Θερμοκρασία 13.7°
Άνεμος 4.8 ΒΔ
Βαρόμετρο 1017.0
Υγρασία 77%
Βροχόπτωση Μήνα 4.6 mm
Στοιχεία από τον σταθμό του ΕΑΑ στα Ανώγεια

Άρθρο του Γεωργίου Σκουλά
Φωτογραφία Χατζημιχάλης Γιάνναρης Οπλαρχηγός Κυδωνίας 
Μια μεγάλη μορφή των Κρητικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα. Αξιώθηκε να δει τη παρτίδα του ελεύθερη και ενταγμένη στον εθνικό κορμό.
Έχω δημοσιεύσει πολλές φορές ότι οι λακκιώτησες κατά την επανάσταση του 1866 συγκρότησαν δικό τους ένοπλο τμήμα και πολεμούσαν δίπλα στους πατεράδες, στους άνδρες, στους γιούς τους. Μετά από λίγο τις μιμήθηκαν οι γυναίκες του Σελίνου, Αποκορώνου και Σφακίων. Την επιβεβαίωση για τις Λακκιώτησες μας τη δίνει ο Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης στο ποίημα του “Η ΚΡΗΤΙΚΟΠΟΥΛΑ” που το σχετικό απόσπασμα δημοσιεύω παραπάνω. Αφιερωμένο σε όλες εκείνες τις ηρωίδες των Κρητικών επαναστάσεων που με τους αγώνες και τις θυσίες τους συνέλαβαν στην απελευθέρωση της Κρήτης. Το αφιερώνω επίσης στη καλή μου φίλη Αρετή, ως ένα χαιρετησμό από τη μακρυνή πατρίδα που τόσο πολλή ανάγκη τον έχουν οι ξενιτεμένοι μας, γνωρίζοντας πόσο πολύ υπερήφανη νιώθει ως Λακκιώτησα και Κρητικιά.

ΕΚΘΕΣΕΙΣ
1)Κεντρικής επιτροπής Αθηνών, Ι. Ζυμβρακάκη, Χ. Βυζάντιου, Παύλου – Ανδρέου Μοράκη.
Έχω αναφέρει πολλές φορές και εξακολουθώ να το ισχυρίζομαι ότι η επανάσταση στην Κρήτη το 1866 – 69 είναι η δεύτερη, μετά το 1821, μεγάλη επανάσταση του Ελληνισμού κατά τον 19ο αιώνα, η οποία όμως δυστυχώς, δεν έχει λάβει την δέουσα θέση στην ιστορική συνείδηση του ελληνικού λαού, αλλά ούτε και του κρητικού, θα έλεγα. Όλα λίγο πολύ, αρχίζουν και τελειώνουν στην τελετή για την ολοκαύτωση της ιεράς μονής του Αρκαδίου. Λέω του «ελληνισμού» και όχι του «ελληνικού κράτους», καθώς έμμεσα και όχι άμεσα, συμμετείχε στην εποποιΐα αυτή. Δεν είχε εξ’ άλλου περιθώρια επιλογής να πράξει κάτι διαφορετικό. Και όταν προσπάθησε να το πράξει, ήρθε η ταπείνωση από τους ισχυρούς.
Ο αναγνώστης, από εδώ και στο εξής θα διαπιστώσει τις γιγαντομαχίες που έγιναν στην Κρήτη κατά την επανάσταση αυτή, τις τεράστιες καταστροφές που υπέστη το νησί, που όμοιές τους δεν πιστεύω ότι έχουν γίνει στην υπόλοιπη Ελλάδα, και μέσω των ιστορικών και μόνο των ιστορικών εγγράφων την εμπλοκή ολόκληρου του ανά την γη ελληνισμού, άμεσα ή έμμεσα στην επανάσταση αυτή. 
Θα διαπιστώσουν και οι υπόλοιποι Έλληνες, ότι χωρίς την συμμετοχή των εκτός Κρήτης Ελλήνων, σε ηθικό, οικονομικό, και στρατιωτικό επίπεδο, δεν μπορούσε να υπάρξει επανάσταση στην Κρήτη. Σε όλη την Ελλάδα συστήθηκαν επιτροπές στήριξης του Αγώνα, σε όλη την Ελλάδα συστήθηκαν επιτροπές στήριξης των οικογενειών των Κρητών που συνέρεαν στην Ελλάδα, παντού διεξάγονταν έρανοι για την στήριξη του αγώνα, η ναυτιλιακή εταιρεία Σύρου κράτησε το βάρος της τροφοδοσίας του αγώνα, Έλληνες ήταν οι ηρωικοί πλοίαρχοι που διασπούσαν τον τουρκικό κλοιό και έφερναν τρόφιμα και πολεμοφόδια στην Κρήτη, που επιβίβαζαν και τα γυναικόπαιδα από τα παράλια του νησιού και τα μετέφεραν στην Αθήνα· με λεφτά την ελληνικής παροικίας του Λονδίνου αγοράστηκαν τα πλοία που τροφοδοτούσαν τον αγώνα.
Τέλος, χιλιάδες υπήρξαν οι εθελοντές που συνέρεαν στην Κρήτη από ολόκληρη της Ελλάδα, για να πολεμήσουν για την Ελευθερία της Κρήτης, αλλά συγχρόνως και για το μεγαλείο και την μεγέθυνση του Ελληνισμού· πολλοί δε από αυτούς, έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Κορυφαίοι από τους μη Κρητικούς, που κατέβηκαν από την Ελλάδα για να πολεμήσουν στην Κρήτη, ο Πάνος Κορωναίος, ο Δημήτριος Πετροπουλάκης και ο γιος του Λεωνίδας μαζί με άλλους πέντε επιφανείς Πετροπουλάκηδες, και σώμα εθελοντών από την Μάνη, ο Χρήστος Βυζάντιος, ο Χρήστος Σολιώτης, και τελειωμό δεν έχουν τα ονόματα.
