Θερμοκρασία 11.5°
Άνεμος 1.6 ΒΑ
Βαρόμετρο 1015.0
Υγρασία 92%
Βροχόπτωση Μήνα 38.8 mm
Στοιχεία από τον σταθμό του ΕΑΑ στα Ανώγεια

Το ιστορικό της ημέρας, στην  εκδήλωση για το Αρκάδι,  εκφώνησε ο διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γεώργιος Μ.Πατεράκης με τίτλο “Η Αρκαδική θυσία, ο Εμμανουήλ Σκουλάς και η διδασκαλία της τοπικής ιστορίας Κρήτης”. Αναλυτικά ολόκληρη η ομιλία του έχει ως εξής:

Πανηγυρικός σημαίνει εορτασμός, αναπολήσεις, έξαρση γεγονότων, ανάκληση μνήμης – Ευκαιρία περισυλλογής, αναστοχασμού, κριτικής ανάλυσης, αξιολογικού σχολιασμού. Αλλά κυρίως εξαγωγής συμπερασμάτων με τη διατύπωση προτάσεων.

Πλούσιο και πολύπτυχο είναι το Ιστορικό γεγονός που γιορτάζεται σήμερα :

Η επέτειος της Αρκαδικής θυσίας,

Η επέτειος αγώνων και συμμετοχής των Ανωγειανών του 1866, τα ονόματα των οποίων ακούσαμε προηγουμένως.

Ο πυρπολητής Εμμανουήλ Β. (Αναγνώστη) Σκουλάς και η επίσημη αναγνώρισή του (από Πολιτεία και Εκκλησία).

Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας

Η διδασκαλία του μαθήματος της σχολικής τοπικής Ιστορίας.

Θα επιχειρήσω σύντομη, αλλά ανορθόδοξη πορεία στα θέματα προσέγγισης, ανιχνεύοντας τα παρασκήνια της περιόδου. Μια προσπάθεια φωτισμού αθέατων πτυχών του θέματος, πέραν από τα γνωστά για την πολιορκία και την Ολοκαύτωση της Μονής Αρκαδίου.

Ιστορικό πλαίσιο αναφοράς

Σύντομη ιστορική αναδρομή της περιόδου βοηθά την προσέγγιση και πληρέστερη κατανόηση του περιεχομένου της σημερινής επετείου :

Οι Οθωμανικές μεταρρυθμίσεις (Τανζιμάτ 1856) αποτελούν γενναίο μεταρρυθμιστικό βήμα του σουλτάνου, σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία του.Αναγνώρισε όλες τις θρησκευτικές μειονότητες της αυτοκρατορίας, μεταξύ των οποίων και τη Χριστιανική.

Έτσι συντάσσονται τότε, ψηφίζονται και ισχύει η νομοθεσία του άτυπου καθεστώτος των Γενικών Κανονισμών του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το Πατριαρχείο προβάλλει ως το Εθνικό κέντρο των υπόδουλων Χριστιανών.

Η καθυστέρηση εφαρμογής των νέων μέτρων στη Κρήτη όμως, προκαλεί το κίνημα του Μαυρογένη, που εξελίσσεται σε επανάσταση του (1858), Την «Τυχερή επανάσταση» όπως ονομάστηκε, αφού όλα τα αιτήματα της έγιναν δεκτά.

Διοικητικά η Κρήτη χωρίστηκε σε τρία Τμήματα (Χανίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου) και το νησί ουσιαστικά απόκτησε δύο πρωτεύουσες τότε :

– Τη διοικητική, στα Χανιά, έδρα του Γενικού Διοικητή, Οθωμανού πασά,

– Την εκκλησιαστική, στο Ηράκλειο. Έδρα του Μητροπολίτη Κρήτης.

Για την εφαρμογή του νέου νομικού και διοικητικού συστήματος στέλνεται στην Κρήτη δυναμική προσωπικότητα, της απολύτου εμπιστοσύνης του Πατριαρχείου αλλά και της Πύλης συγχρόνως, που θα χειριστεί τα θέματα.

