υπάρχει και αυτός του Βασίλη Νικ. Δραμουντάνη, μια ακριβής περιγραφή του μοναχικού ποιητή των Ανωγείων “Αγκούτσακα”. Διαβάστε τους δυο προλόγους τους παρακάτω:

Σταύρος Τζανής:

“Ο Σταύρος, ένας παρατηρητής στιγμών του χθες και του αύριο, ψημένος στο παλαιινό ανωγειανό καμίνι των μερακλήδω και σφυρηλατημένος στο χαρκιδιό μιας χαλίσικης εποχής που άφηκε ανεξίτηλα στίγματα στην ψυχή του, διάγοντας ένα βίο έξω από τα συνηθισμένα κοινωνικά πλαίσια του καθωσπρεπισμού, αρματωμένος με την φλογερή πένα της αλήθειας, μα και με μια ιδιαίτερη ευαισθησία που ανθοφορεί στα φυλλοκάρδια ντου, ανηφορίζει μέρα μέρα το καλντερίμι της πορείας που ο ίδιος χάραξε.
Μέσα από το έργο του διαφαίνεται η απαράμιλλη αγάπη για τ’ Ανώγεια και το λιβάδι, για τους ανθρώπους και τον τόπο όπου αναθράφηκε και μεγάλωσε.
Δεκαοχτώ χρόνια τώρα εκδίδει την αυτοσχέδια εφημερίδα με το όνομα ‘’Αγκούτσακας’’ στην οποία περιγράφει καθημερινά τα δρώμενα της ανωγειανής κοινωνίας.
Ο Σταύρος διαθέτει αναμφισβήτητα ένα ακούραστο δημοσιογραφικό πνεύμα με ακόρεστο ενδιαφέρον προς την καταγραφή της καθημερινότητας.
Από τούτο αντλεί μιαν ιδιαίτερη αδιάκοπη «ψυχική ενέργεια» που τον οδηγεί στην γάργαρη πηγή της προσωπικής του κάθαρσης.
Ο Σταύρος, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, βρίσκει καθημερινά μέσα ντου την δύναμη να υμνήσει την φύση, την μοναξιά, να ερωτευθεί, ν’ αυτοσαρκαστεί, να φιλοσοφήσει και να κρατήσει αφτούμενο κερί της ελπίδας στο μανουάλι της θλίψης.
Παιγνιδίζει με την αλληγορία όπως ένα παιδί με τις πρώτες καλοκαιρινές αχτίδες του Μαγιού πιστοποιώντας κατ’ αυτό τον τρόπο την γνήσια κι ανόθευτη ποιητική του φύση. Ανατρεπτικός, καυστικός, αυτοσαρκάζεται και προτιμά την αλήθεια γδυμνή, δίχως τα μαραγκιασμένα πανωφόρια του ψεύτικου εντυπωσιασμού και του επιφανειακού.
Πολύπλοκος, αντιφατικός, ονειροπόλος, αθεράπευτα ρομαντικός, διαθέτοντας μιαν αμετανόητη παιδική ονειροφαντασία που τελικά αποδεικνύεται σοφότερη αφού είναι ανόθευτη ηθικά, ο Σταύρος αποτελεί έναν σύγχρονο Δον Κιχώτη, έναν ιδιόρρυθμο Ροβινσώνα Κρούσο του σήμερα, που πασκίζει να επιβιώσει κρατώντας το φλογισμένο δόρυ της αλήθειας ενάντια στ’ ακατάλυτα δοξάρια της ψευθιάς που μας περιβάλλουν και μας σαγιτεύουν καθημερινά.
Μια ακριβή φίλη μόλις το διάβασε μου είπε: Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, νιώθεις πως στάθηκες για ώρες μπροστά σε έναν πίνακα λαϊκής ζωγραφικής και σχημάτισες μέσα σου τη ζωή ενός τόπου κι ενός ανθρώπου, γιατί ο λόγος του είναι σαν ημερολόγιο.
Ο Σταύρος μιλεί απλά και σκορπίζει ατόφιες αλήθειες μέσω του λόγου του, αλήθειες που συγκερνούν την λύπη με την χαρά, την οργήἠ με τη γαλήνη, την ειρήνη με τον πόλεμο.
Η βροχή τ’αληθινού πέφτει και βρέχει πάντα τα χείλη του θυμού, της μέθης και της παιδικής λογικής και τα χείλη του Σταύρου δεν στεγνώνουνε ποτέ απ’αλήθειες… ακόμη κι αν αυτό, τον κάνει ανεπιθύμητο.

Είθε να ταξιδέψουν τα γραπτά του πρίμα στα πελάη του κόσμου και να σκορπίσουν τις δικές του αλήθειες πέρα απ’ τα σύνορα του λιβαδιού..”

