Θερμοκρασία
Άνεμος
Βαρόμετρο cript>
Υγρασία /sc
Βροχόπτωση Μήνα
Στοιχεία από τον σταθμό του ΕΑΑ στα Ανώγεια

Συνέντευξη: Στέλλα Κοντάκη

Στη συνέντευξη την οποία θα διαβάσετε, θα έχετε να την ευκαρία να «ξανασυστηθείτε» με τον Αχιλλέα Δραμουντάνη. Είμαι σίγουρη, πως λίγοι πραγματικά είναι εκείνοι οι οποίοι γνωρίζουν τον ίδιο άνθρωπο που είχα την χαρά να γνωρίσω κι εγώ σε αυτό το ταξίδι μου. Όχι ότι έχει δυο πρόσωπα και εμείς γνωρίζουμε το ένα. Αλλά ίσως, γιατί αυτό που γνωρίζουμε οι περισσότεροι, δεν είναι το δικό του απαραίτητα, αλλά το «προϊόν» μιας εικόνας που λίγο η επιβλητική του παρουσία και λίγο η λάθος προσέγγιση στο πρόσωπό του, μας έκαναν να βλέπουμε. Η συνάντησή μας, αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη. Δεν ήταν λίγες οι στιγμές εκείνες, κατά τις οποίες με συγκλόνισαν αυτά που άκουσα, με συγκίνησαν, αλλά και με θύμωσαν παράλληλα. Είχα μπροστά μου έναν «γίγαντα» με παιδική ψυχή, έναν άνθρωπο ο οποίος τολμά να έρθει αντιμέτωπος με τα λάθη του, αλλά και να διεκδηκεί το δικαίωμά του να επιλέγει ο ίδιος γι’ αυτόν και όχι το «σύστημα» και ότι άλλο κρύβεται πίσω από αυτό. Υπήρχε μια σκιά γύρω από το όνομά του, ένα σύννεφο, που ήθελα να σβήσω και να δω τι πραγματικά μπορούσε να καλύψει όσο υπήρχε, να το ανακαλύψω και να σας το παρουσιάσω. Ίσως όλα αυτά ακούγονται υπερβολικά, όμως εγώ καταθέτω απλά αυτό που είδα, αυτό που άκουσα και που με έκανε και εμένα να αναθεωρήσω. Αυτό το σύννεφο πια δεν υπάρχει, γιατί βγήκε ο ήλιος που κρυβόταν εκεί…..

Αχιλλέα, αρχικά θα ήθελα να σε καλωσορίσω στην ιστοσελίδα μας και να σ’ ευχαριστήσω για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης.
– Πες μας δυο λόγια για σένα, να μας κάνεις μια εισαγωγή για τον Αχιλλέα Δραμουντάνη..

– Γεννήθηκα 13 Δεκεμβρίου του 1978 και κατάγομαι από τα Ανώγεια από την πλευρά του πατέρα μου και από τα Βορίζια, από τη μητέρα μου. Δόξα το Θεό, είχα πολλά βιώματα και από τις δυο πλευρές, μεγαλώνοντας σε μια απόλυτα παραδοσιακή οικογένεια από όλες τις απόψεις, ήθη, έθιμα, αξίες, τρόπο ζωής γενικότερα. Είχα λοιπόν την τύχη να έχω πολλά μουσικά βιώματα, από την παιδική μου ηλικία και αυτό ίσως ήταν το ερέθισμα ν’ ασχοληθώ κι εγώ. Μου άρεσε πάντα, το είχα μέσα μου, δε μου το επέβαλλε κανείς. Ποτέ δε μου είπε κανείς πάρε μια λύρα να παίξεις, ή ένα λαούτο. Είχα το μικρόβιο μέσα μου, αλλά μεγάλωνα και με μερακλήδες ανθρώπους.

– Και πώς έγινε η αρχή?

– Κάποια μέρα, σε ηλικία περίπου 8 χρονών, με είδαν οι γονείς μου να κρατώ ένα φαράσι, το οποίο για μένα υποτίθεται ότι ήταν λύρα κι είχα βάλει και το πόδι μου σ’ ένα κουβά πάνω κι έκανα πως έπαιζα. Τότε λοιπόν ο πατέρας μου βλέποντας αυτό, μου πήρε το πρώτο μου όργανο, ένα μαντολίνο. Του άρεσε όμως και του ίδιου και θυμάμαι σαν να ‘ναι χτες, που κάθε μέρα γυρνώντας από τη δουλειά καθόταν όπως ήταν σε μια πολυθρόνα κι έπαιρνε στα χέρια του το μαντολίνο κι έπαιζε. Σιγά σιγά κι όπως μπορούσε, άρχιζε να παίζει δυο τρεις σκοπούς και μετά κάθε που μάθαινε έναι καινούριο σκοπό, μας έπιανε με τη σειρά, πρώτα τον αδερφό μου το Νίκο, μετά τον Μιχάλη κι ύστερα εμένα και μας έβαζε στη ποδιά του και μας έδειχνε. Τα αδέρφια μου λοιπόν κάπως τα κατάφερναν. Εγώ και σαν πιο μικρός, ήμουνα και λίγο ζωηρός, έκανα παιδιαρίσματα και κάποια στιγμή μου λέει… «πήγαινε πέρα πέρα μα δεν είναι δουλειά σου…». Από εκεί και μετά, δεν ξέρω πώς, πείσμωσα , το πήρα εγωιστικά ίσως, δεν ξέρω πως και γιατί, αλλά ξεκίνησα να προσπαθώ μοναχός μου. Από την ώρα που άνοιγα τα μάτια μου, έτρεχα να κάτσω κι εγώ στην πολυθρόνα κι έπιανα το μαντολίνο κατ’ ευθείαν κι άρχιζα να το «γραντζουνάω», προσπαθώντας να μάθω κι εγώ κάποιο σκοπό. Με τον καιρό, αυτό εξελίχθηκε, ώσπου σε ηλικία περίπου 13 χρόνων, που πήρε η μητέρα μου την πρώτη μου λύρα.

– Μέχρι τότε λοιπόν, εσύ δεν είχες καμία επαφή με τη λύρα, ούτε τραγουδούσες?

– Όχι καμία… ντρεπόμουνα να τραγουδήσω. Ξεκίνησα να τραγουδώ στο σπίτι μας περίπου στην τρίτη Γυμνασίου, λίγο πριν αποκτήσω την πρώτη μου λύρα. Ντρεπόμουνα τους δικούς μου και γι’ αυτό φαντάσου ότι κάποια στιγμή που ο πατέρας μου κοιμόταν κι εγώ τραγουδούσα, ξύπνησε ακούγοντας με και τρελλάθηκε από τη χαρά του, ξέρεις πως νιώθει ένας γονιός στο άκουσμα αυτό. Έτσι λοιπόν ξεκίνησα σιγά σιγά, μόνος μου στο σπίτι να προσπαθώ να μάθω, αλλά εδώ στο Ηράκλειο και κυρίως την εποχή εκείνη που η κρητική μουσική δεν είχε και την ίδια απήχηση που απέκτησε αργότερα, δεν είχα άλλα παιδιά παρέα που να παίζουν ένα άλλο μουσικό όργανο, να δημιουργήσουμε ένα συγκρότημα, να κάνουμε παρέες να παίζουμε, με αποτέλεσμα ν’ αργήσει όλο αυτό να εξελιχθεί. Έτσι, έφτασε η εποχή που παρουσιάστηκα στο στρατό, στην Κόρινθο και στη συνέχεια με πήγαν στη μονάδα της Λέρου. Εκεί γνώρισα τρεις λαουτιέριδες, με τους οποίους μέσα στο στρατό κάναμε συχνά παρεάκια και παίζαμε, με αποτέλεσμα να μπω κι εγώ πιο πολύ στο κλίμα και να μου αρέσει ακόμα περισσότερο. Μετά το στρατό συνέχισα με παρέες εδώ στα χωριά μας, με διάφορους φίλους, γνώρισα στην πορεία και άλλα κοπέλια που έπαιζαν κάποιο μουσικό όργανο και ήρθε πλέον μόνο του… μου έλεγαν «έλα να παίξεις στο γάμο μου», «έλα να μαζευτούμε να κάνουμε μια παρέα το βράδυ να παίξουμε» και χωρίς να το καταλάβω, ή να το επιδιώξω, άρχισα να παίζω επαγγελματικά πλέον.

– Άρα είσαι αυτοδίδακτος.. δεν πήγες σε κάποιο Ωδείο ή σε κάποιο δάσκαλο?

– Ναι, έμαθα μόνος μου. Η μητέρα μου μου έλεγε να πάω στο Ωδείο, αλλά εγώ το είχα πάρει με κακό μάτι, αφενός γιατί δε τα πήγαινα καλά με τα γράμματα και το έβλεπα κάτι σαν σχολείο και αφετέρου φοβόμουν πως αν πάω, θα με βάλουν σε άλλο δρόμο και θα αλλοιωνόταν αυτό που είχα μέσα μου. Ήθελα να παραμείνει ως έχει, αυθεντικό κι ας μην ήταν ιδιαίτερα σωστό, αλλά δεν θα ήταν κονσερβοποιημένο, θα ήταν καθαρό, με τα λάθη του και τα σωστά του… Δε σου κρύβω όμως, ότι πριν μερικά χρόνια ξεκίνησα να πάω στο Ωδείο,

αλλά σταμάτησα για προσωπικούς λόγους και θα ήθελα να ξαναπάω.

