Θερμοκρασία 23.3°
Άνεμος 20.9 ΔΒΔ
Βαρόμετρο 1009.1
Υγρασία 70%
Βροχόπτωση Μήνα 0.0 mm
Στοιχεία από τον σταθμό του ΕΑΑ στα Ανώγεια

 

(Από το Γιαννάκο του Ανάστο)

Πέτρα και φως ήταν ο τόπος του Ψαρονίκο. Κι ήσαν οι Πέτρες και το φως τα προπληρωμένα δώρα από τους θεούς, που ήξεραν πως θα΄ βρισκαν καταφύγι στ’ Ανωγειανό Αόρι, όταν είχαν τα μεγάλα ζόρια.

Αυτά ήσαν τα δώρα του καπετάν Δία για την προστασία που του πρόσφεραν οι Κουρήτες. Κι’ ύστερα, την έκανε κι αυτός στα μουλωχτά (Αλήθεια που ήταν ο Καπεταν Δίας  στο μεγάλο ζόρε το 1822, το 1867,και το 1944 που χαλούσανε και καίγανε το χωριό) και για να μην τον βλέπουνε στους Ολύμπιους Ουρανούς, που βολεύτηκε, σκέπασε για αντίδωρο, τις Ανωγειανές αποστροφές με μπόλικο μπλέ και επαρέτησε τσοι Κουρήτες-Ανωγειανούς στο έλεός του.

Μα αυτοί εδώκανε πάλι τόπο στην οργή και στην αδικιά, δεν ήταν δα και η πρώτη φορά, και από πάνω τόνε κάμανε και γείτονα, γιατί όπως και να το κάνουμε:

«Ο Δίας ήτανε βοσκός στ’ Ανωγειανό Αόρι,

Κι ήτανε και το σπίτι του μέσα στο Περαχώρι.»

Και θα πρέπει να’ τανε καλός βοσκός, μα πιο πολύ, καλλίτερος αρωτηχτής, να τα λέμε κ΄ αυτά, γιατί στο Δισκούρι και στον Απανωσήφη έχουν ακόμη να το λένε:

«Νη Ζα, φάσκω σου και κάτεχέ το πώς δε σου φταίω

το πράμα σου έργο μου, γή βουλή μου».

Πέτρες και Φως και για πανωσκέπη, μπόλικο μπλέ, είναι ο γενέθλιος τόπος του Ψαρονίκο……

Και το χώμα λίγο για να ριζώσεις, και το νερό λιγότερο να ποτιστείς.

Κι ο μόνος τρόπος για να κρατηθείς…. είναι οι Ρίζες να τραβήξουν του βάθους…

Κι όσο τραβούν οι Ρίζες του βάθους και ριζώνεις, τόσο δένεσαι κι αδελφώνεσαι με τον Πέτρινο Τόπο…

Κι όσο σφίγγει το δέσιμο άλλο τόσο το ’χεις ανάγκη να αναπνεύσεις για να μην κρουφτείς…

Κι’ άλλος δρόμος πάλι δεν υπάρχει παρά να τραβήξεις τ’ Αψήλου…. Κι’ η Ανηφόρα ακόμη δυσκολότερη, τι, αψηλές, απόκρημνες κι απάτητες οι κορφές…..

Κι όσο τραβάς τ’ Αψήλου, τόσο μετατοπίζεσαι από « βολικά καμπίσια πατημένα, καλόβολα δόγματα, σε αψηλές απόκρημνες τραχές κι απάτητες θεωρίες….»

Κι’ άλλο τόσο ψηλώνει και μετατοπίζεται κι’ ο πήχης…

Κι ακόμα πιο πολύ βαραίνει το χρέος, τι, οι ρίζες πηγαίνουν βαθειά, πολύ βαθειά, από τον Καζαντζάκη, τον Μπενιζέλο, το Αρκάδι, τον Κορνάρο, τον Γκρέκο, τον Μίνωα τον Τάλω και τους Κουρήτες με τον «βοσκό», και τον μπεσαλή «αρωτηχτή» τον καπετάν Δία.

