Άρθρο του Γεωργίου Σκουλά

Στη φωτογραφία  Σήμερα παρουσιάζω μια σπάνια ομαδική φωτογραφία με τους οπλαρχηγούς των επαρχιών Κυδωνίας, Σελίνου και Κισσάμου Ν. Χανίων του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Η φωτογραφία προέρχεται από δημοσίευμα της εφημερίδας ”ΠΑΤΡΙΣ” του Ηρακλείου την Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017 Αρ.Φύλλου 21.090. Η λεζάντα και το σχόλιο είναι της εφημερίδας.

ΕΚΘΕΣΕΙΣ : Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΙ, Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗ, Π.ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ ,
ΤΜ. ΕΠ. ΝΟΜΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.
14 Αυγούστου 1867.
(ΕΚΘΕΣΗ Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗ).
ΕΚΘΕΣΙΣ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΗΣ ΑΡΑΔΑΙΝΑΣ.
Πρός τόν Γενικόν Αρχηγόν του τμήματος Ρεθύμνης
κύριον Π. Κορωναίον.

Τήν ημέραν της αναχωρήσεώς σας από Αβρόχην, επληροφορήθημεν, ότι ο εχθρός εσκόπει να καθέξη τόν πόρον, τόν άγοντα από Ασκύφου εις Ίμβρον, όπως διακόψη τήν συγκοινωνίαν, ήν είχομεν μετά του στρατοπέδου του κ. Ζυμβρακάκη.
Σκεφθέντες τότε μετά του οπλαρχηγού, κ. Μ. Σκουλά, ότι, αποχωριζόμενοι τοιουτοτρόπως με τάς ολίγας δυνάμεις, τάς οποίας είχομεν, ήτον αδύνατον εις ημάς να διατηρώμεν πλέον τήν θέσιν ταύτην, απεφασίσαμεν να ενωθώμεν μετά τρίωρον ακροβολισμόν, ηδυνήθημεν, βαδίζοντες έμπροσθεν των προφυλακών του εχθρού, να φθάσωμεν εις τήν θέσιν Ξηρόκαμπον. Εκεί δε εύρομεν και τόν ανθυπασπιστήν κ. Μ. Ξανθουδάκην, επί κεφαλής τριάκοντα ανδρών, όστις ηνώθη μέθ’ ημών. Ζητήσαντες δε τάς διαταγάς του αρχηγού του τμήματος Κυδωνίας κ. Ζυμβρακάκη, διετάχθημεν πάρ’ αυτού να καθέξωμεν τάς θέσεις Ξηρόκαμπον και Πόρον του Ρέκτα. Εις τήν θέσιν Πόρον του Ρέκτα εθέσαμεν φύλακας, οι οποίοι διαταγήν είχον να ανησυχώσιν ακαταπαύστως τάς προφυλακάς του εχθρού.
Τήν 5 τρέχοντος μας ήλθεν η είδησις, ότι εις Καλλικράτην ευρισκόμενος εχθρικός στρατός έμελλε διά του Ασφένδου να καταβή εις Ίμβρον, όπως ενωθή μετά του Ασκύφου ευρισκομένου στρατού. Αμέσως λοιπόν κατελάβομεν τάς επικειμένας του χωρίου Ίμβρου θέσεις, εις δε τόν Πόρον του Ρέκτα έστειλα τόν αποσπασματάρχην κ. Μ. Φλέσσαν με τούς υπ’ αυτόν, όπως επιτηρή τόν εχθρόν από τό μέρος εκείνο και μας ειδοποιήσή εάν τυχόν αποπειραθή να μας προσβάλη από τά όπισθεν. 
Τήν αυτήν ημέραν περί τήν 11 π.μ. είδομεν τόν εχθρόν πραγματικώς ερχόμενον και καταλαμβάνοντα όλας τάς απέναντι ημών επικειμένας θέσεις του χωρίου Ίμβρου. Αμέσως δε έστειλε και μερικούς ατάκτους πεζούς και ιππείς, όπως καταβώσιν εις τό χωρίον· αλλά πυροβοληθέντες υπό των ημετέρων και τινών Σφακιανών, ευρισκομένων πλησίον του χωρίου, οπισθοδρόμησαν και ηνώθησαν πάλιν μετά του λοιπού στρατού. Ακολούθως ο εχθρός ανέπτυξεν όλας αυτού τάς δυνάμεις επί των υψηλοτέρων θέσεων, και, αφού συνεννοήθη μετά του εις Ασκύφου στρατού, συνεκεντρώθη πάλιν περί το εσπέρας άνωθεν της Ίμβρου. Ειδοποιήσαμεν τότε τόν αρχηγόν κ. Ζυμβρακάκην περί των διατρεχόντων και τόν παρεκαλέσαμεν να μας αποστείλη επικουρίαν, όπως αντιπαραταχθώμεν εναντίον του εχθρού εκ των οποίων κατείχομεν θέσεων.
Τήν ακόλουθον, 6 τρέχοντος, ο απέναντι ημών εχθρός έμενεν ακίνητος, ο δε εις Ασκύφου, ωφελούμενος από τήν βαθείαν ομίχλην, ήτις εκάλυπτε τά άνωθεν του χωρίου Ασκύφου μέρη τήν ημέραν εκείνην, διήλθεν όλην τήν κοιλάδα του Ασκύφου απαρατήρητος από τό στρατόπεδον του κ. Ζυμβρακάκη, και ήρχισε να διαβαίνη έμπροσθέν μας, όπως μεταβή εις Ίμβρον. Τούτο ημείς ιδόντες εσκέφθημεν να αφήσωμεν αυτόν να εισέλθη πρώτον εις τινά μικράν φάραγγα και ακολούθως να τόν κτυπήσωμεν.
Πραγματικώς, ως εισήλθεν, αιφνιδίως πυροβολήσαντες κάτ’ αυτού, τοσούτον διεταράξαμεν τήν πορείαν του, ώστε διέσπασε τάς τάξεις του, και, μετά έν τέταρτον σχεδόν της ώρας, μόλις ήρχισε να πυροβολή κάθ’ ημών και μας επιτίθηται τακτικώς.
Συνάμα δε ο άνωθεν της Ίμβρου ευρισκόμενος στρατός ήρχισε να καταβαίνη και μας επιτίθηται ωσαύτως· και η μάχη ούτω εγένετο γενική. Μετά δύωρον πεισματώδη πάλην, βλέποντες, ότι 150 άνδρες ήτο αδύνατον να ανθέξωσι απέναντι 15.000 τακτικού και ατάκτου στρατού, και συνάμα ότι ουδεμία επικουρία μας ήρχετο, προς τούτοις δε πληροφορηθέντες, ότι οι εις τον Πόρον του Ρέκτου ευρισκόμενοι, ολίγοι όντες, οπισθοχώρησαν και ο εχθρός από το μέρος εκείνο ευκόλως ηδύνατο να μας κυκλώση ηναγκάσθημεν να υποχωρήσωμεν.