– Ποιος είναι ο λόγος που ενώ δεν το ήθελες, αποφάσισες να πας? Τι σε οδήγησαε εκεί?

– Αποφάσισα να πάω, γιατί έρχονται πολλοί άνθρωποι και μου ζητούν να διδάξω τα παιδιά τους, κάτι το οποίο κάνουν πολλοί συναδέλφοι μου μικρότεροι και μεγαλύτεροι σε ηλικία. Εγώ δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να το κάνω αυτό και τους έλεγα ότι δεν είμαι δάσκαλος, δεν έχω τον τρόπο να διδάξω, παρά μόνο εμπειρικά μπορώ να δείξω, κάτι το οποίο έχω τη χαρά να κάνω στον πρώτο μου μαθητή, τον γιο μου τον Αχιλλέα. Αν λοιπόν μπω στη διαδικασία της διδασκαλίας, θέλω να είμαι σίγουρος ότι θα το κάνω σωστά και θα έχω αποτέλεσμα. Να μπορώ να διδάξω τις νότες και να έχει ο μαθητής μου τον δικό του χαρακτήρα και όχι να δημιουργήσω ένα δικό μου αντίγραφο. Ο καθένας έτσι κι αλλιώς είναι μοναδικός. Θέλω λοιπόν να ξεκινήσω πάλι πρώτα ο ίδιος στο Ωδείο, ώστε ν’ αποκτήσω τα εφόδια που χρειάζονται να μπορώ να διδάξω σωστά.

– Πάμε λοιπόν πίσω στο ξεκίνημα σου, να μου πεις πότε ξεκίνησες επαγγελματικά?

– Δε μου αρέσει καθόλου ο όρος «επαγγελματικά», όχι ότι δεν είναι ένα βιοποριστικό επάγγελμα για τον καλλιτέχνη, αλλά αν το δεις σαν δουλειά, τουλάχιστον όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, είναι και αγγαρεία καμιά φορά. Αυτό είναι μεράκι, τρόπος ζωής… Αν λοιπόν θέλουμε να το θέσουμε κάτω από αυτή τη βάση, έχω πολύ λίγα χρόνια επαγγελματικής πορείας, περίπου από το τέλος του 2004.

– Πόσο σημαντικό είναι το χρονικό διάστημα που κάποιος καλλιτέχνης ασχολείται επαγγελματικά?

– Είναι πάρα πολύ σημαντικό, αν σκεφτείς ότι η πείρα που αποκτάς πάνω στο πάλκο, μεγαλώνει με την πάροδο του χρόνου και ο ίδιος ωριμάζεις σαν καλλιτέχνης.

– Όταν κρίνεσαι σαν καλλιτέχνης, συνυπολογίζεται η επαγγελματική σου ηλικία?
Γιατί είναι λίγο άδικο να συγκρίνονται δυο άνισα «μεγέθη»..

– Κανονικά θα έπρεπε να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν αυτό, κάτι το οποίο δε γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις. Γι’ αυτό κατά συνέπεια, έχω αδικηθεί λίγο, με δεδομένο ότι δε μπορεί να σε συγκρίνουν με κάποιον που έχει 30 ή 40 χρόνια στο πάλκο. Ο χρόνος όπως είπαμε και παραπάνω, λειτουργεί υπέρ σου, γιατί στο πέρασμα του κερδίσεις γνώση και εμπειρία. Θα έπρεπε λοιπόν να συγκρίνομαι και εγώ, αλλά και ο καθένας, με τους ομοίους του. Φυσικά υπάρχουν και οι περιπτώσεις που λειτουργεί και αντίθετα, αλλά δεν θα ήθελα να σταθούμε άλλο σε αυτό.

– Αρχές του 2005 λοιπόν, κάνεις το πρώτο σου cd, με τίτλο: «Παραπονούμαι τση ζωής»… Μίλησε μου λίγο γι’ αυτό και για το τι επακολούθησε.

– Αυτή ήταν η πρώτη μου δισκογραφική δουλειά, σε στίχους δικούς μου, όπως και το 95% περίπου των τραγουδιών μου. Το ξεκίνημα μου δισκογραφικά, θεωρώ ότι ήταν λίγο παράτολμο και θα σου εξηγήσω γιατί. Συνήθως στην πρώτη δισκογραφική του εμφάνιση ένας καλλιτέχνης, πάει από τον πιο σίγουρο δρόμο, γράφοντας κομμάτια διαχρονικά και κοινώς αποδεκτά. Έτσι κρίνεται μόνο σαν ερμηνευτής και οργανοπαίχτης. Δεν πάει να προτείνει κάτι νέο, σε μουσική και στίχο, που δεν μπορεί να γνωρίζει αν θα αρέσει και τι αποδοχή θα έχει από τον κόσμο. Εγώ λοιπόν τόλμησα να ξεκινήσω με κάτι δικό μου και να με κρίνουν και για τον τρόπο που παίζω και για τον τρόπο που ερμηνεύω και για τους στίχους, αλλά και για τη μουσική.

– Αυτό όμως, έχει το θετικό, ότι προτείνοντας κάτι δικό σου, δεν σηκώνεις το βάρος της σύγκρισης, με τους παλαιότερους, πολύ μεγάλους καλλιτέχνες.

Βεβαίως και υπάρχει αυτή η θετική πλευρά, αν και δύσκολο ν’αποφύγεις τέτοιας μορφής συγκρίσεις, αλλά πίστεψε με, είναι πολύ δύσκολο να πάρεις το βάρος της ευθύνης αυτού του οποίου προτείνεις. Να κριθείς γι’ αυτό που είσαι και αυτό που κάνεις κι όχι να πας στα σίγουρα. Αυτό τόλμησα να κάνω, να κριθώ βάσει του τι μπορώ να κάνω εγώ, βασιζόμενος στις δικές μου δυνάμεις. Έτσι ξεκίνησα και έτσι συνεχίζω, χωρίς αυτό να σημαίνει φυσιικά ότι δεν παίζω και απόλυτα παραδοσιακά κομμάτια στις ζωντανες μου ηχογραφήσεις ή εμφανίσεις. Αλλά στις δισκογραφίες μου, βάζω τη δική μου υπογραφή, αφού έχω κάτι δικό μου να δώσω και γιατί όχι? Δεν είμαι της άποψης ότι πρέπει να κάνω μια δουλειά κάθε 6 μήνες ή ένα χρόνο ας πούμε, αλλά μόνο όταν έχω κάτι να παρουσιάσω.
Πρόσφατα και μετά από αρκετά μεγάλη απουσία, κυκλοφόρησε η νέα μου δουλειά με τίτλο: ‘Έχω φεγγάρια να σε δω». Ίσως να πέρασαν και πάνω από 4 χρόνια από την αμέσως προηγούμενη.

– Παρόλα αυτά, εσύ δε σταμάτησες όλα αυτά τα χρόνια να δημιουργείς. Τι ήταν αυτό που σε κάνει να νιώσεις έτοιμος, να το παρουσιάσεις στον κόσμο?

– Δε σταματώ ποτέ να γράφω, αλλά για να παρουσιάσω μια νέα δουλειά, πρέπει να αφιερώσω πρώτα τον απαιτούμενο χρόνο, να είναι έτσι όπως πρέπει να είναι . Όταν την διαμορφώσω έτσι όπως θέλω, τότε την παρουσιάζω. Η δισκογραφική αποχή, είναι ίσως και μια δοκιμασία και εμένα μάλλον μου αρέσει να θέτω τον εαυτό μου σε δοκιμασίες.

– Αντιλαμβάνομαι ότι δοκιμασία θεωρείς, το αν θα παραμείνεις ή όχι στο προσκύνιο απέχοντας δισκογραφικά και θα συνεχίσεις να λαμβάνεις την αγάπη του κόσμου ή θα τη στερηθείς, σωστά?

– Ναι, αυτό ακριβώς και με μεγάλη μου ικανοποίηση διαπίστωσα, ότι εμείς σαν συγκρότημα και παραμείναμε στο προσκύνιο και δε στερηθήκαμε την αγάπη του κόσμου στις εμφανίσεις μας.Τα τέσσερα χρόνια αυτά, που δισκογραφικά απείχα, έλεγα στις εμφανίσεις μου και κάποια καινούρια κομμάτια, τα οποία ο κόσμος πριν ακόμα βγουν επίσημα τα αγκάλιασε και τα αγάπησε. Κάποια από αυτά , όχι όλα, υπάρχουν στο νέο μου cd « Έχω φεγγάρια να σε δω».

– Είσαι ένας καλλιτέχνης με καθαρά Ανωγειανό χρώμα. Τι σημαίνει για σένα ο τόπος αυτός?