Πέτρα και φως ήταν ο τόπος και του λιπόσαρκου, κοκαλιάρικου κοπελιού του Νίκο.

Πέτρα και φως και πάλι φως, Πέτρα και Πέτρα πάλι,

Πέτρινο φως εβύζαξε σ’ Ανωγειανή Αγκάλη.

«Πέτρα και φως» εβύζανε κι απάνω πού ήταν έτοιμος να δοκιμάσει το μπλε του Ανωγειανού Ουρανού, ξανάρθαν οι «Οχτροί» για να γκρεμίσουν και να κάψουν το χωριό για τρίτη φορά.

Ξανακάψαν και ξαναγκρέμισαν το χωριό…  Και στους άντρες, (που όπως και τις δύο προηγούμενες φορές «σαλτάραν με τις τριχιές του λιβανιού»…. « απροσκύνητοι, χωρίς ψωμί, χωρίς φυσέκια)  απόμεινε  μόνο η Aρχοντική Υπερηφάνεια  η Παληκαριά το Mερακλίκι, η Aρχοντιά, η Λεβεντιά και η Αντρειοσύνη, να κρέμονται μεταξοκεντημένα στα κρούσσα πού ’χανε τα μαύρα τους κεφαλομάντηλα.

Κάθ’ ένας με τα όπλα του μαθές, και τα΄ χουνε και τα συντηρούνε αυτά τα όπλα ακόμα στα Ανώγεια, παρά τα  απαγορευτικά  νέα μέτρα, τους νέους αυστηρότερους  κανόνες συμπρεριφοράς και  τα σύγχρονα  αξιακά πρότυπα, που έχουν επιβληθεί  και  παρά το μεγάλο κόστος συντήρησης, (γιατί πράγματι  είναι σπάνιο είδος όπλων  αυτά), ιδιαίτερα τώρα τελευταία στα χρόνια της κρίσης.

Κι οι Γυναίκες, που με τα χέρια σταυρωμένα στο ύψος του στήθους, όρθιες στέκονται ανάμεσα στα καμένα κασελίκια των σπιθιών, ξερακιανές από τις στερήσεις και  τον κάματο και στεγνωμένες από τα δάκρυα, έμοιαζαν περισσότερο με εικονίσματα της Παναγίας, παρά με χήρες, που έχασαν άντρες, παιδιά, εδικολογιές και το βιός τους ολόκληρο.

Και τα κοπέλια, όλα  ελευθέρας βοσκής, που δεν είχαν δοκιμάσει ποτέ ώριμο φρούτο, με τα μεγάλα ανήσυχα μάτια τσιμπολογούσαν, το απέραντο μπλε του Ανωγειανού Ουρανού, για να θρέψουν τα όνειρά τους.

Και το φαγητό λίγο, για να χορτάσουν την πείνα τους, τι, η πείνα μεγάλη, και γινόταν ακόμα λιγότερο, τι, τα στόματα πολλά , και στο όλο ύστερο δεν έμενε τίποτα για τα κοπέλια, τι, και οι μουσαφίρηδες κι’ οι ξωμάχοι δεν έλειπαν ποτέ….

Μέσα σ’ αυτό το «καπνισμένο τσουκάλι», με προσάναμμα τα καψαλισμένα τους όνειρα, έπαιρναν την πρώτη τους βράση και σιγοψήνονταν τα Ανωγειανά κοπέλια του Μεγάλου Πολέμου. (και δεν ακούστηκε ποτέ το παράπονό τους, τι όλα ήξεραν πως ο φίλος τους ο γείτονας, ο συμμαθητής τους και ο συγγενής σε πολλά από αυτά, ο οχτάχρονος Στεφανής του Μπαμπακιό, ήταν ο πρώτος, που κάηκε στη φωτιά του πολέμου)

Πέρασε ο πόλεμος… Οι Ανωγειανοί άρχισαν να μαζεύουν την κομματιασμένη τους ζωή, κι’ αυτός, δέκα  χρονών στο δημοτικό , που το μαράζι για τη Λύρα του ’χε φάει τη λίγη σάρκα, που ήταν κολλημένη στα κόκαλά του…. βρήκε δυο Μουρνόβεργες, και στα διαλείμματα, στο σκολιό  έπαιζε τη Λύρα που δεν είχε .