Στο τέλος της εξιστόρησης της επανάστασης του 1866 – 69, στα αφιερώματα που θα ακολουθήσουν για τους πρωταγωνιστές της επανάστασης, θα ακολουθήσει ειδικό αφιέρωμα στους Έλληνες εθελοντές. Πώς μπορεί λοιπόν η επανάσταση αυτή να ονομάζεται μόνο κρητική;
Ο Ομέρ πασάς, μετά από ενός μηνός περίπου προετοιμασία, και αφού οι επαναστάτες είχαν απορρίψει τις προτάσεις του, βάζει μπρος τα σχέδιά του. Πρώτος στόχος, η εισβολή στα Σφακιά.
Ο Πάνος Κορωναίος, μετά τον αντιπερισπασμό που δημιούργησε στον Στρούμπουλα επιστρέφει στα Χανιώτικα και με τον Ζυμβρακάκη καταστρώνουν το σχέδιο υπεράσπισης των Σφακίων. Στον Στρούμπουλα παρέμειναν φρουρά ώστε νε εμποδίσουν τους Τούρκους του Ηρακλείου να βοηθήσουν τον Ομέρ στην επίθεσή του στα Σφακιά, ο αρχηγός Ηρακλείου και Λασιθίου, Μιχ. Κόρακας με τους οπλαρχηγούς της Μεσσαράς και τους αρχηγούς των Μαλεβυζίου – Τεμένους, Χαρ. Βλαχάκη και Ηρ. Κοκκινίδη και τον αρχηγό του ανατολικού Μυλοποτάμου, Μιχ. Σκουλά.
Ταυτόχρονα, η Γενική Συνέλευση, για να διασπάσει και να αντιμετωπίσει καλύτερα τις δυνάμεις του Ομέρ, αποφασίζει την δημιουργία νέου αντιπερισπασμού στο Λασίθι, το οποίο με δική της απόφαση τον Οκτώβριο του 1866 είχε δηλώσει υποταγή καθώς θεωρήθηκε τότε, ότι οι τέσσερεις επαρχίες του Λασιθίου δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένες στρατιωτικά για να υπερασπίσουν τον άμαχο πληθυσμό κυρίως, από τις σφαγές και ωμότητες των Τούρκων. Έτσι, δίνει εντολή στην Κεντρική Επιτροπή Κρητών στην Αθήνα να στείλει εθελοντές στον νομό Λασιθίου, ώστε μαζί με τους ντόπιους οπλαρχηγούς, να αναζωογονήσουν την επανάσταση.
Στρατιωτικά, οι τέσσερεις επαρχίες του Λασιθίου, εντάχθηκαν στον νομό Ηρακλείου και μαζί με τις επαρχίες Ηρακλείου, Πεδιάδας και Βιάννου, αποτέλεσαν ενιαίο στρατιωτικό χώρο υπό την διοίκηση του Μιχ. Κόρακα. Πρώτοι εθελοντές που κατέβηκαν στο Λασίθι όπως θα δούμε από το σχετικό έγγραφο, στις 6 Μαΐου 1867, ήταν οι Θ. Δεκουλάκος, Β. Γεωργόπουλος και Γ. Σπυριδάκος με σώμα εθελοντών.
Ο Ομέρ επιτέθηκε στα Σφακιά από δύο μέρη, από την μεριά της Κράπης και του Καλλικράτη. Από την μεριά της Κράπης προσπάθησε να εισβάλει με 5.000 στρατό ο Μεχμέτ πασάς, ενώ ο κύριος όγκος του τουρκικού στρατού με επικεφαλής τον ίδιο τον Ομέρ, προσπάθησε να πατήσει τα Σφακιά από την περιοχή του Καλλικράτη. Τα στενά της Κράπης υπερασπιζόταν ο Ζυμβρακάκης ενώ από τον Καλλικράτη ο Πάνος Κορωναίος. Ειδικός ρόλος φαίνεται ότι είχε ανατεθεί στον συνταγματάρχη, Χρήστο Βυζάντιο, να ασχοληθεί με τους Τούρκους του Ρεθύμνου ώστε να μην μπορέσουν να βοηθήσουν τον Ομέρ. Τα ιστορικά έγγραφα με τις εκθέσεις των πρωταγωνιστών που θα ακολουθήσουν, θα μας περιγράψουν με λεπτομέρειες την προσπάθεια εισβολής του Ομέρ στα Σφακιά.

Εν ΔΗΣΚΩ (Ασκύφου) Απριλίου 21. 1867.
Γνωρίζετε, ότι ο Ομέρ Πασάς εξεστράτευσεν από τα αρχάς του υπερμεσούντος εκ Χανίων εις Αποκόρωνα, ένθα εστρατοπέδευσεν από Καλύβας μέχρι Στύλου. Διαμείνας εκεί μέχρι της 16 του μηνός, απρακτών, εσήκωσε λίαν πρωΐ την ημέραν του Αγίου Πάσχα τας σκηνάς του και μετέφερε το στρατόπεδον του εις Βρύσαις του Αποκορώνου, ενώ ημείς ήμεθα εστρτοπεδευμένοι εις Πρόσνερον. Την αυτήν ημέραν μετετέθημεν εις Κράπην και εκείθεν εις τας καταλλήλας θέσεις του Δήσκου και Στάζο, ετοιμασθέντες ν’ αποκρούσωμεν τον εχθρόν, εάν αποπειράτο να εισέλθη εις Ασκύφου. Παρ’ ελπίδα όμως ο εχθρός, καίτοι έχων πολυπληθείς δυνάμεις, αποδειλιάσας ίσως ως εκ των ισχυρών θέσεων, ας ημείς, συμποσούμενοι εις 2.000 άνδρας, κατείχομεν, χθες περί την 8 ώραν της πρωΐας εσήλωσε τα δύο τρίτα του στρατού του και μετέφερεν εις Αλμυρόν, εστρατοπέδευσε δε εις Ασπραλιάνον.