– Το Ανωγειανό χρώμα, που έχω ως καλλιτέχνης, οφείλεται καθαρά στα βιώματα και την καταγωγή μου. Τα Ανώγεια για μένα είναι ιδέα και Ανωγειανός είναι αυτός που υιοθετεί αυτή την ιδέα και όχι απαραίτητα αυτός που ‘ναι γραμμένος στα χαρτιά. Ανωγειανός μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε κάνει ένα με την ψυχή του αυτή την ιδέα.

– Τα Ανώγεια είναι ένας τόπος παγκοσμίως γνωστός και αγαπητός. Υπάρχει όμως και μια μερίδα ανθρώπων, που κατηγορεί τους Ανωγειανούς για κατάχρηση και εκμετάλλευση της αγάπης αυτής. Θέλω τη δική σου τοποθέτηση πάνω σε αυτό.

– Αν κάποιος το κάνει αυτό δεν είναι Ανωγειανός. Θεωρώ ότι ο Ανωγειανός που αγαπά τον τόπο του και ό,τι συνεπάγεται αυτού, το αισθάνεται, είναι προσωπική του ανάγκη και δεν αποζητά όφελος από εκεί. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι καθήκον και υποχρέωση του, να διασφαλίσει και συνεχίσει αυτό που βρήκε έτοιμο. Κάθε άνθρωπος στον τόπο αυτό είναι τυχερός για αυτό που λαμβάνει από τους προγόνους του, αλλά είναι και υποχρεωμένος για να το συνεχίσει.

– Τυχερός γιατί? Αν κατάγεσαι από κάποιο άλλο χωριό της Κρήτης, που σαφώς κι αυτό θα έχει τη δική του παράδοση, δεν είσαι τυχερός?

– Αυτή τη στιγμή με ρώτησες για τα Ανώγεια και απαντώ συγκεκριμένα και όχι συγκριτικά με άλλα χωριά της Κρήτης. Η Κρήτη είναι μια και κάθε χωριό αναπόσπαστο κομμάτι της. Ο κάθε Κρητικός και κάθε Έλληνας πρέπει να είναι περήφανος για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Αφού λοιπόν εστίασες την ερώτηση σου στα Ανώγεια, απαντώ και εγώ συγκεκριμένα σε αυτό. Μη ξεχνάς, πως και εγώ ο ίδιος είμαι μισός από τα Ανώγεια και μισός απο τα Βορίζια. Όσο καμαρώνω για το ένα χωριό, τόσο καμαρώνω και για το άλλο. Άρα, ο κάθένας πρέπει να αισθάνεται τυχερός για τον τόπο και την παράδοσή του και είναι υποχρεωμένος να τη στηρίζει.

– Θα πρέπει λοιπόν να καταργηθεί αυτός ο μύθος όσο αφορά τους Ανωγειανούς. Προσωπικά πιστεύω πως είναι ένας τόπος με πλούσια ιστορία σε όλα τα επίπεδα, αλλά δεν είναι ο μόνος.. Απλά ενεργοποιείται ίσως λίγο παραπάνω σε πολιτιστικό επίπεδο με διάφορες εκδηλώσεις και ακούγεται πιο πολύ.

– Έχοντας βγάλει τόσους αξιόλογους καλλιτέχνες και έχοντας μια έντονη πολιτιστική παρουσία, μέσα από πλήθος εκδηλώσεων, επεκτάθηκε η φήμη τους παγκοσμίως. Το ίδιο όμως μπορεί να κάνει και ο κάθε πολιτιστικός σύλλογος.

– Υπάρχει και επαγγελματικά αυτό το δέσιμο μεταξύ σας? Τα καλέσματα που έχετε να εμφανιστείτε σε κάποια εκδήλωση, έχουν να κάνουν και με την καταγωγή σας ή όχι? Προτιμάει ο κόσμος ένα Ανωγειανό σχήμα και σε χωριά με διαφορετική πολιτιστική παράδοση?

– Θα απαντήσω σε ότι αφορά εμένα μόνο και το συγκρότημά μου και όχι γενικά για όλους. Δόξα το Θεό έχω παίξει από άκρη σε άκρη στην Κρήτη. Πότε δεν ένιωσα διαχωρισμό ή διαφορετικότητα βάσει καταγωγής. Όλη η Κρήτη μας έχει αγκαλιάσει με πολύ αγάπη. Μας καλούν, γιατί προφανώς αυτό που κάνουμε τους αρέσει και μας αγαπάνε όπως είμαστε. Το Ανωγειανό χρώμα πιστεύω ότι έχει κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό. Το ξεχωριστό δε σημαίνει πάντα καλύτερο. Απλά ή αρέσει σε κάποιους και το προτιμούν ή όχι.

– Δε θα σταθούμε άλλο σε αυτό, απλά ήθελα την άποψη σου, γιατί προσπαθώ μέσα από κάθε συνέντευξη, να μεταφέρω και απορίες του κόσμου και να λύνονται. Σε ευχαριστώ λοιπόν που μας βοήθησες με τον τρόπο σου να κατανοήσουμε γιατί υπάρχει αυτή η λογική, όπου υπάρχει…
Ας συνεχίσουμε με την επόμενη ερώτηση.
Θα ήθελα να μου πεις αν έχεις και άλλα ακούσματα και αν «παρακολουθείς» και τη δουλειά των συναδέλφων σου.. αν σου αρέσει να ακούς κάποιους από αυτούς..

– Γενικότερα έχω πολλά ακούσματα και κυρίως από τους παλιούς. Παρακολουθώ αυτό που θέλω να παρακολουθήσω, κάτι που μου αρέσει, ή κάτι που θεωρώ ότι μου ταιριάζει. Ένα τραγούδι μπορεί να το αναγνωρίζω σαν ποιότητα, αλλά προσωπικά να μη μ’ αγγίζει πουθενά.Εκτιμώ όλους τους συναδέρφους μου για τη δουλειά που κάνουν, γιατί ο καθένας είναι ξεχωριστός και ο καθένας προσπαθεί με τον τρόπο του, με αποτέλεσμα ο καθένας κάτι αφήνει πίσω του. Δε μπορώ να καταδικάσω κανέναν και ούτε είμαι και σε θέση να κρίνω κανέναν, απλά αυτό που θεωρώ εγώ ότι μου κάνει, αυτό θα παρακολουθήσω. Και αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμώ κάποιον συνάδελφο μου, αλλά το αποφεύγω, γιατί σ’ επηρεάζει καμιά φορά κάποιο άκουσμα χωρίς να το καταλάβεις. Θα σου πω ένα παράδειγμα.. στη Eurovision π.χ επιλέγουν ένα τραγούδι και το παίζουν όλη μέρα, όλα τα μέσα, σε βαθμό που στο τέλος – αφού σου κάνουν πλύση εγκεφάλου – το τραγουδάς θες δε θες. Μου έχει συμβεί και μένα, με αποτέλεσμα να μην ακούω πια ούτε ραδιόφωνο. Επιλέγω λοιπόν, στο σπίτι μου αλλά ακόμα και στο αμάξι μου όταν οδηγώ, αυτό που θέλω ν’ ακούσω. Μου έχει συμβεί φαντάσου, ακόμα και στο παίξιμο μου να κάνω κάτι που δεν το ‘χω.. δεν είναι δικό μου.. δε μ’ αρέσει.. επηρεασμένος από κάποιο άκουσμα. Οπότε επιλέγω πια μόνο αυτά που μου αρέσουν και μ’ εκφράζουν.

– Τον εαυτό σου τον ακούς? Επιλέγεις ν’ ακούς δικά σου τραγούδια?

– Τον εαυτό μου τον ακούω, γιατί θέλω να δω τα λάθη μου.

– Είσαι αυστηρός με τον εαυτό σου?

– Ως το τέρμα.. πάντα κάτι βρίσκω κι αυτό με στεναχωρεί και με κουράζει κιόλας να σου πω την αλήθεια.

– Υποθέτω πως αυτά που εσύ ακούς στον Αχιλλέα Δραμουντάνη και δε σου αρέσουν, ο απλός κόσμος δεν τα αντιλαμβάνεται. Προφανώς δεν ‘’ακούει’’ ότι εσύ…

– Ίσως να μη γίνεται αντιληπτό, αλλά παρόλα αυτά, σπάνια θ’ ακούσω τον εαυτό μου και δε θα βρω κάτι να μη μου αρέσει και ακόμα πιο σπάνια θα μείνω απόλυτα ικανοποιημένος με αυτό που ακούω. Είμαι πολύ αυστηρός, όταν αφορά εμένα.

– Νιώθεις άσχημα όταν ακούς κάτι και δε σου αρέσει απέναντι σε αυτούς που έχοντας κάποιες γνώσεις παραπάνω, έχουν τη δυνατότητα ν’ αντιληφθούν τα λάθη σου?

– Πολύ άσχημα.. Νιώθω ότι πορίζω έξω και δε φορώ ρούχα..

– Διορθώνεις τα λάθη σου όταν τα ακούς?

