— O Αγκούτσακας αποχαιρετά με το δικό του μοναδικό τρόπο την Δημητρομανώλενα

Το να με τ’ άλλο πέφτουνε τα μητρικά μας κάστρα

κι είναι μεγάλα τα κενά κι ας φαίνονται και τ’ άστρα

 ————————————————————

Η Δημητρομανώλενα στα εννενηνταοκτώ της

φεύγει αφού ‘φταξε να δει κι ένα τρισέγγονό της.

————————————————————

Κανείς δε φτάνει στην κορφή χωρίς να κοπιάσει

και τη ΄χαν την αείμνηστη πολλές φουρτούνες πιάσει

————————————————————

Πάλεψε τα απάλευτα φτώχεια, σκλαβιά και πείνα

και κάθε τόσο πια βαριά απώλειες τη βρίνα.

————————————————————

Κουνιάδους τρεις, ξαδέρφους δυό τση νιότης τον αέρα

θρήνησε και την πρώτη της, κοπέλα, θυγατέρα.

————————————————————

Τα πάνω κάτω έφερε κι αυτή με βιοπάλη

να ξαναφέξει η χαρά στο σπίτι της και πάλι.

———————————————————–

Έξι παιδιά ανάθρεψε και πως ο Θιος κατέχει

σαν μάνα σε κακούς καιρούς το εύγε της να έχει.

———————————————————–

Πλάτανε Καλομοιριανέ άνθησε τα κλαδιά σου

κι αποχαιρέτα την παλιά καλή γειτόνισσά σου.

 

Σταύρος Βιτώρος ή Αγκούτσακας

 

Μοιραστείτε το:
  • Print
  • PDF
  • Twitter
  • Facebook

-

-->