Βασίλης Ν. Δραμουντάνης:

“Ο Σταύρος Βιτώρος, όταν αποφάσισε να αυτοπροσδιοριστεί, διάλεξε τη λέξη αλλά περισσότερο την έννοια “Αγκούτσακας”. Βάφτισε τον εαυτό του και την εφημερίδα του, με το όνομα του απρόσιτου και αφιλόξενου θάμνου, δηλώνοντας εξ` αρχής τις προθέσεις του: θα σας αγκυλώνω. Η εφημερίδα “Αγκούτσακας”, ίσως η πιο πρωτόγονη έκδοση του σύγχρονου κόσμου, έγινε εδώ και χρόνια, το αγκαθωτό χρονογράφημα των Ανωγείων. Ο Σταύρος, κάποιες φορές μέσα από αυτήν, αδίκησε ακόμα και τον εαυτό του, υποκύπτωντας στον πειρασμό της πικρής χολής, κουρασμένος από τη δύσκολη, πονεμένη και μοναχική ζωή του. Όμως, με αυτό το βιβλίο, που δύσκολα θα μπορούσε να γίνει χωρίς την επίμονη αγάπη του Σταύρου Τζανή, έχουμε την τύχη να δούμε βιβλιοδετημένη, μια ποιητική αυτοβιογραφία που δε θα μπορούσαμε ούτε να φανταστούμε. Και κάπου εκεί, την ώρα της ανάγνωσης, μας περιμένει μετά την έκπληξη μια ντροπή, γιατί δεν μπορέσαμε να νιώσουμε πιο νωρίς, την αυθεντική ποιητική καρδιά αυτού του ατσούμπαλου γίγαντα. Ο Σταύρος Βιτώρος, ζει σε ένα περιθώριο που όλοι εμείς δεν θα αντέχαμε ούτε για λίγα λεπτά της ώρας. Σε αυτόν το γκρεμό, που όλες οι πέτρες αιμορραγούν μελαγχολία, αντί να τυλιχτείτη μιζέρια και το μαρασμό, γράφει ασταμάτητα για τα μικρά γεγονότα που περνούν από μπροστά του και τα μεγάλα βάρη που σέρνουν. Από αυτήν την άκρη της ζωής, που του χαρίζει εκτός από πόνο και μια τράπεζα από συναισθήματα, ως αυθεντικός ποιητής της σχολής Ανωγείων και παλιός εργάτης της άρσης ασήκωτων βαρών, τα μεταποιεί σε μεγάλη τέχνη..”

Η ΑΝΩΓΗ εύχεται να είναι καλοτάξιδο! Κλείνοντας σας παρουσιάζουμε τον Σταύρο Βιτώρο, όπως αυτός με στίχους έφτιαξε το δικό του πρωτότυπο βιογραφικό:

Κάποιοι ζητούνε να τους πω το βιογραφικό μου,
μα ένα χαλίκι στα πολλά είναι και το δικό μου.
Με πρίκες, βάσανα, καημούς και μ’ άσκοπο αγώνα,
μοιάζει μαθώς τση ζήσης μου περίπου η εικόνα.
Από κοπέλι ντάκαρα να βγάνω μαντινάδες
πέτε το κληρονομικό που ‘χουν οι μπουνταλάδες.
Την αλφαβήτα έμαθα που λένε κούτσι κούτσι,
γιατί δεν είχα αμυαλό στην κεφαλή κουκούτσι.
Δύσκολα χρόνια παιδικά, πολυμελής φαμίλια
γονείς και έντεκα παιδιά κι η φτώχια ως τα χείλια.
Ο κύρης μου μού μήνυσε γράμματα γη σκαλίδα,
προτίμησα το δεύτερο μα προκοπή δεν είδα.
Μετάνιωσα τα γράμματα που τ’ άφησα στη μέση,
γιατί φτερά στο πνέμα μου θαν είχανε προσθέσει.
Σκαλίδα, φτυάρι και γκασμά, τσαπράζι και μπετόνι
κλάδευγε, σκάβε, μάλαζε, φύγαν πενήντα χρόνοι.
Ξεκούραζα τσι γέρους μου ‘σαμε που στέρεψα ντους,
γέρασα και τ’ αδέρφια μου γυρένε τη δουλειά τους.
Έχω παράπονο του Θιου που πίστεψα σ’ εκείνο,
στσι κόπους μου ανταμοιβή μια μέρα πως θα βρίνω.
Έλεγα θα ξεκουραστώ, να δω μιαν άσπρη μέρα
μα ‘ρθαν οι άσωτοι υγιοί κι άλλους καημούς μου φέρα.
Η κοινωνία γαλανό που ‘γραφα θώρειε μαύρο
και κουτσουριάσαν στη γωνιά σκουπόξυλο τον Σταύρο.
Γεννήθηκα, μεγάλωσα, γέρασα μοναχός μου
κι η συγγραφή τση σάτιρας, μοναδικός σκοπός μου.
Κάνω τσι άλλους να γελούν κι εγώ που υποφέρω
‘πο που το γέλιο κι η χαρά πηγάζουνε δεν ξέρω.
Ανάθεμά σε, μπρε σεβντά, και πως τα καταφέρνεις
και δίχως να φυσάς κλαδί το νου τ’ αθρώπου παίρνεις.
Αν θες να κάνεις τη ζωή σου εύκολη, κάνε δύσκολη τη ζωή των άλλων.
Μα κάτεχε πως η πιο σημαντική οδός τση ζωής είναι η οδός τση τιμής.
Αν τα ‘χεις όλα και δεν έχεις τιμή,

δεν έχεις τίποτα…

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->