– Σχεδόν πάντα προσπαθώ να το κάνω, άσχετα αν τα κατφέρνω ή όχι. Προσπαθώ όμως. Λάθη γίνονται, αλλά καλός μουσικός δεν είναι αυτός που δεν κάνει λάθη, όλοι κάνουμε. Καλός μουσικός είναι αυτός που μπορεί να τα διορθώνει…

– Στην περίπτωση που σε κάποια ζωντανή σου εμφάνιση, σου ζητήσουν να παίξεις ένα τραγούδι από αυτα που εσένα δε σου αρέσουν και δε σε εκφράζουν, πώς το χειρίζεσαι?

– Εγώ όταν βγαίνω εκεί πάνω ζω..μπορώ να σου πω, ότι μόνο τότε ζω και για να αγαπώ τη ζωή μου πρέπει ν’ αγαπώ κι αυτό που κάνω. Αυτό που λες λοιπόν, είναι κάτι που συμβαίνει συχνά και αυτό που κάνω είναι να το αποφύγω, αν μπορώ. Δεν είμαι μια μηχανή, που θα πατήσεις ένα κουμπί να πει ένα τραγούδι. Στην περίπτωση όμως που δεν μπορώ να το αποφύγω, προσπαθώ να το πω όσο πιο καλά μπορώ. Η δουλειά μας είναι ένα λειτούργημα. Κρατάς την ψυχή του κάθε ανθρώπου που έρχεται να σε ακούσει στα χέρια σου κατά κάποιον τρόπο, γιατί διασκεδάζει μαζί σου, χαίρεται, λυπάται, θυμάται, πονά, θυμώνει και ξεσπά κάποιες φορές σε κάποιο άκουσμα. Άρα για να σου ζητά ένα τραγούδι, για κάποιο λόγο τον εκφράζει και για το λόγο αυτό πολλές φορές, έστω κι αν δεν εκφράζει εμένα, προσπαθώ να το πω όσο καλύτερα μπορώ, να τον ευχαριστήσω.

– Πόσο επηρεάζεται η δική σου ψυχολογία από το εκάστοτε κοινό σου κάθε φορά?

– Απόλυτα! Κατ’ αρχήν το γλέντι «μυρίζει..». Εγώ γροικώ τη μυρωδιά.. κάτι στην αύρα, στον αέρα που κινείται, σε κάνει να νιώσεις την εξέλιξη της βραδιάς. Καμιά φορά βέβαια, γίνεται χαμός και από εκεί που δε το περιμένεις. Είναι πολλοί οι παράγοντες που συμβάλλουν στο πόσο μεγάλη ένταση και επιτυχία θα έχει μια βραδιά.

– Πες μου κάποιους από αυτούς τους παράγοντες..

– Είναι η ψυχολογία του καλλιτέχνη, η ψυχολογία του κόσμου, ο χώρος που βρίσκεσαι, ο ήχος, η ώρα που γίνεται το γλέντι, αν είναι βράδυ ή μεσημέρι, πολλά…

– Και όταν η ψυχολογία του καλλιτέχνη δεν είναι καλή, πως αντιμετωπίζεται αυτό? Εσύ πώς το χειρίζεσαι?

– Απλά παίζω.. και καμιά φορά – όπως πολλοί μου λένε -, όταν δεν είμαι καλά, παίζω ακόμα καλύτερα. Αλλά πρέπει να φτιάξω την ψυχολογία μου, γιατί δε γίνεται αν εγώ δε περνώ καλά, να περάσει κι ο κόσμος. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να γίνει αυτό. Πρέπει αν για παράδειγμα είμαι στεναχωρημένος να το διαχειριστώ, να παίξω ίσως λίγο πιο δυναμικά, γιατί αν αρχίσω να κλαίω εγώ, θα κλαίνε κι οι άλλοι από κάτω. Ακόμα λοιπόν και τη λύπη, πρέπει να προσπαθήσεις να τη βγάλεις μ’ ένα χαρούμενο παράπονο, με μια δυνατή φωνή μέσα στη σιωπή….

– Αν έκρινες τον εαυτό σου από τη θέση του θεατή που σε παρακολουθεί, πώς θα χαρακτήριζες τον Αχιλλέα? Προσιτό, απόμακρο, φιλικό, αδιάφορο, πώς?

– Θεωρώ ότι είμαι απόλυτα προσιτός, ίσως και καμιά φορά σε σημείο που δε θα ‘πρεπε. Πιστεύω όμως, ότι μπορώ να κρατώ τη θέση μου «ως πρέπει» και όχι απαραίτητα όπως θα ήθελα, αλλά όπως πρέπει.

– «Προσιτός σε σημείο που δε θα ‘πρεπε» λες… γιατί? Ποιο σημείο είναι αυτό, ποιος το καθορίζει και γιατί να μην έπρεπε?

– Γιατί υπάρχουν πολλές πιθανότητες να παρεξηγηθείς. Όσο για το ποιος το καθορίζει αυτό? Κανένας, ο καθένας βάζει τα όρια του εκεί που ο ίδιος θέλει. Να ξέρεις όμως πως ο κάθε άνθρωπος μέσα σε ένα κοινό, είναι διαφορετικός. Άλλος εκτιμά περισσότερο την ανθρώπινη πλευρά σου και άλλος την καλλιτεχνική. Άλλος με το να μην είσαι προσιτός σε «Θεοποιεί» και άλλος ενοχλείται. Άλλος πάλι, με το να είσαι προσιτός σε απομυθοποιεί και χαλάει την εικόνα που είχε για σένα ως καλλιτέχνη και άλλος νιώθει πιο κοντά σου και σε αγαπά περισσότερο. Ανάλογα ο καθένας με τον χαρακτήρα του.

– Εσύ λοιπόν καλείσαι να κρατήσεις μια ισορροπία. Πόσο εύκολο είναι αυτό?

– Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο. Εγώ απλά είμαι ο εαυτός μου και λειτουργώ όπως νιώθω κάθε φορά. Ότι έχω μέσα μου, αυτό καταθέτω κάθε φορά.

– Είσαι ένας άνθρωπος και ένας καλλιτέχνης, ο οποίος έχει δεχτεί πολλές επιθέσεις και αρνητική κριτική, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Πώς αντιμετωπίζεις την κακή κριτική?

– Έχω δεχτεί ναι, αυτό ισχύει.Επιθέσεις δέχεσαι όταν εμποδίζεις. Όσο για την αρνητική κριτική, ως ένα βαθμό τη δέχομαι, εξάλλου όπως σου είπα και ο ίδιος κρίνω αυστηρά τον εαυτό μου. Όλα όμως, ως ένα σημείο. Όταν το σημείο αυτό ξεπεραστεί, με κουράζει και μ’ ενοχλεί. Αλλά οι επιθέσεις αυτές, πολλές φορές έχουν και ψεύτικο σενάριο, προϊόν της φαντασίας κάποιων. Για παράδειγμα θα σου πω, αν φορώ μαύρα ρούχα και με δεις εσύ και πεις εσύ ότι φορούσα κόκκινα, θα μ’ ενοχλήσει. Αν είμαι στο βουνό και πεις ότι με είδες στη θάλασσα, πάλι μ’ ενοχλεί. Πιο πολύ όμως με κουράζει.

– Απαντάς στις κριτικές που δέχεσαι?

– Το αποφεύγω. Με ενοχλεί όμως να με κρίνουν για την προσωπική μου ζωή, για το πώς λειτουργώ ως άνθρωπος.

– Κρίνεσαι όμως ως άνθρωπος σε συνάρτηση με την καλλιτεχνική σου πλευρά. Δηλαδή, κρίνεται η στάση σου πάνω στη σκηνή, κρίνεται και η συμπεριφορά σου στις δημόσιες εμφανίσεις σου, κρίνονται δυστυχώς τα πάντα.

– Να με κρίνουν σε ότι έχει σχέση με τη δουλειά μου. Για ποιο άλλο λόγο να με κρίνουν? Γιατί ν’ ασχοληθεί κανείς με την προσωπική μου ζωή? Ποιον ενδιαφέρει και γιατί?

– Ενδιαφέρει τον κόσμο ότι έχει να κάνει με το προφίλ ενός δημόσιου προσώπου. Δεν έχετε την πολυτέλεια καμιά φορά εσείς οι καλλιτέχνες να έχετε προσωπική ζωή, μιας και γίνεται αντικείμενο συζήτησης, με βαρύτητα μεγαλύτερη σε καπόιες περιπτώσεις, από την επαγγελματική σας.

– Όταν ασχολείσαι με την προσωπική ζωή κάποιου άλλου, σημαίνει ότι η δική σου δεν έχει κανένα ενδιαφέρον και προσπαθείς με κάτι να γεμίσεις το χρόνο σου. Δέχομαι λοιπόν κάθε κριτική, αλλά μόνο στη δουλειά μου. Εκεί πες μου.. «δε μ’ αρέσει όπως παίζεις..» «δε μ’ αρέσει όπως τραγουδάς..». Δικαίωμα σου είναι, σεβαστό και απόλυτα αποδεκτό. Δεν έχεις όμως κανένα δικαίωμα να μου πεις πώς θα ζήσω.