Κατά δε τήν υποχώρησίν μας, απαντήσαντες τόν οπλαρχηγόν χατζή Μιχάλην όστις ήρχετο εις βοήθειάν μας μετά 100 περίπου Χανιωτών, εσταματήσαμεν πάλιν, όπως αναχαιτίσωμεν τήν ορμήν του εχθρού. Μετά δύο δε ώρας άπασα η γραμμή μας αύθις υπεχώρησεν εις υψηλοτέρας θέσεις, όπου, φθάσαντος και του υπολοχαγού κ. Νικολαΐδου, μετά των υπ’ αυτόν, εμείναμεν πολεμούντες μέχρις της εσπέρας.
Ακολούθως απεσύρθημεν εις τήν άνωθεν της Ανωπόλεως δεξαμενήν, ο δε κ. Σκουλάς με τούς ιδικούς του ηνώθη μετά του κ. Ζυμβρακάκη, και, ως επληροφορήθην, ανεχώρησεν ακολούθως εκ της επαρχίας Σφακίων.
Τήν ακόλουθον, πληροφορηθέντες, ότι ο εχθρός έμελλε ν’ αναβή από Εμπρόσγιαλον εις Ανώπολιν, μετέβημεν εκεί μετά του κ. Νικολαΐδου και τινών Λακκιωτών. Εις Ανώπολιν ευρισκόμενοι ειδοποιήσαμεν πάλιν τόν αρχηγόν κ. Ζυμβρακάκην, όπως μας πέμψη βοήθειαν, καθόσον αι δυνάμεις ημών δεν ήσαν αρκεταί διά να υπερασπισθώμεν τάς θέσεις του χωρίου τούτου. Βλέποντες δε, ότι ουδεμία επικουρία μας ήρχετο, ο οπλαρχηγός Τζελεπής επρότεινε προς ημάς να καθέξωμεν τήν φάραγγα του χωρίου Αράδενας, αυτός δε, εν περιπτώσει προσβολής εκ μέρους του εχθρού, να μείνη με τίνας ωκύποδας Κρήτας, απέναντι τούτου (χωρίου) επί τινών υψωμάτων, δεξιά του χωρίου κειμένων, οπόθεν, ακροβολιστικώς μαχόμενος, να οπισθοχωρήση και ούτος και προστατευόμενος πάρ’ ημών να διέλθη ασφαλώς τήν φάραγγα.
Τήν 10 τρέχοντος, εις Αράδαιναν ευρισκόμενοι και έχοντες σχεδόν τελειωμένα τά οχυρώματά μας, ηκούσαμεν πυροβολισμούς και επληροφορήθημεν, ότι ο εχθρός εισήρχετο εις Ανώπολιν. Ετρέξαμεν λοιπόν αμέσως προς τό χωρίον Ανώπολιν, διά να προστατεύσωμεν κάλλιον τήν υποχώρησιν του οπλαρχηγού Τζελεπή και των υπ’ αυτόν· ιδόντες δε, ότι ο εχθρός προέβαινε και η υποχώρησις των ημετέρων ήτον ησφαλισμένη, επανήλθομεν και καθήξαμεν τάς οποίας και πρότερον οχυράς θέσεις.
Ο εχθρός πάντοτε εβάδιζεν επί τά πρόσω· άλλ’ άμα έφθασεν απέναντι ημών, εδέχθημεν αυτόν δι’ ενός γενικού πυροβολισμού και τόν εβιάσαμεν να σταματήση. Η μάχη ήρξατο γενική και διήρκεσεν εφ’ όλης της ημέρας, εστάθη δε αδύνατον εις τόν εχθρόν να διέλθη πέραν της φάραγγος. Περί τήν εσπέραν έφθασε και ο οπλαρχηγός κ. Κριάρης μετά 100 Σελινιωτών, όπως βοηθήση εις τήν υπεράσπισιν της φάραγγος ταύτης.
Τήν νύκτα μετά τήν μάχην, συνήλθομεν, ίνα συνεννοηθώμεν μετά των νεωστί ελθόντων καπεταναίων, διά τήν εξακολούθησιν της μάχης αύριον, και περί της τοποθετήσεως των ανδρών εις καταλλήλους θέσεις.
Πρίν σας εκθέσω τό αποτέλεσμα της συσκέψεώς μας και τήν τοποθέτησιν ημών, κρίνω εύλογον να σας περιγράψω τάς πέριξ του χωρίου Αράδαινας ευρισκομένας οχυράς θέσεις. Τό χωρίον Αράδαινας κείται τρία τέταρτα της ώρας μακράν της Ανωπόλεως και έμπροσθεν αυτού υπάρχει φάραγξ μεγάλων διαστάσεων, τήν οποίαν δεν δύναται τίς να διέλθη, ειμή από τρία μόνον μέρη. Πρώτον από τόν έμπροσθεν του χωρίου Αράδαινας ευρισκόμενον πόρον, από ένα έτερον δεξιά αυτού προς τήν θάλασσαν, και από ένα τρίτον, αριστερά του μεσαίου πόρου. Πέραν της φάραγγος, υπάρχουσι δύο υψώματα, επικείμενα του χωρίου και επωφελή εις τόν εχθρόν, διά τήν άμυνάν του, ουχί δε και διά τήν επίθεσιν. Όπισθεν του χωρίου υπάρχει οδός, άγουσα εις Άγιον Ιωάννην· δεξιά της οδού ταύτης, υπάρχουν μερικά υψώματα, αριστερά δε έτεροι συνεχείς λόφοι, ενούμενοι μετά των ορέων.
Συνελθόντες λοιπόν τήν εσπέραν της πρώτης μάχης, ο αρχηγός Αποκορώνων κ. Κωσταρός, ο οπλαρχηγός Σφακίων Τζελεπής, ο αρχηγός Σελίνου Κριάρης, ο υπολοχαγός Ν. Νικολαΐδης, ο ανθυπασπιστής Κίτσος, ο υποφαινόμενος και διάφοροι άλλοι καπεταναίοι, εντόπιοι και εθελονταί, απεφασίσαμεν, έμπροσθεν του προς τα όρη πόρου να τοποθετηθή ο αρχηγός Κριάρης με τούς υπ’ αυτόν και τούς Λακκιώτας, κατόπιν ο υποφαινόμενος μετά του ανθυπασπιστού Μ. Ξανθουδάκη, ακολούθως ο ανθυπασπιστής Κίτσος, και κατόπιν πάλιν έμπροσθεν του μεσαίου πόρου, εις τό χωρίον, ο υπολοχαγός κ. Νικολαΐδης. Κάθ’ όσον δ’ αφορά τήν υπεράσπισιν του τρίτου πρός τήν θάλασσαν πόρου, ανέλαβον οι εντόπιοι καπεταναίοι Κωσταρός, Τζελεπής και λοιποί, διαβεβαιώσαντες ημάς, όπως έχομεν εις αυτούς τελείαν πεποίθησιν.
Αμέσως λοιπόν περί τήν 10 ώραν της νυκτός, άπαντα τά σώματα ημών κατέλαβον τάς θέσεις των και διενυκτέρευσαν εις αυτάς. Τήν πρωΐαν δε ο εχθρός μας προσέβαλεν εκ νέου· άλλ’ άπασα η γραμμή ημών, καρτερικώς μαχομένη, απέκρουσεν αυτόν εφ’ όλης της ημέρας και εματαίωσε τάς ελπίδας αυτού του να διαβή τήν φάραγγα. Οι ημέτεροι με τοσαύτην καρτερίαν και γενναιότητα εμάχοντο, ώστε, αν και ήσαν εκτεθειμένοι εις τόν υπερβολικώτατον καύσωνα και εστερούντο τροφών και ύδατος, επροτίμων πάν άλλο, παρά να εγκαταλείψωσι τάς θέσεις των.