Την αυτήν ημέραν εξελθόντες οι Ρεθύμνιοι Τούρκοι επορεύθησαν προς το αυτό μέρος, φθάσαντες δε εις τα χωρία Επισκοπή, Αρκούδαινα, Φλακή, και τινά άλλα επυρπόλησαν αυτά βανδαλικώς, όσους δε γέροντας και γραίας εύρον, διότι οι λοιποί ανέβησαν εις τα όρη, μετεχειρίσθησαν με τον απαισιώτερον τρόπον. Οι Τούρκοι σήμερον μετά την έλευσιν του Ομέρ διαπράτουσι μεγαλητέρας βεβηλώσεις, και αθεμιτουργίας, όσα δε και αν σοι γράφω εισί μικρότερα των υπό των Τούρκων πραττομένων.
Εκ της πορείας, την οποίαν έλαβεν ο Ομέρ Πασάς, φαίνεται, ότι σκοπόν έχει να εισβάλη εις Σφακιά διά του Καλλικράτους, άφησε δε εις Αποκώρωνα 5.000 Τούρκους, ίνα απασχολή ημάς και παρεμποδίζη να μεταβώμεν και ημείς εις Καλλικράτην. Πιστεύω, ότι εξ οιουδήποτε μέρους αποπειραθή να εισέλθη εις Σφακιά, θα τω προξενηθώσι μέγισται ζημίαι, ίσως δε κατορθωθή και να μην εισέλθη. Εάν κατορθώση να εισβάλη εις την επαρχίαν ταύτην, πάλιν δε θα καλοπεράση εν αυτή, διότι θα πολεμώμεν αυτόν πανταχόθεν.
Οι Σφακιώται εις τας σημερινάς περιστάσεις εισί πλήρεις ενθουσιασμού, άπαντες δεικνύοντες άμετρον προς πόλεμον όρεξιν. Εξεκένωσαν τας οικίας των και μετέφερον τας οικογενείας και τα πράγματα εις τα όρη. Το στρατόπεδον ημών, ζωηρόν, εύθυμον και πρόθυμον παράποτε, ολονέν αυξάνει, ώστε ελπίζω εντός τριών έως εξ ημερών να συναχθώμεν περί τας 5.000 εις τας θέσεις τας οποίας κατέχομεν.
Εν Κεραμιά την Δευτέραν και Τρίτην έγιναν δύο μάχαι, αποβάσαι υπέρ των χριστιανών. Την περί τούτων έκθεσιν στέλλω εις Σύρον. Χθες και προχθές εγένοντο αψιμαχίαι προς το μέρος της Ρεθύμνης, αλλ’ αγνοούμεν εισέτι το αποτέλεσμα.
Ι.ΖΥΜΒΡΑΚΑΚΗΣ

ΕΝ ΑΔΡΑΚΤΩ, Τη 17 Απριλίου 1867.
– Προς την προσωρινήν Κυβέρνησιν της Κρήτης·
– Περί της εν Μουρνέ μάχης.
Κατόπιν του από 13 τρ. μηνός προς υμάς εγγράφου περί της αφίξεως ημών εις το χωρίον Μουρνέ, της μετά ταύτα διαλύσεως της εκεί συναθροίσεως (Κολώναι) και της αφίξεως ημών εις το χωρίον Κεραμέ, αναγγέλομεν υμίν τα μετά ταύτα ευχάριστα διατρέξαντα.
Διαμένοντες, ως ερρέθη, εν χωρίω Κεραμέ, εγώ τε μετά του σώματος μου, και ο υπολοχαγός Κ.Θ. Σαράτζογλους, μετά του ιδικού του, καθό ηνωμένοι όντες, προ ημερών, ελάβομεν την είδησιν, λίαν πρωΐ της 15 τρ. μ. ήτοι το μέγα Σάββατον, ότι οι εχθροί εξήλθον εκ του φρουρίου Δριμίσκου, απέχοντος μίαν ώραν μακράν ημών· πάραυτα και άνευ της ελαχίστης αναβολής απήλθομεν εκ του Κεραμέ μετά των εχχωρίων οπλοφόρων, εχόντων επί κεφαλής τον καπετάνον του χωρίου τούτου, Γ. Αρετάκην, και κατηυθύνθημεν δρομαίως, εν πρώτοις εις το χωρίον Δρίμισκον. Εκεί μαθόντες, ότι οι εχθροί διαμένουν εις το χωρίον Μουρνέ, λεηλατούντες αυτό, εδράμομεν εκείσε, και εύρομεν τους οπλοφόρους των χωρίων Αδράκτου, Βάτου και Αχτούντα, υπό την σημαίαν του δραστηρίου και αόκνου Γεωρ. Πρεβελάκη, πολεμούντας τους εχθρούς μετά των οπλοφόρων των χωρίων Δριμίσκου, Δομαγεργιό, Κυσσού και άλλων οπλοφόρων κατοίκων των πέριξ χωρίων.