– Λες συγνώμη για τα λάθη σου, όταν τα αναγνωρίσεις, είτε με λέξεις, είτε ακόμα καλύτερα με τις πράξεις σου? Αναθεωρείς καμιά φορά ή λειτουργείς εγωιστικά και δεν σε ενδιαφέρει?

– Όταν κάνω λάθος το αναγνωρίζω. Ποτέ δε λέω τα πράγματα όπως με συμφέρουν ή όπως θα ήθελα να είναι. Τα λέω ως έχουν. Αυτό είναι αρχή μου και οι άνθρωποι στο στενό μου περιβάλλον, το γνωρίζουν πολύ καλά. Αν λοιπόν κάνω κάτι, που θα πληγώσει ή θα προσβάλλει κάποιον, εννοείται ότι θα ζητήσω συγνώμη. και με λέξεις και με πράξεις και αν μπορώ και να επανορθώσω θα το κάνω κι αυτό. Έχω εγωισμό και δεν τον αφήνω να πέσει χαμηλά, αλλά να φταις και να μη ζητάς συγνώμη, σημαίνει ότι έχεις άρρωστο εγωισμό και ο δικός μου είναι υγιής.

– Υπάρχουν πραγματικές φιλίες στον καλλιτεχνικό χώρο? Κι αν ναι, εσύ έχεις?

– Δεν ξέρω αν υπάρχουν και πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να υπάρξουν. Προσωπικά, δεν έτυχε να έχω ιδιαίτερη φιλία με κάποιο συνάδελφο, αλλά ούτε το επιδίωξα ποτέ. Παρόλα αυτά, εκτιμώ πολλούς συναδέλφους μου και πηγαίνω να τους δω σε κάποιες εμφανίσεις τους.

– Η επιλογή σου σε ποιον θα πας, γίνεται σε συνάρτηση με το ποιον παραδέχεσαι σαν καλλιτέχνη ή δε το λαμβάνεις αυτό υπόψιν?

– Πηγαίνω γενικότερα στον οποιονδήποτε συνάδελφο, εύκολα. Δεν προβληματίζομαι, αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο.

– Οι εκάστοτε επιλογές σου όμως, περνούν και αυτές απο μια κριτική και ίσως βγαίνουν και κάποια συμπεράσματα άδικα, που δεν σε αντιπροσωπεύουν απαραίτητα..

– Δεν μπαίνω στη διαδικασία να περιορίσω τον εαυτό μου για να μην πει ο καθένας και για να μη κριθώ. Ζω όπως θέλω, κάνω αυτό που μ’ ευχαριστεί και δεν ασχολούμαι, από τη στιγμή φυσικά που αυτό που θα κάνω δεν ενοχλεί και δεν «ακουμπά» κανέναν. Δε θα ζω εγώ με τα πρέπει και τα δεν πρέπει των άλλων. Δικαίωμα του του καθένα να λέει ότι θέλει. Εφόσον εγώ αγαπώ να ‘μαι ελεύθερος, δεν μπορώ ν’ απαιτήσω από τους άλλους να μην είναι..

– Παρακολουθώντας σε ως καλλιτέχνη από κοντά, βλέπω ότι και η οικονομική εξαθλίωση, στην οποία έχει υποβληθεί ο κόσμος δε σε αφήνει αδιάφορο. Καυτηριάζεις συχνά το θέμα αυτό και δημόσια.. Πώς αυτό μετατρέπεται σε πράξη από σένα? Πώς δηλαδή, αυτό που καυτηριάζεις με τα λόγια, στην πράξη προσπαθείς να το ανατρέψεις ή έστω να συμβάλλεις από τη θέση που βρίσκεσαι να απαλύνεις τον πόνο που προκαλεί και τα αρνητικά συναισθήματα?

– Όταν μου δίνεται η ευκαιρία θα μιλήσω, χωρίς να εκπροσωπώ καμία παράταξη, καμία κυβέρνηση και κανένα πολιτικό σχήμα. Απαξιώ στο μέγιστο, σε ότι αφορά τις παρατάξεις και τα κόμματα. Μέσα από τον γραπτό και τον προφορικό μου λόγο και μέσα από τα τραγούδια μου, κάνω τη δική μου επανάσταση πράξη.

– Γράφεις πατριωτικά τραγουδια?

– Έχω γράψει ένα τραγούδι στην προηγούμενη ζωντανή ηχογράφηση που έκανα, σε στίχους δικούς μου, που λέγεται «Πόλεμος». Αυτό το τραγούδι περιγράφει την κατάσταση που ζούμε. Ο λόγος που έγραψα αυτό το τραγούδι, ήταν όχι για να πουλήσει.. γιατί δεν είμαι εμπορικός καλλιτέχνης, αλλιώς κάθε τόσο θα έβγαζα μια νέα δουλεια. Ήθελα με κάθε τρόπο να φτάσει στον κόσμο, να το ακούσει, να το κατανοήσει και να το υιοθετήσει.

– Ποιος θεωρείς ότι φέρει την ευθύνη για την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει? Μήπως φταίμε και οι ίδιοι με τις επιλογές που κάνουμε όσο αφορά ανθρώπους που ψηφίζουμε και κρατούν στα χέρια τους το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας? Ή δεν έχουμε καμία ελπίδα, με ό,τι επιλογή κι αν κάνουμε, γιατί είμαστε καταδικασμένοι από το σύστημα και τα πολιτικά συμφέροντα?

– Μέχρι ένα σημείο, έριχνα ολοκληρωτικά την ευθύνη στα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα. Από ένα σημείο όμως και μετά θα τις γυρεύω στον απλό λαό, που αντιδρά χωρίς ν’ αντιδρά. Η αντίδραση του κόσμου τώρα, είναι να μη κάνει τίποτα. Αυτό δεν είαι αντίδραση, αλλά αδράνεια.

– Τι προτείνεις εσύ?

– Δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να προτείνω κάτι. Έχουμε έναν πόλεμο με αόρατο εχθρό. Δε μπορώ να πω σε κάποιον «πιάσε το τουφέκι να σκοτώσεις τον εχθρό»… γιατί δε βλέπεις εχθρό, κρύβεται.. Η μόνη αντίδραση είναι η παύση της αδράνειας..

– Και πώς κατά τη γνώμη σου μπορεί ο κόσμος να βγει από την αδράνεια και ν’ αντιδράσει? Με ποιο τρόπο?

– Να καταλάβει ότι ο χωριανός του, ο διπλανός του, ο συμπολίτης του, είναι δικός του άνθρωπος, είναι αίμα του. Να γίνουμε ένα, γιατί όλοι μαζί μπορούμε να κατορθώσουμε το ακατόρθωτο. Ένας μόνος του δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ανέκαθεν ο λαός μας όταν μόνιαζε, έκανε πράγματα, που άφηναν άφωνη την ανθρωπότητα. Πλέον το δυσβάσταχτο βάρος των οικονομικών υποχρεώσεων από φόρους και όλα τα συναφή, έχουν κάνει τον κόσμο να μην αντιδρά πια και να δέχεται άνευ όρων ότι του επιβάλλουν. Ας ενώσουμε λοιπόν ότι δυνάμεις μας έχουν απομείνει και ας αντιδράσουμε.

– Εσύ αντιδράς?

– Πίστεψέ με κατά πάρα πολύ. Ότι περνά από το χέρι μου να κάνω, το κάνω.

– Και δε φοβάσαι τις συνέπειες?

– Τι να φοβηθώ? Αυτό δεν είναι Δημοκρατία που ζούμε, αλλά Δημοκρατική Χούντα. Τώρα είναι η Χούντα, όχι μόνο κάποτε. Εγώ αναγνωρίζω ως Δημοκρατία, την τήρηση των νόμων αν και εφόσον ο λαός συμφωνεί. Κυβερνά ουσιαστικά η πλειοψηφία του λαού. Δείξε μου εσύ ποια πληοψηφία εγκρίνει αυτό που συμβαίνει τώρα? Πρέπει ν’ αντισταθούμε και να κάνουμε τα αυτονόητα. Έχουμε φτάσει να μη μπορούμε να πούμε ότι αγαπάμε τη σημαία μας, γιατί θα σε πουν φασίστα. Απαγορεύεται ν’ αγαπάς τη σημαία σου, γιατί ‘σαι φασίστας, απαγορεύεται ν’ αγαπάς την κοπελιά σου, την οικογένειά σου, γιατί ‘σαι φασίστας, απαγορεύεται να πιεις από το νερό που δούλεψες, γιατί ‘σαι φασίστας.. Οτιδήποτε κι αν κάνεις εκτός των δεδομένων των, είσαι παρακμιακός, στο περιθώριο ή και εγώ δεν ξέρω τι.

– Τι αντίκτυπο έχει στη δουλειά σου η κατάσταση αυτή?