Ευτυχώς περί τό εσπέρας ήλθον προς ημάς ολίγαι τροφαί, αίτινες μόλις επήρκεσαν εις τάς ανάγκας μας. Διαταγή δε ευθύς εδόθη, όπως αι τροφαί διαμοιρασθώσιν εις τά οχυρώματα των ανδρών, και έκαστον σώμα προμηθευθή τά αναγκαία του.
Περί τό μεσονύκτιον ο εχθρός, εδοκίμασε να κατασκευάση οχυρώματα εις τήν απέναντι της φάραγγος όχθην, άλλ’ εστάθη εις αυτόν αδύνατον, καθότι κατεπυροβολείτο παρά των ημετέρων, διελθόντων άπασαν την νύκτα επί ποδός προς επιτήρησιν αυτού. Τήν πρωΐαν, ο εχθρός βλέπων, ότι του ήτον αδύνατον να διέλθη διά του μεσαίου πόρου και διά του προς τά όρη κειμένου, συνεκέντρωσε τάς πλείστας αυτού δυνάμεις, επί των απέναντι της φάραγγος και δεξιά του μεσαίου πόρου κειμένων υψωμάτων και εκείθεν προσέβαλεν ακαταπαύστως διά των όπλων και των πυροβόλων τό χωρίον, ζητών τοιουτοτρόπως να καταστρέψη αυτό τε και τούς εν αυτώ αμυνομένους.
Τήν ημέραν ταύτην, βλέπων, ότι ο εχθρός απέναντι των προς αριστερά του χωρίου ευρισκομένων οχυρωμάτων μας, είχεν αφήσει ολίγας δυνάμεις, όπως απασχολή τούς υπερασπιστάς αυτών, έκρινα εύλογον, όπως μένω εν τω χωρίω με ολίγους εκ των ιδικών μου, καθόσον άπασα η προσοχή του εχθρού ήτο προσηλωμένη εις αυτό, οι δε λοιποί εκ του σώματός μου μένωσιν εντός των οχυρωμάτων, υπερασπιζόμενοι ταύτα υπό τήν οδηγίαν του κ. Ξανθουδάκη.
Είναι αληθές, ότι ο εχθρός είχεν επικειμένας του χωρίου θέσεις και τά πυρά του ηδύναντο να μας βλάψωσιν· άλλ’ ημείς καταλλήλως τοποθετημένοι εντός των διαφόρων οικιών του χωρίου, εβλάπτομεν διά των πυρών μας περισσότερον αυτόν, ή εκείνος ημάς. Η μάχη εξηκολούθει θαυμασίως και ήμεθα πλήρεις ελπίδων και διά τήν ημέραν ταύτην. Βλέποντες όμως τόν εχθρόν συσσωρεύοντα πολλάς δυνάμεις εις τόν προς τήν θάλασσαν πόρον, υπωπτεύθημεν, μη τυχόν διαβή από τό μέρος εκείνο. Εζητήσαμεν δίς και τρίς πληροφορίας, περί του αν αι δυνάμεις των προς τό μέρος εκείνο ημετέρων εισίν αρκεταί, όπως αναχαιτίσωσι τόν εχθρόν, και πάντοτε μας εβεβαίωναν περί τούτου. Ο υπολοχαγός Ν. Νικολαΐδης έστειλεν ωσαύτως απεσταλμένους προς τό μέρος εκείνο, όπως πληροφορηθή περί τούτου, η δε εις Άγιον Ιωάννην ευρισκομένη κυβέρνησις έστειλεν επικουρίαν, προς βοήθειαν των εκεί αμυνομένων.
Δυστυχώς όμως, περί τήν τρίτην ώραν μ.μ. έτερον εχθρικό σώμα απεβιβάσθη διά των πλοίων όπισθεν των υπερασπιστών του πόρου τούτου, οίτινες, άμα επληροφορήθησαν τό τοιούτον, αμέσως εγκατέλειψαν τήν θέσιν των και οπισθοχώρουν εις τάς προς τά όρη υψηλοτέρας θέσεις. Η δε παρά της κυβερνήσεως αποσταλείσα επικουρία, κάθ’ ά επληροφορήθημεν ακολούθως, μη φθάσασα εγκαίρως, ηναγκάσθη να υποχωρήση και αυτή με τοΎς λοιπούς. Ο δε πέραν της φάραγγος προς τόν πόρον εκείνον εχθρός, μη ευρίσκων αντίστασι διήλθεν αυτήν.
Περί του συμβάντος ούτου ημείς ουδεμίαν είχομεν είδησιν, και αμυνόμεθα πάντοτε με τήν μεγαλυτέραν γενναιότητα, πλήρη έχοντες πεποίθησιν εις τάς διαβεβαιώσεις των υπερασπιζομένων τόν πόρον εκείνον Σφακιανών. Ότε δε ήλθεν απεσταλμένος διά να μας είπη, ότι οι Τούρκοι έρχονται από τά όπισθέν μας, τούτον τόν επιστεύσαμεν. Άμα όμως είδομεν όπισθέν μας ηναμμένην μεγάλην πυράν, τούς δε έμπροσθέν μας εχθρούς επιπίπτοντας με μεγάλην ορμήν εναντίον ημών, τότε ηρχίσαμεν να υποπτευώμεθα· άλλ’ ήτο πλέον αργά, καθότι ο εκ των όπισθεν ερχόμενος εχθρός μάς είχε πλησιάσει πάρα πολύ, τήν δε πυράν ταύτην είχεν ανάψει ως σημείον, διά να επιτεθή το ταχύτερον κάθ’ ημών, ο έμπροσθέν μας ευρισκόμενος στρατός.
Εις τήν κρίσιμον ταύτην στιγμήν, οι εντός του χωρίου αμυνόμενοι, συγκείμενοι εκ των του σώματος του κ. Νικολαΐδου, εκ τινών Λακκιωτών και Σελινιωτών, και τινών ιδικών μου, τούς οποίους είχον κρατήσει πλησίον μου, επολέμουν μετ’ απεριγράπτου ανδρείας. Αφού πλέον εκινδύνευον πάντες να κυκλωθώσιν εντελώς, ήρχισαν να οπισθοχωρώσι και αυτοί προς τάς υψηλοτέρας θέσεις, αλλά πάντοτε μαχόμενοι σχεδόν με απελπισίαν και τίνες εξ αυτών διά του ξίφους· δι’ ό και πολλοί εξ αυτών εφονεύθησαν και άλλοι συνελήφθησαν. Ο καπετάν Βελεγρής εκ των Λάκκων εφονεύθη, αφού δύο εκ των εχθρών εφόνευσε. Τίνες εκ του σώματος του κ. Νικολαΐδου εφονεύθησαν. Αφού πρώτον επέφερον μεγάλην φθοράν εις τον εχθρόν. Ο υπηρέτης μου, ονόματι Κωνσταντίνος, τήν στιγμήν, κάθ’ ήν προσεπάθει να μοί φέρη τόν ημίονόν μου διά να ιππεύσω, συνελήφθη μέτ’ αυτού.
