Αφήγηση Γεωργίου Σμπώκου, τέως δημάρχου Ανωγείων.

10 ετών στη διάρκεια του Ολοκαυτώματος (γεννηθείς το 1934)

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, που την έκανε ακόμα πιο λαμπρή το φωτογενές και εξαίσιο περιβάλλον του ιερού Ψηλορείτη. Εμείς, μια τριανταριά παιδιά, βρισκόμαστε μέσα σε ένα ευρύχωρο σπήλιο στα “Μελιδομάσκαλα”, ανατολικά της Νίδας και στην είσοδο του, φρουρός ακοίμητος, ο επιστάτης του σχολείου Βασίλης Δραμουντάνης (Κακοπάντιδος), μη επιτρέποντας σε κανένα μας να ξεμυτίσει και επισημανθούμε από τα γερμανικά αεροπλάνα, που διαρκώς πετούσαν από πάνω μας.

Το βράδυ φύγαμε από το σπήλιο και πήγαμε για διανυκτέρευση σε μητάτα συγγενών. Εμείς, εγώ και ο εξάδελφος μου Γιάννης Σμπώκος (σ.σ ο μετέπειτα στρατηγός και αρχηγός του υγειονομικού του Ε.Σ), παιδιά τότε, 10 και 11 ετών αντίστοιχα, πήγαμε στο κοντινό μητάτο των Ατζαράδων (Σμπώκηδων). Εκεί βρήκαμε εκτός από τους βοσκούς και καμιά εικοσαριά άοπλους Ανωγειανούς. Το μητάτο γεμάτο από αγαθά. Φάγαμε και σύντομα μας πήρε ο ύπνος. Το πρωί της 14ης Αυγούστου 1944 μόλις  ξυπνήσαμε, διαπιστώσαμε ότι στο μητάτο δεν υπήρχε κανείς και η ψυχή μας γέμισε από τρόμο. Αργότερα μάθαμε ότι τη νύχτα δόθηκε η εντολή όλοι οι άοπλοι να εγκαταλείψουν τον Ψηλορείτη και να βγουν εκτός Γερμανικού κλοιού. Εμείς κατσουλιστά, βγήκαμε και προχωρήσαμε λίγο πιο πέρα από το μητάτο, για να διαπιστώσουμε αν υπήρχε  κίνηση στον κάμπο της Νίδας και η απογοήτευση μας μεγάλωσε, όταν διαπιστώσαμε ότι παντού βασίλευε νεκρική ησυχία, ούτε φύλλο δεν εκινείτο..

Οι τελευταίες πατάτες…

Τότε ο Γιάννης μου λέει:”Έλα καημένε Γιώργο να φάμε τσι τελευταίες μας πατάτες..”. Τις είχαμε χώσει στην αθρακιά, που διατηρείτο στη μέση του μητάτου, από την προηγούμενη νύχτα. Ενώ με βουλιμία, τρώγαμε τις οφτές πατάτες, ακούσαμε μια φωνή. Πεταχτήκαμε έξω και είδαμε τον Δ.Κεφαλογιάννη (Πρινιανό), να μας φωνάζει να τον ακολουθήσουμε. Μαζί του φτάσαμε στο πηγάδι, στα Μελιδομάσκαλα και από εκεί στο λημέρι στα Πετραδολάκκια, αφού πρώτα μαζί με τους βοσκούς , οδηγήσαμε το κουράδι μας στην Αμμουδάρα, ανατολικά του Βαρσάμου και αφού το ξεκουδουνώσαμε, το οδηγήσαμε στους βαθείς και απόμερους λάκκους της περιοχής, εγκαταλείποντας το.

Το απόγευμα στο Λημέρι, κόσμος πολύς, οπλισμένοι και άοπλοι, όλοι βρίσκονταν σε αναμονή, γνωρίζοντας ότι επραγματοποιήτο ο κλοιός των Γερμανών και ο οποίος στένευε όσο περνούσαν οι ώρες. Ο ήλιος είχε κατέβει χαμηλά προς τη δύση του, όταν ακούστηκε η διαταγή του αρχηγείου της Εθνικής Αντάρτικης Ομάδας “Ο Ψηλορείτης” που έλεγε: “Όλοι οι άοπλοι να επιχειρήσουν τη νύχτα να περάσουν τον Γερμανικό κλοιό και όσοι έχουν παιδιά να τα οδηγήσουν έξω από αυτόν και στη σωτηρία..”.