Η πρωτοπορεία ημών πάραυτα έδραμεν εις επικουρίαν των ημετέρων, οίτινες προσέβαλον τους εχθρούς και τους κατεδίωξαν μέχρι του απέναντι χωρίου Λαμπινή. Εκεί οι εχθροί άπαντες, όντες περί τους οκτακοσίας Τουρκοκρητικούς, αντετάχθησαν κατά των ημετέρων και επολέμουν αυτούς. Κατά την αυτήν ώραν εφθάσαμεν και ημείς εις το χωρίον Μουρνέ, ένθα προ ολίγου, ως ερρέθη, ήσαν οι εχθροί. Ευθύς λοιπόν ο υπολοχαγός κ. Θ. Σαράτζογλους προσέλαβεν άπαντας τους παρ’ ημίν εθελοντάς και πολλούς εκ των εγχωρίων, και μετά του ανθυπασπιστού του Πυροβολικού κ. Ξενοφώντος Λογοθετοπούλου έσπευσε δρομαίως, ένθα εγίνετο η μάχη. Αλλ’ οι εχθροί, άμα ιδόντες τους ημετέρους εθελοντάς ους και ονομάζουν Μαυροκούκουλους, εγκατέλειψαν το χωρίον και ετράπησαν εις φυγήν, καταδιωκόμενοι μετά κραυγών (γιουχαϊσμών) και διά σφοδρού πυροβολισμού όπισθεν υπό των ημετέρων.
Εν πρώτοις οι εχθροί παρετάχθησαν εις την κορυφήν των ορέων των διαχωριζόντων το χωρίον Λαμπινή από των του Αμπελακίων, ένθα συνήφθη πεισματώδης μάχη· αλλ’ εμφανισθέντων μετ’ ολίγον και των οπλοφόρων των χωρίων Γερακάρη και Βρύσαις εις την αριστεράν πλευράν αυτών, οι δειλαίοι μετά τινάς, ακροβολισμούς ετράπησαν εις φυγήν· οι δε ημέτεροι κατεδίωξαν εν πρώτοις αυτούς μέχρι των οχυρών θέσεων του χωρίου Αμπελάκια, είτα δε και πέραν των θέσεων τούτων, ώστε κατεβίβασαν αυτούς μέχρι της παρακειμένης πεδιάδος Ρεθύμνης· εκείθεν δε εξήλθεν ικανός αριθμός ιππέων Τούρκων και εξησφάλισεν αυτούς εκ της καταδιώξεως , ημετέρων, οίτινες μέχρι τινός συνώδευσαν αυτούς μετά πολλών ύβρεων (γιουχαϊσμάτων).
Μετά δε ταύτα επανήλθον άπαντες οι ημέτεροι εις το χωρίον Μουρνέ την 3 ώραν Μ. Μ., φέροντες μεθ’ εαυτών οι εθελονταί καπότας τινάς και όσα άλλα έρριπτον οι Τούρκοι φεύγοντες. Η ζημία του εχθρού εν τη μάχη ταύτη υπήρξε μεγίστη, διότι αδιακόπως μετέφερον τους τραυματίας των και τους φονευμένους εις Ρέθυμνον μετά φορτηγών ζώων, εξ ων είχον άπειρα· η δε των ημετέρων υπήρξε μικρά, ήτοι δύο εφονεύθησαν και ολίγοι επληγώθησαν· τούτο δε διότι ημείς ήμεθα οι επιτιθέμενοι και καταδιώκοντες, οι δε εχθροί καταδιωκόμενοι.
Μετά την νίκην ταύτην, ην εδώρησεν ημίν ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός κατά την ημέραν της απολυτρώσεως του πρωτοπλάστου ανθρώπου εκ του άδου, εξετάσαντες περί της εξορμήσεως ταύτης του εχθρού, ήτις ουδαμώς συνωδεύετο υπό τακτικού στρατού, εμάθομεν, ότι κύριος σκοπός των βαρβάρων τούτων ανθρώπων ήτον η λεηλασία των χωρίων από Αμπελάκια μέχρι Κεραμέ, άπαντα όντα περίπου δέκα, εξ ων μόνον τρία είναι ακατοίκητα, ως καταφυγουσών εις τα όρη των οικογενειών, τα δε λοιπά κατωκοιμένα.
Εν πρώτοις λοιπόν εισελθόντες οι εχθροί περί το λυκαυγές εις το χωρίον Μουρνέ, έχον μόνον τρεις οικογενείας, ήρπασαν 35 πρόβατα, 4 βόας και ένα ημίονον, κατέλαβον δε ένα παίδα δέκα περίπου ετών ορφανόν εκ πατρός, καλούμενον Γεώργιον Τζουτζάκη, και ως αρνίον κατεσφάξαν αυτόν, ενώ το δυστυχές παιδίον προσεπάθει να σώσει τον βουν του εκ των χειρών των βαρβάρων, αφού επλήγωσαν το σώμα του εις διάφορα μέρη διά μαχαιρών· είτα δε περιήρχεντο προς σύλληψιν οικογενειών, αλλά δεν εύρον ειμή ολίγας γραίας εβδομηκοντούτηδας και ογδοηκοντούτιδας, ας τινάς εβασάνισαν ανηλεώς, ζητούντες παρ’ αυτών να μαρτυρήσωσι που διαμένουσιν αι οικογένειαι των χωρίων και που έχουσι τα μπράτη (σκεύη ή πράγματα) αυτών.