Μετά τήν τρομεράν αυτήν πάλην, κατορθώσαντες ν’ αναβώμεν εις υψηλοτέρας θέσεις, μαχόμενοι πάντοτε, απεσύρθημεν εις τήν τοποθεσίαν Κρούσα, όπου και διενυκτερεύσαμεν· τήν δ’ επιούσαν πληροφορηθείς, ότι υμείς εμάχεσθε μετά του υπολοίπου του σώματος υμών και τινων Κρητών εις Ίμβρον, έκρινα εύλογον, όπως έλθω εις αντάμωσίν σας και συμπράξω μέθ’ υμών κατά του εχθρού. Οι δε κύριοι Κριάρης, Νικολαΐδης, Κίτζος και λοιποί μετέβησαν εις Ρουμέλην, όπως υπερασπισθώσι τό χωρίον τούτο, εν περιπτώσει προσβολής, εκ μέρους του εχθρού. Αι ζημίαις των ημετέρων, εις τήν τριήμερον ταύτην μάχην, αναβαίνουν εις είκοσι φονευμένους και άλλους τόσους πληγωμένους, αι δε του εχθρού εισίν απείρω τω λόγω μεγαλύτεραι.
Ο διοικητής των εθελοντών.
Κ. ΣΜΟΛΕΝΣΚΗΣ.

27 ΙΟΥΛΙΟΥ 1867.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ.
(ΕΚΘΕΣΗ Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗ).
Με τό παρελθόν ταχυδρομείον σοί έγραφον, ότι ο Ομέρ εκυρίευσε και τήν Ανώπολιν, επειδή η δύναμις των χριστιανών δεν ήτο επαρκούσα ίνα φυλάξη όλα τά μέρη. Ενώ εφύλαττον τά μάλλον τρωτά μέρη, ο εχθρός απεβίβασε στρατόν εις Λουτρόν· και ο μέν προς τά τρωτά μέρη, επησχόλει τούς ημετέρους, ο δε ανέβη εκ Λουτρού εις Ανώπολιν και ούτω υπεχρεώθησαν οι ημέτεροι να υποχωρήσουν εις χωρίον Αράδαινα, τό οποίον ευρίσκεται εις τό δεξιόν χείλος βαθείας φάραγγος.
Η θέσις αύτη είναι οχυρωτάτη, ότε ο εχθρός έρχεται από Ανώπολιν. Πράγματι, οι ημέτεροι οχυρωθέντες εις τά τρωτά μέρη της φάραγγος απέκρουσαν τόν εχθρόν επί τρείς ολοκλήρους ημέρας, χωρίς ούτον να δυνηθή να κάμη βήμα προς τά πρόσω, μάλιστα απεκρούσαμεν αυτόν από τάς εμπροσθοφυλακάς του προς τήν Ανώπολιν.
Γνωρίσας όθεν ο Ομέρ πασάς τό αδύνατον να κυριεύση τήν Αράδαινα διά της κατά μέτωπον προσβολής, απεφάσισεν και επεβίβασεν από Πρόσγιαλον στρατόν και τόν απεβίβασεν εις Διαλισκέρι, θέσιν δυσχερεστάτην, ένθα οι ημέτεροι είχον φυλακήν μόνον εκ 50 ανδρών, καθότι δεν επερίσσευον άλλοι, και διότι έκαστος εθεώρει δύσκολον τήν αποβίβασιν εκ του μέρους εκείνου. Άμα φθάσαντα τά πέντε ατμόπλοια εις Διαλισκέρι ήρχισαν τρομερόν κανονοβολισμόν κατά των οχυρωμάτων των 50 ανδρών· μολοταύτα οι πεντήκοντα ούτοι ανδρείοι εδεκάτισαν αρκούντως τούς αποβιβαζομένους.
Ότε απετελείωσε τήν αποβίβασιν άπασα η μοίρα του τουρκικού στρατού, εκ 2.300 περίπου ανδρών, εβάδισε προς τούς υπερασπιζομένους τήν θέσιν 50 χριστιανούς, οίτινες ανθήξαν, εκπληρώσαντες τό καθήκον των, έως ού ο εχθρός έφθασεν σχεδόν εις τά οχυρώματά των. Τότε ο ανδρείος κ. Βολουδάκης (Κωσταρός) διέταξε τήν υποχώρησιν αφήσας μόνον δύο ανδρείους εκ των 50 φονευμένους. Άμα καταλαβόντες οι εχθροί τήν θέσιν των χριστιανών, καθήξαν κορυφάς τινάς βουνών, εποπτευόντων τά νώτα των εις Αράδαινα ημετέρων.
Ενώ ταύτα εγίνοντο εν Διαλισκέρι, ο εκ μέρους της Ανωπόλεως εχθρός πλέον των 10.000 προσέβαλε τούς πόρους της φάραγγος μανιωδώς· άλλ’ οι ημέτεροι απέκρουον τάς μανιώδεις αυτάς επιθέσεις. Επί τέλους ο από Διαλισκέρι αναβάς εχθρός ήρχισε να κατέρχηται, ώστε οι ημέτεροι προσεβάλοντο εκ νώτων και μετώπου. Ούτω ηναγκάσθησαν ν’ αποσυρθούν και εκ της Αράδαινας. Εις το τριήμερον διάστημα εφονεύθησαν και επληγώθησαν εκ των ημετέρων δεκαπέντε, εκ των οποίων είναι και ο γενναίος οπλαρχηγός Λάκκων Πελεγρής.
Κυριευθείσης της Αράδαινας, ηναγκάσθημεν ν’ αλλάξωμεν θέσιν. Οι μέν της Αράδαινας απεσύρθησαν οι περισσότεροι εις Αγίαν Ρουμέλην, οι δε εις Κρούσια· άλλ’ εις τήν τελευταίαν αυτήν θέσιν δεν είχομεν τίποτε να τρώγωμεν,και οι μέν απεσύρθησαν εις Ομαλόν, εγώ δε έμεινα εις Κρούσια. Τήν 15 του υπερμεσούντος , παρουσιάσθησαν τέσσαρα ατμόπλοια έξωθεν της Αγίας Ρουμέλης και ήρχισαν αδιάκοπον κανονοβολισμόν από πρωΐας μέχρι της 2 μ.μ..
Τότε ο Ομέρ πασάς, ευρισκόμενος εντός θωρακωτού, ειδοποίησε και έγινε αποβίβασις εις τά Δώματα, θέσιν όπισθεν της Αγίας Ρουμέλης, δύο ώρας απέχουσαν, διά ξηράς. Εκεί ευρίσκοντο έως 20 άνδρες ημέτεροι, οίτινες γενναίως απέκρουον τήν αποβίβασιν· επί τέλους όμως ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν και, ο εχθρός όστις ήτο ανώτερος ημών, ανέβη εις τινάς πολύ υπερκειμένας κορυφάς όπισθεν των θέσεων τάς οποίας οι ημέτεροι κατείχον εις τό χωρίον της Αγίας Ρουμέλης. Επομένως οι ημέτεροι ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψωσι τάς θέσεις των, Σάμαρι και Φασκομυλοπήν, και καθείξαν το χωρίον της Αγίας Ρουμέλης, άφ’ όπου μετεκόμησαν όλα τά πράγματα εντός της φάραγγος, εις θέσιν Χριστόν καλουμένην· μόνον 5 κιβώτια πολεμοφόδια δεν επρόφθασαν να μεταφέρωσι και τά επυρπόλησαν.