– Υπάρχει αντίκτυπο, αλλά δε μ’ ενδιαφέρει τόσο αυτό, όσο να βλέπω τον κόσμο γενικότερα χαρούμενο. Αγαπώ τη δουλειά μου και σαφώς μ’ ενδιαφέρει να έχει ο κόσμος τη δυνατότητα να γλεντίζει και να συμμετέχει ενεργά σε ότι κάνουμε. Δεν τη βάζω όμως πάνω από όλα. Αλλά το που πάμε ως λαός και τι θα γίνει με τα νέα παιδιά που κοιτούν το μέλλον τους και βλέπουν σκοτάδι.

– Η αλήθεια είναι ότι απαγορεύεται στους νέους πια να έχουν όνειρα..

– Και γι’ αυτό κάποιος φταίει και σαφώς όχι μόνο οι πολιτικοί, αλλά και ο καθένας από εμάς ξεχωριστά, που τους δίνουμε τη δύναμη να είναι εκεί που είναι και να πράττουν όπως πράττουν.

– Έχεις κι εσύ δυο παιδιά, ένα 15 ετών κι ένα πέντε, για τα οποία φαντάζομαι όπως κάθε γονιός θ’ ανησυχείς για το μέλλον τους. Τι τα συμβουλεύεις και κυρίως τον μεγάλο σου γιο, που είναι στην κρίσιμη ηλικία όπου σύντομα θα πρέπει να πάρει αποφάσεις για τη ζωή του?

– Τα συμβουλεύω να μην παραιτούνται και να αγωνίζονται όσο μπορούν για τα όνειρα τους. Στην κατάσταση που ζούμε, δεν ήρθαμε χτες… πολλών χρόνων πριν τα λάθη, ενώθηκαν με τα σημερινά και φτάσαμε εδώ, σε συνδιασμό με την φοβερή έλλειψη παιδείας στην Ελλάδα. Δεν μένει λοιπόν τίποτα άλλο, από το να πολεμούμε για τα όνειρα και τα ιδανικά μας.

– Ας αλλάξουμε θέμα και ας πάμε λίγο στις περιοδείες σου σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Τελευταία επισκεύθηκες τη Μύκονο, ένα νησί για το οποίο ακούγονται πολλά και ένα νησί που σαφώς απέχουν έτη φωτός οι παραδόσεις μας. Πώς σε υποδέχτηκαν εκεί και πώς μπόρεσαν ν’ αντιληφθούν τη μουσική μας?

– Ήταν η πρώτη φορά που επισκεύθηκα το συγκεκριμένο νησί και είχα κι εγώ τις επιφυλάξεις μου, στο αν θα μπορέσουν να εναρμονιστούν με το ύφος της δικής μας μουσικής. Πηγαίνοντας εκεί, είπα στους συνεργάτες μου, ότι εμείς θα παίξουμε αυτό που ξέρουμε, όπως το ξέρουμε και αν αυτό γίνει αποδεκτό και αρέσει καλώς, αν όχι δεν πειράζει. Τελικά ο κόσμος ταυτίστηκε με αυτό που του δώσαμε, μπήκε στο πνεύμα της παράδοσής μας, του άρεσε και περάσαμε υπέροχα. Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία.

– Παράδοση.. ένας όρος χαρακτηρισμένος με διάφορες έννοιες. Ποια είναι η δική σου?

– Η παράδοση για μένα είναι κάτι ιερό. Είναι κάτι που το βρήκα έτοιμο και είμαι τυχερός για αυτό κι έχω βαρύ το αίσθημα της ευθύνης να το διατηρήσω και να το παραδώσω κι εγώ με τη σειρά μου στις επόμενες γενιές. Δόξα το Θεό έχουμε μια πολούσια μουσική παράδοση, που κατά τη γνώμη μου είναι απόλυτα εξελίσιμη και όχι στάσιμη. Το στάσιμο νερό βουρκιάζει.

– Ποια είναι η γνώμη σου για την ανάμειξη του κρητικού στοιχείου με το λαϊκό και τα ανάμεικτα μουσικά σχήματα που υπάρχουν με λύρα και μπουζούκι στο ίδιο πάλκο εναλλάξ? Θα συμμετείχες σε κάτι ανάλογο?

– Θα πήγαινα οπουδήποτε, φτάνει να πετύχω το στόχο μου, που δεν είναι άλλος από το να μεταφέρω την παράδοσή μας σε ένα μέρος του κόσμου που τυχόν δε τη γνωρίζει. Αρκεί να το κάνω σωστά και όπως πρέπει, ανεξάρτητα από το χώρο που μου διατίθεται για να το κάνω αυτό. Αρκεί επίσης, να μη μεταλλαχτώ κι εγώ. Όπως θα μπω σ’ ένα τέτοιο χώρο, έτσι και να βγω. Αυτή είναι η αποστολή μου. Να μην αλλάξω εμφάνιση και ύφος, να παραμείνω αυθεντικός.

– Είθισται να χαρακτηρίζεται ένας κρητικός ως αυθεντικός – αναφορικά με την εξωτερική του εμφάνιση  φορώντας μαύρα ρούχα και αφήνοντας μούσι και μουστάκι. Κάνε μου ένα σχόλιο πάνω σε αυτό…

– Κάθε άνθρωπος για το ίδιο πράγμα, μπορεί να έχει μια εικόνα διαφορετική. Άλλος βλέπει το ποτήρι στρογγυλό, άλλος τετράγωνο, άλλος τρίγωνο. Για μένα ο κρητικός λοιπόν, θα έπρεπε πάνω από όλα να ξεχωρίζει και να χαρακτηρίζεται από το «φέρεσθαι». Από ‘κει και πέρα, αν πάμε στο στυλ και το ντύσιμο, το μαύρο από παλιά επικρατεί σαν χρώμα στους κρητικούς, είναι και μέρος της παράδοσής μας. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι κρητικό σε κάνει το χρώμα που φοράς. Άλλα είναι τα σπουδαία. Προσωπικά το αγαπώ το μαύρο και αποτελεί το 90% των ενδυματολογικών μου επιλογών και το υπόλοιπο 10% είναι το λευκό. Αυτό μου αρέσει και με αντιπροσωπεύει, χωρίς να κατηγορώ τον άλλον αν φορέσει κόκκινο ας πούμε. Ο καθένας είναι ελεύθερος να φορεί ότι θέλει, αλλά να υιοθετεί στην καθημερινότητά του, τα ήθη και τα έθιμά μας στην πράξη. Αυτό σημαίνει να είσαι κρητικός, όχι να φαίνεσαι…

– Εσύ όμως επιλέγεις και σε δημόσιες εμφανίσεις σου πολλές φορές να φοράτε όλοι στο σχήμα όχι απλά μαύρα, αλλά την παραδοσιακή μας (γ)κιλότα και στιβάνια. Σε ποιες περιπτώσεις και για ποιο λόγο το επιλέγεις αυτό?

– Επιλέγω να το κάνω καθαρά και μόνο γιατί το αισθάνομαι και μου αρέσει και όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Ούτε και υπάρχει και συγκεκριμένη περίσταση που θα το επιλέξω. Τις φοράμε συχνά γιατί το θέλουμε.

– Ποια είναι η σχέση σας σαν συγκρότημα?

Η σχέση μας είναι πολύ καλή και δεμένη. Είμαστε φίλοι πάνω από όλα και μετά συνεργάτες. Κάνουμε πολύ παρέα και στην προσωπική μας ζωή, όταν αυτό είναι εφικτό. Αρχή μου είναι να συνεργάζομαι πρώτα με σωστούς ανθρώπους, με όρεξη και αγάπη για αυτό που κάνουν, που να ταιριάζουμε και να δένουμε σαν χαρακτήρες. Να είμαστε συνεργάτες, σημαίνει εκτός από επαγγελματική και ψυχική επικοινωνία.

– Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης με τον οποίο θα ήθελες να συνεργαστείς δισκογραφικά στο μέλλον?

– Δεν έχω κάποιον συγκεκριμένο στο μυαλό μου, ούτε έχω πρόβλημα να συνεργαστώ με κανέναν, αλλά μετά λύπης μου βλέπω ότι έχουν εκείνοι να συνεργαστούν μαζί μου. Και όχι μόνο μαζί μου, αλλά και γενικώς, ενώ πολλές φορές έχω προτείνει σε ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων να γίνουν συνεργασίες τέτοιες, ώστε να μπορεί και ο κόσμος σε μια έξοδό του, να ακούσει δυο καλλιτέχνες μαζί, που ίσως και να μη του ξαναδοθεί η ευκαιρία στο μέλλον. Εδώ, έρχεται ο καλλιτεχνικός εγωισμός και το κόμπλεξ θα έλεγα, κάποιων, οι οποίοι αρνούνται την οποιαδήποτε συνεργασία και θέλουν να ηγούνται του σχήματος, χωρίς να το μοιραστούν με κανέναν αυτό.

– Γιατί πιστεύεις ότι αυμβαίνει αυτό? Ποιος μπορεί να είναι ο λόγος?