Αλλ’ οι βάρβαροι, πριν η εκτελέσωσι τους θηριώδεις σκοπούς των, προσεβλήθησαν και κατεδιώχθησαν εκ των ημετέρων, ως προερρέθη. Ούτω δ’ εσώθησαν τοσαύτα χωρία εκ της λεηλασίας και των βδελυρών πράξεων των αγρών τούτων θηρίων, των Τουρκοκρητών· αλλά και έτερον σώμα Τουρκοκρητικών κατηυθύνθη εκ του χωρίου Κοξαρέ, ως εμάθομεν, αλλ’ υπεχώρησε τούτο.
Ταύτα δε πάντα οφείλονται εν πρώτοις εις την ομόθυμον προθυμίαν των κατοίκων των ποειρημένων χωρίων, οδηγουμένων υπό των καπεταναίων αυτών, και εις την δραστηρίαν συνδρομήν των εθελοντών. Ιδίως δε ο υπολοχαγός κ. Θ. Σαράτζογλους ωδήγει αυτοπροσώπως αυτούς και εν τη μάχη και εν ταις καταδιώξεσιν. Οφείλω δε να ομολογήσω, ότι ο ειρημένος υπολοχαγός, υπηρετών παρ’ εμοί ως υπαρχηγός, ωδήγει το ημέτερον σώμα των εθελοντών καθ’ όλας τας κατά καιρόν συναφθείσας μάχας, οσάκις εκωλυόμην εξ’ ασθενείας ή άλλης αιτίας, πάντοτε δε έδειξε φρόνησιν, καρτερίαν και ανδρείαν, κατά δε την παρούσαν μάχην έδειξεν άκραν δραστηριότητα εις την καταδίωξιν του εχθρού.
Χ. ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ, συνταγματάρχης.

Ασκύφου Σφακίων την 27 Απριλίου 1867.
Φίλτατε.
Αφού ο Ομέρ πασάς εγνώρισεν ότι ούτε η στρατιωτική του φήμη, ούτε η εις εν σημείον συγκέντρωσις όλων των παρά τω τμήματι Κυδωνίας στρατιωτικών δυνάμεων, ούτε η ενεργηθείσα γενική στρατολόγησις εντοπίων Τούρκων, ανεξαιρέτως βαθμού και ηλικίας, δεν επτόησε τους Κρήτας, εξεστράτευσε την 9 λήγοντος μετά 12 χιλιάδων στρατού προς Αποκόρωνα, όπου προ ολίγων ημερών ο Μεχμέτ πασάς είχεν υποστεί σημαντικάς ήττας και ζημίας, μελετών να εισβάλη εις Σφακίας, την φύσει οχυροτέραν της Κρήτης επαρχίαν.
Κατεσκηνώσας το πρώτον εις την κοιλάδα των χωρίων Στύλου και Αρμένων, ηνώθη μετά του Μεχμέτ έχοντος πλέον των πέντε χιλιάδων, και περιέμενε πλέον των δέκα ημερών, όπως η επαρχία Αποκορώνου τω προσφέρη υποταγήν. Απελπισθείς να περιμένη τούτο εκίνησεν όρθρου ναθέος την ημέρα του Πάσχα και κατεσκήνωσεν εις Βρύσας. Ημείς οίτινες είχομεν απέλθει ωσαύτως προς Αποκόρωναν, άμα επληροφορήθημεν την διεύθυνσιν του εχθρού, ευρεθέντες εις Πρόσνερον την ημέραν του Πάσχα, απήλθομεν και κατελάβαμεν τας διόδους του Ασκύφου, ήτοι την του Κατρέ τον Λαγκό, την Στάζο, του Θε τον Κήπον και το Δέσκο. Δύο ημέρας ο Ομέρ πασάς έμεινεν ακίνητος εις Βρύσαις, περιμένων και πάλιν επί ματαίως να τω προσφέρωσιν υποταγήν τα πλησιόχωρα μέρη, την δε τρίτην παραλαβών πλέον των 10 χιλιάδων στρατού εκίνησε προς Κουρνοπατήματα, αφήσαι τον επίλοιπον εις την ιδίαν θέσιν υπό τον Μεχμέτ πασάν. Το σχέδιον ήτο ίνα ο μεν Ομέρ από Καλλικράτη, ο δε Μεχμέτ από Ασκύφου εισελάσωσιν εις Σφακία.
Ο Ομέρ πασάς προχωρών ηνώθη μετά του Ρεθύμνιου στρατού, κατεσκήνωσε δε περί τα Μπαλαμπιανά, Δράμια και μύλους των Ανδρουλακιών, κατά δε την υπό τα χωρία Επισκοπήν, Αρκούδενα, Φλωκήν, Κουρωτήν και πάτημα διάβασίν του, διεπράξατο τας βανδαλικωτέρας πράξεις, κατέσφαξεν εννέα γέροντας αόπλους, εν οίς και ένα ιερέα χωλόν Γρηγόρην τούνομα, μίαν νέαν Μαρίαν, ήν μετά ατιμάσεις και πολυειδείς ύβρεις κατεκρεούργησεν, επυρπόλησεν οικίας, εβεβήλωσεν εκκλησίας και τα παρόμοια.
Ημείς έως τότε είχαμεν συγκεντρωθή έως τέσσαρας χιλιάδας, εστείλαμεν δε το τρίτον των δυνάμεων μας προς ενίσχυσιν των τας διόδους του Καλλικράτη προς της Συκιάς το αγόρι φυλαττόντων ημετέρων. Την 23 ημέραν του αγίου Γεωργίου, καθ’ ήν εξερράγη η παρούσα επανάστασις ο Μεχμέτ από Βρυσών, ο δε Ομέρ από των ρηθεισών θέσεων, εκίνησαν όπως εκβιάσωσι και καταλάβωσιν ο μεν τας διόδους του Ασκύφου, ο δε του Καλλικράτη, και ούτως εκ των δύο αυτών μερών εισβάλωσιν εις Σφακία.