Ο πρωτοσύγκελος των Πατριαρχείων Διονύσιος Χαριτωνίδης από την Αδριανούπολη, συνεπικουρούμενος από τον αρχιμανδρίτη, Δ/ντή της Μεγάλης του Γένους Σχολής της Κων/πόλεως Παΐσιο, ως επίσκοπο Λάμπης, αποστέλλονται για να ποιμάνουν, αλλά ουσιαστικά να διοικήσουν δαμάζοντας τον ατίθασο χριστιανικό Κρητικό λαό.

Εφαρμόζεται το διοικητικό σύστημα των Δημογεροντιών και οργανώνεται άτυπα η Χριστιανική Κοινότητα Κρήτης.

Η Εκκλησία διευθύνει τα «Κοινά της πόλεως Καταστήματα» όπως έλεγαν τότε τα Μοναστήρια, Εκκλησίες, Νοσοκομεία, Νεκροταφεία και κυρίως τα Σχολεία της Χριστιανικής Παιδείας. Είναι υπεύθυνη για την ίδρυση, λειτουργία και συντήρηση των σχολείων, με τα έσοδα της μοναστηριακής περιουσίας.

Αρμόδιος υπηρεσιακός παράγοντας εκπαίδευσης σε κάθε περιοχή είναι ο τοπικός Μητροπολίτης (αντίστοιχος τίτλος του Αρχιεπισκόπου σήμερα).

Γρήγορα όμως θα προκύψει φατριασμός.

Τα κομματικά στη μέση, θα οδηγήσουν στην πόλωση και στην ανάδυση του περίφημου «Μοναστηριακού Ζητήματος Κρήτης».

Δυναμικός και αυταρχικός ο μητροπολίτης Κρήτης Διονύσιος, είναι το αγαπητό και έμπιστο πρόσωπο του πατριαρχικού περιβάλλοντος.

Πηγαινοέρχεται στην Κων/πολη και απουσιάζει συχνά από την έδρα του, σε διάφορες αποστολές του Πατριαρχείου. Αξιώνει, μέσω της Δημογεροντίας Ηρακλείου, που προεδρεύει, να διαχειρίζεται τα μοναστηριακά έσοδα κατά την κρίση του, και κυρίως για έργα βιτρίνας, αγνοώντας τις ανάγκες των επαρχιών της Κρήτης σε σχολεία και παιδεία.

Αποτέλεσμα της στάσης του, ήταν να διχαστεί η τότε Χριστιανική Κοινότητα σε ημέτερους και μη ημέτερους. Δηλαδή στους :

Ειρηνόφιλους Χριστιανούς (πολιτικούς) ή μητροπολιτικούς. (Μητροπολίτης, επίσκοποι, περιβάλλον τους, δημογέροντες, ηγούμενοι μονών, βολεμένοι υπάλληλοι κοντά στην οθωμανική εξουσία). Τους φιλότουρκους Χριστιανούς εκείνους που ενδιά-φερε η συνέχεια της υπόδουλης κατάστασης, για την «…κοινή του τόπου ησυχία».

Επαναστάτες αγωνιστές (στρατιωτικούς) ή «επαρχιώτες» όπως τους αποκαλούσαν. (Νέους, λόγιους, ομογενείς εκτός Κρήτης, οπλαρχηγούς, κατώτερος κλήρος, φοιτητές κλπ.. Εκείνους δηλαδή που διεκδικούσαν δυναμικά την λευτεριά, την ίδρυση σχολείων και την παροχή παιδείας στο λαό.

Στα Χανιά και στο Ρέθυμνο, το «Μοναστηριακό» ρυθμίζεται με κατανόηση. Οι Μονές συμφωνούν και χρηματοδοτούν με συγκεκριμένα ποσά την χριστιανική εκπαίδευση των πόλεων και των χωριών της περιφέρειας τους.

Στο Τμήμα Ηρακλείου, όμως, (που περιλαμβάνει και το Λασίθι), το θέμα ξέφυγε από τον έλεγχο. Κυρίως όταν ανακατεύτηκε ο Ισμαήλ πασάς, υπέρ της μητροπο-λιτικής παράταξης και του μητροπολίτη Διονυσίου, ενώ απουσίαζε στην Κων/πολη, και συνέλαβε τους αντιφρονούντες.