Κι ο Γέρο Δάσκαλος ο Μενέλαος Δραμουντάνης,  που έβλεπε το λιπόσαρκο μαθητή του να σβήνει και να μαραζώνει κάθε μέρα, πήρε την απόφαση να μιλήσει στον Πατέρα του.

-«Πάρε μρε του Κοπελιού μια λύρα, γιατί θα ’ποθάνει από το μαράζι !»

-«Μα ίντα μπρε μου λες για Λύρα, ντα δε θωρείς την κατάστασή μας ολωνώ που δεν έχουμε στο έλεός σου θέ μου και για λύρες μου κουβεδιάζεις.»

 -«Αυτός μπρε εγεννήθηκε να τραγουδεί, με τη Λύρα στα χέρια ντου, δεν τονε θωρείς πως παίζει με δυο μουρνόξυλα και χωρεύγουνε τα κοπέλια, αυτός μρε ΄νειρεύγεται να γενεί Λυράρης- τραγουδιστής!»

 -«Μα ίντα μρε μου λες για Όνειρα, που θέτω και δε με πιάνει ύπνος από το ζόρε και συ μου λες για Όνειρα!».

Κι ο Γέρο Δάσκαλος που ήξερε, πως, σε τούτο τον τόπο:

«όποιος δεν ’νειρεύγεται ξυπνητός, θα βλέπει στον ύπνο του εφιάλτες» επέμενε.

Έδωκε η Χάρη του Ορφέα και επήρε ο Δερβίσης του κοπελιού τη λύρα, και μαζί με τη λύρα πήρε και το καινούριο καλλιτεχνικό του όνομα, «Κλωσσού», τονέ λέγανε, γιατί, όταν έπαιζε τη λύρα του κλουθούσανε όλα τα κοπέλια του χωριού σαν τη κλώσσα.

Με τις πρώτες κοντυλιές, παρά τα αντίθετα μουσικά ρεύματα, και την κυρίαρχη αντίληψη για την Κρητική μουσική, ένα μελτέμι άρχισε να δροσίζει στο Περαχώρι. Ανέβηκε στο Πάνω Χωριό, έπιασε τα ριζά, κι άρχισε να δροσίζει το Ανωγειανό Αόρι. Κι από τ’ Αόρι γίνηκε ένας «άνεμος, ζεστός, ογρός , Φουσκοδεντρίτης». Ανηφόρισε την Κορφή του Ψηλορείτη, τις Χανιώτικες Μαδάρες και τα Λασηθιώτικα Βουνά, κατηφόρισε στους κάμπους του Μαλεβιζιού  της Μεσσαράς, και της Γεράπετρας, Καβαλίκεψε τα Κρητικά Μουράγια, Χάϊδεψε τσ’ Ακρογιαλιές στα Αιγαιοπελαγίτικα Νησιά και τις αποστροφές του Ομήρου, σβάρνιζε, ξέθαβε και συνάμα μπόλιαζε, παρασέρνοντας στο πέρασμά του, όλα τα θαμμένα, «συσσωρευμένα, ποιητικά και ακουστικά κοιτάσματα» της Αρχέγονης Μνήμης, που συνέθεταν τη ψυχή της «Αρμυρής Πατρίδας» του.

Το ξέρω ότι ξέφυγα, γιατί είπα να μιλήσω για ένα δυο ανείπωτα κι’ όλα  αυτά είναι χιλιοειπωμένα από αξιότερους, ικανότερους και πιο αρμόδιους από εμένα.