Εξ όλου του κανονοβολισμού των τουρκικών πλοίων, τά οποία έρριψαν πλέον των 1.000 σφαιρών δεν εφονεύθησαν ειμή δύο χριστιανοί. Έκτοτε καθεκάστην οι ημέτεροι παρενοχλούν τον εις τά θέσεις της Αγιας Ρουμέλης κατέχοντα εχθρόν, και καθεκάστην προξενούν αυτώ ζημίας τινάς. Έκτοτε ο εχθρός μένει εις τά ίδια, χωρίς να τολμά να προσβάλη τήν φάραγγα της Σαμαριάς. Πολύ όμως υποψιάζομαι, ότι ο αναχωρήσας εξ Ασκύφου Μεχμέτης θα βαδίση προς τόν Ομαλόν, ίνα δυνηθή να κυριεύση αυτόν, επομένως να καταβή αυτός μέν από τό Ξυλόσκαλον και τά Γούζια εις τήν φάραγγα της Σαμαριάς, ο δε άλλος να προσβάλη από ταίς Πόρταις, στενωπόν της αυτής φάραγγος.
Τούτου ένεκα οι Σελινιώται, Κυδωνιάται και εθελονταί μετέβησαν εις Ομαλόν, αμέσως σχεδόν από τήν πρώτην ημέραν της καταλείψεως των θέσεων της Αγίας Ρουμέλης, Εγώ δε από Κρούσια μετέβην εις Καλόκαμπον, θέσιν ήν μ’ έλεγον κατάλληλον διά να εμποδίσωμεν τήν είσοδον του πασσά από Γούζια εις την φάραγγα της Σαμαριάς.
Φθάσας εις Καλόκαμπον μετά εξάωρον δύσκολον οδοιπορείαν, αναβαίνων και καταβαίνων τά Λευκά όρη, παρετήρησα, ότι ουδόλως εκ Καλοκάμπου ηδυνάμεθα να εμποδίσωμεν τήν είσοδον του εχθρού από Γούζια. Επειδή δε τό ύδωρ απείχεν 11/2 ολόκληρην ώραν εκ της θέσεως αυτής, έρρεε δε εις πολύδύσβατον μέρος, και η θέσις μας δεν είχεν ουδέν κλαρίον διά να τεθώμεν υπό τήν προστασίαν του, ηναγκάσθην τήν επαύριον ν’ αναχωρήσω εκ της θέσεως αυτής και επανέλθω εις Σκαφίδια του Μουρίου· διήλθον δε διαμέσου των Λευκών ορέων, διατρέξας κατά μήκος τά όρη αυτά. Κάθ’ όλα δε τά Λευκά όρη απηντήσαμεν πληθύν οικογενειών πασχουσών ελεεινά, διότοι ούτε ξύλα έχουν να μαγειρεύσουν, αν έχουν τί να φάγουν, ούτε νερόν, αλλά σύρουν εκ των χασμάτων χιόνα, αναλύουν αυτήν και πίνουν. Εις κάθε βήμα απηντώμεν έν ή δύο μουλάρια ψωφισμένα, εκ της πείνης και δίψης. Βεβαιώσου, αδελφέ, ότι εις κάθε βήμα μου εσυντρίβετο η ψυχή μου· άλλ’ τί εδυνάμην να πράξω;
Ήδη πασχίζω να συνάξω τούς Σφακιώτας να συναχθώσιν ενταύθα διά να προσβάλωμεν τόν εις Ανώπολιν ευρισκόμενον εχθρόν· δυσκόλως όμως θα συγκεντρωθώσι τουλάχιστον 500 άνδρες, διότι όλοι είναι σκορπισμένοι εις τά βουνά, φροντίζοντες διά τάς οικογενείας των. Οι Τούρκοι κατέχουν όλα τα παραθαλάσσια των Σφακίων, καθώς τήν Ανώπολιν και Αράδαινα, εισί δε πλέον των 15.000, διότι ο Ρεσίτης επέστρεψε προς τά Κάτω Στενά, με πλέον των 8.000, ο δε Μεχμέτης εξήλθεν εις Αποκόρωνα, ως σοί έγραψα, με πλέον των 5.000.
Ο Κορωναίος τήν ημέραν όπου έφευγον εγώ από τά Σκαφίδια και επήγαινα εις Κρούσια, είχε φθάσει εις Ταύρην. Τήν πρωΐαν ανεχώρει ο τουρκικός στρατός από Νίμπρον και τον παρηκολούθησεν αυτός τε και οι Ασκυφιώται μέχρι των Κομιτάδων και του εσκότωσαν αρκετούς Τούρκους· ήδη επανήλθεν εις Καλλικράτην, επίσης και ο Δημητρακαράκος, όστις ήλθεν μετά τόν Κορωναίον, επέστρεψε δε οπίσω, ως μοί είπον.
Ι. ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ.

3 Αυγούστου 1867.
(ΕΚΘΕΣΗ ΠΑΝΟΥ ΚΟΡΩΝΑΙΟΥ).
-Εξακολούθησις της δευτέρας εκστρατείας του Ομέρ
Κατά Σφακιών.
Δελτίον από 5 Ιουλίου μέχρι 20 του αυτού.
Είπον εις τό προηγούμενον δελτίον, ότι τήν 4 ευρισκόμην εις Δρίμισκον, αναμένων τήν σύναξιν εις Μουρνέ και Σπήλι. Τήν επιούσαν 5 μετέβην εις Άδρακτον, όπως επιταχύνω τηήν σύναξιν. Τήν 6 πρωΐαν εχθρική εκδρομή, φθάσασα μέχρι της Αιδούς των Λάκκων, ήρπασε ζώα τινά και έσφαξεν 8 άνδρας. Τούτους κατεδίωξαν οι κάτοικοι και εφόνευσαν τινάς. Τήν ημέραν ταύτην με επαρουσίασαν τρείς αιχμαλώτους, έξ ών τόν ένα, ηλικίας τριάκοντα ετών περίπου, επέμψαμεν εις τήν Συνέλευσιν, τούς δε δύο ετέρους, παίδας όντας, επέμψαμεν ελευθέρους εις Ρέθυμνον.
Τήν 7 μετέβημεν εις Μουρνέ, αναμένοντες τήν σύναξιν και διεμείναμεν και τήν 8, κάθ’ ήν ήλθον 150 περίπου Μυλοποταμίται υπό τόν οπλαρχηγόν Ι. Σγουρόν. Τήν επιούσαν, θεωρών, ότι εβράδυνε η σύναξις, εξεκίνησα μετά 400 περίπου ανδρών, προς αναζήτησιν του εχθρού, και τήν εσπέραν έφθασα εις Φρυγάνα του Ασφενταμέ.