Οι Κρήτες φοιτητές της Αθήνας καταγγέλλουν στον Πατριάρχη τον Μητροπολίτη ως αυταρχικό, «Φωτοσβέστη» και «ανεπιθύμητο». Προτρέπουν μάλιστα τον ί-διο να μην επιστρέψει στην έδρα του, στολίζοντας τον παράλληλα με μακροσκελή λίβελο, στον αθηναϊκό τύπο.

Πιο ήταν λοιπόν το πρόβλημα ;

Η παιδεία του λαού Χριστιανικής κοινότητας Κρήτης, είναι τραγική έως και ανύπαρκτη, όπως προκύπτει από την «Έκθεση της εν Αθήναις επί των σχολείων της Κρήτης Επιτροπής 1844». Σχολεία λειτουργούσαν μόνο στις μεγάλες πόλεις και στα μοναστήρια του νησιού.

Η Καθολική προπαγάνδα, (1859-1860) από την άλλη πλευρά, δούλευε ασταμάτητα πάνω στο νησί.

Καπουτσίνοι, ιεραπόστολοι μοναχοί μάζευαν υπογραφές για να έλθει ο Πάπας, να λύσει το πρόβλημα της εγκαταλειμμένης παιδείας. Υποσχόμενοι συνάμα πολιτική προστασία στους υπόδουλους Κρητικούς από τον Τουρκικό ζυγό, ως οπαδούς του.

Ανήσυχοι, φλογεροί πατριώτες, ομογενείς εκτός Κρήτης, ιδεολόγοι νέοι, αντιδράσανε συντονισμένα κι έντονα. Συνέστησαν τον «Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Σύρου» (1860) και πίεζαν απαιτώντας από την Εκκλησία, σχολεία και την πολυπόθητη παιδεία για το λαό.

Οι κρατούντες αντιδράσανε δίδοντας προτεραιότητα σε έργα βιτρίνας.

Ενδεικτικά αναφέρεται πως από δάνειο 150.000 γρόσια που πήρε η Χριστιανική Δημογεροντία Ηρακλείου από την Ορφανική Τράπεζα (1863), τα 20.000 γρ. μόνο, δια-τέθηκαν για την παιδεία και τη λειτουργία όλων των σχολείων του Τμήματος Ηρακλεί-ου-Λασιθίου. Άλλα 5.000 γρ. για το Χριστιανικό Νοσοκομείο, τα δε υπόλοιπα, για την οικοδόμηση του νέου μεγάλου ναού του Αγίου Μηνά, (που θεμελιώθηκε 11-11-1861).

Μέσα στο κλίμα αυτό, ξεσπάει η Επανάσταση του 1866 στην Κρήτη, και ακολουθεί η άφιξη πολυάριθμου τούρκικου στρατού για την καταστολή της.

Οι Κρήτες προβάλλουν ένοπλη αντίσταση με πολλές αιματηρές μάχες και θυσίες. Κορύφωση του αγώνα τους υπήρξε το Ολοκαύτωμα. Η Μονή Αρκαδίου πρόβαλε αντίσταση στις υπέρτερες τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις του Μουσταφά πασά. Τέλος έγινε παρανάλωμα του πυρός, όταν ανατίναξε στον αέρα την Πυριτιδαποθήκη της ο ενθουσιώδης νέος, Ανωγειανός πυρπολητής, Εμμανουήλ Β. Σκουλάς, που την ανήγαγε σε διαχρονικό και παγκόσμιο σύμβολο. Μνημείο θυσίας και ελευθερίας, συγκινώντας την παγκόσμια κοινότητα υπέρ του Κρητικού Αγώνα.

Τι ακολούθησε όμως ; Τριετής ακόμη αιματηρός αγώνας.