Αν συνεχίσω θα στεναχωρηθεί, γιατί ξέρω πως δεν το χρειάζεται αυτό, ιδιαίτερα από εμένα. Στο όλο ύστερο μια από τσοι μαντινάδες, ενός προγονού του που του άρεσε πολύ, λέει:

«Δεν είναι πρέπο του αντρούς να λέει και να καυκάται,

Οι άλλοι να τον επαινούν κι εκείνος να τα’ αρνάται».

Ξεστράτισα όμως, ας μείνω σ΄ αυτά που υποσχέθηκα:

Μάης ήταν το 1958, οι καιροί των μεγάλων ερώτων με την Ουρανία. Κλεμμένοι  έρχονται νύχτα στα Ανώγεια, ο ξερός, άγονος, άγριος, και τραχύς τόπος άρχισε να γλυκαίνει με το έμπα του Μάη. Κατηφορίζουνε από το Πάνω Χωριό στο Περαχώρι.

-«Εδώ μ’αρέσει» λέει η Ουρανία.

-«Επαέ είναι το σπίτι μου» αποκρίνεται ο Νίκος.

Ξύπνησαν βέβαια και τον Καδενιά1 καλού –κακού. Αυτός έβηξε με τη μύτη, όπως το’ χε χουϊ.

-«Να αναμαζώνω μρε και τη βέργα μου;» ρώτησε

«Όι μρε», του λένε «δεν χρειάζεται».

Παρέα είναι κι ο Ευδόκιμος, κι έχουν και τα ονόματα τη δική τους σημασία, γιατί τους πήγε την πρώτη βραδιά στου Πετυχεμένου. Την επόμενη ήσαν στ’ Ανάστο, το τραπέζι στρωμένο «ρόδι» για τσοι «Κλεμμένους» και το σπίτι γεμάτο Ξυλούρηδες.

Ο Νοικοκύρης, τσιμογελώντας, λέει στην Ουρανία:

«Μη πάρεις άντρα πλούσιο γιατί θα σου γκρινιάζει

Να πάρεις ένα μερακλή να σε διασκεδάζει».

Πριν τελειώσει η μαντινάδα ακούνε  έξω στην αυλή του σπιτιού τις φωνές των παιδιών που τσούρμο ακολουθούσαν  και έχουν ήδη κυκλώσει τον  Πέτρο2.

– Πέτρο χόρεψε.

–  Παίξε  και ένα καθιστό Πέτρο

– Πέτρο   κάμε και μια τούμπα.

Βγήκα έξω στην αυλή του σπιτιού, τα παιδιά που φωνάζοντας, ακολουθούσαν μπουλούκι τον Πέτρο, σταμάτησαν απότομα να φωνάζουν, ο Πέτρος που με βλέπει περισσότερο σαν σωτήρα του που τον απέληξα από τα κοπέλια κινήθηκε προς το σπίτι  σταματάει στη μέση της πόρτας και βλέπει έκπληκτος την μεγάλη παρέα στο σπίτι. Άπλυτος, ατημέλητος, ξεκούμπωτος, ξυπόλυτος, με ένα πολυμπαλωμένο παντελόνι, σκισμένο πουκάμισο, αμήχανος και με ένα πράο, μισοφοβισμένο, αθώο, γαλήνιο, άκακο αλλά και λίγο ύποπτο βλέμμα, και…. σαν έτοιμος από καιρό, (δίστασε όταν είδε την παρέα και το τραπέζι), περίμενε να δεχτεί τη συνηθισμένη απαξιωτική απόρριψη.

-«Καλώς τον Πέτρο»!, λέει ο νοικοκύρης του σπιτιού και σηκώθηκε να του δώσει την καρέκλα που καθότανε.

-«Φέρε μπρέ ένα ποτήρι του Πέτρο, να κάτσει στην παρέα μας,» να ευχηθεί στσοι στο καιονούριο ξευγάρι,  λέει ο νοικοκύρης.