Ημείς, οι τας διόδους Ασκύφου φυλάττοντες, παρατηρήσαντες την προς τας θέσεις ημών κίνησιν του Μεχμέτ, εσκέφθημεν να μη εξέλθωμεν των χαρακωμάτων μας, αλλά να περιμένωμεν αυτόν να έλθη μέχρις αυτών. Ότε όμως η εμπροσθοφυλακή των εναντίων έφθανε προς τα Σκαλιά της Κράπης, άνωθεν του Προσνέρου, η προς εκείσε σκοπιά ημών κτυπήσασα αυτήν, την έκαμε να διακόψη τον δρόμον της, και να αρχίση και αύτη πυροβολούσα κατά των ημετέρων. Οι εχθροί, εννοήσαντες εκ των πυρών τον μικρόν αριθμόν των ημετέρων, απέστειλαν από το μέρος του Αλλικάμπου απόσπασμά τι, όπως περικυκλώση αυτούς. Τούτο ιδόντες ημείς απέστειλαν εκ των διαφόρον σωμάτων των επαρχιών μετ’ εθελοντών τινών, έως 200 το όλον άνδρας να καταλάβωσι τας απαιτουμένας θέσεις και ματαιώσωσι το σχέδιον του εχθρού. Πριν όθεν ήτο απόσπασμα εκείνο προχωρήση πολύ, οι ημέτεροι 200 άνδρες παρ’ ελπίδα του ευρέθησαν έμπροσθεν του και τον προσέβαλον αίφνης και μετά πολλής γενναιότητος.
Ο Μεχμέτ, όστις έως τότε μόνους τους ατάκτους είχεν απολύσει κατά των ημετέρων, ώδευσε μεθ’ όλου του στρατού του, όπως εκδιώξη των θέσεων μας και εκβιάση τας διόδους της Κράπης. Μολονότι δε, και αν τας διόδους ταύτας ο Μεχμέτ κατελάμβανε, μικρόν ή και καθόλου ευκόλυνε την κατάληψιν εκείνην του Ασκύφου, ούχ ήττον, επειδή και αι εκεί θέσεις ήσαν κατάλληλοι προς πόλεμον, και προ πάντων όπως μη οι ημέτεροι πάθωσι τι παρά των εχθρών, καθόσον εκ πείρας εγνώριζομεν ότι ούτοι όσαι ολίγοι και αν ώσι, δεν δελιούν ν’ αντιτάττωνται εναντίον πολλών εναντίων και να επιμένωσι μαχόμενοι μέχρις εσχάτων, δι’ ή αιτίαν και πολλάκις ευρίσκονται εκτεθειμένοι, απεστείλαμεν έως 1500 άνδρας όπως ενισχύσωσι τους ημετέρους και κωλώσωσι την επί τα πρόσω πρόοδον του εχθρού. Οι ημέτεροι καταλαβόντες από Πρόσνερου, Κράπης μέχρι Αληκάμπου θέσεις κυκλοειδώς, έθεσαν εν τω μέσω τοσούτων πυρών, τον στρατόν του Μεχμέτ, ώστε ουδείς βράχος ή οχύρωμα τω παρείχεν ασφάλειαν. Εις τοιαύτην θέσιν ευρεθείς ούτος δεν επέμενεν επί πολύ μαχόμενος, καθόσον μεγάλη τω προσεγίνετο ζημία, και έστρεψε τα νώτα προς τους ημετέρους, αλλά και η υποχώρησις ουδέν ήττον υπήρξε δι’ αυτόν δύσκολος και ζημιώδης, καθόσον το μεν κέντρον κατεδίωκε παρά πόδας και εκτύπα αυτόν εκ των νώτων, η δε προς Αλήκαμπον δεξιά πτέρυξ και η αριστερά κάτωθεν του Προσνέρου είχον προχωρήσει και εκτύπων κατά μέτωπον και παραπλεύρως. Τοιουτοτρόπως ο Μεχμέτ, καταδιωκόμενος και κτυπώμενος παρά των ημετέρων δεν ηδυνήθη να σταματήση ειμή μόνον εις τον κάτωθεν του Αληκάμπου γήλοφον Κεφάλα καλούμενον, κάτωθεν του οποίου άρχεται η ομαλή πεδιάς των Βρυσών. Εις το κατωφερές και οπίσθιον μέρος του γηλόφου τούτου, όπερ καθίστατο αδιόρατον εις τους ημετέρους και ιδίως εις τους εις το κέντρον, ο Μεχμέτ έκαμεν ενέδραν, ήν περ προβλέψαντες ημείς εδώκαμεν τας απαιτουμένας διαταγάς να παύσωσιν οι ημέτεροι την καταδίωξιν. Δυστυχώς όμως ευάριθμοι τινες, μόλις τεσσαράκοντα, υπό ακρατήτου ζήλου παρασυρθέντες δεν εσταμάτησαν και ούτως επλησίασαν μέχρις αποστάσεως δέκα βημάτων προς τας της ενέδρας θέσεις. Οι εχθροί τότε εξελθόντες αίφνης των χαρακωμάτων των ήρχισαν τρομερόν πυροβολισμόν κάτ’ εκείνων, η ανισότης όμως των θέσεων δι’ ών ούτοι υπεχώρουν επροφύλαξεν αυτούς των εχθρικών πυρών και τα διασταυρούμενα πυρά εκ δεξιάς και αριστεράς πτέρυγος των ημετέρων, τους έσωσεν της καταδιώξεως άνευ των οποίων και οι τεσσαράκοντα ούτοι άνδρες ήθελον απολεσθή.