Ο συνεργάτης του Διονυσίου, επίσκοπος Λάμπης Παΐσιος κρίθηκε ένοχος προδοσίας, μετά τη σύλληψη της προδοτικής αλληλογραφίας του στον Μουσταφά Πασά. Επικηρύχτηκε με την προτροπή, όποιος τον συναντήσει να τον εκτελέσει. (Υπογρά-φουν οι κληρικοί Παρθένιος Περίδης, Παρθένιος Κελαϊδής κ.α. Πρόεδρος και επαναστάτες, μέλη της Κεντρικής Επαναστατικής Επιτροπής). Διέφυγε όμως τελικά, σώος και αβλαβής, αλλά στιγματισμένος στην ιστορία ως ο «Μεχμέτ – Παΐσιος».

Ο μητροπολίτης Διονύσιος, μετά το ολοκαύτωμα της Μονής, έψαλλε δοξολογία για την νίκη των οθωμανικών όπλων του Μουσταφά πασά και την καταστροφή των επαναστατών.

« Ήταν μέσα στα καθήκοντά του…», ισχυρίστηκαν αργότερα οι οπαδοί του.

Λίγο μετά ανακλήθηκε στην Κων/πολη για να του χορηγηθεί παχυλή, υπερ-βολικά μεγάλη ισόβια σύνταξη, για την ψυχική οδύνη που πέρασε στην Κρήτη. Και για την ακρίβεια, όταν ο μηνιαίος μισθός του διδασκάλου εκυμαίνετο στα 250-300 γρ. η σύνταξη του Διονυσίου ανήρχετο στα 5.000 γρ.. Οι καλές υπηρεσίες του, βλέπουμε πληρώθηκαν ακριβά από τους Οθωμανούς. Αργότερα μάλιστα (1887) προωθήθηκε και στον Οικουμενικό θρόνο ως Πατριάρχης Διονύσιος Ε΄.

Ως φιλότουρκο, ο ιστορικός Βασίλειος Ψιλάκης στην Ιστορία Κρήτης του, αργότερα επί Κρητικής Πολιτείας, τον χαρακτηρίζει με το πρόσθετο «Τουρκοπολίτη».

Ποιος θα τολμούσε λοιπόν να πει την καθαρά ιστορική αλήθεια, μετά τα γεγο-νότα για το Αρκάδι στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη και μάλιστα την περίοδο της Πα-τριαρχίας του Διονυσίου (1887-1891) ;

Κάτω από τις συνθήκες αυτές στήνονται τα πρώτα σενάρια για την υπόθεση του Ολοκαυτώματος και για τον Πυρπολητή Αρκαδίου, ενώ διαμορφώνεται η διδακτέα ύλη των χριστιανικών σχολείων που λειτουργούσαν. Η ιστορική αλήθεια καταχωρείται και γράφεται σιωπηλά, σε χώρους που δεν επηρεάζονται από πολιτικές επιρροές και άλλες σκοπιμότητες. Από στόμα σε στόμα, στην προφορική παράδοση, στη λαϊκή μούσα, στον τύπο, στις μυστικές προξενικές εκθέσεις και στην εσωτερική ή προσωπική αλληλογραφία ιδιωτών.

Επίσημα, ακολουθεί αμηχανία και σιγή.

Αποσιώπηση του θέματος, που υποβόσκει τυραννικά από τους συμβολισμούς, τους συνειρμούς και την απήχηση που είχε στο διεθνές στερέωμα.

Η περίπτωση του Μητροπολίτη Κρήτης Τιμοθέου Βενέρη, στα νεότερα χρόνια αποτελεί την ύστατη προσπάθεια του κατεστημένου να χαλκεύσει την ιστορική αλήθεια. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, το χρήμα που διαθέτει για την πολυτελή έκδοση, στο σημαντικό ιστορικό σύγγραμμα του «Το Αρκάδι δια των αιώνων», 1938, δεν καταφέρνει τελικά να συσκοτίσει την κατάσταση, εβδομήντα πέντε (75) χρόνια μετά τα γεγονότα. Ούτε να επισκιάσει ιδιοτελώς τη θυσία, προβάλλοντας άτομα της αρεσκείας του. Άθελά του αφήνει όμως στα ψηλά γράμματα και στις υποσημειώσεις του ν’ αναφέρεται και ο πυρπολητής Εμμανουήλ Β. Σκουλάς.