Εμείς, τα δυο παιδιά, με μια ομάδα ενόπλων, που την αποτελούσαν οι Χριστόδουλος Σμπώκος, Βασίλειος Καλλέργης (Γαρτζόλης), Ιωάννης Σμπώκος (Κωστακογιάννης), Ιωάννης Καλλέργης (Σηφογιάννης) και Χρόνης Κονιός (Κονιδοχρόνης), πήραμε τη βορεινή κατεύθυνση προς το χωριό, με στόχο να φτάσουμε στον Κουλούκωνα, περνώντας τον παλιό εθνικό δρόμο, όπου πιθανότατα βρισκόταν οι οικογένειες μας, που είχαν εξοστρακιστεί από το χωριό μαζί με όλες τις άλλες.

 

Το έργο της καταστροφής είχε ξεκινήσει…

Βασιλεμένος ο ήλιος φτάσαμε στην κορφή των Απατών, πάνω από τα Ανώγεια. Από εκεί διακρίναμε κινήσεις στα φυλάκια των Γερμανών, που ήταν στο Ασφενταμαρό και πάνω από του Ξυλογιάννη το δέτη, οι οποίοι τις πρώτες μέρες διατηρούσαν σε στενό κλοιό το χωριό. Παράλληλα την ίδια ώρα, είδαμε να βγαίνουν πυκνοί καπνοί από τα Σαλουστριανά. Το έργο της φωτιάς και της καταστροφής είχε αρχίσει. Ενώ βρισκόμασταν στις Απάτες, κρίθηκε σκόπιμο να προχωρήσουμε, χωρίς τα μακρύκανα όπλα των συνοδών μας, οι οποίοι κράτησαν τα μπιστόλια και μαχαίρια τους. Τα όπλα φορτώθηκε ο Κονιδοχρόνης και τα επέστρεψε στο Λημέρι.Περιμέναμε να νυχτώσει και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση προς το Δάσος και την Αξό. Όλοι ήμαστε κατάκοποι από την ολοήμερη πορεία μας και το κατέβασμα μας από τις Απάτες, φοβερό και μαρτυρικό, χωρίς την ύπαρξη δρόμου, ανάμεσα από ασπαλάθους και αγκουτσάκους, γκρεμοβολιζόμαστε συνεχώς μέσα στο σκοτάδι και μετά από ώρες φτάσαμε στα αμπέλια, ανατολικά της Αξού.

Ψάχνοντας βρήκαμε λίγες χολέρες και κορέσαμε κάπως την πείνα μας και στη συνέχεια, μέσα στο αμπέλι μας πήρε ο ύπνος, βαρύς και λυτρωτικός. Βαθιά χαράματα, βρισκόμαστε στο πόδι, με κατεύθυνση την Αξό. Δεν είχαμε απομακρυνθεί ούτε χίλια μέτρα και ομάδα Γερμανών διερευνούσε την περιοχή μέσα στην οποία είχαμε διανυκτερεύσει. Πριν φτάσουμε στο Τείχος της Αξού, όπου όλοι οι Αξικοί ήταν συγκεντρωμένοι και αμίλητοι παρακολουθούσαν το κάψιμο και την ανατίναξη των σπιτιών των Ανωγείων, πάρθηκε η απόφαση να αλλάξουμε πορεία, να κατευθυνθούμε στου Σφυρή το Μετόχι (Λειβάδα), για να μη δημιουργήσει η διέλευση μας προβλήματα στους Αξικούς. Φθάνοντας στη Λειβάδα, δεν μπήκαμε στο χωριό για τους ίδιους λόγους.