Έκατσε ο Πέτρος….. Και η νοικοκυρά που έφερε το ποτήρι έφερε και το δίσκο με το χρωματιστό «γλυκέρι» και τα κουφέτα, τον έδωσε στην Ουρανία να κεράσει τον Πέτρο, τι, έτσι το’ θελε το έθιμο. Ο Πέτρος με το που θωρεί το δίσκο με το χρωματιστό «γλυκέρι» και τα κουφέτα έχει βάλει  τη δεξά του χέρα στη τσέπη του και τη σφίγγει σαν να κρατούσε την ζωή του ολόκληρη. Με την ζερβή πιάνει το ποτήρι και  ψέλλισε, μια  ευχή  για «καλά…..» κάτι.., κι άνοιξε τη δεξά ντου χέρα ανάποδα πάνω από το δίσκο. Δεν ήπιε  το «γλυκέρι» και άφησε το ποτήρι στο δίσκο.

Στα δευτερόλεπτα που πέρασαν τα μάτια όλης της παρέας είχανε πέσει στο καύκαλο τση δεξάς χέρας του Πέτρου, που όπως την άνοιξε, έπεσε καθυστερημένα στο δίσκο μια δραχμή, που από το σφίξιμο ήταν κολλημένη στην παλάμη του.

Σάστισαν όλοι !, μόλις συνήλθαν, δυο πηχτά δάκρυα πιο μεγάλα κι από την δραχμή, κύλησαν στα μάγουλα του Ψαρονίκο, που τα ακολούθησε το πνιγμένο αναφιλητό της Ουρανίας.

Φορτώθηκε η ατμόσφαιρα, ο Πέτρος αμήχανος  δεν έκατσε να πιει το καθιερωμένο ποτήρι το κρασί κι ούτε στράφηκε να δει το φαγητό. Έφυγε σχεδόν τρεχάτος

Στην αυλή τον σταμάτησα.

-«Πέτρο γιατί το έκανες αυτό;» και εννοούσα περισσότερο, που δεν έκατσε να φάει και να πιεί την καθιερωμένη κούπα το κρασί (3) παρά για τη δραχμή. Κάτι μου είπε, ήταν μια δισύλλαβη λέξη πού τελείωνε σε ..ιρες, ακόμα σήμερα, 60 χρόνια μετά δεν ξέρω αν ήταν Λύρες με υ, Λίρες με ι,  Μοίρες, με οι… ή κάτι άλλο  σε ..ίρες

Είκοσι Χρόνια μετά, το 1978 στο Νιαγάρα του Καναδά, στη φούρια της μεγάλης του δόξας, αλλά και των μεγάλων συμφερόντων που τον τριγύριζαν, και τα μεγάλα κασέ με Ιμπρεσάριους, που άνοιγαν τις μεγάλες αίθουσες και τα γήπεδα για συναυλίες, με τα συμβόλαια, που δεν κρατήθηκαν ποτέ, και τα δισκογραφικά δικαιώματα, που δούλευαν πάντα μονομερώς, του το ξανάκανα κουβέντα.

-«Θυμάσαι μρε Νίκο τη «χάρη» που σας έκαμε ο Πέτρος!» Ξαναβούρκωσε !

-«Την έχω ακόμα», μου είπε, τη δραχμή, διπλοφυλαγμένη, η «Ουρανία την έχει… Αυτή η δραχμή είναι η περιουσία μου. Και να σου πω μρε Γιαννάκο γιάντα, παρόλο που το κατέχεις. Γιατί ο Πέτρος δεν μου ’δωσε μόνο ότι είχε  , που ήταν η δραχμή, μου ’δωσε και την ψυχή του».

 

 ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΕΒΑΛΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΗΜΑΔΙ.

 

Κι’ ήτανε μια Παρασκευή, τέσσερις παρά πέντε το πρωί !.