Μετά το συμβάν τούτο, ο μεν εχθρός απεσύρθη και πάλιν προς Βρύσες, οι δε ημέτεροι επανέκαμψαν εις τα ίδια νικηταί και τροπαιούχοι. Εκ των ών ο εχθρός εγκατέλειψε νεκρών μη δυνηθείς να παραλάβη αριθμουμένων έως 20 και της έως των εχθρικών θέσεων πλημμύρας του αίματος, προς δε και εκ της δεινής θέσεως, είς ήν ευρέθη εκτιθειμένος κατά τε την μάχην και την υποχώρησιν απέναντι των πυρών ημών, εικάζομεν ότι άνευ υπερβολής ο εχθρός αριθμεί πλέον των 200 φονευμένων και πληγωμένων. Ημείς φονευμένους μεν τους εξής, τον τρομερόν τουρκοφάγον Σταυριανόν Καυκαλάν Μαλικούτσην από Ασκύφου, τους προς Σέλινον Βαρδήν Μαρκομιχελιδάκην, Νικ. Κοτοπουλάκην, και Γεώργιον Ματθιουδάκην, και τον από Κίσαμον Ανδρουλήν Καλυβάν. Πληγωμένους δε τον γενναίον καπετάνιον Σελινιώτην Αντώνιον Μπασιάν, τους ανδρείους νέους Σφακιανούς Ιωαν. Καβρουδάκην, Εμμ. Καρκαβάτζον, ως και τον Ιωαν. Στιακόν∙ τους εκ Κισάμου Στυλιανόν Μιτσινιγάκην και Γεώργιον Μακριδάκην, τον από Αποκώρονα Αντ. Καλπάκην, Βαρδήν Βουκλάκην και Κωστ. Μαριδάκην, και τους εθελοντάς Δυρβέγκον και Παναγ. Παυλονικολάκην.
Ότι εις τον Μεχμέτ συνέβη εις Πρόσνερον, το αυτό συνέβη και εις τον Ομέρ περί το Μυριοκέφαλον∙ ούτος μετά μεσημβρίαν εκίνησε των θέσεων του προς τας του Καλλικράτη διόδους, και περί Μυριοκέφαλον συνεκρούσθη μετά των ημετέρων. Μετά τρίωρον γιγαντιαίαν πάλην ο μεγαλαυχών Ομέρ έστρεψε τα νώτα και κατεδιώκετο μέχρι του όρους Αζώνος. Η φθορά εις τους Τούρκους υπολογίζεται πλέον των 1000, εις δε τους ημετέρους υπήρξεν ασήμαντος, διότι ουδείς εφονεύθη και μόνον πέντε επληγώθησαν. Τας λεπτομερείας της μάχης ταύτης θέλετε μάθει παρά του αρχηγού του τμήματος Ρεθύμνης Κ.Π. Κορωναίου.
Ως βλέπετε, τα πάντα βαίνουσι καλώς και ο Ομέρ πασάς ο Γολιάθ των Τούρκων, την έπαθεν ευθύς εις τας πρώτας του επιχειρήσεις. Εκείνο μόνον το οποίον ετάραξε και λυπεί ημάς είναι ο καταλαβών έκτακτος δριμύς χειμών, οποίος ούτε οι γεροντότεροι ενθυμούνται. Και δεν επέφερε μεν ουδέν κακόν εις το στρατόπεδον, εις τας οικογενείας όμως προϋξένησε πολλά δυστυχήματα, καθόσον εις την καλοκαιρίαν ελπίζουσαι, είχον αποσυρθή εις τας υψηλοτέρας κορυφάς των ορέων, ένθα ουδεμία καλύβη υπάρχει, επέκεινα των 40 χωρίων οικογένειαι, αίτινες ευρίσκοντο εκτεθειμέναι εις τον Ομέρ, προσέφυγον εις τα όρη των Σφακίων, και έκαστος βράχος και κυπάρισσος έχει περί την βάσιν δύο ή τρεις ψυχάς ασθενών πλασμάτων.
Εν γένει δε θύματα του τρομερού αυτού στοιχείου αριθμούνται πλέον των πεντακοσίων. Και όμως η Τουρκία μόλα ταύτα ορέγεται να διακηρύττη υποτεταγμένην την Κρήτην, η δε σαπρά διπλωματία να μη θεωρή έτι αρκετά τα εις τον βωμόν της ελευθερίας προσφερθέντα θύματα!
Ι. ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ.

Ίμβρος, Σφακίων τη 5 Μαϊου 1867.
Αγαπητέ μοι εξάδελφε.
Τα της επαναστάσεώς μας, ως γνωρίζετε, πηγαίνουν άριστα. Τώρα παρήτησε τα Σφακία ο Ομέρ και έπιασε το Μηλοπόταμον και τον επήραμε και ημείς εξοπίσω. Εντός ολίγου, θαρρώ, θέλετε ακούσει λαμπράς κατ’ αυτού νίκας, διότι έχομεν σκοπόν να τον κτυπήσωμεν ημείς αφού εκείνος δεν κτυπά.
Μένω ο εξάδελφος σας
Π.Γ. Πολογιαννάκης.
Οπλαρχηγός και πληρεξούσιος.

Ίμβρος Σφακίων την 6 Μαϊου 1867.
Φίλτατε, χαίρε!
Χθες σας έγραψα, αλλά και σήμερον σας στέλλω την παρούσαν δια να σας πληροφορήσω ότι ο Ομέρ πασάς έφθασεν εις το Μηλοπόταμον εις το Πέραμα και ότι ελάβαμεν από την επιτροπήν του Μηλοποτάμου επιστολήν και αμέσως εστείλαμεν επικουρίαν και ελπίζομεν να τον καταστρέψουν.