Κριτική θεώρηση του θέματος Πυρπολητής

Με τα ευρήματα των τελευταίων ιστορικών ερευνών. Μέσα από επιστημονική σκέψη, βάσανο τεκμηρίων και έλεγχο των πηγών, έχουμε τη σύνθεση του ιστορικού προφίλ για τον Ανωγειανό ήρωα και πυρπολητή Εμμ. Σκουλά ως εξής :

– Είναι γόνος της μεγάλης ιστορικής οικογένειας Σκουλά των Ανωγείων, με παρρησία και προσφορά, αγωνιστές, θύματα και ηγέτες στους εθνικούς αγώνες.

– Λόγιος, ανήσυχος φοιτητής, λεοντόθυμος νέος, διανοούμενος επαναστάτης.

– Εκπαιδευτικός με σπουδές και παιδεία. «Ελλογιμώτατος» Δημοδιδάσκαλος Σύρου. (1863-4)

– Μυημένος ακόλουθος Ευρωπαϊκών απελευθερωτικών ρευμάτων, οργανωμενος με όρκο Γαριβαλδινός.

– Φέρελπις, ενθουσιώδης, ιδεολόγος, εκπαιδευτικός μεταρρυθμιστής, εικοσαετής νεανίας, φέρει τον χαρακτηριστικό «Ερυθρό χιτώνα» των Γαριβαλδινών.

– Αρραβωνιασμένος νεαρή κόρη της μεγάλης οικογένειας των Κεφαλογιάννηδων των Ανωγείων.

– Κατέβηκε στο νησί, μαζί με τον Μενόττι, γιό του Τζουζέπε Γαριβάλδη, για να αγωνιστεί ως επαναστάτης στο σώμα των Γαριβαλδινών.

– Η ευχή και προσδοκία του ήταν : «Εις Κρήτην πάσαν Ελευθερία».

– Υπηρετεί ως Γραμματέας του οπλαρχηγού Μυλοποτάμου, αδελφού του, Μιχαήλ Σκουλά.

– Αποσταλμένος αντιπρόσωπος και παρατηρητής του αρχηγού στη Μονή Αρκαδίου, δεν επέστρεψε ποτέ !!! Μετέτρεψε την Μονή σε Ηφαίστειο.

– Πυρπόλησε την πυριτιδαποθήκη της Μονής Αρκαδίου και θυσιάστηκε, με κοινή απόφαση των συναγωνιστών του.

Συνοψίζοντας

Συνοψίζοντας για τη δράση του και ανακεφαλαιώνοντας καταλήγουμε σε όσα δημοσιεύει πρόσφατα ο Ιστορικός, Ομ. καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Από-στολος Παπαϊωάννου. Σε άρθρο του στην εφημερίδα «Καθημερινή» Νοέμβριο 2017 μετά την επίσκεψη του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας στα Ανώγεια, με τίτλο : 150 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ : Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΠΥΡΠΟΛΗΤΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΚΟΥΛΑ (1845 – 1866) ανα-φέρει :

« Ήρθε η στιγμή που η αναγνώριση της αλήθειας επιβλήθηκε και ήταν αρκετό αυτό για να καταστρέψει τις σκευωρίες και τις σκοπιμότητες. Έχει και αυτή την έννοια η επίσημη παρουσία της Ελληνικής Πολιτείας, του Πρώτου Πολίτη της χώρας, ο οποίος, χωρίς ενδοιασμό, κατηγορηματικά και απροσχημάτιστα, αναγνώρισε τον πυρπολητή της Μονής Αρκαδίου «Ανωγειανό δάσκαλο και Γαριβαλδινό Επαναστάτη Εμμανουήλ Σκουλά». Οι αντιδράσεις των Ρεθύμνιων ήταν άμεσες, ακριβώς αυτές που είχε περιγράψει ο Ν. Β. Τωμαδάκης το 1941, το 1966.