Σε Ριζιμιό χαράκι κάθεται Αϊτός, βρεγμένος Χιονισμένος ο καημένος.. Τ’ Αγρίμι στέκει στο Τσουγκρί κι’ οι Σκύλοι στς Αλυσίδες… Αγριεμένο το σκυλί γαυγίζει τη Φωνή του…

Κι’ ήτανε μια Παρασκευή, τέσσερις παρά πέντε το πρωί !.

 Κι εκείνος Μπερδεύτηκε με τις χορδές τις Λύρας … Δεμένος πισθάγκωνα στο μεσιανό Κατάρτι. Πώς να σωπάσει μέσα του την ομορφιά του Κόσμου…

Κι’ ήτανε μια Παρασκευή, τέσσερις παρά πέντε το πρωί !. Καρφώσανε τον Γίγαντα στο Βράχο του Καυκάσου. Και τον Μαρμαρώσανε στην Ξερολιθιά.

Κι’ ήτανε μια Παρασκευή, τέσσερις παρά πέντε το πρωί !.

 Κι’ αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους δεν ήταν απ’ το λιόγερμα στον απέναντι τοίχο.

Όλα τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους δεν ήταν απ’ το Λιόγερμα στον απέναντι Τοίχο.

Κι’ ήτανε μια Παρασκευή, τέσσερις παρά πέντε το πρωί !

Όλες οι μέρες έγιναν Παρασκευή, κι όλες στο τέσσερις παρά πέντε, το πρωί !

Ξημέρωνε ο θεός κι άλλαζ  η  μέρα,

Κι’ αυτός απ’ την κορφή του Ψηλορείτη

Ανοίγει τα φτερά στον μπλάβο αέρα

Διπλά αποχαιρετά την Πάνω Κρήτη,

Με μια δραχμή και δυο Μουρνόβεργες στη Χέρα.

 

 

ΚΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΔΙΚΟΣ ΤΟΥ ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ…

Κι΄ από τον ουρανό πού’ ταν δικός του κι’ απ’ τη θάλασσα πούταν στα μέτρα του στέλνει παραγγελιά στη Μάνα.

Σαν έρθουν μάνα οι φίλοι μου, σαν έρθουν οι εδικοί μας,

Να μην τους πεις κι΄ απόθανα, έφυγα πες τους μόνο,

Κι’ αμέτε να μηνύσετε σ’ όλους τους μερακλήδες.

Καλή παρέα ν’ εύρηκα θε ντ’ ουρανού τα μέρη

Σαν’ έρθουν να γλεντήσουμε…

Μα μη θαρρούν πως ειν’ γιορτή από κείνες που πλερώνουν

Όπου καθίζουνε οι μισοί, κ’ οι άλλοι τραγουδούνε

Μπαξίσα μη γυρεύγουνε , μη περμαζώνουν Λι(υ)ρες

Εκείνες με τα Υψιλα και τσ’ άλλες με τα Γιώτα.

Οι Γιώτες δεν χρειάζονται μα όλα ’ναι πλερωμένα

Από του Πέτρου τη Δραχμή, και περισσέψαν κι’ όλας

Και οι Ύψιλες, αχρείαστες φαίνουνται για την ώρα

Γιατί ένας νιός ωραιόπλουμος, που τόνε λένε Ορφέα

Κρατούσε Λύρα ξομπλιαστή, αγκάθα κουρντισμένη

Και με το που επάτησα στων Ουρανών τα μέρη

Φέστα μεγάλη μού ’καμε, χαρά μεγάλη επήρε, και τέ

μου τηνέ χάρισε, να τηνέ παίζω λέει

Γιατί εμπαϊλντίσανε όλοι οι Μερακλήδες.

Και με την πρώτη κοντυλιά, αρχίζει το τραγούδι:

-Χίλια καλώς μας όρισες, Γιέ μου, κι Αρχάγγελέ μου..!