Με βίαν σας γράφω.
Α. Μπιράκης. Πληρεξούσιος.

Εν Κρήτη την 6 Μαϊου 1867 εκ της επαρχίας Πεδιάδος έξ ώρας μακράν του Ηρακλείου.
Αδελφέ,
Σας πληροφορώ ότι εφθάσαμεν καλά∙ παρελάβαμεν δύο επαρχίας∙ εκάμαμεν πλιάτσικα∙ αιχμαλωτίσαμεν πολλούς Τούρκους και ζώα αρκετά επήραμεν. Πόλεμον μέχρι ώρας δεν εκάμαμεν, ακροβολισμούς μόνον εις το όρος όπου σας γράφω. Τους Τούρκους, τους εκλείσαμεν εις τα φρούρια∙ περιφερόμεθα αφόβως εις όλας τας επαρχίας και τρώγομεν καθημερινώς τα πράγματα των αγάδων. Τρεις επαρχίας επί του παρόντος είναι επί των όπλων σηκωμέναι μαζή μας και είμεθα επί των όπλων σηκωμέναι μαζή μας και είμεθα επί του παρόντος πέντε χιλιάδες, ξεχωριστά εκείνοι απού επήραν τα όπλα∙ περιμένοντας άλλοι τόσοι. Το όλον θα μαζευθούμεν δέκα χιλιάδες και επέκεινα∙ μη έχετε καμμίαν υποψίαν, πρώτα ο Θεός είμεθα όλοι καλά, γενικώς το σώμα και οι συγγενείς. Τίποτε άλλο δεν γίνεται μόνον ψήσιμον αρνείων και φαγητόν. Ο Πετροπουλάκης είναι μακράν, είναι μακράν από ημάς 15 ώρας. Εγράψαμεν, αλλά δεν μας έγραψεν ακόμη∙ ελπίζομεν ν’ ανταμωθούμεν όσον ούπω και με αυτούς πρώτα ο Θεός. Να μας γράφης, να μανθάνωμεν από την πατρίδα μας.
Άπαντες σας ασπάζονται.
Οι αδελφοί σας.
Θ. Δεκουλάκος.
Β. Γεωργόπουλος.
Γ. Σπυριδάκος.

Εν Αγώρι Συκιάς, επάνω της Ασί-Γωνιάς.
Τη 27 Απριλίου 1867.
Αγαπητέ μοι φίλε,
Η εμφάνισις του Ομέρ πασά ουδόλως εφόβησε τους Κρήτας, αλλά μάλλον συνεκέντρωσεν αυτούς. Αι μάχαι, αίτινες εγένοντο αφ’ ού ούτος ήλθε, και αι αποτυχίαι αυτού, αποπειραμένου δις να εισβάλη εις Σφακία, δύνανται όλα ταύτα να πληροφορήσουν άπαντας και φιλέλληναι και φιλότουρκους ότι η ζωή της επαναστάσεως μάλλον υπάρχει ή πρότερον.
Την 23 τρέχοντος έκαμεν απόπειραν από τε την Κράπην και από Αργυρούπολιν ν’ αναβή εις Σφακία∙ εξ αμφοτέρων όμως των μερών απεκρούσθη, υποστάς μεγάλας ζημίας, ως είδον ιδίοις όμμασιν οι πολεμήσαντες. Εκ των ημετέρων εις μεν τον αποκορώνα εν τω διαστήματι του καταδιωγμού των Τούρκων παρά των ημετέρων εφονεύθησαν 7 και επληγώθησαν 10. Εν δε τω πολέμω τω εις Αργυρούπολιν επληγώθησαν πέντε, εξ ών οι δύο μόνον βαρέως. Εκ των εχθρών αγνοούμεν πόσοι έπεσον∙ τούτο μόνον γινώσκομεν ότι οι μεν εν Αποκορώνω ημέτεροι εδίωκον τον εχθρόν από Κράπην μέχρι Βρυσών, οι δε εκ Ρεθύμνης εδίωκον αυτόν από Ασφαδαμέ μέχρι Αζώνος. Ήσαν δε και τινες μη δυνάμενοι να φύγωσι, τους οποίους καταλαβών ο Ομέρ εφόνευσε, εν οίς και μίαν νέαν ονόματι Μαρίαν Κονταξοπούλαν. Το μέγα δυστύχημα όμως, αδελφέ, είναι ότι ο χειμών έφερε μεγίστην καταστροφήν εις τα εν όρεσι γυναικόπαιδα.
Ούτω πολεμούντων των Κρητών και τοιαύτα δεινά υπομενουσών των οικογενειών, άραγε δύναται εις το εξής ο Σουλτάνος ν’ απατά τας δυνάμεις ότι κλέπται μόνον τινές, υπάρχουν εν Κρήτη; Και αυταί ανέχονται και θέλουσιν ανεχθή του λοιπού να θυσιάζωνται αδίκως τα αθώα βρέφη εις τα όρη χωρίς να λάβωσιν έν αποτελεσματικόν μέτρον; Πού η φιλανθρωπία αυτών και η προθυμία εις το να μη χύνηται αδίκως αθώον αίμα; Ίδωμεν.
Σας ασπάζομαι αδελφικώς. Ο αρχηγός Ρεθύμνης
Παύλος Ανδρέου Μοράκης.

 

Ο Γεώργιος Σκουλάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΜΟΣ Α΄. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΣΤΙΣ ΤΗΛ: 281034645

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->