Το Ρέθεμνος και οι σύμμαχοί του επέβαλλαν, εκατόν πενήντα χρόνια τώρα, τη νόθα συνταγή. Κάθε φορά επιστρατευόταν και μια μεγάλη δύναμη : η «Περιήγησις εἰς Κρήτην», η Λογοτεχνία, οι δήμαρχοι, η Εκκλησία (ιδίως αυτή με τους εκάστοτε μητροπολίτες), ακόμη και η Ακαδημία Αθηνών. Αλλά η ιστορική αλήθεια δεν τίθεται διαζευκτικά ή αθροιστικά. Οι μαρτυρίες και «όλα τα διαθέσιμα στην επιστήμη εργαλεία» αποδεικνύουν ότι «η ιστορική αλήθεια είναι μία».

Η «Ἔκθεσις» (αριθμ. 284/21 Νοεμβρίου 1866, Διπλωματικό, Ιστορικό Αρχείο, ΥΠΕΞ) του Ιωάννη Μπαρουξάκη, υποπρόξενου του Ελληνικού Βασιλείου στο Ηρά-κλειο, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία : «[…]εἷς νέος εἰκοσιπενταετής Σκουλᾶς, ἀδελφός τοῦ ὁπλαρχηγοῦ, κατά προηγουμένην συνεννόησιν καὶ ἀπόφασιν τῶν συμπολεμιστῶν του, ἔδωκε πῦρ εἰς τὴν πυριταποθήκην καὶ ἀνέτρεψε τὴν Μονήν […]» .

Ομοίως και η Έκθεση του Γαριβαλδινού εθελοντή στρατιώτη ανταποκριτή της νήσου Κρήτης Παναγιώτη Μουτσόπουλου, ήταν απόλυτα σύμφωνη με την επίσημη «Ἔκθεσιν» Μπαρουξάκη : «[…]οἱ γενναῖοι ἐκείνοι μάρτυρες κατέφυγον εἰς τὴν πλέον ὑψηλήν καὶ τολμηράν ἀπόφασιν μετά τοῦ γενναίου Γαριβαλδινοῦ Ἐμμανουήλ Σκουλᾶ ὅστις ἔθεσεν πῦρ εἰς τὴν ἐξ 70 βαρελίων πυριτιδοθήκην καὶ οὕτως ἀνατινάχθησαν εἰς τὸν ἀέρα […]».

Υπάρχει και ο Τύπος της εποχής. Η εφ. «Αὐγή» της Αθήνας (Χανιά, 3 Δεκεμ-βρίου του 1866), δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Τὸ Ἀρκάδι καὶ πάλιν» : « […] Ἡ ἀπό-φασις ἐγένετο καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς ἀνεδέχθη […] εἷς νεανίας Κρὴς, Σκουλᾶς ὀνο-μαζόμενος».

Ωστόσο, «οι επιθέσεις» εναντίον του πυρπολητή Σκουλά συνεχίζονται. Ο γνωστός ζωγραφικός πίνακας του Ανδρέα Βλαχάκη (Σύρος, Δεκέμβριος 1866), που βρισκόταν στην μπαρουταποθήκη της Μονής, άλλη μία ιστορική απόδειξη της ανατίναξης από τον Εμμανουήλ Σκουλά, αντικαταστάθηκε την 1η Νοεμβρίου 2016 από την «καλλιτεχνική σύνθεση» μιας εταιρίας, η οποία, εν γνώσει της, κακοποίησε και πλαστογράφησε την ιστορική αλήθεια.

Ο Εμμανουήλ Σκουλάς, 150 χρόνια μετά την εθελοθυσία, ζει με τα όπλα του, με τα προσωπικά του αντικείμενα, στα Ημερολόγιά του, στα χειρόγραφα, στα βιβλία του, στα ιστορικά τεκμήρια της εποχής του, διαχρονικός και επίκαιρος.»

Αυτά λέει και γράφει ο καθηγητής, και συμπληρώνουμε εμείς : «Για όποιο έχει αντιρρήσεις, συστήνεται μια επίσκεψη στην ιστορική συλλογή των παραπάνω στοιχείων του Σκουλά, στο Εργαστήριο Ιστορίας Νεότερης Ελλάδας και Νεοελληνικού Πολιτισμού, της Σχολής Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων».