– Δεν ξέρω και δεν μπορώ να ξέρω τους προσωπικούς λόγους που μπορεί ο καθένας να έχει. Όσο με αφορά, ίσως με θεωρούν τρελλό, ιδιότροπο, δεν ξέρω. Καμιά φορά, έχει συμβεί και μπροστά μου , μεταξύ αστείου και σοβαρού, να πούνε σε κάποιον από τους συνεργάτες μου.. « πώς τον παλέυεις? Αυτός είναι τρελλός…». Ίσως με θεωρούν παράξενο, απαιτητικό, δεν ξέρω ειλικρινά γιατί. Πρόσφατα πήγα σε ένα στούντιο για πρώτη φορά, να κάνω μια ηχογράφηση και ο άνθρωπος στον οποίο ανήκει, που δεν έτυχε να έχουμε γνωριστεί στο παρελθόν, μου λέει: « τελικά μια χαρά συννενοηθήκαμε, εσύ είσαι μια χαρά άνθρωπος..» Όταν τον ρώτησα γιατί το είπε αυτό, μου εκμυστηρεύτηκε, ότι είχε ακούσει να λένε για μένα ότι είμαι παράξενος, παράλογος και περίεργος στις συνεργασίες μου, με αποτέλεσμα να έχει αγχωθεί ο άνθρωπος για το πώς θα με αντιμετωπίσει. Τελικά συνεργαστήκαμε άψογα και κατάλαβε ότι όλα αυτά που μέχρι τώρα άκουγε ήταν απλά φήμες, χωρίς καμία υπόσταση. Αυτό που θέλω να πω επίσης, αναφερόμενος στις γενικότερες συνεργασίες που δε βλέπουμε να γίνονται, είναι ότι, ο καθένας είναι μοναδικός και ο μόνος αντίπαλός του κάθε φορά είναι ο εαυτός του. Με τον εαυτό μου θα παλέψω, να γίνω καλύτερος και να ανέβω όσο ψηλά μπορώ. Η κορφή δε σταματά πουθενά όσο κανείς ανεβαίνει… Αυτή είναι η πρόκληση, να την κατακτήσεις παλεύοντας με σένα τον ίδιο, να καταρρίψεις το στόχο που θέτεις κάθε φορά στον εαυτό σου. Αυτόν έχεις..και αυτός σου ανήκει μόνο.

– Γενικά, οφείλω να ομολογήσω, πως μάλλον είσαι αδικημένος. Ακόμα κι εγώ είχα άλλον Δραμουντάνη στο μυαλό μου και άλλον συνάντησα εδώ, χωρίς να σημαίνει πως αυτός που είχα στο μυαλό μου ήταν κακός. Αυτός που γνώρισα όμως, είναι ακόμα καλύτερος..

– Δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει..Αυτό που έχω να πω πάνω σε αυτό, είναι ότι δε μ’ ενδιαφέρει τι λένε. Πρώτα γνωρίζουμε έναν άνθρωπο προσωπικά και μετά εκφέρουμε γνώμη. Η μεγαλύτερη μαγαρισά του κόσμου να είσαι, όταν με σέβεσαι, δε μ’ ενοχλείς και δε πειράζεις, δεν έχω θέμα. Του κάθενους τα πάθη και τα λάθη δε θα τα κουμαντάρω εγώ, ούτε κανένας. Ας κάνει ο καθένας ότι θέλει. Αλλά πριν κρίνουμε, θα πρέπει να γνωρίσουμε και σε προσωπικό επίπεδο τον άλλον και όχι να σταθούμε σε λόγια, που κανείς δε μπορεί να γνωρίζει ούτε τον λόγο, ούτε τον τόπο, αλλά ούτε και την αφορμή της προέλευσής τους. Μου έχει συμβεί και άλλες φορές, ν’ αλλάζουν γνώμη όταν με γνωρίζουν και χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να τους αλλάξω τη γνώμη, όπως και τη δική σου, αλλά δε χαίρομαι καθόλου που πρέπει να συμβαίνει αυτό.

– Δυστυχώς όμως συμβαίνει και όλοι μας κατά καιρούς έχουμε υπάρξει θύματα κακοπροαίρετων ανθρώπων, που σκοπό έχουν να μας διαβάλλουν. ‘’Το δεντρό όμως που έχει τους καρπούς πετροβολούν…..’’ Το στοίχημα που πρέπει κανείς να κερδίσει σε αυτή την περίπτωση, είναι να συνεχίσει να καρποφορεί το «δεντρό» του, κόντρα σε όλους όσους υπονομεύουν αυτό που δεν είναι άξιοι να πετύχουν, ή που ενώ μπορεί να είναι άξιοι, δεν είναι διατεθιμένοι να δουλέψουν σκληρά γι’ αυτό. Τίποτα δεν χαρίζεται σε κανέναν.. κι αν χαριστεί, την ώρα του απολογισμού, θα φανεί τι τελικά άξιζε και τι όχι..

– Συμφωνώ απόλυτα, όμως έρχονται και στιγμές που κουράζεσαι να πολεμάς αόρατους εχθρούς, κρυμμένους πίσω από λόγια και συκοφαντίες ανυπόστατες. Θα σου πω κάτι μέσα από τα βάθη της ψυχής μου. Αυτή τη δουλειά την έχω πληρώσει πολύ ακριβά.

– Σε προσωπικό επίπεδο εννοείς?

– Στα πάντα.. Την έχω πληρώσει με πολύ πόνο ψυχής και οδυνηρές απώλειες από τη ζωή μου. Δέχομαι την αξία της, τις χαρές της, αλλά σηκώνω και το τίμημα που κλήθηκα να πληρώσω και είναι βαρύ. Όσο όμως θα μ’ έχει ο Θεός ικανό να μπορώ να κάνω αυτό που τόσο πολύ αγαπώ, κανένας και τίποτα δε μπορεί να με σταματήσει.

– Αυτό που λες δηλαδή, είναι ότι προφανώς κάποιοι έχουν προσπαθήσει να σε σταματήσουν και να φύγεις από το προσκύνιο? Να παταιτηθείς?

– Ναι και με πολλούς τρόπους το έχουν προσπαθήσει αυτό, αλλά μόνο ο Θεός μπορεί να το καταφέρει. Όσο στέκω όρθιος θα είμαι εδώ, να κάνω αυτό το οποίο μου δίνει ζωή. Τη ζωή μου δεν έχει δικαίωμα και δεν θα επιτρέψω να μου τη στερήσει κανείς.

– Που αποδίδεις αυτό που γίνεται? Ποιοι λόγοι συντρέχουν κατά την άποψη σου, να σε θέλει κάποιος στην αφάνεια. Γιατί? Υπάρχει χώρος για όλους αν πραγματικά το αξίζουν..

– Το αποδίδω στο ότι υπάρχουν κάποιοι κακοπροαίρετοι άνθρωποι, που δε σταματούν να ψάχνουν τον τρόπο να σε αφανίσουν. Χαίρονται μόνο με τον κακό του άλλου, με τον πόνο του. Δεν έχουν αξία οι ίδιοι και το ξέρουν κατα βάθος, γι’ αυτο ο μόνος τρόπος να βγουν στο φως, είναι να το κλέψουν από τον άλλον. Ο θάνατος σου..η ζωή τους…

– Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που σου στάθηκαν κα σε βοήθησαν στην μέχρι τώρα πορεία σου? Άνθρωποι που κάτω από τις όποιες συνθήκες ήταν πάντα στο πλευρό σου?

– Φυσικά και υπάρχουν οι δικοί μου οι άνθρωποι που με αγαπούν και είναι δίπλα μου. Αλλά πάνω από όλα είχα πάντα δίπλα μου το Θεό σε κάθε μου δυσκολία και αισθάνομαι ευλογημένος γι’ αυτό. Έχω επίσης την τύχη και την κατάρα μαζί – γιατί αυτά τα παντέρμα πάνε μαζί- οι άνθρωποι ή να με αγαπούν πολύ ή να με μισούν πολύ. Ή θα έχω πολύ καλούς φίλους, ή πολύ μεγάλους εχθρούς. Δυστυχώς… Τους σέβομαι όμως και τους υπολογίζω και τους δυο.

– Αντιδράς στους εχθρούς σου? Τους αντιμετωπίζεις ή απλά τους αγνοείς?

– Αν δεν με πειράξουν με άμεσο τρόπο, εμένα ή τους δικούς μου ανθρώπους, τους αγνοώ.

– Κι αν όμως έτσι κι αλλιώς καταφέρουν να σου κάνουν κακό, με έμμεσο ή άμεσο τρόπο? Τους αγνοείς ακόμα? Προσπαθώ να σε κάνω να μου πεις κάποια παραπάνω πράγματα, για να καταλάβω κι εγώ αλλά κι ο κόσμος που θα διαβάσει τη συνέντευξη αυτή, τους λόγους για τους οποίους δέχεσαι πόλεμο, αλλά και το πώς αντιδράς.. Υπάρχει μια σκια γύρω από το όνομά σου που προσπαθώ να ξεδιαλύνω και να μείνει φωτεινό, όπως του αρμόζει..