Δεν πρόλαβε ο Ορφέας να τελειώσει τη μαντινάδα, και όλοι οι Μερακλήδες είχανε σηκωθεί και μπαίνανε στη σειρά για Χορό.

Ένας καστανόξανθος Ντελικανής, πρώτο μπόϊ και βάλε, με μαύρα γυαλισμένα, ζαρωμένα, στιβάνια, καλοσιδερωμένη, τσιτωμένη, με μικρά αυτάκια, σταχτιά ριγωτή κιλότα, μέση δαχτυλίδι σαν του Μελίτακα με μαύρο, ξυράφι στο σιδέρωμα, μεταξωτό πουκάμισο με άσπρα φιλντισένια κουμπιά, στριμμένο αγκάθα το μουστάκι του χωρίς γένια μα αξύριστος, καστανοξαθα μελένια μαλλιά, με γερακίσιο βλέμμα που άστραφτε και δεν είχε πια στην όψη του τη θωριά της απόρριψης με πυκνές, βαθιές σκάλες στα μαλλιά και με ένα μαύρο, μεταξωτό μαντιλέ δεμένο στο πίσω τση κεφαλής του, που στα κρούσα ντου εκρέμουνταν όλη τη λεβεντιά, αρχοντιά  η ευγένεια  το μερακλίκι και το κιμπαριλίκι του πάνω κόσμου, είχε πιάσει πρώτος, έτοιμος για χορό.

Η χέρα ντου τεντωμένη στο ύψος του ώμου του συγότρεμε, εστήριξε το σώμα του στην άκρη του ζερβού του πόδα κι΄ανασήκωσε ένα αέρα το δεξό του ένα είδος σινιάλου  στον Λυράρη ότι θέλει να χωρέψει σε μια πιθαμή τόπο τον αγαπημένο του μερακλίδικο, αργό, στεγνό, σιγανό Χανιώτη. Ο Αρχάγγελος, με το που θωρεί και γνωρίζει τον πρωτοχορευτή, και που ξέρει καλά τι θέλει να του παίξει, σηκώνεται περνά και κρεμά το κομπολόγι στη ζερβή του χέρα, όπως το συνήθιζε στα μεγάλα του κέφια, βάνει το ζερβό του πόδα στη καθέκλα που καθότανε, έδωσε του μικρού Στεφανή, του παιδικού του φίλου, να του κρατεί το αναμμένο τσιγάρο, έσπρωξε το δοξάρι όλο στη ζερβή μεριά  το ακουμπάει πάνω στις κόρδες τις  Λύρας…και τραβόντας το αργά, σιργουλευτά  δίδει σείσμα του Ουρανού…

Τα Χερουβείμ έχουν κάνει κύκλο γύρω από τον πρωτοχορευτή και παίζουν παλαμάκια …

ο Γέρο Δερβίσης4 κερνούσε τ’ Ασίκικα4 παιδιά, κι ο Γέρο δάσκαλός του, που καθόταν σε «στρωμνί μαλαματένιο» και λαμποκοπούσε το πρόσωπό του δεν έβλεπε τις μουρνόβεργες, που έπαιζε όταν ήταν μαθητής του, ούτε την πρώτη Λύρα που του πήρε ο Πατέρας του, ούτε τη Λύρα που του χάρισε ο Ορφέας.

Ο Γέρο Δάσκαλος έβλεπε μια Ρομφαία στα χέρια του Αρχάγγελου και τους Αγγέλους  που χορεύανε στους ουρανούς κι έτσι

« έπαιρναν τα όνειρα εκδίκηση»…

Ο Πρωτοχορευτής δεν χόρευε πια, είχε εκστασιαστεί και με το χορό του ζωγράφιζε μέσα  στους ουρανούς όλες τις ομορφιές  που είχε στερηθεί στον Πάνω κόσμο, και μέσα σ’ αυτή τη ζωγραφιά ακούστηκε η Δωρική Φωνή του Ψαρονίκου. «Γεια σου αδέρφι Πέτρο..!»

