Θερμοκρασία
Άνεμος
Βαρόμετρο cript>
Υγρασία /sc
Βροχόπτωση Μήνα
Στοιχεία από τον σταθμό του ΕΑΑ στα Ανώγεια

Ένα παιδί δεν ξεχνάει ποτέ. Έτσι έλεγαν οι παλιοί… Θα σας διηγηθώ μικρές ιστορίες μέχρι και 50 χρόνια πριν, όταν το χωριό µου προσπαθούσε να αναστήσει τον εαυτό του πάνω στα ερείπια των Γερμανών.

Η γειτονιά µας ήταν κλειστή. Στη μέση υπήρχε ένα χάλασμα (κατάλυμα), απομεινάρι του Ολοκαυτώματος. Εφτά οικογένειες, εφτά μητέρες. Η Μαρία, η Ασημένια, η Αργυρώ, το Ρηνάκι, η Θηρεσία, η Λουλουδιά και η Ελευθερία. Όλες μαζί είχαν 43 παιδιά.

Τα σπίτια ήταν μικρά, χτισμένα όπως όπως, δίπατα κυρίως. Το ισόγειο, που το έλεγαν κατώγι, ήταν η αποθήκη όπου υπήρχαν τα ξύλα, το λάδι, το κρασί, τα ζώα, ο αχυρώνας. Στον όροφο έμενε η οικογένεια. Ο ένας πάνω στον άλλο δηλαδή. Το εργαστήρι υφαντικής της μητέρας και αργότερα της αδελφής απαραίτητο στο κάθε σπίτι. Μια μικρή καμινάδα στη γωνιά του σπιτιού για θέρμανση και μαγειρική µε ξύλα φυσικά. Υπήρχε και μια εσοχή στον τοίχο που τη λέγαμε σταμνοστάτη.

Εκεί ήταν το σταμνί µε το νερό για να πιούμε και να μαγειρέψουµε. Πηγές δεν είχαµε. Το νερό το παίρναμε από το πηγάδι. Όλοι οι πατεράδες της γειτονιάς ήταν βοσκοί, εκτός του θείου του Γιώργη, του άντρα της Θηρεσίας που ήταν γεωργός.

Τον χειμώνα οι βοσκοί πήγαιναν στα χειμαδιά τα πρόβατα, γιατί το κρύο είναι πολύ όταν τα χιόνια πλακώνουν τα όρη. Όταν είχε χιόνι συνήθως δεν κάναµε μάθημα. Τα σχολεία παρέμεναν κλειστά, προς μεγάλη µας ευχαρίστηση. Θυμάμαι έναν χειμώνα που ξυπνήσαμε ένα πρωί και το χιόνι ήταν κοντά στο ένα μέτρο και συνέχιζε να χιονίζει. Η εικόνα μαγική από τα τζάμια, να πέφτει το χιόνι σαν μικρές πεταλούδες. Παραμέναµε στα κρεβάτια για να είμαστε ζεστοί.

Ο θείος ο Γιώργης ήταν ο µόνος άντρας στη γειτονιά. Με το φτυάρι ξεχιόνιζε τις πόρτες και έφερνε ξύλα από το σπίτι του και γάλα από τις αίγες του. «Καλή χιονιά» έλεγε, μόλις άνοιγε η κάθε πόρτα, χαμογελαστά. Οι μέρες περνούσαν µε τη βοήθεια του ενός για τον άλλον.

Κάποια μέρα που οι πιο «μεγάλοι» από εμάς βγήκαν στο χιόνι να παίξουν, άνοιξαν έναν μικρό λάκκο. Μετά έβαλαν κλαδιά και από πάνω χιόνι. Η παγίδα ήταν έτοιμη για τον άτυχο κουλουρά που περνώντας έπεσε. Σκόρπισαν τα κουλούρια από τη λαμαρίνα και οι μικροί «ληστές» άρπαξαν από ένα κουλούρι και εξαφανίστηκαν. Εκείνος έδωσε τόπο στην οργή και γέλασε πικρά, αλλά γέλασε.

Στήναμε παγίδες και για τους άτυχους σπουργίτες. Τους πιάναµε και μετά τους ψήναμε στα κάρβουνα. Όταν έβγαινε ο ήλιος και το χιόνι υποχωρούσε, μέσα σε μια λεκάνη η μητέρα έβαζε χιόνι καθαρό και μετά έχυνε από πάνω το πετιμέζι, το λικέρ του σταφυλιού, το ανακάτευε και µε τα κουταλάκια τρώγαμε την «αρχαία» γρανίτα.

Στο σχολείο µας κάθε τάξη είχε και μια ξυλόσομπα. Κάθε πρωί μαζί µε την τσάντα µας (που ήταν υφαντή) έπρεπε να κρατάµε και ένα ξύλο για τη σόμπα από το σπίτι.