Μετά την αναγνώριση και αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας από την Πολιτειακή ηγεσία, λοιπόν πέρυσι, βήμα σοβαρό αποτελεί και η εδώ παρουσία της σύγχρονης Εκκλησιαστικής ηγεσίας της Κρήτης. Αποκαθιστά το ως τώρα έλλειμμα και το κύρος της ως Μητέρας Εκκλησίας όλων των πιστών τέκνων της – χωρίς εξαιρέσεις. Άλλωστε πρόσφατα, έδωσε δείγματα γραφής και τόλμης για ένα άλλο μεγάλο τέκνο της Κρήτης, στο συνέδριο για τον μη-αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη.

Κλείνει έτσι ένας κύκλος τριβών, τριγμών, αναταράξεων και αντιπαραθέσεων μεταξύ δυο σημαντικών παρατάξεων. Ενός εκκλησιαστικού κατεστημένου του παρελθόντος και του αγωνιζόμενου Κρητικού λαού, που είχε ανοίξει από το περίφημο «Μοναστηριακό ζήτημα Κρήτης» του 1860.

Συμπεράσματα, παραινέσεις, προτάσεις

Σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις μνήμης όμως σαν την σημερινή, συνηθίζεται να διατυπώνονται συμπεράσματα, παραινέσεις, προτάσεις.

Έπαινος ανήκει στην γενέτειρα του Πυρπολητή, που πρέπει να της αναγνωριστεί ότι αγωνίστηκε σθεναρά και ανελλιπώς, για την επιτυχία της αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας, με ανυποχώρητο σθένος.

Έκανε παραστάσεις συνεχώς, έστησε ανδριάντες, οργάνωσε εκδηλώσεις, διεκδίκησε το δίκαιο και την αλήθεια με υπομονή, επιμονή και καρτερία.

Μένει τώρα ακόμη ένα βήμα, για να μετατρέψει την επιτυχία της σε έργο και πράξη. Να μεταφέρει την αλήθεια και αναγνώριση της θυσίας στην επόμενη γενιά μεσω της παιδείας.

Για τη διδασκαλία της ιστορίας είναι γνωστές οι διάφορες πρακτικές ως τώρα και μάλιστα για τη διδασκαλία του συγκεκριμένου θέματος στην σχολική ιστορία Κρήτης.

Α) Παλιά : Το Αναλυτικό Πρόγραμμα της σχολικής Ιστορίας είχε προκαθορισμένη διδακτέα ύλη, σε κάθε τάξη, από ένα και μοναδικό, εγκεκριμένο σχολικό βιβλίο. Γνώση κονσέρβα, με κείμενα για αποστήθιση και παπαγαλία, από τους μαθητές, που είχε διαμορφωθεί από τότε.

Β) Νέα κατάσταση (από 1981 ως σήμερα) : Έχουμε δομικές αλλαγές στην φιλοσοφία της Παιδείας. Συντάσσονται τα Προγράμματα Σπουδών ΔΕΠΠΣ και θεσμοθετείται η λειτουργία των Παιδαγωγικών Τμημάτων. Προβλέπεται – Σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας. – Τα μέσα και η μεθοδολογία του – Η ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης των μαθητών, καθώς και η καθιέρωσητης διδα-σκαλίας της Τοπικής Ιστορίας.

Η ίδρυση και λειτουργία των Παιδαγωγικών Τμημάτων δίδει πανεπιστημιακή μόρφωση στους δασκάλους. Επιτρέπει και καλλιεργεί την έρευνα και την αμφισβήτηση, τη σπουδή, μελέτη και έρευνα πρωτότυπου αρχειακού υλικού.

Έτσι φτάνουμε στην ίδρυση και λειτουργία και του Εργαστηρίου Ιστορίας.