Κι΄ ύστερα σαν τέλειωσε ο χορός… μερακλωμένος, όλο πάθος, με πολύ μεράκι, λίγο παράπονο και απέραντη καλοσύνη, αρχίζει  ο Αρχάγγελος ένα ριζίτικο…

Σαν έρθουν μάνα οι Φίλοι μου σαν έρθουν οι εδικοί μας

Πέψετε να μηνύσετε και σ’ άλλους Μερακλήδες.

Κι απού’ χει φίλους να το πει

Κι άμα κιανείς δεν έχει

Προπάντω αν είναι μοναχός,

Νάρθει κι αυτός μαζί μας,

Να κάτσει  στην παρέα μας,

Να πιεί και να γλεντήσει

Να σύρει πρώτος το χορό,

Να παν οι πίκρες κάτω

Και τα’ ποξημερώματα,

Σαν λαγαρίσει ο νους του,

Να κάμει τόπο για φιλιές

Μ’ αυτό ΄πομένει μόνο.

Σ’ αυτό τον ψεύτη τον ντουνιά.

 

Άξιον Εστί ! Το Ανωγειανό, Πέτρινο Φώς …

Άξιον Εστί ! Οι Μουρνόβεργες στα χέρια του Λιπόσαρκου        Κοπελιού.

Άξιον Εστί ! η Δραχμή του Πέτρου, και η Νουθεσία του Γέρο Δάσκαλου, που με κρατούν κι εμένα, στο όλο ύστερο ζωντανό για να μπορώ ξύπνιος, ακόμα να ονειρεύομαι.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Σημ: 1  Ο Καδενιάς κατά κόσμο, Εμμανουήλ Ξυλούρης, ήταν λίγο οξύθυμος και δεν έλεγε και ….. όχι στον καυγά….

Σημ. 2. Ο Πέτρος-για τους νεότερους, οι πιο παλιοί το ξέρουν- ήταν μια ιδιότυπη μορφή απόκληρου για τα Ανώγεια της εποχής:

Διακόνευγε, αλλά δε ζητιάνευε, ικέτευε θαρρείς με το παρουσιαστικό και με τα μάτια, προστατεύοντας εκτός των άλλων και τις λέξεις από τη μιζέρια.

Ταπεινός αλλά καθόλου κακομοίρης κέρδιζε ως τακτικός μουσαφίρης μερίδιο φιλανθρωπιάς, από μια γενναιόδωρα- Ανωγειανά μοιρασμένη φτώχεια.

Σημ.3 Ο Πέτρος όταν πήγαινε σ΄ αυτό το σπίτι ήξερε ότι έπρεπε να κάτσει να φάει υποχρεωτικά ένα πιάτο φαγητό γιατί διαφορετικά δεν του έδινε η νοικοκυρά την κούπα το κρασί που το έπινε μονορούφι, όπως το είχε συνήθεια

 – «Πρέπει  να φάς ευλογημένε του έλεγε η νοικοκυρά για να μη σε κόψει το κρασί μονορούφι»

Σημ. 4. Δερβίσης ήταν το δεύτερο παρατσούκλι του πατέρα του, του Ψαρογιώργη ή Ψαράκη, γιατί γυρίζοντας από την Μικρά Ασία που πολέμησε 10 χρόνια, έκανε με άλλους συγχωριανούς του ένα Σύλλογο- Σωματείο που λεγόταν «Δερβίσηδες». Το Καφενείο που λειτουργούσε -και λειτουργεί ακόμα   ονομαζόταν «Οι Δερβίσηδες».

Σημ. 5. Ασίκικα παιδιά ήσαν οι φίλοι του Ψαρογιώργη και το Ασίκικα είναι από ένα Τούρκικο τραγούδι που λέει :

«Κέρνα παπαδιά τα’ Ασίκικα παιδιά, δεν μας εκερνάς δεν καλοπερνάς»

 

 

 

 

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->