Τήν 10 εφθάσαμεν εις Χορεύτριαις, προς τόν σκοπόν να ωδεύσωμεν κατά του εχθρού, του ευρισκομένου εις Άσκυφον· αλλά μη ευρόντες άλλας δυνάμεις, ως ηλπίζομεν, απεφασίσαμεν να μεταβώμεν εις Άσφενδον προς τόν σκοπόν να προσβάλωμεν τάς συγκοινωνίας του εχθρού μετά των Σφακιών, εάν ηθέλομεν δυνηθή. Τήν 11 μετέβημεν εις Άσφενδον. Εκεί αναγνωρίσαντες τόν εχθρόν και ιδόντες αυτόν καλώς τοποθετημένον και ωχυρωμένον, απεφασίσαμεν να αναμείνωμεν τάς κινήσεις του.
Τήν 13 επληροφορήθημεν αίφνης, ότι ο Μεχμέτ πασάς, ο ευρισκόμενος εις Άσκυφον, ανεχώρησεν επιστρέφων εις Βρύσαις των Αποκορώνων, όπου είχε πριν τό στρατόπεδόν του. Τούτον κατεδίωξαν οι αδελφοί Καυκαλάκιδες μέθ’ ικανών ανδρών. Αμέσως διηυθήνθημεν εκείσε, όπως καταλάβωμεν τάς άνω του εχθρού, του ευρισκομένου εις Καλά Λαγγά και Ξηρόκαμπον κειμένας θέσεις. Τήν εσπέραν αυτήν διενυκτερεύσαμεν εις Ταύρην. Τήν επιούσαν, αναγνωρίσαντες τόν εχθρόν, απεφασίσαμεν να τόν προσβάλωμεν. Ενώ ητοιμαζόμεθα, αι φυλακαί μας ειδοποίησαν περί τήν μεσημβρίαν, ότι ο εχθρός ανεχώρει σπεύδων. Αμέσως, εδράμαμεν εις καταδίωξίν του και κατεφθάσαμεν αυτόν ημίσειαν ώραν περίπου μακράν των πρώτων θέσεών του. Ζωηρώς προσβάλοντες αυτόν τόν ηναγκάσαμεν να δεχθή τήν μάχην· αλλά μετά δύωρον αντίστασιν ανεχώρησε· τότε τόν κατεδιώξαμεν μέχρι της 7 ώρας μ.μ. μέχρις ού έφθασεν εις Κομιτάδες, όπου συνεκεντρούτο όλος ο υπό τον Ρεσίτι Ηρακλειώτικος στρατός.
Η συγκέντρωσις αύτη μας έδωκε τήν υποψίαν, μη ο εχθρός ούτος επιστρέψη διά της Γιαλιάς· διό και απεφασίσαμεν να μεταβώμεν εις Καλλικράτην, όπως δυνηθώμεν ευκολώτερον να τεθώμεν κατά τήν διάβασίν του· αλλά και συνάμα, ευρισκόμενοι εις τήν αβεβαιότητα περί των κινήσεων του εχθρού, διότι το κύριον σώμα αυτού ο Ομέρ, ευρίσκετο εις Ανώπολιν, και Αράδαινα, ενομίσαμεν ορθόν να μη απομακρυνθώμεν πολύ· διό τήν επιούσαν 15 μετέβημεν εις Άσφενδον. Εκεί ηνώθη μέθ’ ημών και ο κ. Σμολένσκης, όστις είχεν αποσπασθή από τις 2 Ιουλίου, και όστις ευρέθη εις τάς μάχας της ίμβρου και της Αράδαινας.
Τήν πρωΐαν της 6 ειδοποιήθημεν, ότι ο εν Κομιτάδες Ρεσίτ διηυθύνετο μετά του στρατού του εις Γιαλιάν του Αγίου Βασιλείου, αμέσως εξεκινήσαμεν. Είναι αληθές, ότι ο εχθρός, φοβούμενος τά στενά, άτινα έμελλε να διέλθη και ιδίως τά Χάλαρα, ουχί μόνον εξεκίνησεν από της νυκτός, αλλά και τοσούτον έσπευδεν, ώστε τήν εσπέραν έφθασεν εις Λευκώγαια, τουτέστιν οδοιπόρησεν επί δέκα ώρας· ουχ ήττον όμως ηδυνάμεθα να προλάβωμεν αυτόν εις τά Χάλαρα, εάν και οι ιδικοί μας στρατιώται δεν ήσαν απηυδισμένοι από τάς συνεχείς και κατεσπευσμένας πορείας των παρελθουσών ημερών· και τω όντι η εμπροσθοφυλακή ημών κατέφθασεν αυτόν, τόν προσέβαλε, και τόν ηνάγκασε να σταματήση, αρχίσαντα συνάμα να εκφορτώνη τά φορτηγά του, όταν όμως είδον, ότι οι ημέτεροι ήσαν ολίγοι, εφόρτωσαν εκ νέου, και προσβαλών τούς ολίγας ημετέρους, κατώρθωσε να διέλθη. Το όλον του σώματός μας, συγκείμενον εκ 300 περίπου ανδρών, έφθασεν αυτόν εις Σελιά. Εκεί συνεκροτήθη μάχη πεισματώδης, κάθ’ ήν ουχί μόνον δεν ηδυνήθη να πυρπολήση τό χωρίον τούτο, αλλά και υπέστη αρκούσας ζημίας. Η νύξ μας διεχώρισεν.
Ως συνήθως, τά πολεμοφόδιά μας εστέρησαν, και εδέησε να παραμείνωμεν μέχρι μεσημβρίας, όπως προμηθευθώμεν. Άμα τούτου γενομένου, τόν ηκολουθήσαμεν και κατεφθάσαμεν αυτόν περί τό εσπέρας εις Άδρακτον. Εν τούτοις από της προτεραίας είχομεν πέμψει πεζοδρόμον εις τάς επαρχίας Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου, ειδοποιούντες αυτάς περί της πορείας του εχθρού, και ότι ώφειλον να προϋπαντήσωσιν αυτόν. Η προϋπάντησις εγένετο, αν και ουχί υπό πολλών· και εφ’ όλης αυτής της ημέρας κατεδιώκετο ο εχθρός.
Τήν εσπέραν ταύτην της 18 ο εχθρός εστάθμευσεν εις τήν Μούμια, ημείς απέναντι αυτού. Πολλοί των κατοίκων ήσαν οι μέν εις τούς πρόποδας του κέντρου, οι δε του Σιδηρώτα, οι δε αλλού και άπαντες επεριμέναμεν τήν κίνησίν του. Η ημέρα ηλπίζετο καλή. Ο εχθρός, βλέπων τάς προετοιμασίας ημών, εδίσταζεν· αλλά τέλος εκών άκων ώφειλε να εκτελεσθή. Περί τήν 7 εξεκίνησε· τότε ήρξατο πανήγυρις τίς ομοία της του Μυλοποτάμου, ήτις εξηκολούθησε μέχρι των Μελάμπων. Εκεί παρητήσαμεν τόν εχθρόν, κακμηκότες αμφότεροι· έως εκεί έφθανον αι δυνάμεις μας και πλέον ήτο αδύνατον να πράξωμεν.