 

Η ιστορική αλήθεια λοιπόν θα πρέπει να περάσει, μέσα από την μελέτη των πηγών, την πειθώ της κριτικής σκέψης των μαθητών της, για να γίνει πράξη η διδα-σκαλία της προβλεπόμενης τώρα πλέονΤοπικής μας Ιστορίας.

Θεσμικά, η διδασκαλία της Τοπικής Ιστορίας μιας περιοχής είναι υπόθεση περισσότερο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και λιγότερο της Γενικής Ιστορίας ενός κράτους, και μάλιστα σε περίοδο οικονομικής κρίσης.

Οφείλει λοιπόν η τοπική δημοτική αρχή (ο Δήμος Ανωγείων) να θέσει στη διάθεση της παιδείας των τέκνων της τα κατάλληλα μέσα και το υλικό. Ένα σχολικό βοή-θημα, που θα εξυπηρετεί τον πιο πάνω σκοπό.

Δάσκαλοι και μαθητές μας δεν είναι ιστορικοί. Όσο φιλότιμοι και αν είναι, δεν οφείλουν να γίνουν και ιστορικοί. Θα πρέπει να βοηθηθούν όμως, ώστε να επιτελέ-σουν το έργο τους με πληρότητα και αρτιότητα. Ένα δωρεάν σχολικό βοήθημα στη διάθεση τους, θ’ αποκαταστήσει πλήρως το ανατροφοδοτούμενο ως τώρα ιστορικό πρόβλημα – έλλειμμα. Θα κάνει κτήμα και βίωμά τους την ιστορική αλήθεια χωρίς αφορισμούς και παπαγαλίες, μυώντας τους παράλληλα στα μυστικά της ανακάλυψης των αληθειών της ιστορίας, όπως προβλέπει θεσμικά και το Πρόγραμμα Σπουδών Ιστορίας (ΔΕΠΠΣ) του σύγχρονου Ελληνικού Σχολείου.

Εκπαιδευτικός ήταν ο τιμώμενος σήμερα, πυρπολητής της Μονής.

Έτσι εξηγείται η αφοσίωση, ο οίστρος, και ο θείος έρωτας του στις πανανθρώπινες αξίες της ελευθερίας και στην παιδεία του λαού.

Το σχολικό βοήθημα θα ήταν έτσι η καλύτερη αναγνώριση, επένδυση και δικαίωση της θυσίας και Ολακαύτωσής του.

Για τους εκπαιδευτικούς φορείς και τις διδασκαλικές οργανώσεις, προβάλλει άριστο πρότυπο, σύμβολο και λάβαρο της έννοιας του εκπαιδευτικού, στην ιδανική μορφή του. Του λειτουργού εκείνου της Παιδείας, που λιώνει και καίγεται ως λαμπάδα, για να φωτίσει και να διαλύσει τα σκοτάδια γύρω του.

Δεν υπήρξε ο τιμώμενος μέγας στρατηγός, ούτε φοβερός πολέμαρχος, στρατηλάτης.

Πυρπολητής ψυχών και σωμάτων υπήρξε. Μορφωμένος, λόγιος, και επαναστάτης Γαριβαλδινός υπήρξε. Οργανώθηκε, αγωνίστηκε, πυρπολήθηκε και θυσιάστηκε, με κοινή απόφαση των συναγωνιστών του. Πολέμησε και ολοκαυτώθηκε, για τις ιδέες του, την παιδεία, την ελευθερία, και τα ιδανικά του.

Γι’ αυτό και του ανήκει κάθε τιμή, δόξα και αναγνώριση.

Έπαψε ν’ αποτελεί πλέον αντικείμενο στείρας αντιπαράθεσης και αμφισβήτησης. Έπαψε να περιορίζεται στα στενά όρια της τοπικής Κρητικής και Ελληνικής Ιστορίας. Ανήκει πλέον στο στερέωμα και στην παγκόσμια κοινότητα των ηρώων. Στην κοινότητα των δυναμικών, λογίων, ιδεολόγων, νεαρών ατόμων, κοινωνικών αναμορ-φωτών, εκείνων που πίστεψαν, στρατεύθηκαν, αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για τα πανανθρώπινα ιδανικά και τις διαχρονικές αξίες τους.

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->