«Εμπρός πάμε…»

Σταματήσαμε στους βράχους που είναι δυτικά του χωριού και ειδοποιήσαμε τον Κυνηγαντώνη να μας φέρει νερό και κάτι να φάμε. Σε λίγο έφτασε ο Κυνηγαντώνης με μπόλικο νερό και λίγες ελιές με παξιμάδι. Φάγαμε, ήπιαμε και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση τους Ασυρώτους. Εκεί φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι του παπά-Βερτούδου και το πλούσιο τραπέζι με κρέας και μακαρόνια με αθότυρο θα μου μείνει αξέχαστο, παρά το ότι έφαγα ελάχιστα, λόγω της ελονοσίας που με βασάνιζε και του πυρετού που είχε αρχίσει να με ψήνει. Αμέσως μόλις φάγαμε, ξεκινήσαμε να διαβούμε τον αμαξωτό δρόμο και να φτάσουμε στο απυρόβλητο και τη σωτηρία..

Φθάνοντας στο Γεροπόταμο και λίγες δεκάδες μέτρα από τον αμαξωτό δρόμο, καθίσαμε σε ένα χώρο με πυκνά πλατάνια, περιμένοντας την ώρα για το μεγάλο πήδημα. Οι Γερμανοί αποχωρούσαν από όλη την Κρήτη προς τα Χανιά και οι φάλαγγες των αυτοκινήτων που ήταν γεμάτα εφόδια και Γερμανούς στρατιώτες, υποδεχόταν η μια την άλλη. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος άκουγε θόρυβο αυτοκινήτων και έτσι πέρασε σημαντικός χρόνος που εξακολουθούσαμε να είμαστε κρυμμένοι μέσα στους πλάτανους. Κάποια στιγμή ο μπάρμπας μου ο Χριστόδουλος έδωσε το πρόσταγμα: “Εμπρός πάμε!”.

 

«Σήκω και γλάκα…»

Τρέξαμε κι ανεβήκαμε στο δρόμο. Τον περάσαμε αστραπιαία και αναρριχηθήκαμε σε μια καψαλιασμένη γαρμπινή πλαγια, που ήταν ευκολοδιάβατη. Και ξαφνικά και ενώ θέλαμε περί τα είκοσι μέτρα να φτάσουμε στην κορυφή και να αποκωλέψομε, πράγμα που θα σήμαινε το τέλος των κινδύνων της μαρτυρικής πορείας μας, φάνηκαν τα πρώτα αυτοκίνητα Γερμανικής φάλαγγας, γεμάτα στρατιώτες, με έτοιμα τα πολυβόλα πάνω από τα κουβούκλια των οδηγών..

“Πέσετε κάτω!”, ήταν η προσταγή. Πέσαμε, αν και ήμαστε τελείως ακάλυπτοι και αν έστω και ένας Γερμανός γύριζε προς τη μεριά μας θα μας επεσήμανε αμέσως. Ευτυχώς οι πλάτες των Γερμανών ήταν στραμμένες προς εμάς και έτσι η φάλαγγα πέρασε και το δεύτερο πρόσταγμα, “γλακάτε!”, ενεργοποίησε όλους που δαιμονιωδώς και με όσες δυνάμεις είχαν, έτρεχαν να απογείρουν. Ο μόνος που έμενε ακίνητος ήμουν εγώ και η φωνή του πατέρα μου (Κωστακογιάννη) γεμάτη αγωνία ακούστηκε:”Γιώργο παιδί μου, σήκω και γλάκα!”. Εγώ κοίτομαι στο χώμα, ανίκανος να κινηθώ. Και τότε άκουσα και πάλι τη φωνή του πατέρα μου, που επέστρεφε να με πάρει:”Ω, Παναγία μου , κι έσκασα το κοπέλι!”. Κι αρπάζοντας με στη μασχάλη του, έτρεξε κι έφθασε τους άλλους πίσω από την κορυφή. Από εκεί πήγαμε στη Θοδώρα, όπου φιλοξενούνταν οι οικογένειες μας,

Οι αντάρτες ξαναγύρισαν στον Ψηλορείτη, για να μπουν μετά από λίγους μήνες νικητές και τροπαιούχοι στα μεγάλα κάστρα, Ρέθυμνο και Ηράκλειο κι εγώ αρρώστησα βαριά. Ευτυχώς η μεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού και του Νταγιαντά του γιατρού, που έφεραν φάρμακα, αλλά και η παρουσία του Δαμαστιανού γιατρού, που βρισκόταν στην Θοδώρα, γιατί και η Δαμάστα καιγόταν, βοήθησαν να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα μου και να επιβιώσω..

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->