Τόν εχθρόν κατεδιώξαμεν απηνώς· δεν αφήσαμεν αυτόν ήσυχον ημέρας και νυκτός. Τάς ζημίας του αγνοούμεν, αλλά βεβαίως απώλεσεν υπέρ τους 600 άνδρας, πολλά σκεύη του και τινά κτήνη· τά ίχνη του εδήλουν τάς ζημίας του. Εάν εβοηθούμεθα κάλλιον εκ των περιστάσεων, ο εχθρός άπας ήθελε μαρτυρεί διά των λειψάνων του τήν απερισκεψίαν του. Τά κάθ’ έκαστον κατόπιν. Τά συμβάντα εις τά δυτικώτερα μέρη των Σφακίων θέλει διηγηθή άλλος.
Άδρακτος, 20 Ιουλίου 1867.
Π. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ.

5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1867.
(Ανακοίνωση οργανωτικής επιτροπής Ρεθύμνου).
ΑΜΑΡΙΟΝ 22 Ιουλίου 1867.
Επανερχόμενος ο Ρεσίτης εκ Σφακίων μετά 5 έως 6 χιλιάδων στρατού εισήλασεν εις τήν επαρχίαν Αγίου Βασιλείου διά των Σελιών τήν Δευτέραν 17 τρέχοντος.
Προσεπάθησε να εισβάλη και εις Αμάριον, άλλ’ απεκρούσθη, κάθ’ οδόν επολεμείτο ακαταπαύστως παρακολουθούμενος υπό του κ. Κορωναίου, και υποδεχόμενος διά πυρός παρά των κατοίκων των χωρίων και επαρχιών όθεν διέβαινεν, επυρπόλησεν εκ δευτέρου τά χωρία Κούμια, Σακτούρια, και Μέλαμπες, και παρέδωκεν εις τό πύρ, όσας θυμωνίας και αχυρώνας απήντησεν, εξήλθεν δε τήν εσπέραν της Τετάρτης, 19 ιδίου διά του Αγίου Γαλήνη. Η ζημία μας είναι δέκα πληγωμένοι και πέντε φονευμένοι, εν οίς ο Μ. Κουτσαντάκης, καπετάνιος Μελάμπεων και ο σημαιοφόρος του Διογένους Κ. Μανολιτζάκης, του δε εχθρού εις 400 φονευμένους και πληγωμένους καθώς πληροφορούμεθα.
Η Οργανωτική Επιτροπή του τμήμ. Ρεθύμνης.
Γ. Α. Σκουλάς, Μ. Μαρκόπουλος, Γ. Α. Τζεβράκης, Επ. Μαρουλάκης, Μ. Βολανάκης, Μ. Μαρτάλιας, Ν. Μιγιάκης, Δ. Σταυρίδης, Νικ. Αντωνογιαννάκης, Αντ. Μαρκουλάκης.

 

-ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.
Προς τούς εν Χανίοις Κρήτης κ.κ. Προξένους των αυλών, Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας, Αυστρίας, Πρωσσίας, Ιταλίας, Ελλάδος, Σουηδίας, Νορβηγίας και τόν, των Ηνωμένων Πολιτειών της Β. Αμερικής.
Αριθ. 1082
Εν Ασκύφω Σφακίων, τήν 28 Ιουλίου (9 Αυγούστου) 1867.
Κύριοι Πρόξενοι.
Ο στρατάρχης της Τουρκίας Ομέρ Πασάς, εν τη τελευταία κατά των Σφακίων εκστρατεία του, και μέθ’ όλας τάς μεγάλας αυτού Στρατιωτικάς δυνάμεις, και μέθ’ όλον τόν στενώτατον κατά θάλασσαν αποκλεισμόν και τήν πανταχόθεν της επαρχίας ταύτης πολιορκίαν και στενοχώρησιν, και μέθ’ όλας τάς προς τούς κατοίκους αλλεπαλλήλους εγγράφους και προφορικάς υποσχέσεις και προσκλήσεις εις υποταγήν, μηδε ένα δυνηθείς να υποτάξη Σφακιανόν, μήδ’ έν παιδίον, κατέφυγεν, εν τη παντελή αποτυχία της εκστρατείας του, ο ευγενής ούτος της Τουρκίας στρατηλάτης, προς εκδίκησιν, εις πάν ό,τι απάνθρωπον, θηριώδες, ανόσιον και κακούργον υπαγορεύει τό κοράνιον του έθους του και η τακτική της κυβερνήσεώς του.
Ο γενναίος αυτοκρατορικός στρατός της Τουρκίας πρό των οφθαλμών του αρχηγού του επυρπόλησεν άπαντα τά χωρία των Σφακίων, εξ ών διήλθε, πλήν των Κομιτάδων και του Προσγιάλου, και τούτων κατά τό ήμισυ, έκοψε και τά ολίγα καρποφόρα δένδρα της επαρχίας ταύτης, και τάς μελίσσας έκαυσε και κατέστρεψεν, ελεηλάτησεν όλας τάς οπάς, εν αίς οι κάτοικοι είχον κεκρυμμένην πάσαν κινητήν ουσίαν, και διήρπασε μέχρι βελώνης, τούς τάφους των νεκρών ανώρυξε και τά οστά των παλαιών διεσκόρπισε, των δε προσφάτων απέκοψε τάς κεφαλάς και τάς σάρκας, και παρέδωκε βοράν εις τά σαρκοφάγα όρνεα· πολιορκήσας δε στενώς διάφορα της επαρχίας σπήλαια, εν οίς κατέφευγον ασθενή όντα, γυναίκες και παιδία, γέροντες και γραίαι, χωλοί, τυφλοί και ανάπηροι, εξηπάτησεν αυτά υπό μεγάλας υποσχέσεις, ότι θέλουσι προστατευθή και σεβασθή κατά τό δίκαιον, άπερ όμως εκακοποίησε με διαφόρους βασάνους και αικισμούς, όπως τω μαρτυρήσωσι τί, έστω και έν υποκάμισον πού κρύπτεται, και απογυμνώσας απέλυσε τήν 23 (4 Αυγούστου) ενώ τήν 13 (25) λήξαντος του Ιουλίου εβεβαίωσεν αυτόν ο στρατάρχης Ομέρ, τόν κύριον Βουτακώφ, πλοίαρχον του ρωσικού αυτοκρατορικού πλοίου, ότε τήν αυτήν 13 (25) προσήλθεν εις τά παράλια των Σφακίων, προς παραλαβήν και διάσωσιν οικογενειών, ότι είχεν απολύσει τάς οικογενείας ταύτας ελευθέρας και ησύχους εις τά χωρία των.
Εν δε τω κατά τήν φάραγγα των Κομιτάδων σπηλαίω Γυπές κατέφυγον τριάκοντα τρείς ψυχαί γυναικοπαίδων, τάς οποίας επίσης εξαπατήσας ηχμαλώτισε και μετήγαγεν εις τό χωρίον Πρόσγιαλον, όπου πολλά εβασάνισεν αυτά προς τόν αυτόν σκοπόν. Μεταξύ τούτων υπήρχε και οικογένεια τίς του εκ Κομιτάδων εμπειρικού γιατρού Πόλου Στανιανού, ήτις είχε τήν ατυχίαν να έχη κόρην τινά, Κατήγκω εξέχουσαν τό κάλλος, όπερ κινήσαν τήν επιθυμίαν και τήν ασέλγειαν αυτού του εξευγενισμένου στρατάρχου Ομέρ, έρριψε τήν οικογένειαν όλην εις φρικτά βασαντιστήρια και πρό πάντων τόν δυστυχή πατέρα, όπως ούτος ενδώση και χορηγήση τήν θυγατέρα του τω στρατάρχη.