Σκουπίδια τότε δεν είχαµε. Θυμάμαι τα χαρτιά πήγαιναν στην τουαλέτα. Ο,τι έμενε από φαγητό, αν έμενε βέβαια, πήγαινε στα γουρούνια και τα αποκαθαρίδια στις κατσίκες.
Το γάλα καμιά φορά ήταν κονσέρβα σε κουτί. Θυμάμαι τη φωτογραφία πάνω, µε ένα παιδί να θηλάζει και τη λεζάντα «μικρή Ολλανδέζα».

Σε αυτά τα κουτάκια, λοιπόν, ο κυρ Γιάννης ο Καλαητζής, κολλούσε ένα χεράκι, τα έκανε κούπα και το χρησιμοποιούσαµε για να πίνουμε νερό και τσάι. Ο θείος ο Γιώργης είχε καζάνι και έβγαζε τη ρακή. Θυμάμαι την εικόνα του. Ήταν σαν αρχαίος θεός, καθώς μέσα στους ατμούς άδειαζε το καζάνι από τα τσίκουδα µε μια μεγάλη πιρούνα και έριχνε μέσα τα καινούργια στράφυλα για την επόμενη καζανιά.

Μετά θυμάμαι να βάζει το καπάκι, να συνδέει τη σωλήνα και µε ζύμη να κολλάει τις ενώσεις για να µη βγαίνει ο ατμός. Όταν ήθελε να δοκιμάσει την ποιότητα της ρακής, γέμιζε ένα ποτηράκι, το σκέπαζε µε την παλάμη του και μετά το χτυπούσε πάνω στον μηρό του. Έβγαζε την παλάμη και η ρακή ήταν γεμάτη χάντρα σαν κολιέ γύρω γύρω στο ποτήρι.

Αν δεν είχε, δεν ήταν δυνατή. Και μετά κέρναγε τους φίλους του που κάθονταν µε τις ώρες να τρώνε και να πίνουν ρακή και να κουβεντιάζουν µε πειράγματα και χαρά. Κάποια στιγμή ο θείος ο Γιώργης -θυμάμαι σαν τώρα- πήρε μια ζεστή οφτή πατάτα από τη φωτιά, τη χτύπησε στα χοντρά, κατάμαυρα χέρια του για να φύγει η στάχτη και µου την προσέφερε µε πατρικό χαμόγελο. Μου φάνηκε σαν να έπαιρνα χρυσό µήλο από το χέρι βασιλιά!

Ένα βράδυ μια παρέα άντρες γλεντούν στο καφενείο µε τη λύρα. Το πρωί τούς βρίσκει στα στενά του χωριού να κατεβαίνουν αργά και να τραγουδούν. Συνηθίζεται όταν περνούν μπροστά από τα σπίτια οι νοικοκυρές να βγαίνουν για να κεράσουν την παρέα µε ό,τι έχουν.

Μια γυναίκα, η Στεφανίνα, δεν είχε τίποτε να κεράσει. Βγήκε στην πόρτα µε τα ποτήρια της ρακής γεμάτα νερό. Ήπιαν και ευχήθηκαν. Το νερό τελικά έγινε ρακή από τη μεγάλη στιγμή που ένωσε την ανέχεια µε την ανθρωπιά και τη μερακλοσύνη!

Η μοδίστρα Ελένη είχε μια μηχανή Σίνγκερ. Ακουγόταν από μακριά ο χαμηλός ήχος της όταν τη δούλευε. Μου άρεσε πολύ. Καμιά φορά µε καλούσε να πάω να πάρω το «Ροµάντσο» από τον εισπράκτορα του λεωφορείου που του είχε παραγγείλει να το φέρει από το Ηράκλειο. Η Ελένη µε το γλυκό πρόσωπο και το αγαθό χαμόγελο. Είχε πάντα μια μικρή κλωστή στα ωραία της χείλη αφημένη.

Και μια αλησμόνητη εικόνα της μάνας µου όταν ερχόταν κουρασμένη από το περιβόλι, ιδρωμένη, κατακόκκινη από τον ήλιο, µε ένα μάτσο άγρια ρόδα. Τα έβαζε στο ποτήρι, στη μέση του τραπεζιού και άρχιζε τις δουλειές μέσα στο σπίτι. Ο πιο γλυκός ήχος ήταν ο χτύπος της βέρας της πάνω στα πιάτα όταν τα έπλενε..

** Του Λουδοβίκου των Ανωγείων, από τη στήλη “Με δυο λέξεις και ένα βλέμμα” της εφημερίδας Έθνος της Κυριακής.

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->