– Στέλλα, άκου… για να αντιμετωπίσεις στα ίσα έναν εχθρό πρέπει και να τον γνωρίζεις. Για να τον γνωρίζεις, σημαίνει ότι κάπου κι εσύ φταις και κάτι έχει προηγηθεί για να καταγραφεί ο άνθρωπος αυτός ως εχθρός σου. Εγώ δεν έχω ούτε προηγούμενα με κανέναν, ούτε κόντρες και προβλήματα, γι’ αυτό και σου λέω ότι έχω αόρατους εχθρούς. Δε προσπαθούν να μου κάνουν κακό ευθέως, αλλά με ύπουλο και υπόγειο τρόπο. Μου έχουν επανειλημμένως προκαλέσει υλικές ζημιές στο αυτοκίνητο μου για παράδειγμα, για να μου κλέψουν τα όργανα που είχα μέσα. Τα καλύτερα μου όργανα μου πήραν και δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ούτε ποιος , ούτε γιατί. Ποιον να αντιμετωπίσω? Αυτόν που δεν ξέρω ποιος είναι?

– Αναρωτιέμαι με τα όσα μετά λύπης μου ακούω, αν τελικά σε αυτό το κράτος που είμαστε πολίτες με υποχρεώσεις δισβάσταχτες πλέον, υπάρχουν νόμοι να προσταεύσουν τα αναφαίρετα δικαιώματα μας, στην διαφύλαξη της προσωπικής μας ακεραιότητας και των κεκτημένων μας με νόμιμες διαδικασίες.. Κατήγγειλες ποτέ αυτά τα περιστατικά?

– Τα κατήγγειλα, και? Αν δεν είναι κάποιος σεσημασμενος κακοποιός δεν τον βρίσκουν. Χώρια του ότι και οι κάμερες που υπάρχουν, όπου τέλος πάντων υπάρχουν, είναι της πλάκας, με μειωμένη ευκρίνεια και δεν μπορείς να βγάλεις άκρη. Δεν έχουμε δυστυχώς συμπαραστάτη το κράτος σε τίποτα. Δεν υπάρχει κράτος πουθενά.

– Πάμε ν’ αλλάξουμε διάθεση λίγο, γιατί αυτή η συζήτηση οδηγήθηκε σ’ ένα λόγο στενάχωρο δρόμο… Μίλησε μου λίγο για το νέο σου τραγούδι « Έχω φεγγάρια να σε δω»..

– Το τραγούδι αυτό το έγραψα ένα βράδυ, που έτυχε να ήταν και η μητέρα μου εδώ κα το ηχογραφήσαμε πρόχειρα σ’ ένα κινητό και το ανεβάσαμε. Αμέσως έδειξε ότι είχε κάτι να πει.. Στην πορεία το έραψα και επίσημα στη δισκογραφική « Σείστρον» του Αεράκη, όπου έκανε την παραγωγή στην τελευταία μου δισκογραφική δουλειά.

– Γράφεις βιωματικά ή κατόπιν επιλογής του θέματος που θα καταπιαστείς?

– Βιωματικά μόνο. Πώς να γράψω για κάτι που δεν έχω ζήσει κάποια στιγμή της ζωής μου? Πώς να μπω στο συναισθημα, αν μου είναι κάτι άγνωστο? Δεν μπορώ να γράψω κατά παραγγελία, δε γίνεται.. Το κάθετί έχει αιτία κι όποιος σου πει ότι δεν έχει είναι ψεύτης.

– Πολλές φορές μου έχουν πει ότι γράφουν κάτι που δε ζουν οι ίδιοι απαραίτητα, αλλά κάποιος άλλος στο περιβάλλον τους, όπως μου έχουν πει επίσης, ότι επιλέγουν και το θέμα για το οποίο θα γράψουν, στην προσπάθεια τους να πρωτοτυπήσουν και να διαφοροποιηθούν. Δε γίνεται αυτό κατά τη δική σου γνώμη?

– Όλα αυτά για μένα είναι ξένα, δεν τα κατανοώ και δεν μπορώ να λειτουργήσω έτσι. Ίσως κάποιοι να μπορούν, εγώ όχι.

– Συνθέτεις εκτός από το να γράφεις? Παντρεύεις κατά κάποιο τρόπο τον στίχο σου με τη μουσική σου, για να βγει το περιεχόμενο της ψυχή σου ατόφιο προς τα έξω?

– Ναι γράφω και μουσική και στίχο, όχι όμως για να παριστάνω τον στιχουργό και συνθέτη, που τα κάνω όλα μόνος μου και δεν έχω ανάγκη κανέναν. Απλά, όταν βγάζω μια μαντινάδα, κάτι νιώθω, κάτι σκέφτομαι.. το ίδιο κι όταν γράψω μια μουσική. Πιστεύω λοιπόν, πως το συναίσθημα της μαντινάδας, με το συναίσθημα της μουσικής, δένουν απόλυτα και αρμονικά μεταξύ τους και βγαίνει ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Είναι και τα δυο παιδιά μου, δικά μου δημιουργήματα, έχουν μέσα τους ένα κομμάτι δικό μου.

– Και όλο αυτό έρχεται να δεθεί ακόμα με πιο δυνατούς δεσμούς με την ερμηνεία σου, που αυτό που ερμηνεύεις το ζεις και βγαίνει το συναίσθημα, αυτό, που θ’ αγγίξει την ψυχή του ακροατή.

– Εννοείται… εγώ ακούω τα «φεγγάρια» και γίνεται μέσα μου πόλεμος. δεν μπορώ να σου το περιγράψω ακριβώς πως αισθάνομαι. Το ζω απλά..

Σαν άνθρωπο, πώς χαρακτηρίζεις τον Αχιλλέα, εσύ που τον ξέρεις καλύτερα από τον καθένα?

– Χαίρομαι που η θωρριά μου, δεν έχει καμία σχέση με το μέσα μου.

– Άρα κατά κάποιο τρόπο λειτουργεί προστατευτικά, να κρύψει τις τυχόν ευαισθησίες, ανασφάλειες ή ότι άλλο υπάρχει μέσα σου?

– Κατά κάποιο τρόπο ναι.. δεν μοιάζει ο Αχιλλέας που βλέπεις, με αυτόν ου υπάρχει μέσα μου.. Και το τι είμαι μέσα μου, το ξέρουν μόνο οι άνθρωποι που σε αγαπούν, γιατί αυτοί δε στέκονται στην εξωτερική σου εικόνα, αλλά για να σε αγαπούν, κάτι θαυμάζουν στον εσωτερικό σου κόσμο. Αν και να σου πω, καλλιά ‘χω να μ’ αγαπούν δέκα κοπέλια, παρά 300 νομάτοι.

– Γιατί?

– Γιατί η ψυχή του μικρού παιδιού δε γνωρίζει από συμφέροντα, είναι αγνή. Αυτή την αγάπη θέλω, η άλλη μου είναι περιττή, αν μπορείς να την πεις αγάπη.. Η αγάπη ενός παιδιού, είναι η πλερωμή μου…

– Πόση ευαισθησία μπορεί να κρύβει αυτή η κουβέντα και πόσο παράπονο ταυτόχρονα..

– Ίσως να κρύβει πολύ, αλλά αυτός είμαι και δεν θ’ αλλάξω για κανέναν.

– Φτάνοντας σιγά σον επίλογο αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας συζήτησης μαζί σου, θέλω να μου πεις ποιο είναι το μεγαλύτερο σου προτέρημα αλλά και ελάττωμα σαν μουσικός και αντίστοιχα σαν άνθρωπος?

– Ο ψυχισμός μου.. είναι το καλύτερο στη δουλειά μου και το χειρότερο στη ζωή μου.

– Ίσως εκεί να κρύβεται και το μυστικό της επιτυχίας σου, αλλά παράλληλα και ο λόγος που πλήρωσες τόσο ακριβά όπως είπες το τίμημα να κάνεις αυτό που αγαπάς..

– Δεν ξέρω.. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μέσα σε ότι κάνω, υπάρχει η ψυχή μου. Αν κοιτάξεις λίγο καλύτερα θα την δεις… Αλλά πρέπει να μπορείς να τη δεις….

– Για το τέλος, έχω να σου θέσω άλλο ένα ερώτημα και θέλω να μου πεις, εκτός από τα παιδιά σου που όπως κάθε γονιός ονειρεύεσαι και επιθυμείς το καλύτερο για αυτά, αν είχες ένα και μόνο όνειρο να εκπληρώσεις, ποιο θα ήταν αυτό? Μια και μόνο ευχή να πραγματοποιήσεις, ποια θα ήταν?

– Θα ήταν να αποκτήσω την οικογένεια που ονειρεύομαι. Έχω πολλά όνειρα, αλλά αυτό είναι το πρώτο μου και θα ήταν και το τελευταίο μου…. Σ’ ευχαριστώ!!

Μετά από τα όσα άκουσα από τον Αχιλλέα Δραμουντάνη και όσα μπόρεσα ν’ αντιληφθώ από τον τόνο της φωνής του σε κάποια σημεία, θα αφήσω τον επίλογο και τα τελικά σχόλια σε εσάς, γιατί ότι κι αν πω αισθάνομαι πως θα είναι λίγο και θα τον αδικήσω και δεν θα το ήθελα. Θα πω απλά ένα μεγάλο ευχαριστώ…!!!

 

Πηγή: www.kriti-mou.gr

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->