Ο πατήρ και η οικογένειά του εις τήν αίτησιν του Ομέρ, ήν ηκολούθησαν και δώρα πολλά και χρήματα, εντόνως αρνηθείς, εδέθη, εφυλακίσθη και της τροφής εστερήθη και διαφόρους βασάνους υπέστη· αλλά και μέθ’ όλα ταύτα επέμενεν αρνούμενος και η οικογένειά του όλη και πρό πάντων η δυστυχής κόρη και οι λοιποί συναιχμάλωτοι, εφώναζον, έκλαιον, εδέρνοντο, εκόκποντο και πολλάκις εζήτησαν να ριφθώσιν εις τήν θάλασσαν επιλέγοντες αδιακόπως προτιμότερον τόν θάνατον. Τέλος ο Ομέρ, βλέπων, ότι δεν δύναται διά των μέσων τούτων να εκπληρώση τόν σκοπόν του, διέταξε και μετέφερον βιά τήν δυστυχήν κόρην μόνην εις τόν ίδιον θάλαμον, όπου αφού εκράτησεν αυτήν επί μίαν ώραν, είτα παρέδωκεν εις τούς γονείς διεφθαρμένην.
Την οικογένειαν τούτην μάλιστα, απολύσας τάς λοιπάς, αφού απεγύμνωσεν, εισέτι κρατεί αιχμάλωτον ο στρατηγός, ως και τουύς άνδρας Θεόδωρον Λυκογιαννάκην, Αναγ. Φραγκιουδάκην, Ανδρ. Ξυλουράκην, Αντ. Στυλιάκην και έναν εθελοντήν, τούς οποίους συνιστώμεν εις τήν υμετέραν προστασίαν και φιλανθρωπίαν, όπως, εί δυνατόν, ελευθερωθώσιν.
Εν τω αυτώ σπηλαίω υπήρχον και οι εξής γέροντες και γραίαι, η καλογραία και εκ γενετής αόμματος Τσαγίνα και η Καλή Παπανικολάου, ο Στυλ. Βεγάκης και Ν. Παυλάκης εκ Κομιτάδων και έτερος Ιωάννης από Τσιβαρά Αποκορώνου, ούς ο γενναίος αυτοκρατορικός στρατός πάντας κατεκρεούργησε και τά πτώματα εξύβρισεν· εν τω χωρίω Κολοκάσια επίσης έσφαξε τόν υπέργηρον και τυφλόν Τσουλάνον Γιαννουλάκην και τινα καλόγηρον εξ Αποκορώνου.
Ο δε Ρεσίτ πασάς κατά τήν εις Ηράκλειον επάνοδόν του, τήν 16/28, 17/29 και 18/30 λήξαντος Ιουλίου, διά του Αγίου Βασιλείου, κάθ’ ήν ακαταλογίστας ζημίας υπέστη παρά των ημετέρων, εις εκδίκησιν διέπραξε τ’ αυτά βάρβαρα και βανδαλικά κατά των αψύχων και ασθενών όντων, αποτεφρώσας πάντα τά χωρία της επαρχίας ταύτης, όσα απήντησεν εις τήν διάβασίν του και τήν ονομαστήν Ι. Μονήν του Πρέβελη και εν γένει παραδούς εις τό πύρ και τόν σίδηρον πάσαν προστυγχάνουσαν ύπαρξιν· εν δε τω χωρίω Μέλαμπες κρεουργήσας τόν τυφλόν και υπό της ηλικίας εξησθενημένον γέροντα Ιωάννην Γιαννακάκην, τόν υπέργηρον Μιχ. Χριστοφοράκην και τινα φρενοβλαβή νεανίδα, ών τά πτώματα έρριψεν εις πυράν, και τόν καλόγηρον Γεδεών Μεγαλάκην, ούτινος τήν κεφαλή αποκόψας ενέπηξεν επί του εν τω τρούλω της εκκλησίας σταυρού και πολλούς άλλους κατά διάφορα χωρία, ών τά ονόματα εισέτι δεν εμάθομεν.
Η προσωρινή κυβέρνησις της Κρήτης τάς απανθρώπους ταύτας και κτηνώδης πράξεις αντικειμένας αντίκρυς εις τό δίκαιον του πολέμου και τά νόμιμα του αιώνος καταγγέλει και διαμαρτύρεται ενωπιον του εξευγενισμένου κόσμου και της φιλανθρωπίας των υμετέρων κυβερνήσεων διά τά έκνομα ταύτα και βάρβαρα μέσα, άτινα ο Στρατάρχης της Τουρκίας μετέρχεται εν Κρήτη, όπως εκβιάση τόν κρητικόν λαόν εις υποταγήν, επικαλουμένη εν ονόματι του δικαίου και του πολιτισμού όπως προστατεύσωσι και διασώσωσι τά ημέτερα ασθενή μέλη από της βαρβαρότητος και της θηριωδίας.
Εκτός δε τούτων η προσωρινή κυβέρνησις της Κρήτης ούχ ήττον δεν εθεώρησεν άπω σκοπού να διαψεύση τάς όλως ανυποστάτους διαδόσεις του Ομέρ περί υποταγής της Κρήτης και πρό πάντων της επαρχίας Σφακίων, εξ ής ψευδόμενος διεσάλπισεν, ότι και έγγραφα έλαβεν υποταγής και όπλα, εν ώ τουναντίον η επαρχία αύτη κατεπολέμησεν αυτόν εντός αυτής επί ένα ολόκληρον μήνα, και ουδέ είς προσήλθεν αυτώ εις υποταγήν ουδέ έν όπλον έδωκεν.
Εις αναίρεσιν και απόκρουσιν των από σκοπού ψευδών διαδόσεων του στρατάρχου, όπως αποπλανήση και αύθις τήν κοινήν γνώμην της ευρωπαϊκής διπλωματίας και φενακίση τήν κυβέρνησίν του, αντιτάσσομεν τόν κρότον των κρητικών όπλων, όστις επί τεσσαράκοντα και πλέον ημέρας δεν έπαυσε κροτών ουδέ μία στιγμήν κάτ’ αυτού από τούς ενός άκρου της Νήσου εις τό έτερον και ουδέ θέλει παύσει, μέχρις ού ο κρητικός λαός επιτύχη της αποφάσεώς του να ενώση τήν πατρίδα του μετά της ελευθέρας Ελλάδος.
Τήν παρούσαν ημών παρακαλούμεν όπως καθυποβάλητε εις τάς Σ. Κυβερνήσεις. Δέξασθε κ.τ.λ.
Η Προσωρινή Κυβέρνησις της Κρήτης.
Μιχ. Τσουδερός, Α. Ι. Τσίχλης, Α. Μανουσέλης, Ν. Νικολουδάκης, Μ. Κυριακίδης, Αντ. Ζωγράφος, Α. Παπαγιαννάκης.
Ο Γραμματεύς, Λεωνίδας Ι. Γεωργιάδης, Λόγιος.
”ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ”
Ο Γεώργιος Σκουλάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΣΤΙΣ ΤΗΛ: 281034645

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->